Τσικνοπέμπτη: Τσίκνα από την εποχή του Ομήρου
Η Τσικνοπέμπτη είναι η αφιερωμένη στην θυσιαστήρια αρχαία κνίσα, νυν – συσκευασμένη στην ετήσια «υψηλής αρωματοποιΐας» – τσίκνα μιας μόνον Πέμπτης: Αυτής της δευτέρας εβδομάδος της Απόκρεω (Αποκριάς)...
Όπου οι αναμμένες ψησταριές και τα καυτά τηγάνια με αχνιστά κοψίδια επέχουν κυριολεκτικά θέση βωμών. Μπριζολίκια και παΐδια ξεροψήνουν τα ξίγκια τους. Κοντοσούβλια παθαίνουν ίλιγγο. Και οι μοδάτες πλέον προβατίνες αναστενάζουν πάνω στα καυτά κάρβουνα. Τι πάθος!Αποκρέα και καρναβάλια
Η εβδομάδα αποκαλείται και Κρεατινή ή Κρεοφάγος. Επειδή
το θρησκευτικό πρωτόκολλο κάποτε (που μπορούσε) επέτρεπε στους πιστούς γλέντια
και χαρές με κατανάλωση κρέατος. Αυτή η «πατερική μεγαλοθυμία» αφορούσε ακόμη
και στην Τετάρτη και Παρασκευή (αυτής της εβδομάδος). Κατ’ εξαίρεση. Καθώς,
στις συγκεκριμένες μέρες τον υπόλοιπο χρόνο οι αυστηροί εκκλησιαστικοί κανόνες
και οι εκκλησιαστικοί προύχοντες (ισχυρότεροι των βασιλέων συνήθως) υποδείκνυαν
νηστεία.
Η Τσικνοπέμπτη είναι τοποθετημένη σε μια εβδομάδα με ονοματοθεσία ἀποκρέα (βυζαντινά ἀπόκρεως, ἀπό +
κρέως -> κρέας) προϊδεάζοντας για την επερχόμενη κρεατοφαγική
αποχή. Το ίδιο το όνομα, η «ταμπέλα» παραδόξως τονίζει το εφήμερο της
ευχαρίστησης. Θυμίζοντας και τη ρομφαία που ίσως αποκεφαλίσει τον αφοσιωμένο
δούλο, αν στο εξής τολμήσει να παρεκκλίνει. Έτσι, κατά ένα «στρατηγικό» τρόπο
(θα τον ζήλευαν οι ΜΚΟ του Σόρος) υποσκάπτει νοηματικά την
(προσωρινή και ελάχιστη κάποτε) κρεατοφαγία όσο συνέβαινε. Μην τυχόν και ο
πιστός μπορούσε να διάγει τρεις βδομάδες χωρίς τις ενδεδειγμένες λανθάνουσες
τύψεις.
Παλιότερα το πόπολο, πτωχό ον, έτρωγε κρέας λίγες φορές το
χρόνο: Χριστούγεννα (το οικογενειακό γουρούνι), Πάσχα (το αρνί), Τσικνοπέμπτη
(γουρουνίσια κομμάτια), άντε και κανένας γάμος ή μιά ονομαστική γιορτή. Οπότε η
Τσικνοπέμπτη είχε νόημα. Για τον ίδιο λόγο η λέξη απόκρεως ήταν
πιο εύληπτη από τη λέξη αποκριά, την οποία οι περισσότεροι
σήμερα θα συνέδεαν μόνο με καρναβάλια και μεταμφιέσεις. Σίγουρα όχι ή
λιγότερο με την αποχή από το κρέας.
Πάντως, οι ελληνικές παραδόσεις διατήρησαν πολλά στοιχεία
από τους αρχαίους ελληνικούς εορτασμούς, μεταφέροντας αρχαίες συνήθειες στα
σύγχρονα έθιμα παρά την εβραιοχριστιανική αποστείρωση.
Κνίσα από τον Όμηρο και τον Αριστοφάνη, κνισάρι
Η τσίκνα προέρχεται από την αρχαία κνῖσα. Λέξη
που σημαίνει «μυρωδιά, οσμή (ή καπνός) από το ψήσιμο κρέατος». Η λέξη κνῖσα αναφέρεται
στην Οδύσσεια του Ομήρου – Ραψωδία Κ.
… κνισῆεν δέ
τε δῶμα περιστεναχίζεται αὐλῇ ἤματα·
«Το αρχοντικό μυρίζει κνίσα (τσίκνα), όλη τη
μέρα αντιλαλεί η μουσική του αυλού·»
Απαντάται επίσης στους «Ὄρνιθες»
του Αριστοφάνη, στίχοι 1517-1518:
…οὐδὲ κνῖσα
μηρίων ἄπο
ἀνῆλθεν ὡς ἡμᾶς ἀπ᾽ ἐκείνου
τοῦ χρόνου…
«κνίσα ψητού δεν
ήρθε πια εκεί πάνω καμιά σ᾽ εμάς»
Στους Όρνιθες του Αριστοφάνη (414 π.Χ,) ο Πεισθέταιρος με τα πουλιά εμποδίζει την τσίκνα-κνίσα από τις θυσίες να φτάσει στους θεούς. Με αποτέλεσμα να τους κάνει να πεινάνε… από την έλλειψη του τσικνοαρώματος – θυμηθείτε και το βιβλίο «άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ. Αν νομίζετε ότι η ιδέα του κυρίου Ζισκίντ ήταν κατά δική του, ξανασκεφτείτε το…
Εντούτοις, ο Πεισθέταιρος μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις
με Ίριδα, Προμηθέα, Ηρακλή και Ποσειδώνα δίπλα σε τσικνίζον σφαχτό, κλείνει την
υπόθεση. Ο ίδιος νυμφεύεται την όμορφη νεαρή θεά Βασιλεία. Και εν τέλει τα
βρίσκει με τους θεούς, καθότι, η εξουσία ήταν ανέκαθεν γλυκειά και η διαφθορά
γλυκυτάτη.
Κνισάρι
Ας αναφερθούμε εδώ και στην άλλη αρχαία λέξη: το κνισάρι.
Έτσι αποκαλείται η μπόλια, δηλ. ο λιπώδης ιστός/ υμένας του ζώου, που
χρησιμοποιείται κατά το ψήσιμο του κρέατος αλλά και εντοσθίων. Το κνισάρι
τυλίγεται γύρω απ’ το σφαχτάρι πριν το μαγείρεμα/ψήσιμο. Βλ. και φρυγαδέλια
στο φούρνο.
Τότε αφού κάμαν τες ευχές κι ερίξαν το κριθάρι,
/
των σφακτών στρέψαν τους λαιμούς, τα έσφαξαν, τα
γδάραν, /
τα μεριά κόψαν, με διπλό κνισάρι τα σκεπάσαν /
κι επάνω τους ωμά ‘βαλαν κομμάτια και στες
σχίζες (σχισίματα)/
λαμπρό κρασί τα εράντιζε και τα ‘καιεν ο γέρος /
και τα πεντόσουβλα σιμά τ’ αγόρια τού κρατούσαν
Όμηρος, Ιλιάδα, Α459-464. Μετάφραση Ιάκωβος
Πολυλάς
Τσιτακισμός: Πως η κνίσα έγινε τσίκνα
Η λέξη κνίσα μετατράπηκε σταδιακά στη σημερινή λέξη τσίκνα
μέσω του γνωστού φωνολογικού φαινομένου ονόματι «τσιτακισμός«.
Είναι το φαινόμενο ουράνωσης υπερωικών συμφώνων, όπου το σύμφωνο κ ή σ προφέρεται
ως τσ και το σύμπλεγμα γκ τρέπεται σε τζ μπροστά
από τα φωνήεντα ε και ι. Λ.χ. τσάι, κίτρινο
> τσίτριτο, άγγελος > άντζελος, αγκίστρι > αντζίστρι κ.ά. Επίσης, τού τ σε τσ όχι
μόνον πριν από τα παραπάνω φωνήεντα αλλά και πριν από άλλα, όπως λ.χ. αλάτι
> αλάτσι, κτηματάκι > χτηματσάκι, κρεατόμυγα > κρετσόμυγα κ.ά.
Ο τσιτακισμός απαντάται στη νησιώτικη προφορά
του Αιγαίου (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα), στην κυπριακή διάλεκτο, στο ιδίωμα
της Σκύρου, σε ιδιώματα της Χίου, σε τμήμα της Μάνης,
την τσακωνική διάλεκτο, στη Λέσβο, στην οφίτικη Ποντιακή κ.λπ.
Επίσης καταγράφεται σε όλους τους νομούς της Πελοποννήσου. Διαβάστε
περισσότερα εδώ.
Η ελληνική γλώσσα έχει συνέχεια. Πολλές ομηρικές λέξεις των αρχαίων
βρίσκονται στο σύγχρονο λεξιλόγιο και στις νεοελληνικές γλωσσικές ποικιλίες
έχοντας μετατραπεί μέσω του φωνολογικού φαινομένου του τσιτακισμού.
Α μπε μπα μπλομ
Με το συγκεκριμένο γλωσσολογικό φαινόμενο αναφέρεται ότι ένα
παιδικό σύνθημα της Σπάρτης, που λεγόταν ρυθμικά κατά τη διάρκεια στρατιωτικού
παιχνιδιού, εξελίχθηκε στο γνωστό λάχνισμα «α μπε μπα μπλομ».
Ειδικότερα από το παλαιό «απεμπολών του κείθεν εμβολών», όπερ «Σ’
απεμπολώ, απωθώ, σπρώχνω μακρυά, και σε εμβολίζω – με το δόρυ/ακόντιό μου»
προέκυψε το «α μπε μπα μπλόμ του κείθεν μπλόμ».
Λαχνίσματα: από το «λαχνός».
Ή λαγχανίσματα (από το ρήμα «λαγχάνω», γίνομαι χνουδωτός,
πιάνω χνούδι = λάχνη. Διότι τραγουδούνταν μόλις ένα βρέφος
αποκτούσε το πρώτο μαλλάκι του, το πρώτο χνούδι. Ομήρου Ιλιάς. Β,219. Οδύσσεια
λ,320. Πινδ. Ο. 1.110. Σόλων, Ανθ. 27.6 και Στράτων AP 12.178. Λέγονται τα
λαχνίσματα και κληρωσιές. Επειδή μ’ αυτά τα τραγουδάκια
συνήθως έπεφτε κλήρος (λαχνός) σε κάποιον (λάχαινε) η τελευταία συλλαβή, οπότε
τα «φυλούσε» στο κρυφτό ή κυνηγούσε στο κυνηγητό κοκ. Δείτε μια λίστα από
απολαυστικά λαχνίσματα, γνωστά και άγνωστα στο ιστολόγιο Αρχείον Πολιτισμού, από όπου και οι περισσότερες
πληροφορίες.
Ενίοτε τα λαχνίσματα παρουσιάζονται και περιπαικτικά. Και
μάλιστα με νοηματική ενημέρωση, μεταφέροντας εποχιακά ζητήματα στο συλλογικό
εθνικό ασυνείδητο. Μερικά δε, που ανήκουν στην κατηγορία δημοτικών-λαϊκών
τραγουδιών θεωρούνται και ακατάληπτα (ακαταλαβίστικα) ή «μαγικά», ως
εναπομείναντα από παλιά, ποιητικά «ξόρκια».
Πολλά παιδιά φτιάχνουν μια ειδική, συνθηματική
γλώσσα για να επικοινωνούν κρυφά με τους φίλους τους.
Μυστικές γλώσσες υφίστανται παλαιόθεν. «Συνθηματικαί ἢ
μυστικαί γλῶσσαι μνημονεύονται ἀπό τὡν
παναρχαίων χρόνων. Τοιαύτας, ὡς γνωστόν εἶχον, ἐν
χρήσει οἱ μύσται
ἐν τοῖς Ἐλευσινίοις
μυστηρίοις, οἱ Ὀρφικοί,
οἱ
Πυθαγόρειοι καί ἂλλοι φιλόσοφοι, σοφισταί καί ἡγεμόνες,
παραπέμπουν εἰς τούς Δειπνοσοφιστάς τοῦ Ἀθήναιου».
(Δημ. Σάρρος, «Περί τῶν ἐν Ἠπείρῳ,
Μακεδονία καί Θράκη συνθηματικών γλωσσών», Δελτίον τῆς Ἑλληνικής
Λαογραφικῆς Ἑταιρείας,
1923, τ, ζ’, σελ. 521.
Ζηλεύοντας την τσίκνα του γείτονα:
Πτωχοπρόδρομος
Ουδόλως έχει σχέση με τον Όμηρο και τους αρχαίους, όμως οι
συνήθειες, τα έθιμα και ήθη ως καταδεικνύεται έχουν συνέχεια ανά τους αιώνες.
Ιδού λοιπόν οι καταγραφές του (πολύ-πολύ μετέπειτα) Πτωχοπρόδρομου (1115
– 1160 μΧ.). Κατά κόσμον Θεόδωρος Πρόδρομος. Ένας βυζαντινός ποιητής και
συγγραφέας που (θεωρείται ότι) τον 12ο αιώνα έγραψε τέσσερα σατυρικά ποιήματα
σε λόγιο δεκαπεντασύλλαβο, με το τίτλο Πτωχοπροδρομικά… αναφερόμενος με
αυτοσαρκασμό και καυστικότητα στην πείνα και στα γαμήλια δεινά που ο ίδιος
υπέφερε.
Ο καημένος ο Πτωχοπρόδρομος ζηλεύοντας για την τσίκνα (και
την ευχαρίστηση) που αναδυόταν από την αυλή του γείτονά του κάποια
Τσικνοπέμπτη, αναφέρει τα εξής:
«καὶ
βλέπω τὴν ἰστίαν του πῶς συχνοφλακαρίζει,
καὶ
πῶς πολλάκις τῶν κρεῶν ἀπολυόντων τσίκναν,
ποτὲ
δὲ τὴν ἀνθρακιὰν τὴν φοβερὰν ἐκείνην κειμένην βλέπω, βασιλεῦ,
μετὰ
τῶν ὀψαρίων καὶ τσίκναν φέρουσαν πολλὴν
μετὰ καὶ τῶν βρωμάτων,
καὶ
ἐγὼ τσικνώνω διὰ ψωμὶν καὶ οὐκ ἔχω το νὰ φάγω,…»
Βεβαίως, σε σύγκριση με τον Όμηρο και τον Αριστοφάνη,
ο μίζερος, ταλαιπωρημένος από την πολλών κυβικών, καταπιεστική, «μάχιμη
γυναίκα» του (ως την αποκαλεί η wiki) είναι μια ελαφριά συνέχεια στο θέμα.
Όμως, έχουν ενδιαφέρον οι ειδικές αναφορές, καθώς επιβεβαιώνουν τα ζωντανά
έθιμα. Είναι ενδιαφέρον το σχετικό άρθρο εδώ.
Περί των άλλων εβδομάδων του Τριωδίου
Η Τσικνοπέμπτη και η εβδομάδα της έπεται της Προσφωνήσιμης ή
Προφωνής εβδομάδος, όπου οι τελάληδες προφωνούσαν (διαλαλούσαν) τον ερχομό των
Αποκριών. Ενώ, προηγείται της Τυρινής ή Τυροφάγου, στις διατροφικές συνήθειες
της οποίας (με συνταγές) έχουμε ήδη αναφερθεί σε
ειδικό άρθρο. Μ΄αυτήν κλείνει το Τριώδιο και μπαίνουμε στη Σαρακοστή ή
Τεσσαρακοστή, που παραδόξως είναι 49 μέρες!
Γενικά ο αβρααμο-εβραιο-χριστιανισμός, καθολικός,
προτεσταντικός και ορθόδοξος, κόλλησε (εκών άκων) απ΄τους Εβραίους τον ιό του
«μαγειρέματος» των αριθμών – είχαν και μια εξειδίκευση στην τοκογλυφία
ομολογουμένως. Και της ανά τους αιώνες αλλοίωσης των δεδομένων (χρονολογίες,
τόποι, αναφορές, ιστορικά στοιχεία, κλπ γεγονότα, μέχρι και τα δικά τους
ονόματα) κατά πως τους συνέφερε. Αν ζούσε σήμερα ο Πυθαγόρας θα γέλαγε με την
ψυχή του. Ή, θα ήταν ένας άφωνος μεν περίλυπος δε για την έφεση και αντίληψη
των νεοελλήνων.
Συμπέρασμα; Είναι (σχεδόν) θαύμα που η γλώσσα μας συνεχίζει να εκφράζεται και να καταμαρτυρά την ιστορική της συνέχεια. Παρά τις επίμονες προσπάθειες να αποκοπούμε από αυτή. Το ελληνικό ασυνείδητο έχει διαπεράσει τους σκοταδιστικούς αιώνες, ακόμα και όταν μισοφωτίζονταν από μεσαιωνικούς προβολείς και έλαμπαν από κακέκτυπες αναγεννήσεις.
Πηγή:pandespani
Επιμέλεια - Ανάρτηση: Αλέκος Ι. Βαλάσκας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
"Επιτρέπεται η υποβολή σχολίων σχετικών, βέβαια, με το θέμα της κάθε ανάρτησης. Η ελεύθερη έκφραση γνώμης και καλόπιστης κριτικής για τα θέματα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας είναι ευπρόσδεκτη. Αντίθετα, κάθε σχόλιο υβριστικού, προσβλητικού & κακόβουλου περιεχομένου και μάλιστα ανώνυμο θα διαγράφεται."