Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Ο Λ.Ι.Σ. Πολυδρόσου & η Σουβάλα τίμησαν τους Σουβαλιώτες Αγωνιστάς της Εξόδου του Μεσολογγίου

      Στα πλαίσια των καλοκαιρινών πολιτιστικών εκδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν εφέτος τον μήνα Αύγουστο στο χωριό μας , την Πολύδροσο, ο Σύλλογός μας πραγματοποίησε και μία εκδήλωση Ιστορικού ενδιαφέροντος …

επ’ ευκαιρία της συμπληρώσεως εφέτος των 200σίων χρόνων από την Έξοδο του Μεσολογγίου τη νύχτα της 10ης προς 11η Απριλίου του 1826 ο Σύλλογός μας αποδεχόμενος την πρόταση του συγχωριανού μας Ιστορικού Ερευνητή, Συγγραφέα, Αρθρογράφου & πρώην μέλους μας στο ΔΣ κ. Ηλία Χρ. Θάνου για πραγματοποίηση μιας τέτοιας εκδήλωσης για την ιστορική αυτή επέτειο στην οποία μάλιστα, κατά τον ερευνητή & συγγραφέα, συμμετείχαν και συγχωριανοί μας αγωνιστές διοργάνωσε & πραγματοποίησε αυτή την εκδήλωση την Κυριακή 16 Αυγούστου το απόγευμα στον αύλειο χώρο της εκκλησίας μας έμπροσθεν του Ηρώου Πεσόντων του χωριού μας .

    Στην εξαιρετική αυτή τιμητική & εν ήδη Μνημοσύνου λιτή εκδήλωση που περιελάμβανε ομιλία, απαγγελία ποιήματος & σχετικά με την Έξοδο & τους αγωνιστάς της πολιορκίας Δημοτικά τραγούδια κεντρικός ομιλητής ήταν ο κ. Ηλίας Χρ. Θάνος ενώ το ποίημα “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”του Διονυσίου Σολωμού απήγγειλε η συγχωριανή μας καθηγήτρια Φιλολογίας και τ. Αντιπρόεδρος του Συλλόγου μας κ. Νάγια Πάντου.

   Την εκδήλωσή μας αυτή τίμησαν με την παρουσία τους από πλευράς θεσμικών παραγόντων ο Αντιδήμαρχος Δ.Ε. Παρνασσού κ. Αθανάσιος Αδαμάκος & η Πρόεδρος της κοινότητος μας κ. Έφη Τοπάλη, ο Αιδεσιμολογιότατος πρωτοπρεσβήτορας  π. Διομήδης Παναγιωτόπουλος που απεύθυνε και σχετικό χαιρετισμό, ο ιερέας του χωριού μας Αιδεσιμότατος π. Κωνσταντίνος Ππαθανασίου  καθώς και πολλοί συγχωριανοί μας & επισκέπτες του χωριού μας.

    Ευχαριστίες

    Θέλουμε να ευχαριστήσουμε : 

       Πρωτίστως το συγχωριανό μας Ιστορικό Ερευνητή, Συγγραφέα, Αρθρογράφο & πρώην μέλους μας στο ΔΣ κ. Ηλία Χρ. Θάνο για την εξαιρετική, εμπεριστατωμένη, άριστα δομημένη & τεκμηριωμένη ομιλία του & την Φιλόλογο κ. Νάγια Πάντου για την εξαίρετη απόδοση- απαγγελία του ποιήματος "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι".

          Τον Αντιδήμαρχο Δ.Ε. Παρνασσού κ. Αθανάσιος Αδαμάκος & την Πρόεδρο της κοινότητος μας κ. Έφη Τοπάλη, τον Αιδεσιμολογιότατο πρωτοπρεσβήτορα  π. Διομήδη Παναγιωτόπουλο,  τον ιερέα του χωριού μας Αιδεσιμότατο π. Κωνσταντίνο Ππαθανασίου  καθώς και όλους τους συγχωριανούς μας & επισκέπτες του χωριού μας που τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωσή μας αυτή.

        Ευχαριστίες οφείλουμε βέβαια τόσο στον συγχωριανό μας & μέλος του Συλλόγου μας διαχειριστή του blog polydrososparnassou κ. Χρήστο Μουτσιανά, όσο και στη συγχωριανή μας δημοσιογράφο  & μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου μας κ. Μαριαλένα Τοπάλη για την Φωτογραφική & βιντεοσκοπική κάλυψη της εκδήλωσης.

   

     Ακολουθεί ολόκληρο το Κείμενο της ομιλίας του κ. Ηλία Θάνου καθώς & Φωτογραφίες & video από την εκδήλωση.


ΟΜΙΛΙΑ κ. Ηλία Θάνου

Σεβαστοί πατέρες,
εκλεκτοί προσκεκλημένοι,
κυρίες και κύριοι,
αγαπητοί συμπατριώτες,

Στεκόμαστε σήμερα με σεβασμό μπροστά σε μία από τις ιερότερες σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης. Στεκόμαστε μπροστά στο Μεσολόγγι· όχι ως απλοί αναγνώστες της Ιστορίας, αλλά ως κληρονόμοι μιας θυσίας που δεν έπαψε ποτέ να φωτίζει τη συνείδηση του Γένους. Και ιδιαιτέρως σήμερα, στεκόμαστε μπροστά στο Μεσολόγγι έχοντας μαζί μας και μια τοπική, πολύτιμη μνήμη: τη συμμετοχή Σουβαλιωτών αγωνιστών στην πολιορκία του.

Γιατί το Μεσολόγγι δεν είναι απλώς ένας τόπος. Είναι σύμβολο. Είναι βωμός. Είναι το σημείο όπου η πείνα νικήθηκε από την πίστη, όπου η απελπισία μεταβλήθηκε σε απόφαση, όπου ο θάνατος δεν παρουσιάστηκε ως τέλος, αλλά ως πέρασμα προς την αθανασία. Το Μεσολόγγι έγινε η πόλη που δίδαξε στον κόσμο ότι υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος δεν μετρά τη ζωή με τα χρόνια, αλλά με την τιμή.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826, δεν ήταν μια απλή στρατιωτική επιχείρηση. Ήταν η κορύφωση ενός δράματος και ταυτόχρονα η αποθέωση μιας ηθικής στάσης. Οι πολιορκημένοι δεν βγήκαν επειδή ήλπιζαν σε εύκολη σωτηρία. Βγήκαν επειδή δεν ήθελαν να παραδοθούν. Δεν βάδισαν προς την ελευθερία με την ασφάλεια του νικητή, αλλά με την αξιοπρέπεια εκείνου που ξέρει πως μπορεί να πέσει, αλλά δεν μπορεί να γονατίσει.

Και μέσα σε αυτή τη μεγάλη εθνική στιγμή, μέσα σε αυτό το πανελλήνιο προσκλητήριο τιμής, βρίσκουμε και ανθρώπους της δικής μας γης. Ανθρώπους της Σουβάλας, της σημερινής Πολυδρόσου. Αγωνιστές που άφησαν τα βουνά του Παρνασσού, τις οικογένειες, τα χωράφια, τα σπίτια και τις μικρές βεβαιότητες της καθημερινής ζωής, για να βρεθούν εκεί όπου η πατρίδα τούς καλούσε.

Οι πηγές στις οποίες βασίζεται η σημερινή ομιλία μας δεν είναι μια απλή αφηγηματική αναφορά. Είναι μια σειρά τεκμηρίων, πιστοποιητικών και βιβλιογραφικών μαρτυριών για συγκεκριμένους αγωνιστές. Μέσα από αυτά αναδύονται ονόματα, μάχες, τραύματα, πορείες, υπηρεσίες, υπογραφές γνωστών οπλαρχηγών. Δεν έχουμε μπροστά μας απρόσωπες σκιές. Έχουμε ανθρώπους με ονοματεπώνυμο: τον Ευστάθιο Αγοριανίτη ή Παπαστάμο, τον Γεώργιο Κατζικαδούλα, τον Λουκά Ντρίβα, τον Ιωάννη Παπαναστασίου ή Μάρο. Ανθρώπους που η τοπική μνήμη οφείλει να ανασύρει από τη σιωπή και να τους τοποθετήσει εκεί όπου τους πρέπει: στο πάνθεον των αγωνιστών του Έθνους.

Κυρίες και κύριοι,

Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της συμμετοχής τους, πρέπει πρώτα να σταθούμε στο ίδιο το Μεσολόγγι. Η πόλη αυτή, χτισμένη ανάμεσα στη λιμνοθάλασσα και τη στεριά, έγινε από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Αγώνα. Η γεωγραφική της θέση, η αντοχή των κατοίκων της και η στρατηγική της σημασία την κατέστησαν στόχο των οθωμανικών δυνάμεων.

Το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε και άντεξε. Άντεξε όχι μόνο χάρη στα τείχη του, αλλά κυρίως χάρη στις ψυχές των υπερασπιστών του. Στρατιώτες, καπεταναίοι, κληρικοί, γυναίκες, παιδιά, γέροντες, όλοι έγιναν ένα σώμα. Εκεί δεν υπήρχε πια η διάκριση ανάμεσα σε πολεμιστή και άμαχο με τη συνηθισμένη έννοια. Όλοι ζούσαν τον ίδιο κίνδυνο, όλοι μοιράζονταν την ίδια πείνα, όλοι άκουγαν τα ίδια κανόνια, όλοι περίμεναν την ίδια μοίρα.

Η μεγάλη πολιορκία του Μεσολογγίου, που κορυφώθηκε το 1826, συνδέθηκε με δύο ισχυρούς αντιπάλους: τον Κιουταχή και τον Ιμπραήμ. Ο ένας πίεζε από τη στεριά, ο άλλος έφερε τη βαριά σκιά της αιγυπτιακής στρατιωτικής μηχανής. Οι πολιορκημένοι, παρά τις στερήσεις και τις απώλειες, δεν λύγισαν. Όσο υπήρχαν τρόφιμα, πολεμούσαν. Όταν τα τρόφιμα λιγόστεψαν, συνέχισαν να πολεμούν. Όταν η πείνα έγινε καθημερινή δοκιμασία, συνέχισαν πάλι. Και όταν πια δεν υπήρχε άλλη λύση, αποφάσισαν την Έξοδο.

Η απόφαση αυτή δεν ήταν απόφαση φυγής. Ήταν απόφαση ελευθερίας. Οι Μεσολογγίτες και οι συμπολεμιστές τους δεν είπαν «να σωθούμε πάση θυσία». Είπαν, ουσιαστικά, «να μη σκλαβωθούμε». Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της Εξόδου. Δεν ήταν απλώς μια προσπάθεια διάσπασης του εχθρικού κλοιού. Ήταν μια πράξη αυτοδιάθεσης. Οι πολιορκημένοι διάλεξαν οι ίδιοι την τελευταία τους κίνηση. Δεν περίμεναν παθητικά την πτώση. Βγήκαν όρθιοι, με τα όπλα στα χέρια, με τις οικογένειές τους, με την ελπίδα και την απόγνωση μαζί.

Αυτή η εικόνα πρέπει να μείνει μπροστά μας: νύχτα, σιωπή, προσευχή, όπλα, παιδιά, μανάδες, γέροντες, τραυματίες, καπεταναίοι. Οι πύλες ανοίγουν. Οι άνθρωποι βγαίνουν. Άλλοι θα περάσουν. Άλλοι θα πέσουν. Άλλοι θα χαθούν μέσα στη σύγχυση. Άλλοι θα γίνουν αιώνιοι μέσα σε μια στιγμή. Και πίσω, μέσα στην πόλη, θα ακουστεί η φλόγα της θυσίας, η ανατίναξη, η τελευταία πράξη εκείνων που δεν θέλησαν να παραδοθούν.

Το Μεσολόγγι δεν έπεσε απλώς. Αναλήφθηκε. Ανέβηκε από την Ιστορία στον μύθο, όχι στον μύθο του ψεύδους, αλλά στον μύθο της αιώνιας αλήθειας.

Και σε αυτό το πλαίσιο ερχόμαστε στους Σουβαλιώτες.

Οι πηγές μάς παραδίδουν συγκεκριμένα στοιχεία για αγωνιστές από τη Σουβάλα ή συνδεδεμένους με τη Σουβάλα, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην Επανάσταση και, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά τους, βρέθηκαν και στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι πολλές φορές η μεγάλη Ιστορία γράφεται με τα ονόματα των αρχηγών. Με τον Μπότσαρη, τον Τζαβέλα, τον Καραϊσκάκη, τον Δυοβουνιώτη, τον Πανουργιά. Όμως η ελευθερία δεν κερδήθηκε μόνο από τους αρχηγούς. Κερδήθηκε και από τους πολλούς, τους λιγότερο γνωστούς, εκείνους που δεν έγιναν αγάλματα σε μεγάλες πλατείες, αλλά κράτησαν όρθια την Επανάσταση με το κορμί και το αίμα τους.

Ένας από αυτούς ήταν ο Ευστάθιος Αγοριανίτης ή Παπαστάμος. Οι πηγές αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1821 και πολέμησε υπό τους οπλαρχηγούς Ιωάννη και Γεώργιο Δυοβουνιώτη. Αναφέρονται πολλές μάχες στις οποίες συμμετείχε: Μενδενίτσα, Δερβενφούρκα, Υπάτη, Βασιλικά, Στυλίδα, Αγία Μαρίνα, Άμπλιανη, Νευρόπολη, Αράχωβα, Δίστομο και άλλες. Το πιστοποιητικό του, με ημερομηνία 31 Μαρτίου 1846, τον παρουσιάζει ως κάτοικο του χωρίου Σουβάλα του Δήμου Δωριέων της επαρχίας Αμφίσσης. Και το σημαντικότερο για τη σημερινή μας μνήμη: αναγράφεται ότι «εις την εν Μεσολογγίω πολιορκίαν παρευρέθη και επληγώθη κατά τον δεξιόν πόδα», υπό τον αείμνηστο Ν. Μπότσαρη. Δεν έχουμε εδώ μια γενική παράδοση. Έχουμε τεκμήριο. Έχουμε αναφορά σε παρουσία και τραυματισμό. Έχουμε έναν Σουβαλιώτη που πήγε στο Μεσολόγγι και άφησε εκεί το αίμα του.

Ας το σκεφτούμε. Ένας άνθρωπος από τη Σουβάλα, μαθημένος στα βουνά της Ρούμελης, βρέθηκε στο Μεσολόγγι, μέσα σε μια πόλη περικυκλωμένη, όπου η πείνα και ο θάνατος έγιναν καθημερινοί σύντροφοι. Το τραύμα στο δεξί πόδι δεν είναι απλώς ιατρική πληροφορία. Είναι σημάδι συμμετοχής. Είναι αποτύπωμα θυσίας. Είναι η σωματική απόδειξη ότι η Σουβάλα δεν έμεινε αμέτοχη.

Έπειτα συναντούμε τον Γεώργιο Κατζικαδούλα, ο οποίος αναφέρεται ως εκ Παύλιανης, κατοικοδημότης Σουβάλας. Οι πηγές τον παρουσιάζουν να υπηρετεί από την αρχή της Επανάστασης υπό σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως τον Γεώργιο Δυοβουνιώτη, τον Ν. Κοντογιάννη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Καραϊσκάκη και άλλους. Στο πιστοποιητικό του αναφέρονται επίσης πλήθος μαχών: Μενδενίτσα, Βασιλικά, Υπάτη, Νευρόπολη, Στυλίδα, Αγία Μαρίνα, πολιορκία Μεσολογγίου, Καλιακούδα, Καλλίδρομο, Άμπλιανη, Μετόχι, Δίστομο, Αράχωβα, Πειραιάς, Τριζώνια. Η διαδρομή του δείχνει έναν άνθρωπο που δεν έλαβε μέρος σε ένα μόνο επεισόδιο του Αγώνα, αλλά διένυσε σχεδόν όλο το στρατιωτικό τόξο της επαναστατημένης Ρούμελης.

Για τον Κατζικαδούλα το πιστοποιητικό αναφέρει ότι σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του φάνηκε «ευπειθής, πρόθυμος και γενναίος». Αυτές οι τρεις λέξεις μπορούν να σταθούν ως επιγραφή πάνω από πολλούς αγωνιστές του 1821.

Ένας ακόμη αγωνιστής είναι ο Λουκάς Ντρίβας, κάτοικος Σουβάλας. Οι πηγές τον συνδέουν με τον Κομνά Τράκα και τους Δυοβουνιώτες. Αναφέρεται ότι από την αρχή του Ιερού Αγώνα υπηρέτησε στρατιωτικά και πήρε μέρος σε μάχες όπως η Μενδενίτσα, η Δερβενφούρκα, η Υπάτη, το Χάνι της Γραβιάς, η Νευρόπολη, τα Βασιλικά, ο Προφήτης Ηλίας, η Αράχωβα, το Δίστομο και τα Σάλωνα. Και για το Μεσολόγγι, το πιστοποιητικό του είναι συγκινητικό: αναφέρει ότι βρέθηκε στην πολιορκία του Μεσολογγίου με τον Γ. Λημπέρη και ότι εκεί πληγώθηκε στο στήθος και στον αριστερό πόδα.

Αυτό το στοιχείο συγκλονίζει. Στήθος και πόδι. Το στήθος, τόπος της ανάσας και της καρδιάς. Το πόδι, μέσο της πορείας και της μάχης. Ο Λουκάς Ντρίβας πλήρωσε με το ίδιο του το σώμα την παρουσία του στο Μεσολόγγι. Και όμως, σύμφωνα με τις πηγές, συνέχισε έπειτα σε Αράχωβα, Δίστομο και Σάλωνα. Η πληγή δεν τον απέσυρε από τον Αγώνα. Τον σημάδεψε, αλλά δεν τον σταμάτησε. Αυτή είναι μια λεπτομέρεια που αξίζει να την κρατήσουμε: οι αγωνιστές δεν ήταν άτρωτοι ήρωες παραμυθιού. Ήταν άνθρωποι που πονούσαν, μάτωναν, σακατεύονταν, αλλά συνέχιζαν.

Τέλος, οι πηγές μας δίνουν πλούσια στοιχεία για τον Ιωάννη Παπαναστασίου ή Μάρο, κάτοικο Σουβάλας. Ο Γεώργιος Χαρίτος τον αναφέρει ως μπουλουκτσή, δηλαδή ως επικεφαλής μικρού σώματος πολεμιστών. Πολέμησε υπό τους Ιωάννη και Γεώργιο Δυοβουνιώτη και έλαβε μέρος σε πλήθος μαχών: Μενδενίτσα, Δερβενφούρκα, Υπάτη, Βασιλικά, Στυλίδα, Αγία Μαρίνα, Αετός, Άμπλιανη, Νευρόπολη, Αράχωβα, Δίστομο, Μεσολόγγι. Στο πρώτο του πιστοποιητικό αναφέρεται ότι στην πολιορκία του Μεσολογγίου βρέθηκε στο φρούριο υπό την οδηγία του Κίτσου Τζαβέλα με τον Ιωάννη Λογοθέτη και ότι πληγώθηκε στο δεξί γόνατο. Στο δεύτερο πιστοποιητικό του, ο Γ. Δυοβουνιώτης βεβαιώνει ότι ο Παπαναστασίου Μάρος διακρινόταν πάντοτε ως μπουλουκτσής με στρατιώτες υπό την οδηγία του και ότι παρευρέθηκε στην πολιορκία του Μεσολογγίου υπό τις διαταγές του Κ. Τζαβέλα.

Εδώ έχουμε κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Δεν πρόκειται μόνο για έναν απλό στρατιώτη, αλλά για άνθρωπο που είχε υπό την οδηγία του άλλους πολεμιστές. Αυτό σημαίνει εμπιστοσύνη. Σημαίνει κύρος. Σημαίνει ότι στον μικρόκοσμο των σωμάτων του Αγώνα, ο Ιωάννης Παπαναστασίου ή Μάρος είχε θέση ευθύνης. Και η παρουσία του στο Μεσολόγγι υπό τον Κίτσο Τζαβέλα τον συνδέει άμεσα με μία από τις πιο ηρωικές οικογένειες και μορφές της Επανάστασης.

Κυρίες και κύριοι,

Αυτά τα ονόματα δεν πρέπει να τα προσπεράσουμε γρήγορα. Αγοριανίτης ή Παπαστάμος Ευστάθιος. Κατζικαδούλας Γεώργιος. Ντρίβας Λουκάς. Παπαναστασίου ή Μάρος Ιωάννης. Δεν είναι απλώς εγγραφές σε αρχεία. Είναι πρόσωπα. Είναι βήματα πάνω σε πετρώδη μονοπάτια. Είναι ιδρώτας στα βουνά, καπνός από καριοφίλια, αγρύπνιες σε ταμπούρια, φόβος και θάρρος μαζί. Είναι οι άνθρωποι που έκαναν την τοπική ιστορία μέρος της εθνικής ιστορίας.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αξία των πηγών. Μας δείχνουν ότι η Σουβάλα δεν ήταν μακριά από το Μεσολόγγι, όσο κι αν γεωγραφικά τα χωρίζει απόσταση. Η Σουβάλα ήταν εκεί, μέσω των ανθρώπων της. Η Ρούμελη ήταν ένα δίκτυο αγώνα. Από τα Βασιλικά ως την Άμπλιανη, από τη Γραβιά ως την Αράχωβα, από το Δίστομο ως το Μεσολόγγι, οι ίδιοι άνθρωποι μετακινούνταν, πολεμούσαν, τραυματίζονταν, ξανασηκώνονταν. Ο Αγώνας δεν ήταν στατικός. Ήταν πορεία. Και οι Σουβαλιώτες αγωνιστές ανήκαν σε αυτή την πορεία.

Ας φέρουμε τώρα στο μυαλό μας τη στιγμή της Εξόδου.

Οι πολιορκημένοι έχουν εξαντληθεί. Η πείνα έχει φτάσει σε απερίγραπτο σημείο. Οι ελπίδες ανεφοδιασμού έχουν σβήσει. Η πόλη γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ ακόμη. Όμως η απόφαση δεν είναι παράδοση. Είναι έξοδος. Μοιράζονται οι δυνάμεις. Καταστρώνονται σχέδια. Οι άμαχοι ετοιμάζονται όσο μπορούν. Οι τραυματίες, οι γέροντες, οι γυναίκες, τα παιδιά, όλοι συμμετέχουν σε μια τραγική και μεγαλειώδη προετοιμασία.

Πόσο εύκολο είναι άραγε να μιλάμε σήμερα για ηρωισμό; Πόσο εύκολα χρησιμοποιούμε λέξεις μεγάλες: θυσία, δόξα, ελευθερία, αθανασία. Όμως εκεί, εκείνη τη νύχτα, οι λέξεις δεν ήταν ρητορεία. Ήταν σάρκα. Η ελευθερία είχε πρόσωπο παιδιού. Η θυσία είχε πρόσωπο μάνας. Η δόξα είχε πρόσωπο τραυματία. Η αθανασία είχε πρόσωπο ανθρώπου που ήξερε ότι μπορεί να μην ξημερωθεί.

Το Μεσολόγγι μάς διδάσκει ότι υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρη η ιστορία ενός λαού συμπυκνώνεται σε μια απόφαση. Η απόφαση της Εξόδου ήταν τέτοια στιγμή. Ήταν η απάντηση των πολιορκημένων σε έναν εχθρό που περίμενε να τους δει να συνθηκολογούν. Ήταν η απάντηση της ψυχής απέναντι στην ισχύ. Ήταν η απάντηση της αξιοπρέπειας απέναντι στην ανάγκη.

Και όταν μιλούμε για τους Σουβαλιώτες του Μεσολογγίου, δεν χρειάζεται να επινοήσουμε τίποτε. Οι ίδιες οι πηγές μάς δίνουν τα ουσιώδη: παρουσία, μάχες, πληγές, υπηρεσία. Δεν θα πούμε ότι γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια της διαδρομής τους μέσα στην Έξοδο, διότι η ιστορική ευθύνη μάς επιβάλλει να μένουμε στα τεκμήρια. Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να πούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί βρέθηκαν στην πολιορκία του Μεσολογγίου, ότι κάποιοι τραυματίστηκαν εκεί, ότι συνδέθηκαν με μεγάλους οπλαρχηγούς και ότι η δράση τους εντάσσεται στον ίδιο κύκλο γεγονότων που οδήγησε στην κορύφωση της Εξόδου.

Η ιστορία τους δεν είναι απομονωμένη. Είναι τμήμα της μεγάλης ρουμελιώτικης συμμετοχής. Οι Ρουμελιώτες πολεμιστές, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, στα περάσματα, στα υψώματα και στα στενά, έφεραν στο Μεσολόγγι την εμπειρία των βουνών. Το Μεσολόγγι, από την άλλη, τους έβαλε σε μια άλλη δοκιμασία: όχι μόνο σε μάχη εκ του συστάδην, αλλά σε πολιορκία. Εκεί ο πολεμιστής δεν δοκιμάζεται μόνο από τη σφαίρα. Δοκιμάζεται από την αναμονή. Από την πείνα. Από τη φθορά. Από την αίσθηση ότι ο κλοιός στενεύει. Από την ευθύνη να κρατήσει όχι μόνο τη θέση του, αλλά και το ηθικό των γύρω του.

Σκεφθείτε τον Παπαναστασίου, μπουλουκτσή, με στρατιώτες υπό την οδηγία του. Τι σημαίνει να είσαι επικεφαλής μέσα σε πολιορκία; Να πρέπει να δώσεις κουράγιο, ενώ ίσως μέσα σου λυγίζεις. Να πρέπει να σταθείς όρθιος, ενώ είσαι τραυματισμένος. Να πρέπει να μεταδώσεις βεβαιότητα, ενώ δεν ξέρεις αν υπάρχει αύριο. Αυτή είναι η πραγματική αρχηγία. Όχι ο τίτλος, αλλά η στάση.

Σκεφθείτε τον Λουκά Ντρίβα, τραυματισμένο στο στήθος και στον αριστερό πόδα. Σκεφθείτε τον Ευστάθιο Αγοριανίτη, πληγωμένο στο δεξί πόδι. Σκεφθείτε τον Κατζικαδούλα, που οι μαρτυρίες τον χαρακτηρίζουν πρόθυμο και γενναίο. Όλοι αυτοί δεν έζησαν την Επανάσταση ως ιδέα αφηρημένη. Την έζησαν ως καθημερινή έκθεση στον θάνατο.

Και όμως, μέσα από τα πιστοποιητικά τους, αυτό που επαναλαμβάνεται δεν είναι μόνο η γενναιότητα. Είναι και η ευπείθεια, ο ζήλος, η προθυμία. Αυτές οι λέξεις έχουν βαθύ νόημα. Δείχνουν ότι ο Αγώνας δεν ήταν μόνο αυθόρμητη έκρηξη. Ήταν και πειθαρχημένη προσφορά. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πολέμησαν για προσωπική δόξα. Πολέμησαν ενταγμένοι σε σώματα, κάτω από καπεταναίους, μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων και ευθυνών. Γι’ αυτό και οι υπογραφές στα πιστοποιητικά έχουν βαρύτητα: Γ. Δυοβουνιώτης, Ν. Πανουργιάς, Α. Κοντοσόπουλος, Β. Μπούσγος, Κώστας Μάκος, Ιωάννης του Γκούρα. Είναι οι μαρτυρίες ενός κόσμου που αναγνώριζε την υπηρεσία των αγωνιστών.

Ας σταθούμε λίγο και σε αυτό: τα πιστοποιητικά γράφονται χρόνια μετά τα γεγονότα. Το 1841, το 1846, το 1847. Τότε πια ο Αγώνας έχει τελειώσει. Το ελληνικό κράτος υπάρχει, αλλά οι αγωνιστές πολλές φορές παλεύουν να αποδείξουν όσα πρόσφεραν. Ζητούν αριστεία, αναγνώριση, δικαίωση. Και μέσα από αυτές τις μεταγενέστερες αιτήσεις και βεβαιώσεις, εμείς σήμερα βρίσκουμε τα ίχνη τους. Η μνήμη συχνά σώζεται επειδή κάποιος κάποτε χρειάστηκε να γράψει σε ένα χαρτί: «πολέμησε», «παρευρέθη», «επληγώθη».

Πόσοι άλλοι όμως δεν γράφτηκαν ποτέ; Πόσοι έπεσαν χωρίς πιστοποιητικό; Πόσοι χάθηκαν στην Έξοδο χωρίς να αφήσουν πίσω τους ούτε ένα διοικητικό ίχνος; Γι’ αυτό κάθε όνομα που διασώζεται είναι διπλά πολύτιμο. Δεν τιμούμε μόνο αυτόν που αναφέρεται. Τιμούμε και όλους εκείνους που δεν αναφέρονται.

