Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Έφοδος στις Φυλακές Λιβαδειάς: Έγινε τη νύχτα της 5ης προς την 6η Μαρτίου 1943

 

φωτογραφικό υλικό από το βιβλίο του Νικηφόρου: 
ΑΝΤΑΡΤΗΣ στα βουνά της Ρούμελης (β΄ τόμος)







Το χρονικό της εφόδου από το βιβλίο του του Γεωργίου Γάτου:
Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΦΩΚΙΔΑ
ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ



Το Υπαρχηγείο Παρνασσίδος του ΕΛΑΣ με τους διακόσιους πενήντα άνδρες του βρισκόμασταν στο χωριό Γλούνιστα Λοκρίδας, με Διοικητή το θρυλικό Διαμαντή - Δημητρίου. Αυτή τη μέρα έφτασε στη Διοίκηση μια είδηση, ότι στη Λιβαδειά οι Ιταλοί θα εκτελούσαν εφτά πατριώτες. Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του Δ. Δημητρίου (ο μπάρμπα – Νίκος) και η μάνα του Δήμου Τσόκα (Παρνασσιώτη), η θεια-Σοφία. Άμα νύχτωσε, έγινε συγκέντρωση. Εκεί μας ανακοίνωσαν ότι απόψε ένα τμήμα ανδρών θα πάει σε μια επικίνδυνη αποστολή. Επειδή η αποστολή αυτή ήταν επικίνδυνη, ζητάνε να βγει στην άκρη όποιος θέλει. Μόνο εθελοντές θα αναλάβουν την εκτέλεση της αποστολής αυτής. Πολλοί αγωνιστές άρχισαν να φωνάζουν «κι εγώ κι εγώ». Όταν οι εθελοντές συμπλήρωσαν το νούμερο εβδομήντα πέντε, ο Διαμαντής φώναξε:
– Φθάνουν.

Με το θάμπωμα, ξεκινήσαμε. Τότε μας είπαν οι άνδρες της ομάδας των εβδομήντα πέντε αγωνιστών:
– Πάμε να καταλάβουμε τις φυλακές της Λιβαδειάς από τους Ιταλούς για να απελευθερώσουμε τους εφτά που έχουν για εκτέλεση μαζί με όλους τους κρατούμενους.
Επικεφαλής της αποστολής ήταν ο Δ. Δημητρίου. Στο δρόμο πήραμε μαζί μας
και ένα χωροφύλακα, τον Γιώργο Καραχάλιο από το χωριό Σουβάλα. Ήταν χωροφύλακας στη Φρουρά της φυλακής που πηγαίναμε. Είχε φέρει προηγουμένως συνοδεία κρατουμένων στη φυλακή της Άμφισσας και από κει το ’σκασε και ήρθε στον ΕΛΑΣ. Τα μεσάνυχτα φθάσαμε στα Καλύβια Δαδιού. Εκεί μας περίμεναν μερικοί αγωνιστές ντόπιοι της πολιτικής οργάνωσης του Δαδιού και οι οποίοι είχαν ανησυχήσει για την αργοπορία μας. Αφού γευματίσαμε κάτι, πέσαμε για ύπνο.
Με το χάραμα ξεκινήσαμε και φτάσαμε στη Δαύλεια Λιβαδειάς πριν το μεσημέρι. Σταματήσαμε σε ένα σπίτι στην κορυφή του χωριού. Οι εφεδροελασίτες είχαν αναλάβει την περιφρούρησή μας. Έτσι, πέσαμε για ύπνο ως τις 4 το απόγευμα.
Πρώτη φορά στο αντάρτικο ως τότε, είχαμε κοιμηθεί 6 ώρες και με τόση ξεκούραση. Το σούρουπο ξεκινήσαμε για τη Λιβαδειά. Η ιερότητα του σκοπού και η διάθεση του ριψοκίνδυνου της αποστολής μάς έδιναν φτερά στα πόδια.
Κοντά στα μεσάνυχτα φθάσαμε κοντά στην πόλη, στο χωριουδάκι στην πλαγιά τα Πέρα Κονάκια. Εκεί καθίσαμε κάπου 20 λεπτά και οριστικοποιήσαμε το σχέδιο εφόδου της φυλακής. Χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες (πεντάδες). Στην πρώτη πεντάδα και ο Χωροφύλακας Γιώργος Καραχάλιος. Αυτή η πεντάδα, που ήμουν και εγώ, ανέλαβε να συρθεί έρποντας και με μεγάλη προφύλαξη ως τις εξωτερικές σκοπιές της φυλακής και από κει να δράσουμε ακαριαία να συλλάβουμε τους τρεις σκοπούς χωροφύλακες στα χέρια, αλλά χωρίς να πέσει ντουφεκιά. Αν στους σκοπούς της φυλακής εδίδετο η ευκαιρία να ρίξουν έστω και μια ντουφεκιά, η επιχείρηση ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Γιατί σε 750 μέτρα πιο πάνω ήταν ο καταυλισμός ενός τάγματος Ιταλών, όπως μας είπε ο Γιώργος. Η δε περίπολός τους περνούσε έξω από τη φυλακή κάθε μισή ώρα. Η δεύτερη πεντάδα θα ερχόταν πίσω από την πρώτη. Μόλις η πρώτη θα έπιανε τους σκοπούς, θα τους παρέδινε σ’ αυτή. Στη συνέχεια, η δεύτερη πεντάδα θα πήγαινε να συλλάβει την άλλη δύναμη της Φρουράς στο υπνοδωμάτιό τους. Ενώ η πρώτη θα έτρεχε στην κεντρική πόρτα της φυλακής και στη συνέχεια στους θαλάμους των κρατουμένων με προτεραιότητα αυτούς που είχαν στην απομόνωση για εκτέλεση. Η τρίτη πεντάδα θα έμενε κάτω στο γεφυράκι με σκοπό να καλύψει την υποχώρησή μας ή θα βοηθούσε όπου θα δημιουργείτο ιδιαίτερη ανάγκη.
Αφού κοιτάξαμε τα σημάδια του τόπου για προσανατολισμό, ξεκινήσαμε, φτάσαμε στο γεφυράκι, το περάσαμε. Περπατάμε βιαστικά, σκυφτά, ανάλαφρα σαν τα γατιά, με το δάκτυλο στη σκανδάλη. Οι ματιές μας ανιχνεύουν το χώρο σβέλτα και σε όση απόσταση επιτρέπει το σκοτάδι. Η πόλη είναι σκοτεινή και αυτό μας εξυπηρετεί απόλυτα. Φτάνουμε στα 20 μέτρα. Ως εκεί μας κρύβει στο πλησίασμά μας ένας  χαμηλός τοίχος του δρόμου. Το κρύο βελονιάζει το κορμί μας. Αντικρίζοντας τα ντουβάρια της φυλακής συναντάμε μια ευνοϊκή έκπληξη. Οι τρεις σκοποί χωροφύλακες, ντουρτουρίζοντας από την παγωνιά, έχουν κατέβει κάτω από τις σκοπιές, έχουν ανάψει  φωτιά κοντά σε γωνιά της φυλακής προς το δρόμο και οι τρεις μαζί και πυρώνονται.
Κοντοστεκόμαστε, παίρνουμε την τελευταία ανάσα. Οι τρεις πρώτοι, ο Μήτρος, ο Γιώργος και εγώ –ο Γ. Πολυχρόνης δεξιά, ο Δημητρίου αριστερά κι εγώ στη μέση – ορμάμε σαν αστραπή και πέφτουμε απάνω τους. Ένας σκοπός πήγε να φωνάξει. Ένα ξαφνικό «Άλ...», αλλά τρώει ένα χαστούκι προτού αποτελειώσει τη λέξη και του βουλώσαμε το στόμα:
– Μην κουνηθεί κανένας. Ψηλά τα χέρια. Είμαστε αντάρτες του ΕΛΑΣ. Δεν ήρθαμε για σας. Ήρθαμε να απελευθερώσουμε τους κρατούμενους πατριώτες. Τα χάσανε. Τους αρπάζουμε τα όπλα:
– Εμπρός, προχωράτε. Μη φοβάστε. Μαζί μας έχουμε και το συνάδελφό σας, το Γιώργο. Πού είναι οι άλλοι της Φρουράς;
– Κοιμούνται στο θάλαμο δίπλα...
Φθάνει η δεύτερη πεντάδα μας. Τους παίρνει και πηγαίνουν στο υπνοδωμάτιό τους. Βρίσκουν τους άλλους στον ύπνο και τους παίρνουν τα όπλα. Στη συνέχεια τους ξυπνούν και τους σηκώνουν γρήγορα-γρήγορα και τους παίρνουν μαζί τους  προς το γεφυράκι κάτω. Εμείς, με την παράδοση της Φρουράς στη δεύτερη πεντάδα, τρέχουμε στην αυλή της φυλακής. Ο Γιώργος, ο χωροφύλακας  – ήταν ο Γιώργος Λάμπρου, αργότερα καπετάν Άσσος  –  μας είπε που κοιμάται ο φύλακας με τα κλειδιά των θαλάμων. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο, όπως μπαίνουμε από την κύρια είσοδο αριστερά. Την πόρτα ο φύλακας την είχε συρταρωμένη από μέσα. Τότε ο Δημητρίου και εγώ βάζουμε τις πλάτες μας και σπρώχνουμε με όλη τη δύναμή μας. Η πόρτα τινάχτηκε πίσω. Από τον κρότο ξύπνησε ο φύλακας. Μόλις μας είδε με τα γένια και τα όπλα έμεινε άναυδος. Του κόπηκε η λαλιά. Του ζητάμε τα κλειδιά αμέσως. Με νόημα μας έδειξε πού τα έχει. Τα παίρνει ο Δημητρίου και ανεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά για να ανοίξει τους θαλάμους.
– Εσύ, μου λέει, Νίκο, πιάσε την πόρτα και πρόσεχε μη σου φύγει ο φύλακας. Αν δεις την ιταλική περίπολο να έρχεται προς τα εδώ, ρίξ’ τους χειροβομβίδες Μιλς και θα πηδήσω κι εγώ να φύγουμε...  Οι άλλοι τρεις της πεντάδας μας φυλάγανε πιο πέρα. Προσπαθεί ο Δημητρίου να ανοίξει, δεν τα κατάφερνε. Τα κλειδιά είναι πολλά. Φωνάζει:
– Νίκο, φέρε το φύλακα πάνω γρήγορα.
Προχωρώ προς τα έξω. Φωνάζω σιγά τον Πολυχρόνη να έρθει στη θέση μου. Ανεβάζω αμέσως το φύλακα. Παίρνει τα κλειδιά και άνοιξε με μιας τις πόρτες. Πρώτα το θάλαμο των μελλοθανάτων. Πετιούνται απάνω οι μελλοθάνατοι τρομαγμένοι.
– Πατέρα, εγώ ο γιος σου είμαι.
– Παιδιά μου, πώς τολμήσατε;
– Θεια – Σοφία Τσόκα, εγώ είμαι, ο Καλοπήτας ο Νίκος.
– Παιδάκια μου, παλικάρια μου, λεβέντες μου, να ζήσετε σαν τα ψηλά βουνά.
– Εμπρός, γρήγορα– γρήγορα, περάστε όλοι έξω να φύγουμε. Δε θα πάρετε τίποτα από τα πράγματά σας. Πετιούνται όλοι αμέσως τροχάδην έξω. Τους παραλαβαίνουν οι τρεις αντάρτες και τρέχουν προς το γεφυράκι. Εμείς οι δύο ανοίγουμε δίπλα το μεγάλο θάλαμο. Εκεί μέσα ήταν, όπως μας είπαν, εξήντα τρεις κρατούμενοι, δικασμένοι και υπόδικοι.
– Λεβέντες, ακούστε. Εμείς είμαστε αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Αυτή τη στιγμή ανέλπιστο αυτό που άκουγαν και έβλεπαν μέσα στη νύχτα· δεν πίστευαν στα μάτια τους και τα αφτιά τους. Από το βάθος του θαλάμου ακούστηκε μια φωνή ενός κρατουμένου:
– Εμείς δεν ξέρουμε ποιοι είστε και τι μας λέτε. Δεν έχουμε καμιά δουλειά μαζί
σας.
– Είμαστε αυτοί που σας είπαμε· δεν μας βλέπετε; Κι ακόμα σας λέμε, ότι είμαστε συγγενείς των μελλοθάνατων που ήταν δίπλα σας, απομονωμένοι. Είναι για εκτέλεση και αυτή τη στιγμή τους απελευθερώσαμε, έφυγαν.
Συνήλθαν αμέσως από τρομερό δίλημμα. Σηκώθηκαν βιαστικά σαν ελατήρια στην πόρτα και εξαφανίστηκαν. Το παλικάρι που φώναξε πρωτύτερα ήταν ο Νίκος Νικολάου από το Δίστομο. Τρέχουν σαν μεθυσμένοι, σαν τρελοί μες στο σκοτάδι, από χαρά, για να συναπαντήσουν το φως της ελεύθερης μέρας. Το γλυκύτερο φως του κόσμου!
Εμείς, φεύγοντας προς το γεφυράκι, πήραμε μαζί μας και το φύλακα. Εκεί τον δέσαμε σε ένα δέντρο, ώσπου να απομακρυνθεί η φάλαγγα των απελευθερωμένων.

Του είπαμε, το πρωί που θα τον βρουν οι Ιταλοί, να τους πει πως είμαστε αντάρτες του ΕΛΑΣ, πολλοί, και πως σε λίγες μέρες θα πάμε και θα τους χτυπήσουμε. Το πρωί φθάσαμε στη Δαύλεια. Μαζί μας και η φρουρά της φυλακής. Μαζί και ο επικεφαλής της φρουράς Θύμιος Καραγκούνης από τους Δελφούς. Μείναμε το βράδυ στην Αγιά-Μαρίνα μαζί με τη Φρουρά, μοιραστήκαμε το λίγο φαγητό μας, αντάρτες και φρουρά εξίσου. Το άλλο πρωί είπαμε στη Φρουρά, είναι ελεύθεροι να φύγουν να πάνε στα σπίτια τους. Οι τρεις σκοποί της φυλακής έκλαιγαν και επιμένανε να ’ρθουν μαζί μας. Τελικά τους πήραμε. Στο Θύμιο Καραγκούνη δώσαμε και το πιστόλι του και πήγε στο σπίτι του στους Δελφούς. Όλη την Κατοχή ήταν στον Εφεδρικό και πάλεψε ενάντια στους κατακτητές παλικαρίσια. Και η όλη η στάση του ήταν υποδειγματική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου