Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Για λίγο λάδι κι' ελιές

Παναγιωτίτσα Ι. Σκουρογιάννη

Η Παναγιωτίτσα Ι. Σκουρογιάννη αφηγείται στην Βασιλική Χριστοπούλου στο βιβλίο: 
Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται

Σαν τώρα το χινόπωρο, πααίναμε να μαζέψουμε λάδι κι ελιές, πριν μας πιάσει ο χειμώνας. Δεν είχαμε, λίγοι ήταν εκείνοι που είχαν.
Τοπόλια, Χρυσό, Άμφισσα, Δελφοί, Σερνικάκι, Κουκουβίστα, άλλοτε πααίναμε στα πάνω χωριά, άλλοτε κάτω στην Άμφισσα.
Μαζευόμασταν παρέα έξι – οκτώ – δέκα νοματαίοι, άνδρες και γυναίκες , την ίδια δουλειά κάναμε όλοι. Κοιτάγαμε να ταιριάζουμε. Θέλαμε και κείνον πούλεγε τραγούδια, τον άλλο πούλεγε αστεία. Στον δρόμο κουβεντιάζαμε, γελάγαμε, τραγουδάγαμε, άμα όμως δεν είχαμε πουλήσει καλά, γυρίζαμε πικραμένοι. Καλή παρέα ήταν ο Λάμπρος και η Παναγιού Νηστικούλη, τραγούδαγε καλά η Παναγιού και ο Λάμπρος ήξερε πολλά τραγούδια κι έλεγε αστεία, η Τσαρούχαινα, η Ασήμω τ΄ Παπαθόδωρου, ο Γιάννης ο Παπαθανάσης είχε μαντάμι και κουβάλαγε βελέντζες, κι άλλοι.
Άσωτος ο δρόμος να πας και νάρθεις, ατελείωτος! Πόσα τέτοια ταξίδια έχω κάμει! Ο Γιάννης δε ‘ρχότανε, είχε πάθει από κρύο. Ξεκινάγαμε νύχτα, φορτώναμε τα ζα με ότι είχαμε περισσευούμενα, αν είχαμε καμιά ψίχα φακή, κανά κουκί, φκιάναμε και ντομάτα πελτέ, 5 – 6 κιλά, καλαμπόκι, φασόλια, ότι είχαμε.
Στην Κουκουβίστα πααίναμε παλιά ρούχα για να φέρουμε 5 –10 οκάδες πατάτες, δε βάζαμε εδώ γιατί ήμασταν έξυπνοι! Ξέρεις που είναι η Κουκουβίστα; Τώρα έγινε πολιτεία πήγα προχθές, πρώτα ήτανε χάλια, τι να ιδείς τώρα, σπίτια ωραία, πλατείες! Άμα πααίναμε χαμηλά από το 51, εκεί στο χάνι του Ζαγκανά, κολατσίζαμε, ότι είχε ο καθένας, ένα αυγό, λίγο τυρί, ψωμί, καμιά λιά. Φεύγαμε νύχτα για να προλάβουμε να φτάσουμε νωρίς, να πουλήσουμε μέχρι το βράδυ και τ΄ άλλο πρωί, και να ματαφύβγουμε, νύχτα φτάναμε πίσω. Δε θέλαμε να επιβαρύνουμε τα ξένα σπίτια, να καθόμαστε παραπάν΄ κι εμείς και τα ζα μας.
Είχαμε φίλους και κουμπάρους σε όλα τα χωριά, τους γνωρίζαμε, μας γνωρίζανε, πααίναμε και ματαπααίναμε, τώρα χαθήκανε όλοι, χαθήκανε κι εμείς. Ξεπεζεύαμε στα σπίτια τους, μας βοηθάγανε να πουλήσουμε, μας φιλεύανε ελιές, τους φιλεύαμε κι εμείς, καλός κόσμος! Όσα δε δίναμε τα κρατάγανε, τα πουλάγανε,  και άμα μας σωνότανε το λάδι ματαπααίναμε και μας τα δίνανε.
Ερχόντουσαν κι αυτοί όταν γενότανε το παζάρι του Δαδιού, τους περιποιόμασταν, κοιμόντουσαν στο χαγιάτι.
Άμα γυρίζαμε δε μπορούσαμε δυό – τρεις μέρες να κατεβούμε τις σκάλες , πιανόμαστε, τρίβαμε, πλέναμε τα ποδάρια μας, χάλια. Πααίναμε και στην Αράχωβα, μια φορά θυμάμαι φορτωμένη 5 – 6 οκάδες αραβοσίτι απ΄την κορυφή στον πάτο της Αράχωβας και πίσω απάν για ένα κιλό λάδι! Λεφτά δε θέλαμε. Κείνες οι κδέλες στη Δεσφίνα, το χωριό του γαμπρού μου Κώστα της Αθανασίας, ατελείωτες, και για την Ιτιά το ίδιο, έχεις περάσει, τις είδες;
Από βροχή και χιόνια τίποτα άλλο. Μια βολά ερχόμαστε απ΄το Χρυσό, φτάσαμε στην Τοπόλια, άρχισε το χιόνι, ξεπεζέψαμε και περπατάγαμε γιατί μας έκοβε το κρύο, μοναχά η Τσαρούχαινα δε ξεπέζεψε ντιπ. Μουσκέψανε τα φουστάνια, παγώσανε, χτυπάγανε στα ποδάρια μας, ματώσανε. Αμάν είπαμε. Φτάσαμε στη Γραβιά, είπαμε να μείνουμε, που να μείνουμε; Άντε και σιγά – σιγά και μπροστά και τορό, φτάσαμε. Την άλλη μέρα είχαμε δυο μέτρα χιόνι, αν καθόμασταν θα κλεινόμαστε δυο – τρεις μέρες στη Γραβιά.
Στο Ριγίνι και στο Μόδι είχανε πέραση τα χοντρά φασόλια, αλλάζαμε με σιτάρι για σπόρο. Τότε που ΄ρθανε οι Γερμανοί, ήμασταν με την Κρουστάλω στο Ριγίνι οι δυο μας. Μας λένε μπήκανε οι Γερμανοί στο Δαδί. Φτάνουμε στο Μόδι, εκεί ήταν παντρεμένη η συμπατριώτισσά μας Τασούλα τ΄ Ταλατούνη, μας λέει τώρα – για φόρτωσε και πάει ο Θύμιος ο Καρούζος, σαλαγάτε θα τον φτάσετε. Κινάμε, φτάσαμε στο τρένο, τίποτα, πάμε στο Δαδί, σκιαζόμασταν, δυο γυναίκες ήμασταν, προχωράμε στα Δαδιώτικα Καλύβια. Νύχτωσε, βλέπει η Κρουστάλω ένα φως, πάει εκεί, φωνάζει, βγαίνει ένας φύλακας, καθήστε αυτού, λέει. Πάει μας ανοίγει μια αχυρώνα, ξεφορτώσαμε. Είχαμε φορτωμένα τα ζα με σιτάρι. Μας λέει, βάλτε πίσω από την πόρτα τα σακιά κι όποιος βροντήξει να μην ανοίξετε, εγώ θα είμαι τ΄ απάν μέρος, θα σας ακούσω. Καλός κόσμος. Έφεξε κι ήρθαμε εδώ και δεν ξέραμε τι γινότανε.
Φοράγαμε τσαγκάρικα παπούτσια με πρόκες από κάτω για να μη χαλάνε, τάφτιαχνε ο Παναής, και καμιά φορά ποδέστρες από τομάρι γουρουνιού, ήταν αλαφρότερα, ότι είχε ο καθένας.
 Ντυμασιά είχαμε το φουστάνι, το μπουλκάκι με γνεστά γνέματα, την τσούκνα, φάδι – στιμόνι μάλλινα και γενομένη στο μαντάμι, που τη βάφαμε με λουλάκι. Ρόμπα σπάνια να δεις. Φκιάναμε και παντελόνια και σακάκια από τσούκνα. Άμα φέρναμε 10 οκάδες λάδι ήτανε μεγάλη επιτυχία, το βάζαμε σε μικρά τενεκεδάκια, που να βρεις μεγάλο πετρελαίι τότε! Το γυάλινο μπουκάλι ήτανε σπάνιο είδος. Είχε ο πεθερός μου και το καμάρωνε.
Θες να σ’ πω κανά τραγούδι απ’ αυτά που λέγαμε, αλλά δεν τα θυμάμαι παδάκι μ’, λέγαμε πολλά τόσες ώρες που πααίναμε.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου