Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Απ' τον κούρο στο σκουτί


Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται. 
Αφηγείται η  Αρετή  Π. Κατοίκου στην Βασιλική Χριστοπούλου.


Αρετή Π. Κατοίκου


Βγαίνοντας ο Μάης κουρεύαμε τα πρόβατα με μεγάλα ψαλίδια που τα λέγαμε «κουροψάλιδα». Κάναμε δανεικαριές, μαζευόμαστε πότε στον ένα πότε στον άλλο τσοπάνο. Ψέναμε και κανά σφάγιο και όταν τελειώναμε, τρώγαμε , πίναμε και χορεύαμε. Το κρασί το βάζαμε στις «τσίτσες», ξύλινα στρογγυλά δοχεία από χοντρή φλούδα πεύκου. Είχαν κεντήδια απέξω, στρογγυλό στενό λαιμό και μια τρύπα στην άκρη, τη «βιγλίτσα» για να παίρνει αέρα και να τρέχει καλύτερα το κρασί από στόμα σε στόμα. Το βούλωμα της βιγλίτσας και της τσίτσας ήταν από ξύλο. Τρώγαμε «κοσμάρ» τρυφερό τυρί λιωμένο και ανακατεμένο με αλεύρι μπομπότα, μέσα από «κουτλάδια» (χαλκοματένια δοχεία με χερούλι που τα γανώναμε δυο φορές το χρόνο) και καμιά πίτα.

Μόλις κουρεύανε το κάθε πρόβατο, τα μαλλιά τα στρίβανε, τα κομποθιάζανε και τα πετάγανε σε μια βελέντζα. Σε μερικούς χτούραγε πολύ ο κούρος. Ο Γιώργος ο Κολοκύθας ήταν γρήγορο ψαλίδι, δύο πρόβατα εκείνος ένα οι άλλοι. Τα μαλλιά τα βάζαμε σε τσουβάλια , τα φορτώναμε στα ζα και τα κατεβάζαμε στο χωριό. Ανάβαμε φωτιά στο καζάνι και τα βάζαμε ένα – ένα κομμάτι σε καυτό νερό, τα γυρίζαμε μ' ένα μακρύ ξύλο και τα κοπανάγαμε στην κουρίτα. Δυο φορές ζεμάτισμα και κοπάνισμα το καθένα. Ύστερα τα βάζαμε σε κόφες (κοφίνια), στραγγίζανε, φορτώναμε τις κόφες στα ζα και πηγαίναμε στο ποτάμι, στον Πόρο, στο Πατερό, όπου είχε άπλα. Φτιάχναμε γούρνα με λιθάρια και τα ξεβγαίναμε μέχρι να ξαστερώσει το νερό. Μέσα στις κόφες πάλι, τα γυρίζαμε στο χωριό και τ' απλώναμε στο χαγιάτι, στην αυλή, να στεγνώσουν καλά.

Πιάναμε ύστερα το ξάσιμο. Ανοίγαμε με τα χέρια τα μαλλιά και ύστερα τα περνάγαμε από λανάρια, το χοντρό και ψιλό λανάρι. Το λανάρι ήταν τετράγωνο ξύλο σαν καρέκλα με όρθια σύρματα, ύστερα φτιάχναμε τη τζούπα. Γυρίζαμε δηλαδή το μαλλί σα στρογγυλή μπάλα, όχι σφιχτή και τη δέναμε στην πλάκα της ρόκας. Με το αριστερό κρατάγαμε τη ρόκα, με το δεξί στρίβαμε τη κλωστή και τη γυρίζαμε στο αδράχτι, ψιλό γνέμα (κλωστή) για στιμόνι, χοντρό για υφάδι. Ιδιάζαμε τα γνέματα στη διάστρα, μετράγαμε τις οργιές πάνω – κάτω στις πρόκες που ήταν καρφωμένες στο χώμα και τα τυλίγαμε στο αντί (εξάρτημα του αργαλειού). Από το αντί παίρναμε κλωστές και τις περνάγαμε στα μιτάρια και το χτένι, ήταν έτοιμο για τον αργαλειό.

Το υφάδι το βάζαμε σε μασούρια στο μαγγάνι και το μασούρι στη σαΐτα. Περνάγαμε τη σαΐτα στο υφάδι μια με ένα χέρι και μια με το άλλο, πατάγαμε τις πατήθρες του αργαλειού σε κάθε πέρασμα της σαΐτας και κοπανάγαμε με το ξυλόχτενο το υφάδι. Το σκουτί για τις πατατούκες το πηγαίναμε στο μαντάμι και τις γινομένες στη νεροτριβή.

Τα χρωματιστά σκουτιά τα βάφαμε με φύλλα και ρίζες. Μαζεύαμε λάπαθα, τα στουμπάγαμε, τα βράζαμε στο καζάνι, ρίχναμε μέσα το σκουτί το λαπαθιάζαμε και γινότανε ανοιχτό μπέζ.

Τη σαριά, το σκούρο νερό που έμενε από το πλύσιμο των μαλλιών και μύριζε άσχημα, το βάζαμε σε χαμηλή φωτιά, βάζαμε λουλάκι σε σακουλάκια, τα λιώναμε στη σαριά και αφήναμε μέσα το σκουτί οκτώ μέρες. Ύστερα τα περνάγαμε στην αλισίβα και γινότανε ένα βαθύ μπλέ. Με φύλλα καναπίτσας βάφαμε τα πράσινα. Στουμπάγαμε και βράζαμε τη ρίζα από το ριζάρι που φύτρωνε στην απάνω Σουβάλα και βάφαμε τα κόκκινα. Τα χρώματα αυτά δεν ξεθώριαζαν ποτέ.

Θυμάμαι και λίγα στιχάκια από τα τραγούδια που έλεγε η μάνα μου όταν έγνεθε ή ύφαινε:

Με γέλασε μία χαραυγή τ’ αστρί και το φεγγάρι
και βγήκα νύχτα στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια
ακού’ τα πεύκα να βογκούν και τις οξυές να τρίζουν
και τα γιατάκια των κλεφτών βαριά ν’ αναστενάζουν,

Σε στρώμα δεν κοιμήθηκα, ζεστό ψωμί δεν έφαγα 
το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα.

Τι έχουν της Γούρας τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα; 
Καν΄η βροχή τα πλάκωσε καν΄το βαρύ χαλάζι. 
Ουδ’ η βροχή τα πλάκωσε ουδέ βαρύ χαλάζι. 
Κουτσουκανής επέρασε καβάλα τα’ αλογό του.

Δεληβοριάς διαλάλησε σ’ ούλα τα κατιλίκια 
όσα καράβια τ' άκουσαν λιμάνι παν να πιάσουν.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου