Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ(2).. ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΒΑΣ

Ως γνωστόν, στον Άγιο Λουκά στις 3 Μαΐου, οι Σουβαλιώτες γιορτάζουν την εύρεση της εικόνας του Αγίου, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και με διοργάνωση αθλητικών αγώνων από το 1920 ως σήμερα.....
Κάποια χρονιά διοργανώθηκε και ιπποδρομία και θα έτρεχαν ο Θανάσης Καρμίρης και ο Σταύρος Κουτσομπός με τα βαρβάτα τους,  από τη διασταύρωση ( Σπύρος ) μέχρι τον Άγιο Λουκά. Πήγε  να τρέξει κι  ο Λουκάς Κότσιας ( ο Ρίμινι ) με τη φοράδα του.   Βλέπουμε λοιπόν να έρχονται σχεδόν μαζί τα άλογα και πίσω ο Λουκάς με τη φοράδα του. Και ξαφνικά η φοράδα, όταν είδε κόσμο, αντί για τον τερματισμό, φοβήθηκε κι έκοψε σιαπάν κατά τα πουρνάρια…!   Ε, η σκηνή δικαιολογούσε πλήρως το χουχούτισμα που ακολούθησε!
Κάτι που μου διηγήθηκαν τελευταία: μια χρονιά πηδούσαν τριπλούν, συμμετείχε κι ένας Δαδιώτης,  που τον έκλεβαν και τον σημείωναν λίγο πιο πίσω, για νάρθουν πρώτοι οι Σουβαλιώτες.  Το κατάλαβε όμως αυτός, κι όταν την τρίτη φορά έπεσε στο σκάμμα  ‘’καρφώθηκε’’ εκεί…  Αναγκαστικά τον παραδέχθηκαν πρώτο.  
‘’Ρε παιδιά κι εγώ Σουβαλιώτης είμαι’’ , τους είπε, γιατί η μάνα του ήταν Σουβαλιώτισσα.

Στην Αγόριανη, του Αγίου Γεωργίου, ( δεκαετία του ’60), γινόντουσαν αγώνες με έπαθλο ένα αρνί.  Στα 100 μέτρα είχαν συμμετοχή μόνο δύο Σουβαλιώτες. Ο Νίκος Βαλάσκας και ο Γιάννης Λαγός του Θανάση. Τερμάτισαν λοιπόν πρώτος ο Βαλάσκας και δεύτερος ο Λαγός.
  Τί ήρθες Γιάννη; τον ρωτούσαμε. Δεύτερος ! απαντούσε με καμάρι αυτός.   Ο Νίκος όμως ο  Βαλάσκας, αλτρουιστικά σκεπτόμενος, είπε στο Λαγό:  
--Γιαννάκο, το αρνί θα το μοιραστούμε, γιατί έτσι είναι το σωστό!  Αν δεν ήσουν εσύ, πώς θα έτρεχα εγώ, μόνος μου;

Στον Άγιο Λουκά, εκεί στο Βουλγαρόρεμα, το 1941 υπήρξε καταυλισμός Εγγλέζων  ( Τάγμα Υγειονομικού ).    Τότε υπήρχε σε μεγάλο βαθμό η ελονοσία, που θέριζε.  Πήγαιναν λοιπόν οι Σουβαλιώτες και ζητούσαν από τους  Εγγλέζους κινίνο, ιώδιο, κουνουπιέρες και άλλα…  Δεν τα έπαιρναν και τελείως τσάμπα όμως, έλεγαν: τουμόροου μόρνιγκ, σίξ ο κλόκ, έγκς. Δηλαδή, αύριο το πρωί, στις έξι, θα σας φέρουμε αυγά.  Από τότε, δεν μπορούσες να επιζήσεις, χωρίς να ξέρεις τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα…!  Μετά, όταν ενέσκηψαν οι Γερμανοί σαν μπόρα με το χαλάζι, μπροστά οι μοτοσικλέτες από πάνω τα στούκας και πίσω τα τάνκς, οι Εγγλέζοι έφυγαν γρήγορα και όπως – όπως  και έμειναν πολλά πράγματα στο Βουλγαρόρεμα. Τότε γέμισε το χωριό μας διάφορα είδη  και κουνουπιέρες. Κάτω από μια τέτοια μεγάλωσα κι εγώ, απαλλαγμένος απ’ τα έντομα. 

Κατά το 1981, πηγαίνοντας από Σουβάλα στο Δαδί με το αυτοκίνητο, με σταμάτησε ένας χωροφύλακας, να τον πάρω μαζί μου και να τον αφήσω στον Άγιο Λουκά. Κατέβηκα κι εγώ και πίσω από το ιερό της εκκλησίας, είδαμε σκαμμένη τη γη σε σχήμα κιβωτίου…  Ρωτήσαμε τον τσοπάνη  Παναγιώτη Χλιάρα, που ήταν δίπλα το μαντρί του, αν είδε τίποτα.  Μας είπε ότι από τ΄απόγευμα ήταν μια γυναίκα μαυροφόρα με έναν νέο και τη νύχτα άκουσε να σκάβουν πίσω από την εκκλησία, αλλά δεν πήγε εκεί φοβούμενος μην τον σκοτώσουν! Το θέμα έγινε γνωστό, οι εικασίες πολλές, το μυστήριο άλυτο!

Τ ΄ Αϊ – Λιός και της Παναγιάς άλλοτε..




 (Αφήγηση: Χαραλαμπούλα Ι. Βαλάσκα)  από το βιβλίο μια Σουβαλιώτισα Θυμάται


«Άλλαξαν τώρα οι καιροί κι ήρθαν
Καινούργιοι χρόνοι
Και παίζει ο λύκος με τ΄ αρνί κι  ο μπούφος με αηδόνι».

Παππούς μου ήταν ο γερο-Λούκας ο Καλλιμάνης. Είχε πολλά παιδιά κι εγγόνια. Μας μάζευε το καλοκαίρι στη Φροξλιά, στην καλύβα που είχε εκεί. Τ΄Αϊ – Λιός η μάνα μ’ κι ο πατέρα μ’ τοιμαζόντανε το πρωί, γεμίζανε τα τράστα με ψωμί, κρασί, πίτα, το ψητό το τοίμαζε ο παππούς, στρώναμε καραμελωτές στα ζα και ξεκινάγανε για παν’ . Περνάγανε πρώτα απ’ τον  Αϊ – Λιά, δένανε τα ζα και πααίνανε στη Λειτουργία. Σχόλαγε η εκκλησιά, πέρνανε τα ζα ο κοσμάκος και πααίνανε σιαπάν΄.

Ήτανε πολλές καλύβες απ’ τον Αϊ – Λιά μέχρι τον Πευκιά, είχανε τα παιδιά τους εκεί με τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Οι καλύβες ήτανε από λατσούδια κι από παν΄δυο –τρία τριγκόφυλλα, δεν είχανε φόβο από τίποτα τότε. Όσοι είχανε καλύβες κοντά στην Κυριά, παίρνανε τα παιδιά, στρώνανε τάβλες στην πλατεία, βελέντζες και τρώγανε κοντά στο νεράκι. Ήτανε και κάτι ψευτόργανα, όχι σαν τούτα τώρα, ένας φωτογράφος μ’ αυτές τις μηχανές ου είχανε μανίκι, αυτές τις παλιές, τρώγανε ο κόσμος, μερακλώνανε, χορεύανε, τραγδάγανε.

Εμείς που ήμασταν στην Φροξλιά με τον παππού, στεναχωριόμαστε, θέλαμε να κατεβούμε στη Κυριά. Περιμέναμε τα πανηγύρια  πως και τι. Μας έβλεπε ο πατέρας μ’ που στεναχωριόμασταν και μια φορά μας απολάει, τραβάτε να πάτε να δείτε. Από κοντά ήρθανε κι αυτοί και το βράδυ πίσω απάν’ .

Διαλυότανε το βράδυ ο κόσμος, καθένας με τη φαμελιά του πήγαινε στην καλύβα τους.  Δεν ήταν όπως τώρα που φέγγει για να γυρίσνε στα σπίτια τους.

Άλλος γονιός έφευγε, άλλος έμενε. Τα παιδιά μένανε με τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Ήτανε παραθερ’ απάν εκεί στα πεύκα. Μαζευόντανε στις Αϊλιόλακες να βρούνε ισιάδα να παίξουνε. Φκιάνανε μπάλα με τσόλια. Ερχότανε ύστερα ο Δεκαπενταύγουστος. Αποκρεύαμε και δεν αρταινότανε κανένας, ούτε ψάρι, ούτε κρέας, ούτε τίποτα. Κρατάγανε όλες οι οικογένειες για να πάνε με χαρά να μεταλάβουνε.

Ο παππούς είχε βραγιούλες με φασολάκια και τα μικρά τα καλαμπόκια τα παναχωρίσια. Τρώγαμε τα λοβάκια με ελιές, κρεμμύδι, ψωμί. Μ’ αυτά περνάγαμε. Παίρναμε νερό απ’ την πηγή και βάζαμε τη βαρέλα στ΄ αυλάκι. Μαζεύαμε ξύλα για νάχουμε της Παναγιάς, να ψήσει ο παππούς. Εκεί απάν’ περνάγαμε καλύτερα.

Της Παναγιάς το πρωί ερχότανε η μάνα μ’ κι ο πατέρας μ’ τα τράστα  γεμάτα, καρβέλια  ψωμί, πίτα, κρασί, ρουχαλάκια καθαρά. Μας τοίμαζε η μάνα μ΄ και πααίναμε στη Κυριά. Παιδάκια από’ όλες τις καλύβες σ’ έπαιρνε η χαρά. Οι  οικογένειες τότε είχανε τρία, τέσσερα και παραπάν’ παιδιά.

Γεμάτη η πλατεία της Κυριάς, μεταλαβαίναμε απ’ τον γέρο-Παπαναστάση,  παίρναμε το αντίδωρο και σκορπάγαμε. Όσοι είχανε καλύβες κοντά στρώνανε και τρώγανε εκεί. Είχε δυο βρύσες με ωραίο νερό. Εμείς πααίναμε πίσω για τον παππού, τρώγαμε και γυρίζαμε στην Κυριά. Χορεύανε στην Κυριά μέχρι που νύχτωνε, άλλος μεθυσμένος, άλλος κεφομένος, πααίναμε τραγουδώντας κατ΄ στο χωριό.

Κι εγώ έχω καθίσει με τα παιδιά μου πριν 50 χρόνια σε μια καλυβούλα από απ’ απ’ τον Κοντοδήμο. Ύστερα είχαμε καλύβα στα Καρκαβέλια κι άφηνα κι εγώ τα παιδιά με τη γιαγιά. Ο παππούς όποτε κατέβαινε από σιαπάν’ , έφκιανε στρούγκα στον Αϊ-Λουκά, το Μάη, έκανε τραπέζι σ’ όλα τα παιδιά του  και τα εγγόνια του. Μας σήκωνε όλους κι άλλες παρέες, έμπαινε μπροστά στο χορό γυροβολιά στην εκκλησιά.

Έλεγε ένα τραγούδι, ένα πολύ καλό τραγούδι παλαιικό, στα τρία το χορεύανε, δεν μπορώ να θυμηθώ, ήμανε μικρή.


Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

ΣΤ’ ΠΙΣΛΗ ΤΟ ΒΡΑΧΟ.....Γράφει ο Δημήτρης Κατοίκος

 

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΟΥΒΑΛΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 
Στο δυτικό πρανές της χαράδρας των Μανταμιών Πολυδρόσου, λίγα μέτρα  άνωθεν  της κοίτης του Ξεριά, δεσπόζει ένα μοναχικό απότομο βραχώδες έξαρμα που φέρει το τοπωνύμιο της επικεφαλίδας. Ο βράχος έχει συνδεθεί με μια παλιά άγνωστη και τραγική Σουβαλιώτικη ιστορία της οποίας την αφήγηση παραθέτω εν περιλήψει.
Περί τα τέλη του 19ου αιώνα στη Σουβάλα Παρνασσού ζούσε ο Στάθης Λιάρτας του Γεωργίου γεν 1875. Είχε παντρευτεί Σουβαλιώτισσα της οποίας τα στοιχεία δεν έχουν διασωθεί στις ιστορικές πηγές με την οποία απέκτησε τρία παιδιά εκ των οποίων ουδένα επέζησε. Απεβίωσαν είτε κατά τη γέννα, είτε σε βρεφική  ηλικία. Απογοητευμένος και απελπισμένος ο Στάθης πίστεψε ότι δεν πρόκειται πλέον να αποκτήσει παιδιά. Θεώρησε σκόπιμο να παραχωρήσει την περιουσία του με δωρεά εν ζωή σε κάποιον συγγενή της συζύγου του διότι είχε πλέον πεισθεί  ότι θα μείνει άτεκνος. Επέλεξε τον ανιψιό (;) της γυναίκας του, Θανάση Πιπέρα (γεν. 1879) στον οποίο και μεταβίβασε δια συμβολαίου όλη του την περιουσία.
Δεν πέρασαν δυο-τρία χρόνια από την σύναψη της δωρεάς και η σύζυγός του έμεινε εκ νέου έγκυος. Γέννησε το 1905 ένα υγιέστατο αγοράκι το οποίο έμελλε να ζήσει για πολλά χρόνια και να ευτυχίσει. (Γεώργιος Λιάρτης του Ευσταθίου). Προ αυτού του γεγονότος ο τραγικός πατέρας βρέθηκε σε μεγάλο αδιέξοδο. Από τη μια, θα μπορούσε βασιζόμενος στο γραπτό Αστικό Δίκαιο να ανακαλέσει τη δωρεά και να μεταβιβάσει την περιουσία στο φυσικό τέκνο του. Από την άλλη ο άγραφος Νόμος της Σουβαλιώτικης τιμής και μπέσας του απαγόρευε να προβεί στην απόσυρση της υπογραφής του και στην ατίμωση του λόγου του. Μερόνυχτα βασανιζόταν και αμφιταλαντεύονταν μεταξύ των νομικών συμπληγάδων γραπτού και εθιμικού δικαίου. Είχε ένα χωραφάκι στα απέναντι Σουβαλιώτικα «Κατήφορα» του Ξεριά, όπου συνήθιζε να απομονώνεται για να σκεφτεί ποιο δρόμο να διαλέξει. Αλλά πάντα κατέληγε στο ίδιο τραγικό αδιέξοδο. Μια μέρα το αδιέξοδο έγινε παγίδα στο μυαλό. Ανέβηκε στο βράχο της φωτογραφίας και σαλτάροντας στο κενό κάλπασε προς την αθανασία, δίνοντας έτσι τέλος στο μαρτύριό του. Ο λόγος τιμής και το Σουβαλιώτικο φιλότιμο υπερίσχυσαν. Στη ρίζα του βράχου αέναος κυλάει ο χρόνος και το νερό του Ξεριά ανανεώνει τον κύκλο του. Μέσα σε έναν αιώνα, που αποτελεί σταγόνα στον χρονικό ωκεανό, τα πάντα ξεχάστηκαν. Και μόνο το τοπωνύμιο του βράχου προκαλεί τους φιλίστορες να εξηγήσουν την προέλευσή του.
ΥΓ: Ο δωρεοδόχος Θανάσης Πιπέρας, καθοδηγούμενος και αυτός από το πανάρχαιο Ελληνικό φιλότιμο, επέστρεψε στο φυσικό τέκνο του δωρητή τη νόμιμη μοίρα…
 
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ 
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ 
1.Ηλία Γεωργούση 
Γενεαλόγιον Κατοίκων Πολυδρόσου
2.Θρύλοι και Παραδόσεις της Σουβάλας Παρνασσού

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ...


                        ΜΑΡΡΕΣ ΓΙΑΝΝΗΣ(ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ) -  ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ ΤΑΚΗΣ ΤΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ


 Απ’ τις παλιές φωτογραφίες μας κοιτάζουν φαντάσματα.
Με μάτια που αστράφτουν μας γελάνε.
Ξένες οι αγάπες μας πως μοιάζουν, τα πράγματα
κι οι χρυσαφένιες μέρες μας που πάνε.



ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΥΣΟΥΛΑ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ -ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ '' Η ΕΣΤΙΑ ΄΄




   ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΑΝΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΜΑΣ

      Το Δ.Σ.  του Συλλόγου μετά από συνεννόηση  με την Δημοτική Αρχή αποφάσισε την αναβολή της εκδήλωσης
'' Μουσική βραδιά στην Αγία Ελεούσα ,  Σάββατο 18 Ιουλιου 2020 ''   Ο ιός του covid 19  , μας φιμώνει  και μας απομονώνει, ας τον προσέξουμε .
       Ευχόμαστε να είμαστε όλοι καλά   και μέσα στον Αύγουστο με καλύτερες συνθήκες  θα απολαύσουμε αυτή την όμορφη βραδιά  στις πηγές της Αγίας Ελεούσας .

                                    ΤΟ ΔΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ                                                                                                      

ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΠΑΛΙΑ ..

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΘΥΜΙΟΣ (ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ)
ΠΙΣΩ  Η ΓΥΝΑΙΚΑ  ΤΟΥ ΠΑΓΩΝΑ  ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΕ ΛΙΓΟ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΛΛΙΟΣ(ΠΥΡΟΣ)
ΑΣΚΗΣΑΝ  ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ.




Αρχείο Κούσουλα Γιάννη του Ευσταθίου

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΟΥΒΑΛΙΩΤΙΚΟΥ ΓΑΜΟΥ 1995..


video με την αναπαράσταση του γάμου

                                           







Αρχείο Κότσια Γιώργου και Αρχείο Λαογραφικού

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

ΠΑΡΙΟ ΕΙΧΑΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ..

                                                        ΤΣΑΤΗΡΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (ΠΑΡΙΟΣ)


ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΥΣΟΥΛΑ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΣΟΥΛΑ..

όρθιοι : Αριστερά Ρόδης Θανάσης - Βλάχος Δημήτρης (φωτογράφος)- Τσιόκας Θύμιος(Στρατηγός) -Αγνωστοι .  Στη μέση  Σκουρογιάννης Γιώργος-  Καθήμενοι Αγνωστος-  Παπακατσιαμπίνης- Αγνωστοι - Τελευταίος Κούσουλας Λουκάς

Αρχείο Κούσουλα Γιάννη του Ευσταθίου

Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ( 1 ) ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΒΑΣ

                                                          
                                                                                                                         ***Κάποτε ένας Σουβαλιώτης, ο μπάρμπα Δήμος, εκεί στη Λιαγκουρίτσα που σκάλιζαν το χωράφι η γυναίκα και η κόρη του, βοηθούσε κι αυτός. Για κάποιο λόγο όμως τον μάλωσαν, τον κατσάδιασαν οι γυναίκες τον μπάρμπα Δήμο κι αυτός το έφερε πάρα πολύ βαρέως… Σκέφτηκε να κάνει το απονενοημένο διάβημα….

--Να λοιπόν κι εγώ, αφού με μαλώνετε, θα πάω στο ποτάμι να πνιγώ, τί τη θέλω αυτή τη ζωή….

Φορούσε φουστανέλες , πάει στο ποτάμι, μπαίνει μέσα στα ρηχά, σήκωσε και τη  φουστανέλα να μη βραχεί και αναφώνησε αναστενάζοντας: ‘’ Έβγα μαγκούφα έβγα’’ εννοώντας την ψυχή του φυσικά!  Παρακάτω που είχε βούθλα και ήταν  γαλάζιο το ποτάμι δεν αποκοτούσε να μπει…. Αλλά η μαγκούφα η ψυχή δεν βγήκε και οι γυναίκες κρυμμένες στο πλατάνι, ξεκαρδίστηκαν στα γέλια….!



*** Ένας  παλιός πρόεδρος της Σουβάλας, συμπαθέστατος κατά τα άλλα, δεν γνώριζε και πολλά γράμματα… Του έλεγαν λοιπον οι χωριανοί: τί θα γίνει με κείνο το θέμα Πρόεδρε;  Θα το αριθμήσουμε κι αυτό το θέμα, απαντούσε αυτός.    Μια φορά, απάντησε σ’ ένα έγγραφο: Για το θέμα αυτό, θα ενεργηθώμεν και δι’ υμάς…



*** Ο μπάρμπα Θόδωρος τσακώθηκε με τη γειτόνισσά του, επειδή οι κότες της μπήκαν στο περιβόλι του…  Είσαι μία εσύ… της έλεγε.  Τί είμαι, όχι πες τί είμαι, έλεγε αυτή, προκαλώντας τον να πει βρισιά, για να τον πάει δικαστήριο.  Αυτό το μοτίβο κράτησε αρκετή ώρα. Ο μπάρμπα Θόδωρος συγκρατούσε τα νεύρα του και την έκανε να ‘’λυσσάει’’ ώσπου στο τέλος της λέει: ‘’Είσαι μία καλή γυναίκα’’ !  Τόμπολα η γειτόνισσα!



*** Είχαν δικαστήριο στη Γραβιά τρεις Σουβαλιώτες μεταξύ των οποίων κι ο πατέρας μου ως μάρτυρας. Όταν το δικαστήριο τέλειωσε κι αφού πήγε καλά η υπόθεσή τους, γυρίζοντας λένε: δεν καθόμαστε λίγο στη Μαριολάτα, στη χασαποταβέρνα του Ν.Παππά, να πιούμε κάνα ποτήρι; Και δεν καθόμαστε… Νίκο, φτιάξε μας κάτι, να πιούμε ένα κρασί…           

---Δεν έχω τίποτα ρε παιδιά, μόνο 10 αυγά έχω

---φτιάξτα γρήγορα…

Κάνει την ομελέτα ο ταβερνιάρης, τους πάει και κρασί. Τα τρώνε τ’ αυγά, το πίνουν το κρασί και λένε, δεν έχεις τίποτα άλλο να μας φέρεις;

--Σταθείτε παιδιά να πάω στη γειτονιά…  Πάει λοιπόν και φέρνει άλλα 10 αυγά. Τα τρώνε και τον ξαναστέλνουν στη γειτονιά να φέρει κι άλλα αυγά… Τελικά τα αυγά έφτασαν γύρω στα 50… Πού τα έβαλαν οι αθεόφοβοι;  Φυσικά περί χοληστερίνης, ουδείς λόγος, πού ήξεραν τότε;  Άλλωστε τότε τα λιπαρά στη διατροφή τους ήταν αραιά και πού,  και η ζωή τους παιδεμός …!