Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ
– ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ
3/11/58-31/7/61
………………Το 1958 βγήκε ΦΕΚ όπου είχαμε διοριστεί κάπου 800 δάσκαλοι, όλοι πάνω
από την Ευρυτανία, στην Β. Ελλάδα. Έτσι
στις 2 Νοεμβρίου, με το λεωφορείο που περνούσε τότε από τον παλιό δρόμο, πήγα
στο Καρπενήσι, να δω που θα με
τοποθετούσε ο επιθεωρητής. Αν με τοποθετούσε μακριά, δεν θα αποδεχόμουν τον
διορισμό και θα περίμενα τους επόμενους.
Έφτασα στο Καρπενήσι το απόγευμα. Πήγα βρήκα δωμάτιο στο ξενοδοχείο, έκανα
μια βόλτα και το βράδυ πήγα σινεμά να περάσει λίγο η ώρα. Βγαίνοντας από το
σινεμά έβλεπα τους άντρες και τις γυναίκες
με κατακόκκινα τα μάγουλα και τις μύτες. Λέω μέσα μου: «Να το καλό κλίμα
του Καρπενησιού πως κάνει τους ανθρώπους όλο υγεία!»
Όταν μπήκα στο ξενοδοχείο, είδα στον καθρέφτη και τα δικά μου μάγουλα
κατακόκκινα. Ήταν από το πολύ κρύο που έκανε.
Το πρωί πήγα στο γραφείο Επιθεωρήσεως. Βρήκα τον Επιθεωρητή, Κατσιρέας Π.
λεγόταν και του λέω ότι είμαι νεοδιοριζόμενος και ήρθα να αναλάβω υπηρεσία με μια προϋπόθεση του λέω:
-
Επειδή έχω τον
πατέρα μου άρρωστο και είμαι ο μόνος προστάτης του, θα σας παρακαλέσω να με
τοποθετήσετε κάπου σ’ ένα χωριό κοντά σε δρόμο, έτσι ώστε σε μια ανάγκη να
μπορέσω να πάω στο χωριό μου. Ας είναι και μία
και δύο ώρες μακριά με τα πόδια το χωριό από το δρόμο που περνάει
αυτοκίνητο.
Υπουργός παιδείας τότε ήταν ο Καραπιπέρης, βουλευτής Ευρυτανίας. Εγώ στον
πίνακα ήμουν με άλλους 20 και μόνο 3-4 δεχτήκαμε τον διορισμό. Ο Επιθεωρητής
λοιπόν μου λέει:
-
Θα σε τοποθετήσω σε πολύ καλό χωριό, είναι διθέσιο και σε
λίγο καιρό θα σου στείλω και δασκάλα.
-
Αν είναι κοντά του λέω έχει καλώς, αλλιώς δεν αποδέχομαι
τον διορισμό.
Αυτός επειδή πιεζόταν, για να με πιάσει με το καλό μου λέει:
-
Έλα να ορκιστείς να αρχίσει να μετράει η
υπηρεσία σου και ο μισθός σου, φύγε
πήγαινε στο χωριό σου, πάρε τα πράγματά σου και έλα να πας στη θέση σου. Τον
ρώτησα σε ποιο χωριό θα πάω και μου
λέει:
-
- Έλα, θα έρθουν
και άλλοι δάσκαλοι σήμερα αύριο και θα σε στείλω σε κοντινό χωριό. Έτσι κι
έγινε. Ορκίστηκα και έφυγα. Μάζεψα τα πράγματά μου, εδώ στο χωριό, ένα ράντζο,
δυο κουβέρτες, δυο σεντόνια και μια βαλίτσα με ρούχα και ατομικά είδη. Πήγα
πάλι στο Καρπενήσι ύστερα από 3-4 μέρες.
Πήγα μέσα στο γραφείο του Επιθεωρητή να τον ρωτήσω που με τοποθετεί. Μου λέει:
-
Στον Ασπρόπυργο,
το σχολείο είναι διθέσιο και θα σου στείλω και δασκάλα, γιατί έχει πολλά
παιδιά. Τώρα είναι κλειστό λόγω έλλειψης δασκάλου. Τον ρώτησα αν ήταν μακριά. Είναι 2-3 ώρες από το Γαύρο, μου λέει.
Ο Γαύρος ήταν μια τοποθεσία με ένα χάνι του Πέξα, ανάμεσα στο Μεγάλο και Μικρό χωριό. Μέχρι
εκεί πήγαινε αυτοκίνητο. Είπα Μέσα μου, δε βαριέσαι τι 2 τι 3 ώρες θα πάω. Τον
ευχαρίστησα και τον ρώτησα πως θα πάω. Με έστειλε στον βοηθό του που είχε υπηρετήσει και εκείνος στο ίδιο χωριό και θα
μου έδινε τις πληροφορίες. Πήγα στο βοηθό του στο διπλανό γραφείο και τον
ρώτησα σχετικά για το χωριό.
-
Είναι μεγάλο χωριό, πρόσεχε τις γυναίκες γιατί
έχουν συμβεί πολλά εκεί, να τώρα θα έρθουμε με τον επιθεωρητή για ανακρίσεις. Ένας συνάδελφος άφησε μια
κοπέλα έγκυο. Μου είπε κι άλλα πράγματα. Εγώ τον ξαναρώτησα πως θα πάω. Είναι 3-4 ώρες, μου λέει, και καλά είναι να
πας από τον Γαύρο, αν και μπορείς να πας και από τον Αγαλιανό. Έχουν κατεβάσει
όμως τα ποτάμια και θα δυσκολευτείς. «Άντε!
λέω μέσα μου, από το ένα γραφείο στο άλλο αυξήθηκε η απόσταση κατά μια ώρα, να δω στην
πραγματικότητα πόσο θα είναι».
Πήρε τηλέφωνο τον πρόεδρο του χωριού να στείλει αγωγιάτη να με πάρει. Το
βράδυ πήγα στον Γαύρο, αργά ήρθε ο αγωγιάτης, άρχισε να μου λέει για το χωριό,
ότι είναι καλό, ότι έχει καλό κόσμο και ότι θα περάσω καλά. Δεν τόλμησα να
ρωτήσω πόσες ώρες είναι γιατί φοβόμουν μη μου ανεβάσει κάνα δυο ώρες ακόμη.
Φάγαμε μαζί το βράδυ , κοιμηθήκαμε και το πρωί ήπιαμε καφέ και ήμασταν έτοιμοι
να ξεκινήσουμε. Φωνάζω τον Πέξα να μου κάνει το λογαριασμό. Αυτός με ρώτησε αν
θα τα πληρώσω όλα εγώ. – Ναι του απαντάω.
Μου λογάριασε λοιπόν, φαγητό για δυο
άτομα τόσο, μισή οκά κρασί τόσο, καφέδες τόσο, ύπνος για δυο άτομα τόσο
και φαγητό και ύπνος για το μουλάρι
τόσο. Τα πλήρωσα, φορτώσαμε τα λίγα πράγματα που είχα και φύγαμε. Μπροστά αυτός
σέρνοντας το μουλάρι και πίσω εγώ. – Δάσκαλε, μου λέει, αν κουραστείς να
παραμερίσω τα πράγματα να μπεις καβάλα. – Καλά πάμε και όταν φτάσουμε στη μέση,
πες μου, του λέω. Προχωρούσαμε και προχωρούσαμε σε μονοπάτια που δύσκολα πέρναγες. Το πιο επικίνδυνο ήταν
που από πάνω από τα βράχια έπεφταν πέτρες κάτω. Έπρεπε να έχεις τα μάτια σου
δεκατέσσερα. Κάποια στιγμή, φτάσαμε στα
διπόταμα, εκεί που ενώνεται ο Αγραφιώτης με το Καρπενησιώτη, ήταν μια μεγάλη
πέτρινη γέφυρα. – Το καλοκαίρι μου λέει, δάσκαλε, που δεν έχει πολύ νερό,
κατεβαίνουμε κάτω στο ποτάμι και από την
άκρη-άκρη πάμε στο χωριό γλυτώνουμε έτσι
καμιά ώρα δρόμο. Να, τώρα είμαστε στη μέση
του δρόμου για το χωριό θα ανεβούμε εκεί πάνω, είναι το Μπαλτά το χάνι.
Θα φάμε εκεί, θα σου κάνω εγώ το τραπέζι και από εκεί είναι 8-10 καγγέλια για
να φτάσουμε στην κορυφή. Από εκεί θα πάρουμε ευθεία και θα φτάσουμε. Είχαμε
κάνει μέχρι εκεί τριάμισι ώρες και ήμασταν στη μέση. Τι να κάνω; Σκεφτόμουν, να γυρίσω πίσω. Άντε, λέω μέσα
μου, ας πάω να δω το χωριό και αύριο με το καλό φεύγω.
Φτάσαμε στον Μπαλτά, χάνι και αυτό, φάγαμε φασολάδα και σπετσοφάι, ήπιαμε
και καμπόσο κρασί και ξεκινήσαμε. Η ανηφόρα δύσκολη, είχαν κοπεί τα πόδια μου,
λίγο από την πορεία, λίγο από την ανηφόρα και λίγο από το κρασί που είχαμε
πιεί. Σιγά-σιγά ανεβήκαμε τα καγγέλια, φτάσαμε στην κορυφή του βουνού και από εκεί πήραμε κάπως ευθεία. – Άντε
δάσκαλε, τώρα φτάσαμε, σε λίγο θα φανεί το χωριό, μόνο να παρακαλάς να μην
έχουν κλείσει οι σωρίδες το μονοπάτι για να περάσουμε. Οι σωρίδες ήταν σημεία
όπου είχαν μικρές πέτρες, χαλίκια, που κυλούσαν από ψηλά προς τα χαμηλά και
έκλειναν το μονοπάτι. Δεν μπορούσε
κανείς να περπατήσει πάνω σ’ αυτές γιατί
γλίστραγε και από κάτω «ξενιτιά».
Φτάσαμε στις σωρίδες, ευτυχώς δεν είχαν κλείσει το μονοπάτι και περάσαμε
προσεκτικά, μη τυχόν και παραπατήσουμε και πάμε κάτω. Σε λίγο φάνηκε το χωριό.
Ήταν μέσα στα δέντρα , τα σπίτια ήταν με πλάκες από πάνω και κάπου έβλεπες και
κανένα τσίγκο. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και να σιχοψιχαλίζει. Μπήκαμε μέσα
στο χωριό και μου λέει:
- Που θέλεις να σε πάω, στον
Πρόεδρο της Κοινότητας ή στον Πρόεδρο της Σχολικής Εφορείας.
–
Πήγαινε με όπου θέλεις του λέω,
το πρωί μόνο να είσαι έτοιμος για να φύγουμε πάλι για το Γαύρο.
–
Τι λες δάσκαλε,
εμείς είπαμε πότε να δούμε δάσκαλο και συ ακόμα δεν ήρθες και θέλεις να
φύγεις; Κάτσε να δεις το χωριό μας, τα
παιδιά και μετά φεύγεις.
–
Αυτό που σου είπα κ.Χρήστο. Να είσαι έτοιμος
το πρωί. Τα πράγματά μου παρ’ τα εσύ και το πρωί φόρτωσε τα πάλι να φύγουμε.
– Ότι πεις εσύ, μου λέει.
Φτάσαμε στο μαγαζάκι του Περικλή, ένα μικρό καφενείο και ταβερνάκι μαζί.
– Εδώ απέναντι είναι ο Πρόεδρος
της Σχολικής Εφορείας, να του μιλήσω; -
Ναι του λέω.