Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

“ΛΑΜΙΑ- ΤΕΜΠΕΛΕΝΙ 1940 ”

 

            “ΛΑΜΙΑ- ΤΕΜΠΕΛΕΝΙ 1940 ” 

                                  Αθανασίου Γ. Τσαρμακλή

                               


     

Την επιμέλεια δημοσίευσης στο παρόν ιστολόγιο  αποσπασμάτων από το ομότιτλο βιβλίο του μακαρίτη συγχωριανού μας Αθανασίου Γ. Τσαρμακλή έχει ο Επισμηναγός ε.α. και π.Πρόεδρος του Λαογραφικού – Ιστορικού Συλλόγου Πολυδρόσου Αλέξανδρος Ι. Βαλάσκας .

 

    Ο ΠΟΛΕΜΟΣ               Μέρος  2ο        (Συνέχεια Προηγουμένου 28/10)         

 

      Από την Σιταριά και την Ζαραβίνα φτάσαμε στην Κακαβιά και Αργυροχώρι, τελευταίο χωριό επί ελληνικού εδάφους. Ο πόλεμος δεν είναι σειρά από αδιάκοπες μάχες. Είναι προ παντός αλυσίδα από κακουχίες και δοκιμασίες. Ειδήσεις λυπητερές, βροχές, χιόνια, κρύο, κρύο φαΐ, ξερό φαΐ, νυχτερινές πορείες και νυχτερινές μάχες, κανονιοβολισμοί από το εχθρικό πυροβολικό, απλυσιά, ψείρες, εκατομμύρια ψείρες.

Όταν συναντηθήκαμε με τους μπαρουτοκαπνισμένους συναδέλφους, μας είπαν πως είναι γεμάτοι ψείρες. Τους αποφεύγαμε έχοντας την κρυφή ελπίδα πως θα μπορούσα να ξεφύγω απ’ αυτή την επιδρομή, που τη θεωρούσα ανυπόφορη. Σε λίγες μέρες κατάλαβα πως οι ψείρες περπατούσαν και στο δικό μου κορμί, αργά και σιχαμένα. Όταν φούντωσε το κακό αργότερα στα χιόνια, επωφελούμαστε από καμιά λιακάδα να κάνουμε «φθειροκτονία». Όχι βέβαια με ζεστά νερά. Τις πετάγαμε τις ψείρες με το χέρι απάνω στο χιόνι. «Παιδιά μ’ γιατ’ είστε ανάλλαγα!».

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΙΚΑ ΤΗΣ ΣΟΥΒΑΛΑΣ..

        



ΑΡΧΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1960.
ΔΙΑΚΡΊΝΟΝΤΑΙ : Στο κέντρο με το σφυρί στην πλάτη ο πρωτομάστορας θρυλικός γερο-Γιώργης Μουλαράς περιστοιχιζόμενος από τα παιδιά του μαστόρους Θανάση & Μήτρο Mουλαρά, τους επίσης μαστόρους : γαμπρό του Θανάση Θάνο (Μάγο) και Γιάννη Αλ. Κότσια,τους εγγονούς του Δήμο Αρ. Βλάχο & Γιώργο Αργ. Μουλαρά αλλά και τους μαθητευόμενους οικοδόμους ( καλφάδες) εγγονούς του Γιώργο Δημ. Μουλαρά & Γιώργο Αθ. Μουλαρά. Στο άκρο δεξιά με τα χέρια στη μέση διακρίνεται ο Χρήστος Παν. Γκόλφης πού προφανώς με τον αδελφό του Ασημάκη που διακρίνεται στην κορυφή της μαστοροσυντροφιάς ήταν οι εργάτες του συνεργείου (λασπάδες & κουβαλητές των υλικών).

                    

Οι παλαιοί μαστόροι της Σουβάλας ήξεραν και μιλούσαν τα κουδαρίτικα ή κουδαραίικα,τη συνθηματική επαγγελματική γλώσσα των ομότεχνων τους Ηπειρωτών. Αυτή τη συνθηματική γλώσσα την κληροδότησαν στις νεώτερες γενεές μαστόρων, έτσι που να περισωθούν τα κουδαρίτικα μέχρι σήμερα στο χωριό. Βέβαια στην εποχή μας τα κουδαρίτικα δεν ανταποκρίνονται πια σε βασική επαγγελματική ανάγκη , δεν αποτελούν το απαραίτητο μέσο μυστικής επικοινωνίας. Οι σημερινοί μαστόροι τα χρησιμοποιούν μόνο σαν ένα είδος γλωσσικού παιχνιδιού, όταν ξεκουράζονται από τον μόχθο της  μέρας, στα καφενεία και στις ταβέρνες. Και καθώς είναι φυσικό, τα κουδαρίτικα έπαψαν να προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο και έχουν γίνει γνωστά και σε ανθρώπους άσχετους με τη δουλειά του μάστορα ,ακόμη και σε ανθρώπους νέους σε ηλικία. Μέ την κατάλληλη σύμπλεξη των λέξεων αυτών στο νεοελληνικό λόγο φτιάχνονται μικρές φράσεις που είναι δυσνόητες για τον αμύητο στο σύστημα .Στη Σουβάλα π.χ έλεγαν : ((Καψάλα ,ου μουχός ξισέρνιτι και θα σι Γυαλίσ’ που ζαμπέβ’σ=  φεύγα το αφεντικό έρχεται και θα σε δει  που κάθεσαι .Οι ηπειρώτες μαστόροι πού δημιούργησαν τα κουδαρίτικα ταξίδευαν μήνες καμιά φορά και χρόνια στα βαλκάνια και πιο πέρα στην Αφρική και αναγκαστικά βρίσκονταν σε ανθρώπους που τους έβλεπαν εχθρικούς απεναντί τους. Κανένας εργατικός νόμος  δεν τους προστάτευε και σπάνια η κρατική εξουσία τους απέδιδε δίκιο. Αυτές οι ιδιόμορφες συνθήκες εργασίας υποχρέωσαν τους ηπειρώτες μαστόρους να δημιουργήσουν τα κουδαρίτικα και να γίνουν για τον άλλο κόσμο κουδαρίτες ή κουδαραίοι.Τα κουδαρίτικα της Σουβάλας περιλαμβάνουν λεξιλόγιο που δεν ξεπερνάει τις εκατό λέξεις .Όσες καταγράφηκαν εδώ συγκεντρώθηκαν με την πρόθυμη βοήθεια των παλαιών σουβαλιωτών μαστόρων,και μάλιστα του Λουκά Ανδρέου (αντρέλου). Από τις λέξεις αυτές οι περισσότερες είναι ελληνικές που χρησιμοποιούνται με αλληγορική σημασία ή έχουν υποστεί φωνητικό μετασχηματισμό .Υπάρχουν και λέξεις ξένες ,αρωμουνικές, αλβανικές, και μερικές ιταλικές, ίσως και σλαβικές. Αρκετές λέξεις μας είναι μέχρι στιγμής τουλάχιστο άγνωστης  ή αμφίβολης προέλευσης. Η καταγραφή των λέξεων γίνεται στην κοινή φωνητική για την εύκολη παρακολούθηση τους:

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΟΥΒΑΛΑ..

Ανάγνος Κώστας- Γκόλφης Ασημάκης- Λαγός Δήμος- Διαμαντώνης Τάκης

 

Αρχείο Ρέββα Γιάννη
 

ΤΟ ΜΠΥΡΑΛ ..

 


                               Βελλής Θανάσης- Τζιβάρας  Λουκάς- Πιταούλης Κώστας

Το αναψυκτικό που πίνουν μάλλον είναι το μπυράλ της εποχής

   

Το μπυράλ είναι ελληνικό γλυκό αναψυκτικό με τόπο παραγωγής την Κρήτη.

Άρχισε να παρασκευάζεται ήδη από την δεκαετία του 1920[1] ενώ γνώρισε την μεγαλύτερη επιτυχία του κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Τελικά οι πωλήσεις του υποχώρησαν μετά από σκληρό ανταγωνισμό από την κόκα κόλα.

Σήμερα υπάρχουν διάφορες εταιρείες που παρασκευάζουν μπυράλ («Φήμη», «Γεράνι», «Τεμένια», «Ψηλορείτης» κτλ).[1] Εξακολουθεί να πωλείται σε σούπερ μάρκετ της Κρήτης καθώς και σε ορισμένες αλυσίδες της Αθήνας («Βασιλόπουλος», «Θανόπουλος», «Χαλκιαδάκης» κτλ). 

Πηγή Βικιπαίδια

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Η 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΗ ΣΟΥΒΑΛΑ..

 




















ΑΡΧΕΙΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ


28η Οκτωβρίου 1940 : Το έπος …!!! & το χρέος …

 


Του Αλέκου  Ι. Βαλάσκα  

......ένα, κατά τη γνώμη μου "Επετειακό" άρθρο για τη σημερινή Επέτειο όχι γιατί έχω ο ίδιος να εισφέρω κάτι περισσότερο από ό,τι γνωρίζουν για την ημέρα οι επισκέπτες των ιστολογίων μας αλλά κυρίως για να δημοσιεύσουμε τις ιστορήσεις ενός δικού μας ανθρώπου, συγχωριανού μας & ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥ αυτού του πολέμου του 1940. Του μακαρίτη Θανάση Τσαρμακλή...... 

"ΛΑΜΙΑ -ΤΕΜΠΕΛΕΝΙ 1940" Ο ΠΟΛΕΜΟΣ .....

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Η 28ⁿ Οκτωβρίου μέσα από τις σελίδες του παλιού Αναγνωστικού 1963..

 



Σὲ κάθε σπίτι ἀνεμίζει σήμερα καὶ μιὰ σημαία. Μικροὶ καὶ μεγάλοι εἶναι ὅλο χαρά. Οἱ καμπάνες κτυποῦν. Ἑορτάζει ἡ πατρίδα μας.

Στὴν ἐκκλησία τοῦ μικροῦ χωριοῦ, εἶναι μαζεμμένος ὅλος ὁ κόσμος. Θὰ ψάλουν τὴ δοξολογία. Ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ σχολεῖο μὲ τὴ σημαία του. Τὴν κρατεῖ τὸ πιὸ ψηλὸ παιδί, ὁ Λιάκος. Αὐτὸς εἶναι ὁ σημαιοφόρος. Τραγουδοῦν καὶ τραγούδια ἡρωικά.

Ἐπάνω στὸ Δεσποτικὸ εἶναι γραμμένο ἕνα ΟΧΙ. Καὶ πιὸ κάτω μιὰ ἄλλη ἐπιγραφή:

28 Ὀκτωβρίου 1940

 

Ὁ παπᾶς φορεῖ τὰ ἱερὰ ἄμφια καὶ βάζει «εὐλογητός». Οἱ ψάλτες ψάλλουν. Τὸ ἐκκλησίασμα κάνει τὸ σταυρό του.

Ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα, ὁ δάσκαλος ἀνέβηκε στὸ Δεσποτικὸ νὰ βγάλῃ λόγο. Ἡ φωνή του εἶναι βροντερή. Τὰ μάτια του σὰν νὰ πετοῦν φλόγες. Μιλεῖ γιὰ τὴν πατρίδα. Γιὰ τὸν πόλεμο, ποὺ ἔγινε τὸ 1940. Σ’ αὐτὸν εἶχε πολεμήσει καὶ ὁ ἴδιος.

Μιλεῖ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας, ποὺ ἦλθαν νὰ μᾶς πολεμήσουν. Νὰ ὑποδουλώσουν τὴν πατρίδα μας. Νὰ ἁρπάξουν τὰ χωριά μας καὶ τὶς πολιτεῖές μας, τὶς θάλασσες καὶ τὰ νησιά μας. Σὰν ἕνας ἄνθρωπος τότε ἐσηκωθήκαμε ὅλοι οἱ ῞Ελληνες. Στὸν πόλεμο αὐτὸν ὁ κόσμος ὅλος μᾶς ἐθαύμασε. Ἄς ἦταν οἱ ἐχθροί μας πολλοί. Ἑμεῖς τοὺς ἐνικήσαμε. Τοὺς ἐνικήσαμε ὅπου καὶ ἂν ἐπολεμήσαμε: Στὴ στεριά, στὸν ἀέρα, στὴ θάλασσα.

Μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ποὺ ἦταν στὴν ἐκκλησία, ἦταν καὶ ἕνας τραυματίας. Ὁ καημένος εἶχε χάσει τὸ χέρι του γιὰ τὴν πατρίδα. Μὲ τί συμπάθεια τὸν ἐκοίταζεν ὁ κόσμος! Καὶ πόσο αὐτὸς ἦταν ὑπερήφανος, ποὺ ἔκαμε αὐτὴ τὴ θυσία γιὰ τὴν πατρίδα!

Ὕστερα ὅλοι μαζὶ μὲ τὸ σχολεῖο ἐπῆραν στεφάνια ἀπὸ δάφνες καὶ μυρτιὲς καὶ ἐστεφάνωσαν τὸ μνημεῖο τῶν πεσόντων, στὴν πλατεῖα.

Ὅταν ἐγύρισαν τὰ παιδιὰ στὸ σχολεῖο, εἶπαν ἐνθουσιασμένα στὸ δάσκαλο:

– Κι ἐμεῖς, κύριε, ὅταν θὰ γίνωμε στρατιῶτες, θὰ πολεμήσωμε καὶ θὰ μεγαλώσωμε τὴν πατρίδα μας, ὅπως ἔκαμαν κι οἱ γονεῖς μας.



ΒΑΣΙΛ. Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Β΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ 
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ 
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1963 

 

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

ΗΛΙΑΣ Ιωάννου ΠΛΑΤΙΑΣ 1910-1941 (4ο μέρος)

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
-Φωτιά στην άνομη φωτιά!-
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί! 


Οδυσσέας Ελύτης: «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»

 

ΗΛΙΑΣ Ιωάννου ΠΛΑΤΙΑΣ 1910-1941 (4ο μέρος)

Σήμερα στο 4ο και τελευταίο μέρος παρουσιάζουμε την αλληλογραφία του Ηλία Πλατιά κατά τη διάρκεια του πολέμου της 28ης Οκτωβρίου 1940.






Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΕΘΙΜΟ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ- ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΒΑΣ

 


    Στο χωριό μας υπήρχαν ντόπιοι μάστορες για σκεπές, οι λεγόμενοι  ‘σκεπατζήδες’.  Η ξυλεία που χρησιμοποιούσαν, ήταν συνήθως εγχώρια, δηλαδή ελατίσια ή πεύκινη.  Σκέπαζαν τα σπίτια, κατασκευάζοντας πρώτα το σκελετό της σκεπής με τα καδρόνια και τις τάβλες και από πάνω τοποθετούσαν τα κεραμίδια, τα βυζαντινά, από τα ντόπια εργοστάσια του Νίκου Μπανάση ή του Στύλια.  Στην κορυφή της σκεπής, οι μαστόροι, την ημέρα που σκέπαζαν, έβαζαν τα μαντίλια που έστελναν οι συγχωριανοί μαζί με δώρα.

Αρχισκεπατζή θυμάμαι τον Νίκο Αντωνίου (Ζάμπρας), που ήταν ξάδερφος του πατέρα μου. Ήταν ένας κοντός εύσωμος άντρας, πάντα γελαστός, που μετά τη δουλειά, του άρεσε να τα ‘τσούζει’.   Με φορτώνει, που λέτε η μάνα μου, ένα ταγάρι με δώρα, (κρασί, μεζέδες, γλυκά ) βάζει κι ένα μαντίλι μέσα και μου λέει: να τα πας, Γιωργάκο, τα δώρα στη σκεπή που φτιάχνουν σήμερα, στο σπίτι του Θανάση του Κατράπα  (Θάνος, είχε παντρευτεί την Γαρέφω Βελέντζα)  και να πεις ότι τα στέλνει με πολλή αγάπη ο Θανάσης ο Ντρίβας. Το ξέρεις το σπίτι;   - Το ξέρω  μάνα…   Όταν έφτασα στου Κατράπα, κι έδωσα το ταγάρι, έμεινα έκπληκτος από το εξής:  Ο πρωτομάστορας Νίκος Αντωνίου, με στεντόρια φωνή άρχισε να λέει,  ‘’καλωσόρισαν τα δώρα που μας έστειλε ο Θανάσης ο Ντρίβας, να ζήσει αυτός και η οικογένειά του’’ και άρχισε να αλαλάζει , Ωωω, Ωωω, Ωωω!  Εν τω μεταξύ, όλοι οι εργάτες, άρχισαν με τα σκεπάρνια, να χτυπούν,  γκαπ, γκαπ, με μανία τα ξύλα, κάνοντας έναν εκκωφαντικό  θόρυβο, πραγματικό πανδαιμόνιο.  Τοποθέτησαν μετά το μαντίλι  στην κορυφή της σκεπής,  ( το έδεσαν σε κάποια σιδερόβεργα ) και συνέχισαν την εργασία τους.  Εγώ πήρα το άδειο ταγάρι και γύρισα ευχαριστημένος στο σπίτι, να εξιστορήσω τα όσα έγιναν…

    Τώρα, επειδή είπαμε για τον Νίκο Αντωνίου, να αναφέρω μια ιστορία που θυμήθηκα γι’ αυτόν.

Τα χρόνια εκείνα, τις γιορτερές ημέρες, ερχόντουσαν στο χωριό μας, στη Σουβάλα, κομπανίες με οργανοπαίχτες και έπαιζαν στα καφενεία… Ήμουν μικρός και μου είχε κάνει εντύπωση, μια παχουλή νταρντάνα τραγουδίστρια, που έπαιζε  το ντέφι, ονόματι ‘Σουζάνα’.   Ήταν στο καφενείο του Θανάση Τζιβάρα (Τσάκου),  η κομπανία έπαιζε, ενώ γλεντούσε η παρέα του Νίκου Αντωνίου.  Ο συμπαθής μπάρμπα Νίκος, είχε έρθει στο κέφι, χόρευε και πλησιάζοντας τη Σουζάνα, τις έριχνε χαρτονομίσματα στο μπούστο της.  Όταν προχώρησε το γλέντι και κόντευε να τελειώσει, ο Νίκος είδε να του έχει μείνει ένα τελευταίο πενηντάρι, που  προοριζόταν για παπούτσια της γυναίκας του της Ασήμως , απ’ τον Παπαστάμο. Βγάζει λοιπόν,  ‘κεφωμένος’  το τελευταίο πενηντάρι, το πετάει στη Σουζάνα, λέγοντας δυνατά: πάρτο κι αυτό, γαμώ το στανιό τ΄  κι η Ασήμω ας μείν’  ξ’πόλ’τη!

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΣΤΟΛΕΣ....

 

                          Ιωάννης  Γ Τσαρμακλής  - Χαρίκλεια Τσαρμακλή(αδελφή του)

Χρήστος Πλατιάς-Βασιλική Βέλλιου- Στέλλα Ντοσιμιτζή

Χρυσούλα Πάλλα- Σταμουλία Πανάγου(ανω αγόριανη)



                                        Αρχείο Λαογραφικού

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ..


 Φούρλας Νίκος- Σταμάτης Γιώργος(Λιλαία) - Τζιβάρας Σεραφέιμ- Τσατήρας Θανάσης(θανασάρας)- Τσαρμακλής Χρήστος- Καραχάλιος Στάθης- 

Κάτω: Στρωτός Θανάσης- Βλάχος Δήμος- Ρέββας Θωμάς- Μαράζας Λουκάς 


Αρχείο Ματαρά Νίκου

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2020

ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΟΥΒΑΛΑ ΠΑΛΙΑ...


                               Φούρνος και Σινεμάς(χειμερινός )  Νικολάου Ματαρά  1979
 

      Φούρνος και Σινεμάς Πάνω  (καλοκαιρινός) -  Οικία Νικολάου Ματαρά- Στο Δρόμο 

Κωνσταντίνος ΑΘ  Σβίγγος και στο βάθος οικία Σβίγγου  1966

 

Αρχείο Νίκου Ματαρά

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΟΥΒΑΛΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ-«ΚΟΡΟΜΗΛΙΑ»ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ.ΠΟΤΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΑΙΜΑ ΑΔΕΡΦΙΚΟ- ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ

              



 


Τοπογραφία και Ιστορία.

Η «Κορομηλιά» είναι η τρίτη στη σειρά μιας διάταξης  αλλεπάλληλων κορυφών του όρους Παρνασσός, που ξεκινούν  από το οροπέδιο της «Μισκλίτσας»,(υψόμ.1437μ) και εκτείνονται προς βορρά, με κατάληξη το «Μύτικα» της «Μεγάλης Ράχης» στην κοιλάδα του άνω ρου του Φωκικού Κηφισού.(Υψόμ.284μ). Οι κορυφογραμμές αυτής της οροσειράς σχηματίζουν τον ανατολικό ορίζοντα του λεκανοπεδίου που ορίζουν οι βορειοδυτικές πλαγιές του Παρνασσού, οι δυτικές του Καλλιδρόμου και οι ανατολικές της Οίτης. Όλη η κορυφογραμμή του ορεινού αυτού βραχίονα αποτελεί και τα όρια των Νομών Φθιώτιδας και Φωκίδας

 

Από το 1971 φιλοξενεί  Τριγωνομετρικό Σημείο Γ.Υ.Σ. ΙV τάξεως, με ακριβείς συντεταγμένες: 38,613 Ν. - 22,569 Ε και υψόμετρο 1255μ. Η θέα από το σημείο κόβει την ανάσα. Κυρίως προς ανατολάς, υπερφαλαγγίζει τον χαμηλό Καλλίδρομο και αντικρίζει την Όθρυ, το Χλωμό και τις  βουνοκορφές της Εύβοιας. Η χλωρίδα του σημείου υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή προς την πλευρά της Αμφικλείας κατά την πυρκαϊά του Αυγούστου του 1977, ενώ προς την πλευρά του Πολυδρόσου, λόγω του ευνοϊκού ανέμου, έμεινε σχεδόν ανέπαφη. Η τεχνητή όμως και φυσική αναδάσωση στα χρόνια που μεσολάβησαν, έχει αντικαταστήσει το δάσος με μαύρη πεύκη σε ικανοποιητική  ανάπτυξη και πυκνότητα. Μέχρι την πυρκαϊά του 1977, η προσπέλαση προς την κορυφή της Κορομηλιάς ήταν εφικτή μόνο από ένα ανηφορικό ελικοειδές μονοπάτι που άρχιζε από τη θέση «Υψωμένος Πεύκος» της Αηλιόστρατας και μέσα από ένα αβαθές ρεματάκι οδηγούσε στην κορυφή. Μετά την καταστροφή, διανοίχτηκαν δύο ακόμη δασικοί αμαξιτοί δρόμοι μέχρι τη βάση της πλαγιάς και η προσπέλαση γίνεται πλέον πανταχόθεν και μόνο πεζή.
Προφανώς το όνομα της βουνοκορφής προέρχεται από τις πάμπολλες αγριοκορομηλιές που φύονταν (και φύονται) στις ξέφωτες λακκούλες της νότιας πλευράς του λόφου, που κατά το παρελθόν σπέρνονταν με σιτηρά. 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ -ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 18 10 1979..

 


Από την ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη στους Έλληνες της Σουηδίας μετά την απονομή των βραβείων Νόμπελ

«Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.»

 

Έλληνας ποιητής και ζωγράφος. Ο Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές μας, που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979. Αποτέλεσε ένα από τα επίλεκτα μέλη της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Λέσβιου επιχειρηματία Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της συμπατριώτισσάς του Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του εγκαταστάθηκε το 1895 στο Ηράκλειο, όπου ίδρυσε εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελουργίας, και δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τη μητέρα του.

Με την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης μεταφέρει την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Αθήνα και εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην οδό Σόλωνος 98α. Σε ηλικία έξι ετών ο Οδυσσέας εγγράφεται στο ιδιωτικό Λύκειο Μακρή, που βρισκόταν τότε στην οδό Ιπποκράτους. Το 1918 πεθαίνει η μεγαλύτερη αδελφή του Μυρσίνη, σε μόλις ηλικία 20 ετών. Το 1923, ένα έτος μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια Αλεπουδέλη ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία). Το 1924 θα γνωρίσει στη Λωζάνη τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που αποτελούσε το πολιτικό ίνδαλμα της οικογένειάς του.

Το φθινόπωρο του 1924 μετεγγράφεται στο Γ' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και τον επόμενο χρόνο χάνει τον πατέρα του. Σ’ αυτή την περίοδο των μαθητικών του χρόνων εκδηλώνονται τα πρώτα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Συνεργάζεται με το περιοδικό Διάπλασις των Παίδων, διαβάζει ελληνική και γαλλική λογοτεχνία και το 1927 έρχεται σε επαφή με την ποίηση του Καβάφη. Το 1928 παίρνει το απολυτήριο του τότε Γυμνασίου και γνωρίζει την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Όλα αυτά τα χρόνια ο Οδυσσέας επισκεπτόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου, γεγονός που θα επηρεάσει το λυρικό υπόστρωμα της ποίησής του.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΨΩΜΙΟΥ ΣΗΜΕΡΑ 16/10/2020..

 

Η Παγκόσμια Ημέρα Άρτου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 16 Οκτωβρίου με πρωτοβουλία της Διεθνούς Ένωσης Αρτοποιών και Ζαχαροπλαστών (UIB), με κεντρικό σύνθημα «Φτιάξτε ψωμί μόνοι σας ή αγοράστε το από τον φούρνο της γειτονιάς σας».

Το ψωμί είναι το κατ' εξοχήν παγκόσμιο προϊόν διατροφής. Διαχρονικό, διατοπικό και γεμάτο θρεπτικά συστατικά, το συναντάμε σε κάθε γωνιά της Γης, σε κάθε πολιτισμό, σε όλες τις περιόδους της ανθρώπινης διαδρομής.

Στη χώρα μας η κατανάλωση ψωμιού (όλων των ειδών και τύπων) ήταν 6,7 κιλά το μήνα το 1974 και μειώθηκε στα 4,2 κιλά το 2004-5 (μείωση 59,3%), παρότι το ψωμί αποτελεί βασικό συστατικό της μεσογειακής διατροφής.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/worldays/176

© SanSimera.gr

 

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ


Το άναμμα του φούρνου από τη Λελούδα Θάνου (Μάγου)

Ο φούρνος που είχε παλιά κάθε σπίτι έψηνε "το νοστιμότατο χωριάτικο ψωμί, τις πίτες, τα φαγητά, τα γλυκά και τα κουλουράκια". Ψωμί αρχικά έψηναν μία φορά την εβδομάδα γιατί δεν είχαν χρόνο, επειδή ήταν ολόκληρη την ημέρα στα χωράφια. Σήμερα έχει σταματήσει να καπνίζει ή γκρέμισε από την αχρηστία.
Τα σύνεργα που χρειαζόταν ένας φούρνος ήταν:

  • Η σκάφη (το σκαφίδ') που ζύμωναν τ' αλεύρι με νερό και μαγιά κι έκαναν το ζυμάρι (ζμαρ).
  • Η πινακωτή (πνακουτή), όπου άφηναν να φουσκώσει "του ζμαρ" κομματιασμένο σε τόσα μέρη όσα και τα ψωμιά (κάτι σαν το σημερινό ταψί). 
  • Το μεσάλι, ύφασμα που σκέπαζαν την πνακωτή, μετά που έβγαινε από το φούρνο.
  • Το ψωμόφκιαρο, φτυάρι που έβγαζαν τα ψημένα ψωμιά.
  • Τα καμπρούλια, δυο ξύλα που ανακάτευαν την φωτιά μέσα στο φούρνο. Πολλές φορές τα είχαν μέσα σε νερό. Στον φούρνο έκαιγαν συνήθως πουρνάρια "κλαδιά" κλπ.
  • Το μπελγκίρι ή η γκριμπάτσα ήταν το ξύλο, κάτι σαν πιάστρες που έβγαζαν την στάχτη από μέσα από τον φούρνο.
  • Τη σφούγγα (σφουγγαρίστρα).
  • Και οι καμάρες πλαϊνές εσοχές του φούρνου που έβαζαν τον "ξύστρο" ένα σίδερο που έξυναν με αυτό τα τοιχώματα που ενδεχομένως είχαν φύγει οι σοβάδες. Τις περισσότερες φορές αυτά τα "σύνεργα" ήταν μαζί με τον φούρνο ή μέσα στην κουζίνα.
Το κτίσιμο ενός χωριάτικου φούρνου
Το κτίσιμο ενός χωριάτικου φούρνου είναι μια εξειδικευμένη εργασία, που απαιτεί ειδικές γνώσεις και δεν είναι εύκολο να το κάνει ένας συνηθισμένος κτίστης. Θέλει λεπτομέρειες στην κατασκευή, γιατί δεν είναι εύκολο, από στατικής πλευράς, να σταθεί η καμάρα, που μοιάζει με το θόλο της εκκλησίας.
Ο τεχνίτης έπαιρνε τον διαβήτη και μετρούσε κάθε ένα κεραμίδι που τοποθετούσε και όλα είχαν την ίδια απόσταση από το κέντρο.
Ο διαβήτης ήταν ένα καρφί στερεωμένο στο κέντρο του φούρνου κι ένα σχοινί που περιστρεφόταν προς κάθε κατεύθυνση.
Οι άνθρωποι ξεκίνησαν να ψήνουν το ψωμί τους στη στάχτη ή χόβολη όπως την έλεγαν. Εκεί κατά την περίοδο της Κατοχής έψηναν την μπομπότα, που ήταν από αλεύρι καλαμποκιού (κουκλάλευρο).
Ο φούρνος έμπαινε, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη, μέσα στην κουζίνα, στην αυλή ή στον κήπο. Ο προσανατολισμός του γινόταν ανάλογα, για να μην επηρεάζεται από τον αέρα, τη ζέστη και την βροχή.
Ο φούρνος αποτελείτο από 3 μέρη:
  1.  από τη βάση που στήριζε τον φούρνο, και που ήταν ένα χτιστό κατασκεύασμα με υποδοχές, για αποθήκευση ξύλων ή εργαλείων.
  2. από τον κυρίως φούρνο, με το δάπεδο όπου ακουμπούσαν τα ψωμιά, τα ταψιά κ.ά. και με το θόλο
  3. από τη στέγη, που τον προφύλασσε από τη βροχή.

Πινακωτή
Τέλος, μπροστά στο φούρνο ήταν το πεζούλι, για να ακουμπάει η νοικοκυρά την μασιά, το φτυάρι, την πινακωτή με τα ζυμάρια και το ξύλο με το πανί (ξεπανιστήρι), για το σκούπισμα της χόβολης.
Τα ψωμιά, μέσα στο φούρνο, ακουμπούσαν σε πυρότουβλα ή ασπρόχωμα. Δεν έβαζαν πλάκες στον φούρνο, γιατί αυτές με το κάψιμο γίνονταν ασβέστης κι ο φούρνος χαλούσε.
Ο μάστορας, σαν τελείωνε την κατασκευή, έκαιγε το φούρνο με πολλά χοντρά ξύλα, μέχρι να λιώσει το γυαλί, από ένα σπασμένο μπουκάλι, και να γίνει νερό.
Στα χωριά, κάθε σπίτι είχε και τον δικό του φούρνο. 

 

Αρχείο Λαογραφικού