Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΧΡΙΣΣΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
ΧΡΙΣΣΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΟΣ


Κτισμένη σὲ μίαν παναροματικὴν περίοχην, ἀνατολικῶς τῆς Ἀμφισσης καὶ ἐπὶ τῆς Β.Δ. πλευρᾶς τοῦ Παρνασσοῦ, εὑρίσκεται ἡ Ἱ. Μονὴ τοῦ Προφήτου Ἠλιού.
Ἀπὸ τὴν εὐρύχωρην ἁπλωταριὰν τῆς ἀτενίζεις τὴν θάλασσαν τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, τὰ λιμάνια τῆς Ἰτέας καὶ τοῦ Γαλαξειδίου, τὴν Ἀμφισσα, τὸ Χρισσό, τὶς πλαγιὲς τοῦ Παρνασσοῦ, τῆς Γκιώνας, τῶν Βαρδουσίων εἰς τὸ βάθος.

Διὰ τὴν χρονολόγησιν τῆς Ἱ. Μονῆς βοηθεῖ ἕνα «Χοντζέτι» τοῦ 1572 καὶ ἕνα πατριαρχικὸν Σιγίλλιον, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Ἱ. Μονὴ κηρύσσεται Πατριαρχικὸν Σταυροπήγιον κατὰ τὸ ἔτος 1593, καὶ ἕνα χειρόγραφόν του 1834, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι καταγραμμένη ἡ περιουσία τῆς Ἱ. Μονῆς καὶ δηλοῖ, ὅτι αὕτη εἶχε ζωὴ 815 ἐτῶν, δηλ. ὅτι ἐκτίσθη κατὰ τὸ ἔτος 1019.

Κατὰ τοὺς χρόνους, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν, ἡ Ἱ. Μονὴ ἀπερίσπαστη ἐμεγάλωσε καὶ ἀνεδείχθη εἰς ἰσχυρὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος εἶχε κατωχυρωθῆ μὲ σχετικὰ τουρκικὰ ἔγγραφα.

Η Ἱ. Μονὴ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ὑπῆρξεν ὁρμητήριον καὶ τροφοδότης τῶν ἐπαναστατικῶν δυνάμεων τῆς Ἀνατολικῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Ἔπαιξε τὸν ἴδιον ρόλον εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, τὸν ὁποῖον ἐπαιξεν ἡ Ἁγία Λαύρα εἰς τὸν Μοριᾶν, διὰ τοῦτο ἔχει γραφῆ εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὡς ἡ Ἁγία Λαύρα τῆς Ῥούμελης.

Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ ἔκανε τὸ ξεκίνημά της ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις, μὲ πρωτοπόρους, τὸν Ἐπίσκοπον τῶν Σαλώνων Ἡσαΐαν καὶ τὸν ξακουστὸν ὁπλαρχηγὸν Γερο-Πανουργιᾶ. Οὗτοι, κατὰ τὴν 24ην Μαρτίου 1821, μετὰ τῶν Προεστῶν τῶν Σαλώνων, ἐντὸς τοῦ Καθολικοῦ της Ἱ. Μονῆς τοῦ Προφήτου Ἠλιού, ὠρκίσθησαν καὶ ὕψωσαν τὴν Σημαίαν τῆς Ἐπαναστάσεως. Τότε ἔδωσεν ἡ Ἱ. Μονή, εἰς τὸν Βωμὸν τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ἐλευθείας τριάκοντα ἐκ τῶν ἑκατὸ περίπου Μοναχῶν της, οἱ ὁποῖοι καὶ ἔπεσαν, ἡρωϊκῶς μαχόμενοι, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἐπίσκοπον Ἡσαΐαν, ἐναντίον τῶν Τούρκων, εἰς τὴν Χαλκομάταν.

Ἡ Ἱ. Μονὴ ἐσυνέχισε τὴν δρᾶσιν, καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ Ἀγῶνος, ὡς καταφύγιον καὶ ὁρμητήριον τῶν Ἑλληνικῶν Δυνάμεων, ὡς τόπος ἀναπαύσεως καὶ ἀναῤῥώσεως τῶν λαβωμένων καὶ κυρίως, ὡς τροφοδότης τοῦ Μεγάλου Ἀγῶνος.

Ἔγγραφά της Ἱ. Μονῆς, σχετικὰ μὲ τὴν περίοδον 1821-1827, μᾶς δίδουν σημαντικώτατες πληροφορίες, περὶ τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τοῦ Ἀγῶνος, καὶ περὶ τῶν μεγίστων συνδρομῶν τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Προφήτου Ἠλιού.
Κατὰ τὴν 3ην Αὐγούστου 1825 πολιορκεῖται ἡ Ἱ. Μονὴ ὑπὸ τῶν Τούρκων, μετὰ τοῦ Μετοχίου αὐτῆς. Ἡ ἔλλειψις πολεμοφοδίων, τροφῶν καὶ ὕδατος ἠνάγκασε τοὺς Ἀγωνιστάς, νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Ἱ. Μονήν, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ Τοῦρκοι νὰ καταλάβουν καὶ νὰ καταστρέψουν αὐτήν.

Τὸ 1827 οἱ ἐναπομείναντες Μοναχοί της Ἱ. Μονῆς, ἐλεύθεροι, ἀρχίζουν τὴν ἀνοικοδόμησιν αὐτῆς.
Εἰς τὴν θέσιν τῆς Παλαιᾶς Ἐκκλησίας ἐκτίσθη νέα, μεγαλόπρεπη καὶ ἐστολίσθη μὲ ξυλόγλυπτον Τέμπλον, ἀνεκτίμητου ἄξιας, ἀπαραμίλλου τέχνης, ἔργον Ἠπειρώτου ξυλογλύπτου, μὲ ἁγιορειτικὲς Εἰκόνες τοῦ 1834.

Ἔκτοτε ἡ Ἱ. Μονὴ ἀκολουθεῖ τὴν ἱστορίαν καὶ τὸν ἀγῶνα της.

Ἐδέχθη δυνατὸ κτύπημα ἀπὸ τὴν λαίλαπα τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Οἱ Μοναχοὶ εἶχον σκορπισθῆ καὶ ἔρημη σχεδὸν ὑποκύπτει εἰς τὸν μαρασμὸν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν.

Τὸ 1952 ἀρχίζει ἀργὰ-ἀργὰ ἡ προσπάθεια ἀναδημιουργίας, ἡ ὁποία καὶ συνεχίζεται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, σὺν Θεῷ, μετὰ ἀόκνου ζήλου.

Τὸ 1981 χαρακτηρίζεται, ὡς ἱστορικὸν διατηρητέον Μνημεῖον, διὰ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Ἐπίσης εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἱ. Μονῆς λαμβάνουν χώρα, κατὰ τὴν 24ην Μαρτίου, ἑορταστικοὶ ἐκδηλώσεις, ἐπὶ τῇ ἐπετείω τῆς κηρύξεως τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῶν Τούρκων ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Σαλώνων Ἡσαΐου καὶ τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Γερο-Πανουργιᾶ, ἐντός του Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Μονῆς.

Ἡ Ἱ. Μονὴ πανηγυρίζει κατὰ τὴν 20ην Ἰουλίου, καθ᾿ ἣν τιμᾷ τὴν μνήμην τοῦ Ἁγίου Προστάτου αὐτῆς, Προφήτου Ἠλιού, τοῦ πυρίνου προφήτου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν φλογοφόρον πίστιν του εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν, συνέτριψε τὰ εἴδωλα τῶν δαιμονικῶν θεῶν τῆς ἐποχῆς του. Καὶ ἐδῶ, εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Δελφῶν, ὁποὺ ἄλλοτε ἦτο δαιμονοκρατούμενη, γίνεται δαιμονοκτόνος καὶ εἰδωλοφθορεὺς καὶ κῆρυξ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ γενναῖος Προστάτης τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Ὄντως ἔργον τῆς θείας Προνοίας εἶναι ἡ ἀφιέρωσις τῆς Ἱ. Μονῆς εἰς τοιοῦτον πύρινον προφήτην.
Ἀπὸ τὴν πάλαιαν ἀνδρικὴν Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς ἔμεινε μόνον, ὁ ἤδη ἐπιζῶν, Ἱερομόναχος πατὴρ Συνέσιος, πραότατος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, στῦλος ἀκλόνητος καὶ ἀκρίτης τοῦ πνεύματος, ὁ ὁποῖος μὲ συγκίνησιν καὶ χαρὰν εἶδεν, νὰ ἐπανδρώνεται ἡ Ἱερὰ Μονή του μὲ γυναικείαν πλέον Ἀδελφότητα, ἀποτελούμενην ἀπὸ ὀκτὼ μοναχὰς μὲ Καθηγουμένην τὴν Ὀλυμπιάδα μοναχήν.

Ἡ νέα γυναικεία Ἀδελφότης, μὲ τὰς ὁλόψυχους εὐχὰς καὶ τὴν ἀμέριστον συμπαράστασιν τοῦ φιλομονάχου Ἀρχιερέως Φωκίδος κ.κ. Ἀθηναγόρου, ἅμα τὴ εἰσόδῳ αὐτῆς τὸ ἔτος 1988, ἐπιδίδεται εἰς γενικὴν ἀνακαίνισιν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, παραλλήλως πρὸς τὴν πνευματικὴν οἰκοδομήν, τοῦ ἐσωτερικοῦ καταρτισμοῦ καὶ τὴν ἁγίαν λατρευτικὴν ζωήν της.

Ἔτσι, παραλλήλως πρὸς τὴν ἡρωϊκὴν καταγωγήν της, ἡ ἱστορικὴ Μονὴ τοῦ Προφήτου Ἠλιού, ἀνακτᾷ καὶ πάλιν τὸν ἡρωϊσμὸν τοῦ ἀδιαλείπτου ἀγῶνος τῆς ἀρετῆς, τῆς προσευχῆς, τῆς καθάρσεως καὶ τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας τῶν ἐνασκούμενων εἰς αὐτήν.

Αἱ ἀδελφαὶ μοναχαὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν βυζαντινὴν Ἁγιογραφίαν, μὲ τὴν ἱεροραπτικήν, μὲ τοὺς κήπους καὶ τοὺς ἐλαιῶνας, μὲ τὰ ζῷα, ἀργότερον δὲ μὲ τὴν μελισσοκομίαν. Ἡ Ἱερὰ Μονὴ ἔχει τὸ παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ σχεδιάζει, νὰ ἀνεγείρῃ τὰ παρεκκλήσια τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου, τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, τοῦ ἁγίου Τρύφωνος, τῆς ἁγίας Ὀλυμπιάδος καὶ τῶν ἁγίων ἐν Ἄθῳ πατέρων.
Στόχος καὶ εὐχὴ ὅλων εἶναι, νὰ γίνῃ τὸ Μοναστήρι τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ καὶ πάλιν ἡ πνευματικὴ τροφοδότρια τῆς Ρούμελης.

Τὸ σπουδαιότερον κόσμημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἶναι τὸ ξυλόγλυπτον αὐτῆς Τέμπλον. Εἶναι ἔργον τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ συγκεκριμένα τοῦ ἔτους 1834.

Ἡ ξυλογλυπτικὴ σύνθεσις τοῦ Τέμπλου καὶ ἡ ἐπιμελεστάτη ἐκτέλεσίς του καθιστοῦν αὐτὸ μοναδικὸν εἰς τὸν Στερεοελλαδικὸν χῶρον. Πραγματικῶς, ὄχι μόνον ὁ ἁπλὸς ἐπισκέπτης, ἀλλὰ καὶ ὁ μελετητὴς αὐτοῦ τοῦ ἔργου θαυμάζει. Εἰς ἕνα μικρὸν σχόλιον τοῦ Δ. Σταμέλου ἀναφέρεται χαρακτηριστικά, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἔργα τῆς λαϊκῆς ξυλογλυπτικῆς, ποὺ σὲ ἐντυπωσιάζει ἄμεσα, βαθύτατα καὶ σὲ προβληματίζει μὲ τὸ θρησκευτικὸν δέος, ποὺ ἀποπνέει. Ἔχει μίαν δύναμιν, ποὺ αἰχμαλωτίζει ἔτσι καθὼς μορφὲς καὶ σκηνὲς ἀπὸ τὴν Πάλαιαν καὶ Καινὴν Διαθήκην ἔχουν ἀποδοθῆ μὲ τόσο συγκλονιστικὸν τρόπον. Μονάχα ἕνας μεγάλος καλλιτέχνης, ἕνας ἄνθρωπος ἐμπνευσμένος μὲ πίστιν μποροῦσε, νὰ τὸ φιλοτεχνήσῃ.

Περὶ τοῦ τεχνίτου δυστυχῶς οὐδὲν ἀκριβὲς γνωρίζομεν. Ἡ ταπεινοφροσύνη του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε, νὰ χαράξῃ ἐπὶ τοῦ τέμπλου τὸ ὄνομά του καὶ τὴν χρονολογίαν τῆς κατασκευῆς του. Ὑπάρχει ἡ γνώμη, ὅτι ὁ τεχνίτης κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἤπειρον καὶ εἶναι ὁ Ἀναστάσιος Μόσχος ἀπὸ τὸ Μέτσοβον. Ὁ τεχνίτης, βαθὺς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, συνθέτει ἕνα ἁρμονικὸν σύνολον μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὴν Παλαιὰν καὶ Καινὴν Διαθήκην, τὰ Συναξάρια τῶν Ἁγίων καὶ τὴν Ἀποκάλυψιν.


Ἡ Παράδοσις διασῴζει καὶ ἕνα συγκινητικὸν γεγονός, διὰ τὸν τεχνίτην τοῦ Τέμπλου. Λέγεται, ὅτι ἐρχόμενος οὗτος, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν, εἰς κάτι διεφώνησεν μὲ τοὺς Μοναχοὺς καὶ ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Κατερχόμενος τοῦ Μοναστηρίου ἐνεφανίσθη ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἄγνωστος σεβάσμιος γέρων, ὁ ὁποῖος τὸν ἠρώτησε, διατὶ δὲν ἀνέλαβε τὴν ἐργασίαν. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ τεχνίτου ὁ γέρων προέτρεψεν αὐτόν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἀμέσως εἰς τὴν Μονήν, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ δημιουργήσῃ, ὅ,τι καλλίτερον δύναται. Καὶ ἀμέσως ἐξηφανίσθη. Ὁ ἄγνωστος γέρων ἦτο ὁ ἅγιος ἔνδοξος Προφήτης Ἠλίας. Πράγματι ὁ τεχνίτης ἐπέστρεψεν ἀμέσως καὶ κατεσκεύασε τὸ ἀνεπανάληπτον καὶ ὑπέροχον Τέμπλον, ἐργασθεὶς φιλοπόνως καὶ ὑπομονετικῶς ἐπὶ εἴκοσι συναπτὰ ἔτη, ἕως ὅτου ἐπεράτωσε τὸ ἔργον.

ΠΗΓΗ:http://users.uoa.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου