Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

συνέχεια                                         



Ο Δ Ο Ι Π Ο Ρ Ι  Κ Ο

Γράφει  ο  Μήτσος  Αδρύμης                                                                              
Μέ όλες αυτές τις ιστορίες πού έλεγαν οι μεγαλύτεροι, εγώ είχα μαγευτεί . Στα όνειρά μου τά βράδυα ζωντάνευαν τά ουρλιαχτά των λύκων στα καταράχια, το σκούξιμο των όρνιων στα κράκουρα, το πλανάρισμα των αετών στο Γεροντόβραχο, το άρμεγμα των κοπαδιών, ο νυχτοσκάρος, τά στάλια, τά τσοπανόσκυλα πού πάλευαν με τους λύκους, τά απόκρημνα και βαθειά φαράγγια!
Μέσα μου είχα στεριώσει έναν μαγικό κόσμο, ονειρεμένο όπως στα παραμύθια! Ακούς εκεί ο ήλιος να βγαίνει απ’ τη θάλασσα!!! Μπορούσες λέει να τον δείς κατάματα χωρίς να σε θαμπώσει!!! Έμοιαζε με τεράστιο κατακόκκινο πορτοκάλι έλεγαν, και μόνο οι τσοπάνηδες είχαν το προνόμιο να τον δούν ψηλά απ’ τη Λιάκουρα. Για όλα αυτά μια νοσταλγία με είχε κυριεύσει. Πήγα λοιπόν και βρήκα το μπάρπα – Γιώργο το Κογιότα καί τον παρακάλεσα να με έπερνε στά Καρκαβέλια, όπου έριχναν στρούγκα τά καλοκαίρια. «Τά πρόβατα δε ζούνε στο κάμπο το καλοκαίρ’ μούλεγε λαυρίζ’νε κι τά κολάει αρρώστια , χλαπάτσα κι κούκνας».  

Με τά πολλά παρακάλια και αφού του είχα γίνει τσιμπούρι μού είπε εντάξει αλλά να συνεννοηθείς με το πατέρα σ’ πρώτα. Ε! όλη τη νύχτα ύπνο δεν είδα. Και μόλις έσκασε της χαραυγής τ’ αστέρι στο καταράχι της μεγάλης ράχης, κοντά στο γλυκοχάραμα πρίν ακόμα λαλήσουν κοκόρια κινήσαμε. Ένα κομβόι μουλάρια δεμένα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Μπροστά καβαλίκεψε ο Γιώργος και στο πίσω εγώ. Βγήκαμε απ’ το χωριό και πήραμε το μονοπάτι μέσα στη ρεματιά πού έβγαζε στο απάνω χωριό. Φτάσαμε στον υψωμένο πεύκο και μπήκαμε στο δάσος τ’ Αϊ – Λιά με τά μαυρόπευκα. Εκεί ένοιωσα τον ανασασμό του δάσους, ήσυχο, απαλό, μοσκοβολισμένο απ’ τις ευωδιές του ρετσινιού και της μέντας, πού έφερνε η λαγκαδιά, κάνοντας τά πνευμόνια μου ν’ ανασαίνουν βιαστικά. Σιγά – σιγά γλυκοχαράζοντας άρχισαν να ξυπνάνε και τά κοτσύφια τιτιβίζοντας χαρούμενα. Κοντεύαμε να φτάσουμε στην Απάνω Σουβάλα και ακούσαμε τά κοκόρια να σημαίνουν ξημέρωμα. Χλιμίντρισαν δυνατά τά μουλάρια σά να χαιρέτιζαν και αυτά τά καημένα το γλυκοξημέρωμα, ξαφνιασμένα από μια αλεπού πού πέρασε βιαστικά το δρόμο. Σταματήσαμε στη Φροξυλιά να πιούνε τά μουλάρια νερό. Κατέβα να πιούμε νεράκι μού είπε ο Γιώργος και γώ βρέχοντας το πρόσωπό μου συλλογιζόμουν πόσες τέτοιες κρυόβρυσες έχουν δροσερέψει αυτή τη μαγική ώρα τά πρόσωπα των τσοπάνηδων πού γύρναγαν απ’ το νυχτοσκάρο. 

Είχα μια χαρά και μια αγωνία να φτάσουμε, πού σιγά – σιγά με συνεπήρε το τραγούδι. Όταν τυχαίνω στο δάσος ή θα μού κρατάει μέσα κάθε αναπνοή και κάθε κρίση ο θαυμασμός της φύσης ολόγυρα, ή θα απολιέται ακράτητα η χαρά και ο ενθουσιασμός μου σε τραγούδια και γέλια. Έτσι και τώρα άρχισα να σιγοψιθυρίζω το τραγούδι πού λέει για το παλληκάρι πού άφησε τό λημέρι του και κατέβηκε στο χωριό για λίγο ύπνο στην αγκαλιά της αγαπημένης του κι αυτή μόλις χάραξε η ανατολή και άρχισαν τά κελαϊδίσματα οι πέρδικες και τ’ αηδόνια του φώναζε να ξυπνήσει, και ν’ αγκαλιάσει το κυπαρισσένιο της κορμί και να φιλήσει τον κόρφο της και τον παρθενικό λαιμό της, πού ήταν άσπρος σαν το χιόνι και δροσερός σαν το κρύο νερό πού ‘ρχεται απ’ τά κορφοβούνια. Μωρέ σεβντάς! με κογιονάρισε ο μπάρμπα – Γιώργος. Ας είναι ντράπηκα λίγο, όμως ο ενθουσιασμός αυτός πού με κυρίευε και οι μυρωδιές του δάσους με συνεπήραν και με ταξίδευαν πέρα απ’ την πραγματικότητα σ’ έναν άλλο κόσμο πού μόνο η παιδική ψυχούλα μπορεί να νοιώσει. Παραπάνω φτάνοντας στα Κανάβια είχε σκαρίσει τά πρόβατα ο Μάγος και η αρμονία απ’ τά κουδούνια του κοπαδιού σε συνδυασμό με το γλυκοχάραμα μέσα στη σιγαλιά φάνταζε μαγική. Ρίχτηκαν δυό – τρία τσοπανόσκυλα αγριεμένα αλλά τά έκραξε ο τσοπάνης να μην ξαφνιαστούν τά μουλάρια.

Φτάναμε στο Άνυδρο πού παραθέριζε η Ελενίτσα με τους δικούς της. Ε! και να ‘ξερα τι όνειρο έβλεπε εκείνη την ώρα; Μού κόπηκε ξαφνικά το τρυφερό τραγούδι στη μέση και μια σκυθρωπάδα με βάρυνε τρανή σαν το βράχο του Κλείδωνα. Τώρα περνούσαμε απ’ τον τόπο πού εγώ και αυτή είχαμε πρωτοσυναντηθεί οι δυό μας ολομόναχοι μέσα στο λόγγο. Χίλια γλυκά λόγια μούρχονταν στο νού για να της πώ. Αλλ’ όλα πνίγονταν ξαφνικά στο λάρυγγά μου, πού τόνε στένευε κι εγώ δεν ξέρω ποια δύναμη αόρατη και αυστηρή. Όμως αυτές τις στιγμές καλύτερα απ’ το στόμα μιλάνε τά μάτια. Και αυτηνής μιλούσαν και άκουγαν μόνο τά μάτια. Ένοιωθα ότι τά μάτια της άκουγαν τι έλεγαν τά δικά μου όπως παρόμοια ένοιωθα τι μού έλεγαν τά δικά της. Και όσο κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον κατάματα τόσο πιο πολύ άναβαν οι όψεις μας και τά μάτια υγραίνονταν. Τί έγινε μη με ρωτάτε είναι δικό μου μυστικό. Διάβηκαν από τότε πολλά χρόνια, και ακόμα διαβαίνουν. Δεν τά χλωμιάζει όλα ο χρόνος. Είναι μερικές στιγμές απ’ τη ζωή μας πού έχουν γαντζωθεί μέσα μας και θα φύγουν όταν θα ‘χουμε φύγει και μείς. Κυκλοφορούν πότε – πότε στα όνειρά μας πότε σαν ευλογία και πότε σαν μόλεμα, σαν αρρώστια. 

Παραπάνω στο Κεφαλόβρυσο σταματήσαμε να ξεπιαστούμε λίγο και είχε φέξει η μέρα για τά καλά. 
 Καλημέρα Στάθ’ φώναξε ο Γιώργος στον Στάθη τον Ανάγνο πού είχε ξυπνήσει ν’ αλλάξει τις αμπολές απ’ του Ζερνερί πού πότιζε τά καλαμπόκια. 
 Ορέ πού το πάς το παιδαρέλ’ Γιώργη; 
 Θέλ’ να γίν’ τσοπάν’ς Στάθ’ τι να κάμω, άστονε να δεί τ’ γλύκα απ’ τ’ν τσοπανότεχν’ κάνα δυό βδομάδες κι ματάκβεντιάζουμι. 
 Α! κατάλαβα είπε ο Στάθ’ς έχ’ς δίκιο, και πες τ’ πατέρα τ’ να τοιμάσ’ τά Ζιουβέϊκα τά μαντριά στ’ν Σεντούκα. 
 Εχ’ φλέβα τσοπάν’κ αυτός, κρατάει από τσοπανόσογο. 
 Αχ! αναστέναξε ο Γιώργος αμ’ Στάθ’ τά μεταξωτά βρακιά θέλ’νε και πιδέξιο κώλο! και σαλάγισε τά μουλάρια. 

 Πρέπ’ να ‘μαστε στο Καρκαβέλ’ πρίν βγεί ο ηλιος μούπε, ν’αρμέξουμε, έχουμε αργήσ’, και ζόρισε το μουλάρι του τραβώντας απότομα το καπίστρι. Άντε λ’μεριάσαμε άντε. Κατσ’λαφκιάστ’κε το ζωντανό, χλιμιντρίζοντας και ανάγκασε το βηματισμό του. Πλησιάσαμε στ’ Ζέλη και εκεί συναντήσαμε το Κολοκυθο – Γιώργο με τις καμιζόλες του, τά χελόνια, και τις μάλλινες κάλτσες. Καθόταν ο γέροντας στο περιαύλιο του ξωκλησιού της Αϊ –Τριάδας καπνίζοντας ένα τσιγάρο ίσαμε είκοσι πόντους, τυλιγμένος καπνός με εφημερίδα. Αυτό το πράγμα έβγαζε έναν πυκνό καπνό ντουμάνι πού η πρωινή αύρα απ’ το Γεροντόβραχο τον έπερνε και τον κατέβαζε ίσα κάτω το ρέμα της Ζέλης μέχρι το Ίσιωμα.  
Θα φαλαγκωθείς κακομοίρ’ του φώναξε ο Γιώργος και αυτός ξαφνιασμένος του απάντησε. Δέ μ’αφήν’ς στ’ σκασίλαμ’ ρέ Γιώργο; 
Γιατί ορέ τι έπαθες; δε σί λέπω σόι. 
Τι να πάθω ρέ ρωτάς; πού μ’ψόφ’σε η καραλιότα η προβατίνα μι το κδούν’ απάντησε ο γέροντας. 
Τι λές ρέ πώς έγινε; ήταν αλήθεια περίφανο ζωντανό, το ’ξερα απάντησε ο Γιώργος. 
Άστα ρέ Γιώργο προψές το βράδ’ έλ’πε απ’ το κοπάδ’ κι ιγώ είπα οτ’ κάπ’ θα ξέκοψε, ύστερα νύχτωσε και δεν έλεπα να τ’ν ψάξω. Έκραξα – έκραξα π’θενά . Ψές όλ’ μέρα δε φάν’κε κι σήμερα είδα δυό όρνια στο Κρουσταλάκ’ να γεροφέρν’νε. Κατάλαβα έστειλα το Λούκα κι τι να δεί τ’ν είχι θαλαπώσ’ αετός μι τά φτεράτ’ κι τ’ν πέταξι στ’ν ζαστάνα κι τ΄ν ξεκοίλιασε. Ήρθε το πιδί χιλιοσκασμένο μούφερε το κ’δούν’ τι να σ’κάμ’ κι αυτό; Νύχτα μέρα δώ, χωριό δε βλέπ’, γ’ναίκα έχ’ και γναίκα δε βλέπ’. Τά ξέρ’ς καλύτερα από μένα τι στα λέω τώρα; 
Βρέ εμένα μη μ’τά λές στο παιδαρέλ’ πές τα εδώ π’θέλ’ να γίν’ τσοπάν’ς και έδειξε εμένα. 
΄Αι καλά! χαιρετίσματα στ’ς δ’κούς μας, αλλά πού’σε Γιώργο μολόγα τ’ τι έπαθε ο παππούς τ’ ο γέρο – Μήτρος ο Ζιούβας και ύστερα ματά τά λέμε είπε ο Κολοκυθογιώργος με νόημα. 
Eχ’ς δίκιο αποκρίθηκε ο Γιώργος , τ’όχα αστοχήσ’, και πού ‘σε, μη στεναχωριέσαι για τ’ν προβατίνα εσύ ν’σαι καλά, θα ξαναστήσ’ άλλη. ΄Αι στο καλό είπε ο γέροντας και εμείς συνεχίσαμε. 

Μπάρμπα τι έπαθε ο παππούς μου ρώτησα το Γιώργο με αγωνία. Μητσάκο μ’ οι Ζιουβαίοι ητανε τρία αδέρφια ο Γιώργος ο Μήτρος κι ο Στάθ’ς θηρία άντρες και οι τρείς δε κότα’ε κανένας στ΄ν Σβάλα να τ’ς βάλει χέρ’ και οι τρείς μονιασμένοι και δουλευταράδες ήτανε οι μεγαλύτερ’ τσελιγκάδες σ’ολη τ’ περιοχή, τά μαντριά τά είχανε στ’ Σεντούκα, (τώρα τά έχ’ ο Τσόγκας) και το χ΄μώνα ξεχ’μωνιάζανε στο Καραξίν’ στο χ’μαδιό γιατί εδώ έρι’χνε πολύ χιόνι, βαμτάκ΄ και καρπούς και σανά δεν είχαμε για να ξεχ΄μωνιάσ΄νε τά ζωντανά. Ετσ’ λοιπόν μια χρονιά έκανε βαρυχ’μωνιά μέχρι κάτ’ στα χ’μαδιά κι τά πράματα τ’ άγκιαξε το κρύο, πλεμονιάσανε και ψόφ’σανε ούλα. Ετσ’ οι Ζιουβαίοι ζωστήκανε τά κ’δούνια κι στ’ν πλάτ’ τά κακάβια κι μι τά ποδάρια ήρθανε στο χωριό. Αυτή είναι η προκοπή η δ’κή μας , εξαρτιόμαστε απ’ το καιρό, άμα μας πάει καλά η Ανοιξ’ και βροχερό το καλοκαίρ’ κι πετάξ’ ο τόπος χορτάρια πάει καλά κάτ’ θα μείν’ και για μας αλλιώς φασκελοκουκούλοστα. Αυτά κουβεντιάζαμε με το μπάρμπα – Γιώργο και κοντεύαμε να φτάσουμε στη Στενή.                             
                                                                  .                                                                                                           
                                                                                                   

Συνεχίζεται

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου