Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

«Πώς μπορούσαν κι έδειχναν τόσο ευχαριστημένοι με τόσο λίγα οι άνθρωποι τη δεκαετία του ’60;»







Παλιά Ελλάδα, παλιά χρόνια


Ο Βασίλης Καραποστόλης θυμάται πώς κάποτε, σε μια άλλη Ελλάδα, οι άνθρωποι έδιωχναν τις μαύρες σκέψεις απ’ το τραπέζι τους κι άφηναν χώρο μόνο για τη χαρά. Ένα ευφρόσυνο μάθημα ζωής από το εξαίρετο –και πολύ διδακτικό– βιβλίο του «Η εποχή της όρεξης».

[…] Σε μια αυλή έξω από την οποία περνώ ετοιμάζεται τσιμπούσι. Όλα τα πρόσωπα είναι στραμμένα προς το τηγάνι που έρχεται από το εσωτερικό του σπιτιού, κρατημένο σαν κάνιστρο σε αρχαία πομπή από το χέρι της αρχιέρειας νοικοκυράς. Μόλις τα συκωτάκια ρίχνονται στην πιατέλα, οι καθήμενοι τα υποδέχονται με ελαφρά επιφωνήματα, πολύ διαφορετικά από εκείνες τις φιλοφρονήσεις προς την οικοδέσποινα και τη μαστοριά της που δέκα χρόνια αργότερα θα θεωρούνταν ένδειξη κοσμιότητας στα μικροαστικά τραπέζια. Είναι πρώιμο έως και άτοπο να λέγονται διάφορα κομπλιμεντάκια μόνο με το που σερβίρεται το έδεσμα. Αυτό φρονούσαν τότε οι ομοτράπεζοι. Και περίμεναν να αποφανθεί πρώτα ο οισοφάγος τους και μετά να μιλήσουν.

Με μαγνήτιζε ιδιαίτερα η σοβαρότητα με την οποία δοκίμαζαν τις πρώτες μπουκιές. Και τα επόμενα, όμως, στάδια της διαδικασίας ήταν αξιοπρόσεχτα. Η προσήλωσή τους σε ό,τι βρισκόταν μέσα στο στόμα τους, το άλεσμα της τροφής στον μύλο, η συνδυασμένη δράση για μερικά δευτερόλεπτα των τραπεζιτών και των κοπτήρων, κι έπειτα εκείνο το «μμμ…» εκ βαθέων, με το οποίο επικυρωνόταν η απόλαυση. Έφθαναν πλέον κοντά στη γευστική πλησμονή: σε λίγο δεν θα τους έλειπε το παραμικρό, όλη η φύση κι όλος ο πολιτισμός της κουζίνας θα βρίσκονταν πάνω στις θηλές της γλώσσας τους.

Ξεχείλιζαν από μια μεστωμένη ευχαρίστηση που τη χάζευα και που, παρότι ήμουν συνηθισμένος αρκετά με το θέαμα, μ’ άφηνε κάπως απ’ έξω: δυσκολευόμουν να την καταλάβω καλά, να μπω στο εσωτερικό της. Ένας νέος δεν μπορεί να ευχαριστιέται έτσι. Του λείπει η πείρα, του λείπουν ακόμη πολλοί πόνοι ώστε να μπορεί να εκτιμήσει, όταν έχει πια ξεφύγει απ’ αυτούς, την αξία μιας ηδονής που μοιάζει απλή. Τίποτε όμως δεν είναι απλό όταν έχεις προηγουμένως υποφέρει.

Τότε το κάθε τι που ξεφεύγει από την τανάλια του πόνου γίνεται τόσο πολύτιμο όσο εκείνα που θεωρούμε εκλεκτά επειδή σπανίζουν. Απορούσα βλέποντας την εύθυμη ομήγυρη. Πώς μπορούσαν κι έδειχναν τόσο ευχαριστημένοι με τόσο λίγα; Μερικές μερίδες συκωτάκια και δυο κιλά κοκκινέλι τούς είχαν ανεβάσει στους γαλαξίες, αν ήταν δυνατόν. Το σφάλμα στη σκέψη μου βρισκόταν ήδη στην αφετηρία: χαρακτήριζα λίγο αυτό που οι ίδιοι, τις στιγμές εκείνες, δεν το μετρούσαν καθόλου με όρους ποσότητας.

«Τίποτε δεν είναι απλό όταν έχεις προηγουμένως υποφέρει. Τότε το κάθε τι που ξεφεύγει από την τανάλια του πόνου γίνεται τόσο πολύτιμο όσο εκείνα που θεωρούμε εκλεκτά επειδή σπανίζουν».


Εξίσου όμως λαθεμένο θα ήταν να νομίσει κανείς ότι μπροστά μου φανερωνόταν τότε η συνετή στάση κάποιων ολιγαρκών. Σχεδόν ανύπαρκτη η αρετή αυτή σε τούτο τον τόπο. Απρόθυμοι όλοι να αρκεστούν στα λίγα και να μην προσδοκούν διακαώς τα περισσότερα. Ωσότου έρθει όμως η ώρα της δαψίλειας, το κάθε τερπνό που προέκυπτε ήταν για κείνους τους καλοφαγάδες, τους ανεκπαίδευτους στην επιτήδευση, ευπρόσδεκτο όσο και το πολλαπλάσιο και καλύτερό του· ήταν ικανοί να το νιώθουν αυτό.

Να απολαμβάνουν ό,τι βρισκόταν στο πιάτο τους, αναγνωρίζοντας εκεί μέσα τους κόπους των προηγούμενων ωρών. Δικαιωματικά το πιρούνι λάμβανε την ανταμοιβή τους σε μορφή ριγανάτου νεφρού ή σπλήνας. Είχαν δώσει ζωή με τον μόχθο τους και τώρα την έπαιρναν πίσω. Και θα την ξανάδιναν, το επόμενο πρωί, ήταν αναπόφευκτο αυτό.


Χαίρονταν λοιπόν με κάτι τόσο πρόσκαιρο; Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω ότι όπως κάρφωναν το νεφρό έτσι ακινητοποιούσαν κι εκείνες τις στιγμές· επρόκειτο για αγκυροβόλημα μέσα στο παρόν. Άφηναν κατά μέρος τα περασμένα και τα μελλούμενα για να μην εισχωρήσουν στην αυλή τους, με το τραπέζι στο κέντρο, ούτε ο φόβος ούτε η θλίψη, ούτε κι η ελπίδα. Χώρος διαθέσιμος υπήρχε μόνο για τη χαρά.


Την τάιζαν με μερικές πιρουνιές, την πότιζαν με δυο-τρία ποτηράκια, κι εκείνη ξεπεταγόταν για να βάψει τα πρόσωπα των οπαδών της με τα χρώματα του ροδάκινου και του βερίκοκου. Ακτινοβολούσαν. Και χωρίς να έχουν ιδέα, δάνειζαν σ’ εμένα που στεκόμουν απ’ έξω και τους έβλεπα ένα αίσθημα με τη βοήθεια του οποίου θα αποτιμούσα αργότερα την αξία που έχουν τα γαρνιρίσματα της ζωής. […]

[…] //Απόσπασμα από το βιβλίο «Η εποχή της όρεξης – Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60» του συγγραφέα και καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλη Καραποστόλη, εκδόσεις Πατάκη, 2012.

 

 

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΟΥΒΑΛΑ ..ΣΤΟ ΚΟΥΡΕΙΟ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΒΕΛΕΝΤΖΑ...

Βελέντζας Θόδωρος


                                              Διαμαντώνης Χρήστος με το μικρό Χρήστο  

Αρχείο Γιάννη Ρέββα

ΣΤΟ ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΙΟ ...

 

 Γιάννης Θάνος (κοντογιάννης) - Χαράλαμπος Τσαρμακλής (Τσαμαντάνης)

Φωτογραφίες Επιχρωματισμένες με τη βοήθεια της Εφης Θάνου(κοντογιάννη)

Γιάννης Θάνος(Κοντογιάννης)

Αρχείο Γιώργου Θάνου 

 




Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

ΟΙ ΦΙΛΟΙ... 1967

 

Στο Γάμο του Νικολάου Ματαρά 1967 - Αθανάσιος Σπ Τοπάλης- Ευθύμιος Βελέντζας- Χρήστος Ανάγνος- Αθανάσιος Βελλής- Δήμος ΑΡ Βλάχος- Γεώργιος Κ Κότσιας

 

Αρχείο Λαογραφικού

ΝΟΕΜΒΡΗΣ ΜΗΝΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ..

 


Ο ίδιος αδιατάρακτος Νοέμβρης

 με σημαίες παντού χθεσινής βροχής

 παραδομένα στη γύμνια τα δέντρα –

 δυο τρία φύλλα μόνον εστασίαζαν υπάρχοντας.

 Το στρογγυλό λιβάδι σαν περιβραχιόνιο

 στην ελεύθερη εξάπλωση της φύσης

 και πάλι έσκυβα να πιω μέσα από την ίδια ακινησία

 που έπιναν σκυμμένα εκείνα τα μουλάρια.

 Αστραφτερή η διάταξη του ήλιου

 πάνω στο τρίχωμά τους

 δεμένη χαλαρά σε ζουζουνιού κορμό

 για να μη φύγει.

απόσπασμα από το ποίημα «Ατροφικό ένστικτο»,

Κική Δημουλά

 






Στίχοι:  
Ηλίας Κατσούλης
Μουσική:  
Παντελής Θαλασσινός


Νοέμβρης μήνας ταξιδεύει μ’ ένα τρένο
Αθήνα Λάρισα ωραία Θεσσαλία
Στην Κατερίνη ακούει τραγούδι αγαπημένο
με μια πληγή από παλιά μελαγχολία

Στη Σαλονίκη φθάνει απόγευμα στις έξι
μ’ ένα καιρό που όλο σκέφτεται να βρέξει
Στη Σαλονίκη φθάνει απόγευμα στις έξι
μ’ ένα καιρό που όλο σκέφτεται να βρέξει
Νοέμβρης μήνας...
Νοέμβρης μήνας...

Νοέμβρης μήνας με καράβι ταξιδεύει
Χανιά Ηράκλειο και κόλπο Μιραμπέλου
μεθυστικά στα πανηγύρια μνημονεύει
Αγ.Μηνά και Μιχαήλ του Αρχαγγέλου

Το Ρεθυμνιώτικο σκοπό παίζει στη λύρα
και λέει του έρωτα τα πάθη και τη μοίρα,
το Ρεθυμνιώτικο σκοπό παίζει στη λύρα
και λέει του έρωτα τα πάθη και τη μοίρα,
Νοέμβρης μήνας...
Νοέμβρης μήνας...
Νοέμβρης μήνας...

Νοέμβρης μήνας με το ΚΤΕΛ στην Πάτρα πάει
μέρα γιορτής νιώθει το κρύο ν’ αγριεύει
αφού ευχήθηκε στην πόλη που αγαπάει
τριάντα μέρες στη βαλίτσα του μαζεύει

Η μοναξιά του σαν ανήμερο θηρίο
και φεύγει μ’ ένα κουρασμένο λεωφορείο,
Η μοναξιά του σαν ανήμερο θηρίο
και φεύγει μ’ ένα κουρασμένο λεωφορείο,
Νοέμβρης μήνας...
Νοέμβρης μήνας...
Νοέμβρης μήνας...
Νοέμβρης μήνας...

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνεμος του Νοεμβρίου

«Τώρα όμως βράδιασε.
Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.
Τί κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα
κλειδί, ένα ένα χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν
ν’ αγαπήσουν.

Την επιλογή των ποιημάτων και  του τραγουδιού έκανε

Ο  Διαχειριστής   του παρόντος Ιστολογίου και μέλος του Δ.Σ Του  Λαογραφικού –Ιστορικού  Συλλόγου Πολυδρόσου 

 Θάνος Στάθης του Ιωάννη(Κοντογιάννης)