Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

ΦΩΤΟ 1948 KAI 1937

ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ -  ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΖΙΒΑΡΑΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΡΤΗΣ
ΤΟ ΠΑΙΔΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΒΑΡΑΣ.

                     ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Άραγε θα θυμάται κάποιος τ' όνομά μας,
της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια,
τα πάθη μας, τις λύπες, τα δεινά μας;
Άραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρα μας



Αρχείο Αλεξάνδρα Παπαθανασίου

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΨΩΜΙ


Από το βράδυ ”ανάπιαν” το προζύμι και κοσκίνιζαν το αλεύρι μέσα στο ”σκαφίδι”.
Κάποιες φορές σε εμάς τους παλιότερους αρκεί η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού για να μας ξυπνήσει μνήμες γευστικές. Μνήμες που περιλαμβάνουν όλο το τελετουργικό παραγωγής του ψωμιού όπως το έκαναν οι μανάδες μας.
Από το βράδυ ”ανάπιαν” το προζύμι και κοσκίνιζαν το αλεύρι μέσα στο ”σκαφίδι”.
Έκαναν ένα μικρό λάκκο στο κέντρο και εκεί έλιωναν το προζύμι με ζεστό νερό και το ζύμωναν μέχρι να γίνει ένα απλό ζυμάρι. Το άφηναν όλη νύχτα σκεπασμένο ώστε να μένει ζεστό και ”να γίνει”. Το άλλο πρωί το προζύμι ήταν φουσκωμένο και αφού προσθέτανε και αρκετό νερό το ζύμωναν μαζί με όλο το αλεύρι. Το έπλαθαν σε καρβέλια βάζοντας τα μέσα στην ”πινακωτή” και περίμεναν μέχρι να ”ανέβουν”.

Ο ξυλόφουρνος άναβε από πολύ πρωί. Έβαζαν ξύλα μέσα στο φούρνο, στην αρχή λεπτά φρύγανα και άναβαν φωτιά μέχρι να καεί ο φούρνος τόσο στο δάπεδο όσο και γύρω γύρω. Αφού βεβαιώνονταν ότι ήταν εντάξει, έβγαζαν έξω τη θράκα με το ”συνδαύλι” και ”πάνιζαν” το φούρνο με βρεγμένο πανί στερεωμένο σε ξύλο ώστε να βγει έξω και το τελευταίο καρβουνάκι. Παίρνοντας τα καρβέλια ένα ένα, τα έβαζαν πάνω στο ”φουρνόξυλο” και τα τοποθετούσαν μέσα στο φούρνο.Έκλειναν το πορτάκι του φούρνου και άφηναν το ψωμί να ψηθεί.
Όταν άρχιζε να ψήνεται το ψωμί μοσχοβολούσε ο τόπος!!
Όσοι δεν είχαν ξυλόφουρνους  το πήγαιναν το ψωμί  στους φούρνους του χωριού.
 ΟΙ Φούρνοι του χωριού μας:
Του Ματαρά Νικολάου του Πλατιά Χαράλαμπου που ήταν και ξυλόφουρνος ( έκλεισαν)  του Γιώργου Κοπανάκη, ο φούρνος των αφωνΚαλλιμάνηκαι τέλος λειτούργησαν και δύο πρατήρια της Έφης Κυρίτση που έκλεισε και το πρατήριο άρτου της Άννας Τριφύλλη.



Η Ιστορία του ψωμιού…..
Η ιστορία του ψωμιού ξεκινάει πριν από 30.000 χρόνια στην Ευρώπη. Το πρώτο ψωμί που φτιάχτηκε πιθανόν να ήταν μια εκδοχή πάστας σιτηρών, φτιαγμένης από καβουρδισμένους και αλεσμένους κόκκους δημητριακών και νερό, και μπορεί να προέκυψε τυχαία κατά το μαγείρεμα ή και σκόπιμα μετά από πειραματισμό με αλεύρι ολικής αλέσεως και νερό. Το πιο πιθανό είναι να ήταν άζυμο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα δημητριακά ήταν μια από τις πολλές πηγές τροφίμων, καθώς η δίαιτα των Ευρωπαίων βασιζόταν κυρίως σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Τα δημητριακά και το ψωμί έγιναν βασική τροφή στη Νεολιθική εποχή, περίπου 10.000 χρόνια πριν, όταν το σιτάρι και το κριθάρι ήταν ανάμεσα στα πρώτα φυτά που καλλιεργήθηκαν.
Η εμφάνιση του ψωμιού με προζύμι τοποθετείται κατά πάσα πιθανότητα πάλι σε προϊστορικούς χρόνους, όμως οι πρώτες μαρτυρίες εντοπίζονται στην αρχαία Αίγυπτο. Στην αρχαιότητα, η ιδέα ενός αυτοτελούς φούρνου που θα μπορούσε να προθερμανθεί, έχοντας μια πόρτα για πρόσβαση, φαίνεται να ήταν ελληνική. Στην αρχαία Ελλάδα το ψωμί ήταν κριθαρένιο. Ο Σόλων είχε δηλώσει πως το σταρένιο ψωμί θα μπορούσε να ψηθεί μόνο σε μέρες γιορτής. Τον 5ο αι. π.Χ. μπορούσε κανείς να αγοράσει ψωμί στην Αθήνα από αρτοποιείο, ενώ στη Ρώμη, οι Έλληνες αρτοποιοί έκαναν την εμφάνισή τους τον 2ο αι. π.Χ., όταν η Μικρά Ασία πέρασε στη Ρωμαϊκή κυριαρχία. Η σημασία του ψωμιού στη διατροφή αντανακλάται και από το όνομα του υπόλοιπου γεύματος: ὄψον , δηλαδή συνοδεία ψωμιού, όποια κι αν ήταν αυτή. Στο Μεσαίωνα, στην Ευρώπη, το ψωμί αποτελούσε όχι μόνο βασική τροφή, αλλά και μέρους του σερβίτσιου. Πιο συγκεκριμένα, ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί χρησιμοποιούταν σαν απορροφητικό πιάτο, που κατά την ολοκλήρωση του γεύματος μπορούσε να φαγωθεί, να δοθεί στους φτωχούς ή να ταϊστεί στα σκυλιά. Μόλις τον 15ο αι. άρχισε να αντικαθίσται από ξύλινες πιατέλες.
Για πολλές γενιές το άσπρο ψωμί προτιμούνταν από τους πλούσιους, ενώ οι φτωχοί έτρωγαν μαύρο (ολικής αλέσεως) ψωμί.

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

ΜΙΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ



Ο Γέρο Γιάννης Θάνος  (Μπαρδαμπούλιας)  με τη Γυναίκα του Γιργού Θάνου το γένος Λαγού.
 Ο Γέρο Μπαρδαμπούλιας  έπαιζε  εξαιρετική πίπιζα  (καραμούζα) και μαζί με τους  συγχωριανούς του    Θάνο Λουκά (Κοντογιάννη) και Γιάννη Μανέτα που έπαιζαν  τούμπανο αποτελούσαν τους οργανοπαίχτες που διασκέδαζαν τότε  τους Σουβαλιώτες.




Άραγε θα θυμάται κάποιος τ' όνομά μας,
της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια,
τα πάθη μας, τις λύπες, τα δεινά μας;
Άραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρα μας


Αρχείο Δαούτη Φρόσω

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

ΓΕΩΡΓΙΚΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ


Με αφορμή μια φωτογραφία………..




Το 1927 Ιδρύεται ο Γεωργικός Συνεταιρισμός Πολυδρόσου και το ίδιο έτος η ΣΟΥΒΑΛΑ μετονομάζεται σε ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΣ.
Πρόεδροι Απο το 1927 εως το 2014 που ο Συνεταιρισμός κλείνει: ΣΟΥΦΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ-ΑΝΑΓΝΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ- ΔΑΟΥΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ-ΑΔΑΜΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ-ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΑΔΑΜΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ- ΔΑΟΥΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΒΑΛΑΣΚΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Ιστορική Αναδρομή των Γεωργικών Συνεταιρισμών.
Ο πρωτεργάτης των συνεταιρισμών Σωκράτης Ιασεμίδης από το 1919 φρόντισε να καταρτισθεί και να κυκλοφορήσει το "Καταστατικό της Ομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών Ελλάδος", ως κορυφαίας ιδεολογικής οργάνωσης. Όμως, η πρώτη προσπάθεια ίδρυσης πανελλήνιας οργάνωσης των συνεταιρισμών έγινε το 1922 από τις ενώσεις Πελοποννήσου. Αλλά και τότε δεν εκτιμήθηκε επαρκώς η σημασία της Οργάνωσης που ιδρύθηκε. Άλλες ήταν οι προτεραιότητες της περιόδου εκείνης.
Το "πλήρωμα του χρόνου" ήλθε το 1935, ύστερα από συστηματικές και έντονες προσπάθειες του Θεόδωρου Τζωρτζάκη, στον οποίο πολλά οφείλει η συνεταιριστική κίνηση.
Το καταστατικό εγκρίθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1935.
Στις εκλογές που ακολούθησαν, πρόεδρος εξελέγη ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής και Διευθυντής ο Θεόδωρος Τζωρτζάκης.
Ενάμιση χρόνο μετά την ίδρυση άρχισαν τα σοβαρά προβλήματα. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου επιδίωξε αρχικά την έμμεση εξάρτηση των συνεταιρισμών από την ΑΤΕ. Στη συνέχεια όμως, με τον Α.Ν. 1138/1938 ιδρύθηκε η Εθνική Συνομοσπονδία Συνεταιρισμών Ελλάδος (ΕΣΣΕ), στην οποία συγχωνεύθηκε η Πανελλήνια Συνομοσπονδία. Τότε, ολόκληρο το δίκτυο των συνεταιρισμών έγινε κατευθυνόμενο από τις εντολές της ΕΣΣΕ.
Από την κατοχική κυβέρνηση η ΕΣΣΕ μετονομάσθηκε σε Πανελλήνια Συνομοσπονδία Γεωργικών Συνεταιρισμών και επανήλθε ως τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση, με το Ν.Δ. 21/1941. Κατά την περίοδο της κατοχής η συνομοσπονδία ήταν κατευθυνόμενη από το Υπουργείο Γεωργίας και κύριο μέλημά της είναι η συγκέντρωση γεωργικών προϊόντων.
Μετά την απελευθέρωση, από τον Ιούνιο του 1945 (νόμος 389/1945) κατεβλήθη προσπάθεια αποκατάστασης των πραγμάτων στους συνεταιρισμούς γενικότερα και στη Συνομοσπονδία ειδικότερα. Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές της 27ης Ιανουαρίου 1946 εξελέγη 11μελές διοικητικό συμβούλιο. Πρόεδρος εξελέγη ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής και Διευθυντής ο Ιωάννης Αφεντάκης.
Η νέα περίοδος που άρχισε για τη Συνομοσπονδία χαρακτηρίζεται από έμφαση στις συνδικαλιστικού χαρακτήρα δραστηριότητες. Η δραματική κατάσταση της υπαίθρου και η έλλειψη άλλου οργάνου εκπροσώπησης των συμφερόντων του συνόλου των αγροτών, οδήγησαν την Συνομοσπονδία σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις επίλυσης της πληθώρας των προβλημάτων που συσσώρευσαν οι ανώμαλες περίοδοι που προηγήθηκαν. Σε ένα διχαστικό περιβάλλον της περιόδου αυτής, η Συνομοσπονδία και οι συνεταιρισμοί γενικότερα έπαιξαν έναν πολύ σημαντικό ενωτικό ρόλο.


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ...

ΑΣΗΜΩ Ι ΤΖΙΒΑΡΑ  ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ  ΜΗΤΣΑ-ΘΑΝΑΣΗ(ΨΙΧΟΥΛΑΣ) - ΛΟΥΚΑ


Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

O ΛΕΠΕΝΙΩΤΗΣ



Κλέφτικο ιστορικό-ηρωικό τραγούδι, στην κλασσική του απόδοση με τη φωνή του Γ.Παπασιδέρη. Αναφέρεται στον αδελφό του πρωτοκλέφτη της Ρούμελης και των Αγράφων Κατσαντώνη, Κώστα Λεπενιώτη που δολοφονήθηκε από τουρκαλβανούς το 1819, καθώς έβγαινε το βράδυ από εκκλησία χωριού Φουρνάς των Αγράφων.

 Ορέ βγήκε ο Ήλιος κόκκινος ορέ και το Φεγγάρι Μαύρο
και ο λαμπερός ωιμέ κι ο λαμπερός αυγερινός όρε κι ο λαμπερός ο Αυγερινός
 ορέ πάει να βασιλέψει πες μας καημέ Ωιμέ πες μας καημένε αυγερινέ
Όρε πες μας καημένε αυγερινέ ορέ κάνα καλό χαμπέρι τον Λεμπενιώτη
Ωιμέ το Λεμπενιώτη βάρεσαν.


Ο Γιώργος Παπασίδερης Γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902,ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αι- Κατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη.
Ο Παπασίδερης διέσωσε δεκάδες παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο και τα ξαναπαρήγαγε δίνοντάς τους «ζωήν αιώνιoν». Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ' απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα. Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωζε.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ..

Από αριστερά 
Χρυσούλα Νικολοπούλου
Νικόλαος Νικολόπουλος
Εγγόνια τους από Αμερική
Ευθυμία Νικολοπουλου -Παπαθανασίου
Μικρός  Γιάννης Παπαθανασίου ( Σαρέλας)
Λούλα Νικολοπούλου -Γεωργούση
Παγωνίτσα  Αντωνίου - Καραχάλιου
Μαρία Νικολοπούλου
Αθανάσιος Παπαθανασίου με τον γιό του Νίκο
 
Αρχείο Αλεξάνδρα Παπαθανασίου
 
 
Το μέλλον είναι εκατοντάδες χιλιάδες νήματα. Το παρελθόν όμως είναι ένα ύφασμα που δεν μπορεί να ξηλωθεί.
Orson Scott Card

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

ΘΡΕΨΙΝΗ


Εσείς προλάβατε την θρεψίνη?



   
Στην κατοχή οι Αθηναίοι οφείλουν την επιβίωσή τους και στην σταφίδα. Αρκετοί κρατηθήκανε στην ζωή με αυτή. Μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο στα μπακάλικα εμφανίστηκε η θρεψίνη την βγάζανε από επεξεργασία της σταφίδας, κάτι σαν μαρμελάδα κα με ένα παχουλό  παιδί στο τσίγκινο κουτί να υπόσχεται στις μανάδες ότι και τα δικά τους έτσι θα γίνουν με κόκκινο μάγουλο που δεν κοκκίνιζε το άτιμο παρά μόνο με τσίμπημα.
Πήγαιναν λοιπόν στον μπακάλη οι νοικοκυρές και αγοράζανε μισή οκά λάδι… 150 δράμια τυρί… και 100 δράμια θρεψίνη. Μια φέτα ψωμί μεγάλη και κάργα θρεψίνη, έγλειφες και τα δάκτυλά σου, λέρωνες και την μούρη σου για να την σκουπίσεις με το μανίκι και  να φας την ξανάστροφη.
Η θρεψίνη χάθηκε αργότερα από τα ράφια για να επανέλθει δριμύτερη στις μέρες μας και μάλιστα με συνταγές γνωστών σεφ.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020

ΝΤΑΒΕΛΗΣ 1922



Χρήστος Νταβέλης…….


Ο Χρήστος Νταβέλης ήταν λαϊκός ήρωας στην εποχή του. Ο λαός τον τραγούδησε κι έπλασε γι' αυτόν πάρα πολλές ιστορίες που κάποιες από αυτές αγγίζουν τα όρια του μύθου.

Το τραγούδι που αναφέρεται στον φόνο του στο Ζεμενό είναι γνωστό παραδοσιακό τραγούδι:

  ΝΤΑΒΕΛΗΣ, 1922, ΜΑΡΙΚΑ ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ





Ο Λέσβιος λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος, φιλοτέχνησε τον πίνακα Ο Λήσταρχος Χρήστος Νάτσιος Νταβέλης το 1855, με ελαιοχρώματα πάνω σε χαρτόνι (23 x 31,5 εκ.), αχρονολόγητο κι ανυπόγραφο, ο οποίος βρίσκεται στη Δημοτική Πινακοθήκη της Ρόδου.



Ο Χρήστος Νταβέλης (πραγματικό όνομα: Χρήστος Νάτσιος, περ. 1832 - 12 Ιουλίου 1856) ήταν περιβόητος Έλληνας ληστής της Αττικής και της Βοιωτίας.
Κατά παλαιότερη εκδοχή, γεννήθηκε στο Στείρι Βοιωτίας περί το 1832 από ποιμενική οικογένεια αρβανιτόβλαχων. Νεότερη άποψη θεωρεί πιθανότερη την καταγωγή του από την Αράχωβα, αν και μερικοί συγγραφείς υποδεικνύουν τα Στύρα Εύβοιας.
Για κάποιο διάστημα ήταν βοσκός σε κοπάδια της Μονής Νταού Πεντέλης, των οποίων το γάλα πουλούσε στην Αθήνα (άλλη παράδοση υποδεικνύει τη Μονή Πετράκη στο Κολωνάκι). Όταν κάποτε ο ηγούμενος της μονής του έδωσε ερωτικό γράμμα για να το παραδώσει σε μοναχή της πόλης, ο Νάτσιος από περιέργεια το πήγε σε κάποιον να του το διαβάσει. Μαθαίνοντας το περιεχόμενό του, αποφάσισε να γνωρίσει ο ίδιος τη μοναχή και από τότε έγινε τακτικός επισκέπτης της. Όταν το έμαθε ο ηγούμενος εξοργίστηκε και συκοφάντησε τον Νάτσιο στις αρχές για κλοπή. Λόγω της άδικης κατηγορίας ο Νάτσιος τιμωρήθηκε με ραβδισμό στις φτέρνες (φάλαγγα) και στη συνέχεια διέφυγε στα Στύρα. Εκεί ερωτεύτηκε την κόρη ενός παπά, ο οποίος όμως την είχε τάξει σε ένα πλούσιο τσέλιγκα. Όταν έφτασε στο χωριό ένα απόσπασμα αναζητώντας κάποιον φυγόστρατο που λεγόταν Νάστος, ο τσέλιγκας για να τον εκδικηθεί για την κόρη του παπά, υπέδειξε τον Νταβέλη. Εκείνος τους απεκάλυψε το πραγματικό του όνομα χωρίς όμως να γίνει πιστευτός. Όταν αυτοί θέλησαν να τον συλλάβουν αντιστάθηκε και ακολούθησε συμπλοκή όπου σκότωσε έναν χωροφύλακα και κατάφερε να ξεφύγει.
Μετά από αυτό το περιστατικό, βρήκε καταφύγιο στα βουνά, στη συμμορία του ξαδέλφου της μητέρας του, του φημισμένου ληστή Κακαράπη (πραγματικό όνομα Μπελούλιας). Σύντομα όμως, ως άνθρωπος με ενεργητικότητα και πνεύμα πρωτοβουλίας, δημιούργησε τη δική του συμμορία με την οποία λήστευε ταξιδιώτες, χωρικούς και βοσκούς.
Όταν η Ιταλίδα κόμισσα Λουίζα Μπανκόλι, η οποία είχε ζητήσει την προστασία της συμμορίας προκειμένου να επισκεφθεί με ασφάλεια τους Δελφούς, ερωτεύτηκε τον Νταβέλη, ενώ ταυτόχρονα την είχε ερωτευτεί ο υπαρχηγός του Γιάννης Μέγας, ο δεύτερος έγινε ορκισμένος εχθρός του Νταβέλη και αργότερα κατατάχθηκε στη Χωροφυλακή όπου έγινε αξιωματικός.