Ο Λαογραφικός – Ιστορικός Σύλλογος Πολυδρόσου “Η ΣΟΥΒΑΛΑ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ”…
Κάπου στα 1919, η Λάμπρω Μπαλαούρδα έβοσκε τα πρόβατά της έξω από το Ρεγκίνιο, ένα χωριό της Λοκρίδας, που βρίσκεται στους βορειοανατολικούς πρόποδες του όρους Καλλίδρομο...
…ένα εύθυμο αφήγημα Σουβαλιώτικου λαογραφικού περιεχομένου με χρώμα & άρωμα Παρνασσού, γραμμένο από τον Γεωπόνο πρύτανη της αμπελουργίας & λογοτέχνη συγχωριανό μας Κώστα Κούσουλα.
Να’ χα της Ζέλης το νερό /να’ χα της Αρτοτέντας να’ χα και της Αρνόβρυσσης /που πίνουν οι λεβέντες να πιω κι εγώ να δροσιστώ /ποτέ να μην πεθάνω!
Του Κώστα Ι. Κούσουλα (1921-2018)
Το ξέρετε δα. Γενικά, οι ποιητές και η λαϊκή μούσα, ποιητική άδεια κι αυτή, λένε υπερβολές. Όλοι οι τσομπάνηδες και οι ξωμερίτες του βουνού που ζούσαν στον Παρνασσό, το πίνανε, και όμως πεθάνανε όλοι!
...μία Σουβαλιωτο-Δαδιώτικη παλιά εύθυμη λαογραφική ιστοριούλα.
Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή αν έλεγα, πώς οι Σουβαλιώτες αγαπούν πολύ το καλό κρασί, τον καλό μεζέ και το γλέντι. Έτσι δικαιολογούνται οι πολλές ταβέρνες στο χωριό μας, καθώς και τα πολλά γλέντια...
…λαογραφικο-ϊστορικό αφήγημα
Του Δημήτρη Ευστ. Βλάχου*
Ντελματήδες έλεγαν αυτούς που εναντίον τους είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες καταδιωκτικές αρχές ένταλμα συλλήψεως για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου και εκείνοι είχαν βγει στο κλαρί, για να αποφύγουν τη σύλληψη. Περιπλανώμενοι από χωριό σε χωριό και από στάνη σε στάνη εξανάγκαζαν τους ξωμάχους να τους διατρέφουν, και στην παράνομη αυτή περιπλάνησή τους έκαναν - αναγκαστικά: -και άλλα εγκλήματα...
Το ιστορικό καφενείο του Ανδρέα Θάνου που έκλεισε φέτος μετά από έναν σχεδόν αιώνα διαρκούς λειτουργίας, αφού άλλαξε πέντε διαδοχικές διευθύνσεις. Αποτέλεσε την πρώτη αίθουσα διασκεδάσεως στην προπολεμική Σουβάλα.......
Μπαίνοντας ο Δεκέμβριος, πλησιάζοντας οι γιορτές και κόντρα στη βαρυχειμωνιά και
την πλήξη, το χαρτοπαίγνιο άναβε για τα καλά στην πάλαι ποτέ πλήθουσα
εργατομάνα Σουβάλα. Στους καφενέδες, το κυνήγι της τύχης ήταν ενεργό σχεδόν όλο
το 24ωρο. Αλλά και στις ταβέρνες, μετά την εσπερινή μεζεδοκρασοκατάνυξη, η
λαδόκολλα με τα συμπρούστορα αποσύρονταν, τα ποτήρια παρέμειναν και το πάρτι
του βιδαριστού ξεκινούσε. Ουκ ολίγα καταγώγια και αποθήκες πλουσιόσπιτων και
καταστημάτων, μετατρέπονταν σε αυτοσχέδιες λέσχες για τους λάτρεις κυρίως του χοντρού
κυβοπαικτικού τζόγου.
Θα επιχειρήσουμε μια μικρή σωστική καταγραφή του κοινωνικού αυτού φαινομένου της παλιάς Σουβάλας, προσεγγίζοντας το θέμα κυρίως από την σκωπτική του πλευρά και θα αναφερθούμε σε χαρούμενα περιστατικά που μας κατέλειπαν διηγούμενοι οι πρόγονοί μας πρωταγωνιστές τους. Και επειδή θα εκθέσουμε πρόσωπα και πράγματα, προς άρσιν πάσης παρεξηγήσεως δεν θα ιστορήσουμε τραγωδίες. Γιατί υπήρξαν κι αυτές. Με πρώτη και καλύτερη αυτή του στενού μου οικογενειακού περιβάλλοντος, για την οποία θα κάνω μια εξαίρεση ως εισαγωγή.
1. Χειμώνας του 1942. Φεβρουαρίου 14. Μετά από ένα ολοήμερο χαρτοπαικτικό κρεσέντο στο υπόγειο του καφενείου Διαμαντώνη, (σημερινό Πέτρινο), αργά τη νύχτα επιστρέφει στο σπίτι ο Μήτρος Κατοίκος, ρέστος και ταπής. Από τη μια η χασούρα, από την άλλη ο εξάψαλμος της γυναίκας του κυρά-Παναγιούς Νηστικούλη, δεν άντεξε.
-«Θα μ’το χαλάσεις το σπίτ’ Μήτρο με το παίγνιο. Κι έχουμε κι μκρά κορίτσια». Φώναζε και με το δίκιο της η Παναγιού.
_ «Σα μ’φαίνεται θα στο χαλάσω στ’αλήθεια απόψε Παναγιού», αποκρίθηκε ο Μήτρος και φέρνοντας το χέρι του στην καρδιά έπεσε νεκρός στην παραστιά του φωτανάματος. Έσβησε σε ηλικία 54 ετών αφήνοντας τον νεαρό τότε πατέρα μου στο τιμόνι της οικογένειας με δύο αδερφές ορφανές ηλικίας 13 και 6 ετών.
2. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, το παλιό παντοπωλείο του Γιώργου Τσαρμακλή στη μικρή πλατεία της ομώνυμης βρύσης, γνώρισε μεγάλες χαρτοπαικτικές πιένες. Ξυλόσομπα στο φουλ, καλό κρασί, μεζέδες από ρέγγα και τηγανητό μπακαλιάρο, έκαναν τους χαρτοπαίκτες θαμώνες να μη θέλουν να σηκωθούν από το τραπέζι ούτε για κατούρημα. Ένα βράδυ όμως, παίκτες και κανιότα υπολόγισαν χωρίς τον ξενοδόχο. Η πανταχού παρούσα Χωροφυλακή επέδραμε κυκλωτικώς στο κατάστημα και εξ εφόδου συνέλαβε τους ποκαδόρους εν τω πράττεσθαι. Ένας εξ αυτών Χ. Κορτσέλης, στην προσπάθειά του να διαφύγει τη σύλληψη πήδησε από το παράθυρο. Έσπασε όμως το πόδι του κατά την πτώση και συνελήφθη. Μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και ο γαμπρός απ’αδερφή του πατέρα μου και γραμματέας της Κοινότητας Γιάννης Αυγέρης (Ξεστρούπας). Την άλλη μέρα στο Δικαστήριο, εύστροφος, ευφυής και γραμματιζούμενος καθώς ήταν, όταν ήρθε η σειρά του να απολογηθεί απευθυνόμενος προς την Έδρα πρόβαλε το εξής αμίμητο επιχείρημα: «Εγώ κύριε πρόεδρε δεν έπαιζα. Είμαι γείτονας και περαστικός από κει. Απλώς παρακολουθούσα. Τα χαρτιά ούτε που τα πιάνω στα χέρια μου. Τα απεχθάνομαι! Τα απεχθάνομαι! Κάνοντας συνέχεια την χαρακτηριστική χειρονομία της απέχθειας. Έλα όμως που ο Πρόεδρος ήταν συντοπίτης και ο ίδιος χαρτοπαίκτης και τον γνώριζε.
_ «Τα απεχθάνεσαι τα χαρτιά Αυγέρη, αλλά τον άσσο σπαθί τον βλέπεις από τη Ζβάλα μέχρι τον Τούνο!!!».(Μπράλο). Του ανταπάντησε ο Πρόεδρος και τον καταδίκασε σε εξαγοράσιμη ποινή φυλάκισης.
3. Ένας δεινός και μανιώδης χαρτοπαίκτης αυτής της εποχής, ήταν και ο χασάπης Αδάμ Καρούζος (Παναής). Στα στερνά του παντρεύτηκε και άνοιξε ένα μικρό ταβερνάκι στη γειτονιά του Δημαρχείου. Ως ήτο φυσικό, μετά το πέρας της κατανάλωσης των κοκορετσοσπληνάντερων, το ταβερνείο μετατρέπετο σε ναό της τύχης και οι δειπνοσοφιστές έδιναν μάχες με το ρήγα και το βαλέ. Ο Αδάμ όταν έχανε δεν σηκωνόταν από το τραπέζι για μερόνυχτα, ελπίζοντας ότι θα γυρίσει το χαρτί και θα ρεφάρει. Όταν όμως κέρδιζε, για να μην τα ξαναχάσει, έβαζε τα κέρδη στην τσέπη και έφευγε αμέσως προβάλλοντας την ίδια πάντα αστεία δικαιολογία: «Παιδιά με συγχωρείται αλλά πρέπει να φύγω γιατί έχω τηλέφωνο!!».Υπονοώντας ότι τον καλούν στο Ταχυδρομείο για συνδιάλεξη όπως συνηθίζετο τότε η επικοινωνία.
4. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τοποθετήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολυδρόσου, ο Χωροφύλακας Αλέκος Κατσαβριάς εκ Δομοκού. Μανιώδης χαρτοπαίκτης κι αυτός, με το που πάτησε το πόδι του στο χωριό, ντουγρού για το καφενείο του Κουρέα «να ξύσει την ψώρα του». Κανείς δεν τον γνώριζε και όλοι πίστεψαν ότι πρόκειται για κάποιον εσωτερικό μετανάστη εργαζόμενο στην ΑΤΕ ΣΚΑΠΑΝΕΥΣ, που δραστηριοποιείτο τότε στην περιοχή με πλήθος ξένων εργατών. Τον έβαλαν στη μέση οι Σουβαλιώτες τον Αλέκο και τον μαδούσαν, αστεϊζόμενοι συνθηματικά: «Βαράτε του. Σκαμπανέας είναι!!». Την άλλη μέρα όμως, ο Αλέκος ήταν υπηρεσία. Φορώντας τη στολή του με τα γυαλιστερά αμφιμασχάλια, πέρασε κι απ’ του Κουρέα για να δει τι γίνεται. Με το που έσκασε μύτη στην πόρτα οι χθεσινοί συμπαίκτες πετάχτηκαν έξω από το καφενείο σαν τα περδικόπουλα. Κουτρουβαλιάζοντας τραπέζια και καρέκλες για να μη συλληφθούν, χάθηκαν τρέχοντας στα γύρω στενά. «Σύρμα!! Τσιλεπιδιότ΄ς ξισέρνεται για να μας ράξει*!!!» φώναζαν έντρομοι στα μαστόρικα και όπου φύγει-φύγει.
-«Αη γυρίστε πίσω ρε. Δεν σας πειράζω. Για να παίξω ήρθα!!» τους καθησύχασε ο Αλέκος και με προσπάθεια τους έπεισε να επιστρέψουν. Τους κάθισε στο στρογγυλό τραπέζι και συνέχισαν όλοι μαζί την πόκα τους.
* Η φράση στη μαστόρικη διάλεκτο σημαίνει: «Προσοχή. Έρχεται Χωροφύλακας να μας πιάσει».
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ:
ΥΠΟΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΕΛΑΣεα ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΟΥΒΑΛΑΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
1. Κάποτε, σ’ ένα χωριό που ‘δασκάλευα’, κοντά στο Λιδορίκι , έκανε επίσκεψη ο Δεσπότης. Επειδή όμως ο δρόμος πέρναγε μακριά απ΄το χωριό και μετά είχε χωματόδρομο, ο παππάς του χωριού πήρε το γάιδαρό του και πήγε να ανεβάσει στο χωριό το Δεσπότη. Ο Δεσπότης καβάλα, κι ο παππάς μπροστά πεζός. Συζητώντας στο δρόμο, ρώτησε ο Δεσπότης τον παππά: ‘’πώς πάει το ποίμνιο παππά; ‘’ εννοώντας τους χριστιανούς… Ο παππάς που σημειωτέον είχε και κοπάδι γίδια για να βιοπορίζεται, κατάλαβε λάθος, ότι ο Δεσπότης τον ρωτούσε για τα γίδια και απάντησε: Τί να πάει Δέσποτα, απάν’ στο ‘μαρκάλο’ βρίσκεται το ποίμνιο…
2. Γειτονιά μου στη Σουβάλα, ήταν ο συμπαθής Κώστας Κούσουλας ο επονομαζόμενος και Κωλοβρέχτης κι η γυναίκα του η Γιωργίτσα. Είχαν στο σπίτι τους έναν γάτο που τον ονόμαζαν κι αυτόν Κώστα. Κάποτε λοιπόν ο γάτος, κάποιο φάρμακο θα έφαγε και πήγε στην αυλή του σπιτιού και ψόφησε… Μόλις βγήκε η γυναίκα του μπάρμπα Κώστα έξω, κοιτάει τί να δει; Ο γάτος φαρδύς πλατύς κάτω, ψόφιος! Βάζει τις φωνές αλαφιασμένη η Γιωργίτσα, λέγοντας δυνατά: πω πω, τί σ’κάνανε Κωστάκο μ’, σε σκοτώσανε, και συνεχίζοντας τις φωνές: και τί θα γίνω εγώ χωρίς εσένα Κώστα μ’; Η γειτονιά ακούγοντας τις φωνές, νόμισαν ότι πέθανε ο άντρας της ο Κώστας, και πήγανε να την παρηγορήσουν… Συνάμα ερχόταν από κάτω κι ο άντρας της …. Τί συμβαίνει , ρώτησε. Ααα! Ζωντανός είσαι; είπαν οι γείτονες. Όλη η ιστορία έγινε για τον γάτο τον ‘Κώστα’ που δεν ήταν ο Κώστας…!
3. Όποιος απ’ τους μεγαλύτερους θυμάται τον μπάρμπα Κώστα τον Σβίγγο, θα θυμάται ότι ήταν ένας ψηλός, όμορφος και γελαστός άντρας της πλατείας… Είχε το καφενείο του, στη γωνία της πλατείας, όπου αργότερα το πήρε ο Χρήστος Λιάρτης και στη συνέχεια ο ‘Δόκιμος’ . Ο μπάρμπα Κώστας ήταν πλακατζής και τί μας έκανε κάποτε: Μας μάζεψε τα παιδαρέλια, όλη τη λιανομαρίδα, και μας είπε, ‘’παιδιά θα πάτε έξω απ’ το χωριό και θα πιάσετε τζιτζίκια, βαλακρίδες κι ότι άλλο βρείτε, γιατί το απόγευμα θα ‘ρθει ο έμπορος να τα αγοράσει, θα πληρωθείτε καλά…! Εμείς μόλις το ακούσαμε, ευκαιρία ζητούσαμε, ξαμοληθήκαμε και μαζέψαμε ένα σωρό τζιτζίκια και ακρίδες, εξάλλου τότε όλα τα παλούκια ήταν γεμάτα τζιτζίκια, ‘ τζιτζίρια ‘ τα λέγαμε.
Μια και δυο, το απόγευμα φτάνουμε στην πλατεία, με τα τράστα γεμάτα ‘εμπόρευμα’, βρίσκουμε τον Κώστα Σβίγγο και περιμέναμε να ‘ρθει ο έμπορος. Ποιος έμπορος, φυσικά ο μπάρμπα Κώστας μας είχε γελάσει για να ‘κάνει πλάκα’. ‘’Παιδιά, μας λέει, δεν θάρθει ο έμπορος, γιατί του’ τυχε μια δουλειά, γι αυτό αμολάτε τα εδώ στην πλατεία’’!
Το τί έγινε μετά.. πανδαιμόνιο σωστό! Η πλατεία γέμισε τζιτζίρια και βαλακρίδες και οι γάτες έτρωγαν μια βδομάδα. ‘’Τι ήταν αυτό που μας έκανες, Κώστα’’ έλεγαν αναστατωμένες οι γυναίκες απ’ τα γύρω σπίτια. Ο μπάρμπα Κώστας έσκασε στα γέλια, μαζί κι οι χωριανοί…!
Τρείς Κωστάδες, θαμώνες της πλατείας μας, παλιά, είχαν αυτοαποκληθεί ‘’σοφοί’’!
Ο ένας ήταν ο περιπτεράς Κώστας Κότσιας. Οι άλλοι δύο ήταν οι Κώστας Σβίγγος και
Ο Κώστας Κότσιας, παρατσούκλι Τριανταφύλλου, είχε άδεια περιπτέρου, καθώς είχε χάσει το παιδί του στον πόλεμο. Ήταν ένας πανύψηλος γίγαντας δύο μέτρα, με ‘αρειμάνιο μύστακα’ και μαλλί κατάμαυρο χτενισμένο ‘ κοκοράκι ‘. Είχε πει κάποτε, στο Μήτσο Πλατή ( Κόπανο ), που ήταν ναυτικός: Μήτσο παιδί μου, άμα ξαναταξιδέψεις στο εξωτερικό να μου φέρεις ένα ζευγάρι παπούτσια, με βακέτες από κάτω, νούμερο 48, γιατί εδώ δεν μπορώ να βρώ. Για φαντάσου νούμερο πατούσας…! Είχε δίπλα απ΄ το περίπτερο, ένα ψυγείο με παγωτά και όταν το ανοίγαμε έλεγε: κλείστε το καπάκι γρήγορα γιατί φεύγ’ το ψύξ’ ! Η κληματαριά που ήταν δίπλα στο περίπτερο είχε σταφύλια και φοβούμενος μην τα φάμε, τί σκαρφίστηκε… τα ασβέστωσε λίγο και μας έλεγε: μην τα φάτε γιατί έχω βάλει συστόξ! ( Το συστόξ ήταν ένα φυτοφάρμακο ).
Κάποια φορά ήρθε στην πλατεία ένας διερχόμενος επισκέπτης και οι μάγκες της πλατείας τον ορμήνεψαν ότι, άμα τον πλησιάσει ο περιπτεράς και τον ρωτήσει, τί ήρθε να κάνει στο χωριό, να απαντήσει πως θέλει ν’ ανοίξει περίπτερο… Πράγματι, τον πλησιάζει ο περιπτεράς και του λέει: βρε καλώς τον ξένο, πώς από δω στο χωριό μας;
Να, μου άρεσε το χωριό σας, απαντά εκείνος, και θέλω να φκιάσω περίπτερο…
Άκου δω, του λέει ο Κότσιας, εγώ έχω περίπτερο και μανάβικο… Αν δεν είχα το μανάβικο, το περίπτερο θα το είχα κλείσει, το μανάβικο κρατάει το περίπτερο!
Περνάει καιρός, έρχεται άλλος ‘ξένος’ και του λένε η γνωστή κλίκα της πλατείας, να πει στον μπάρμπα Κώστα, ότι θέλει ν’ ανοίξει ένα μανάβικο… Ο περιπτεράς, είχε έτοιμη και προσαρμοσμένη την απάντηση, ότι άμα δεν είχε το περίπτερο, το μανάβικο θα το είχε κλείσει! Αυτή ήταν η βλαχοπολιτική του μπάρμπα Κώστα!
Μετά το θάνατο του γέρο Κώστα, το περίπτερο το κράτησε με επιτυχία ο γιός του Γιώργος, παίρνοντας την άδεια του πατέρα μου, του Θανάση Δρίβα, που ήταν ανάπηρος πολέμου του ’40, με 25% αναπηρία και τα πόδια του τα είχε γεμάτα με ιταλικά βλήματα!
Παλιά Ελλάδα, παλιά χρόνια
Ο Βασίλης Καραποστόλης θυμάται πώς κάποτε, σε μια άλλη Ελλάδα, οι άνθρωποι έδιωχναν τις μαύρες σκέψεις απ’ το τραπέζι τους κι άφηναν χώρο μόνο για τη χαρά. Ένα ευφρόσυνο μάθημα ζωής από το εξαίρετο –και πολύ διδακτικό– βιβλίο του «Η εποχή της όρεξης».
[…] Σε μια αυλή έξω από την οποία περνώ ετοιμάζεται τσιμπούσι. Όλα τα πρόσωπα είναι στραμμένα προς το τηγάνι που έρχεται από το εσωτερικό του σπιτιού, κρατημένο σαν κάνιστρο σε αρχαία πομπή από το χέρι της αρχιέρειας νοικοκυράς. Μόλις τα συκωτάκια ρίχνονται στην πιατέλα, οι καθήμενοι τα υποδέχονται με ελαφρά επιφωνήματα, πολύ διαφορετικά από εκείνες τις φιλοφρονήσεις προς την οικοδέσποινα και τη μαστοριά της που δέκα χρόνια αργότερα θα θεωρούνταν ένδειξη κοσμιότητας στα μικροαστικά τραπέζια. Είναι πρώιμο έως και άτοπο να λέγονται διάφορα κομπλιμεντάκια μόνο με το που σερβίρεται το έδεσμα. Αυτό φρονούσαν τότε οι ομοτράπεζοι. Και περίμεναν να αποφανθεί πρώτα ο οισοφάγος τους και μετά να μιλήσουν.
Με μαγνήτιζε ιδιαίτερα η σοβαρότητα με την οποία δοκίμαζαν τις πρώτες μπουκιές. Και τα επόμενα, όμως, στάδια της διαδικασίας ήταν αξιοπρόσεχτα. Η προσήλωσή τους σε ό,τι βρισκόταν μέσα στο στόμα τους, το άλεσμα της τροφής στον μύλο, η συνδυασμένη δράση για μερικά δευτερόλεπτα των τραπεζιτών και των κοπτήρων, κι έπειτα εκείνο το «μμμ…» εκ βαθέων, με το οποίο επικυρωνόταν η απόλαυση. Έφθαναν πλέον κοντά στη γευστική πλησμονή: σε λίγο δεν θα τους έλειπε το παραμικρό, όλη η φύση κι όλος ο πολιτισμός της κουζίνας θα βρίσκονταν πάνω στις θηλές της γλώσσας τους.
Ξεχείλιζαν από μια μεστωμένη ευχαρίστηση που τη χάζευα και που, παρότι ήμουν συνηθισμένος αρκετά με το θέαμα, μ’ άφηνε κάπως απ’ έξω: δυσκολευόμουν να την καταλάβω καλά, να μπω στο εσωτερικό της. Ένας νέος δεν μπορεί να ευχαριστιέται έτσι. Του λείπει η πείρα, του λείπουν ακόμη πολλοί πόνοι ώστε να μπορεί να εκτιμήσει, όταν έχει πια ξεφύγει απ’ αυτούς, την αξία μιας ηδονής που μοιάζει απλή. Τίποτε όμως δεν είναι απλό όταν έχεις προηγουμένως υποφέρει.
Τότε το κάθε τι που ξεφεύγει από την τανάλια του πόνου γίνεται τόσο πολύτιμο όσο εκείνα που θεωρούμε εκλεκτά επειδή σπανίζουν. Απορούσα βλέποντας την εύθυμη ομήγυρη. Πώς μπορούσαν κι έδειχναν τόσο ευχαριστημένοι με τόσο λίγα; Μερικές μερίδες συκωτάκια και δυο κιλά κοκκινέλι τούς είχαν ανεβάσει στους γαλαξίες, αν ήταν δυνατόν. Το σφάλμα στη σκέψη μου βρισκόταν ήδη στην αφετηρία: χαρακτήριζα λίγο αυτό που οι ίδιοι, τις στιγμές εκείνες, δεν το μετρούσαν καθόλου με όρους ποσότητας.
«Τίποτε δεν είναι απλό όταν έχεις προηγουμένως υποφέρει. Τότε το κάθε τι που ξεφεύγει από την τανάλια του πόνου γίνεται τόσο πολύτιμο όσο εκείνα που θεωρούμε εκλεκτά επειδή σπανίζουν».
Εξίσου όμως λαθεμένο θα ήταν να νομίσει κανείς ότι μπροστά μου φανερωνόταν τότε η συνετή στάση κάποιων ολιγαρκών. Σχεδόν ανύπαρκτη η αρετή αυτή σε τούτο τον τόπο. Απρόθυμοι όλοι να αρκεστούν στα λίγα και να μην προσδοκούν διακαώς τα περισσότερα. Ωσότου έρθει όμως η ώρα της δαψίλειας, το κάθε τερπνό που προέκυπτε ήταν για κείνους τους καλοφαγάδες, τους ανεκπαίδευτους στην επιτήδευση, ευπρόσδεκτο όσο και το πολλαπλάσιο και καλύτερό του· ήταν ικανοί να το νιώθουν αυτό.
Να απολαμβάνουν ό,τι βρισκόταν στο πιάτο τους, αναγνωρίζοντας εκεί μέσα τους κόπους των προηγούμενων ωρών. Δικαιωματικά το πιρούνι λάμβανε την ανταμοιβή τους σε μορφή ριγανάτου νεφρού ή σπλήνας. Είχαν δώσει ζωή με τον μόχθο τους και τώρα την έπαιρναν πίσω. Και θα την ξανάδιναν, το επόμενο πρωί, ήταν αναπόφευκτο αυτό.
Χαίρονταν λοιπόν με κάτι τόσο πρόσκαιρο; Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω ότι όπως κάρφωναν το νεφρό έτσι ακινητοποιούσαν κι εκείνες τις στιγμές· επρόκειτο για αγκυροβόλημα μέσα στο παρόν. Άφηναν κατά μέρος τα περασμένα και τα μελλούμενα για να μην εισχωρήσουν στην αυλή τους, με το τραπέζι στο κέντρο, ούτε ο φόβος ούτε η θλίψη, ούτε κι η ελπίδα. Χώρος διαθέσιμος υπήρχε μόνο για τη χαρά.
Την τάιζαν με μερικές πιρουνιές, την πότιζαν με δυο-τρία ποτηράκια, κι εκείνη ξεπεταγόταν για να βάψει τα πρόσωπα των οπαδών της με τα χρώματα του ροδάκινου και του βερίκοκου. Ακτινοβολούσαν. Και χωρίς να έχουν ιδέα, δάνειζαν σ’ εμένα που στεκόμουν απ’ έξω και τους έβλεπα ένα αίσθημα με τη βοήθεια του οποίου θα αποτιμούσα αργότερα την αξία που έχουν τα γαρνιρίσματα της ζωής. […]
[…] //Απόσπασμα από το βιβλίο «Η εποχή της όρεξης – Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60» του συγγραφέα και καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλη Καραποστόλη, εκδόσεις Πατάκη, 2012.