Το Μεσολόγγι, άλλωστε, είναι κατεξοχήν τόπος συλλογικής μνήμης. Δεν θυμόμαστε μόνο τους επώνυμους. Θυμόμαστε τους ανώνυμους. Δεν θυμόμαστε μόνο τους οπλαρχηγούς. Θυμόμαστε τις γυναίκες που έσφιγγαν τα παιδιά τους στην αγκαλιά, τους γέροντες που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν, τους τραυματίες που γνώριζαν ότι η Έξοδος ίσως ήταν γι’ αυτούς η τελευταία πράξη, τους ιερείς που ευλογούσαν, τους νέους που δεν πρόλαβαν να ζήσουν.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου δεν συγκίνησε μόνο τους Έλληνες. Συγκλόνισε την Ευρώπη. Έγινε σύμβολο του φιλελληνισμού, της αντίστασης, της θυσίας ενός μικρού λαού απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις. Όμως για εμάς τους Έλληνες, και ιδίως για όσους έχουμε τοπικούς δεσμούς με τους αγωνιστές, το Μεσολόγγι δεν είναι απλώς διεθνές σύμβολο. Είναι οικογενειακή μνήμη. Είναι η αίσθηση ότι από κάθε τόπο της Ελλάδας, μικρό ή μεγάλο, έφυγαν άνθρωποι για να υπηρετήσουν κάτι ανώτερο από τον εαυτό τους.

Η Σουβάλα, μέσα από τους αγωνιστές της, αποκτά τη δική της θέση σε αυτή την ιστορία. Όχι με υπερβολές, όχι με ανιστόρητες διεκδικήσεις, αλλά με τεκμηριωμένη υπερηφάνεια. Οι άνθρωποι αυτοί πολέμησαν σε πολλά μέτωπα. Δεν ήταν περαστικοί του Αγώνα. Ήταν παρόντες από την αρχή, σε πολλές και σκληρές αναμετρήσεις. Και ανάμεσα σε αυτές, το Μεσολόγγι αποτελεί κορυφαίο σημείο.

Εδώ πρέπει να πούμε κάτι που αφορά τη σχέση τοπικής και εθνικής ιστορίας. Η εθνική ιστορία δεν είναι κάτι ξένο προς την τοπική. Δεν γράφεται μόνο στις πρωτεύουσες, στα μεγάλα στρατόπεδα, στα κέντρα των αποφάσεων. Γράφεται και στα χωριά. Γράφεται στα ορεινά περάσματα. Γράφεται σε οικογένειες που έδωσαν παιδιά στον Αγώνα. Γράφεται σε μικρά ονόματα που εμφανίζονται σε κιτρινισμένα έγγραφα. Η πατρίδα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι το άθροισμα των τόπων της και των ανθρώπων της.

Όταν λοιπόν λέμε ότι Σουβαλιώτες βρέθηκαν στο Μεσολόγγι, δεν κάνουμε απλώς μια τοπική αναφορά. Αναδεικνύουμε τον τρόπο με τον οποίο ένα μικρό χωριό συνδέθηκε με μια μεγάλη εθνική στιγμή. Δείχνουμε ότι η ελευθερία ήταν έργο όλων. Δεν υπήρξε τόπος που να μην έδωσε. Δεν υπήρξε περιοχή που να μην μάτωσε. Δεν υπήρξε οικογένεια που να μην ένιωσε το βάρος της Επανάστασης.

Κυρίες και κύριοι,

Η Έξοδος του Μεσολογγίου έχει συχνά παρουσιαστεί ως τραγωδία. Και ήταν τραγωδία. Αλλά ήταν και θρίαμβος. Όχι θρίαμβος στρατιωτικός, με την έννοια της άμεσης νίκης. Ήταν θρίαμβος ηθικός. Η πόλη χάθηκε, αλλά η υπόθεση της Επανάστασης κέρδισε ένα τεράστιο ηθικό κεφάλαιο. Ο κόσμος είδε τι σημαίνει να αγωνίζεται ένας λαός για την ελευθερία του. Η θυσία των πολιορκημένων έγινε κραυγή που ακούστηκε πολύ μακριά.

Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της Ιστορίας. Κάποτε μια ήττα γίνεται πιο ισχυρή από μια νίκη. Το Μεσολόγγι, ενώ καταστράφηκε, δυνάμωσε τον Αγώνα. Η Έξοδος, ενώ στοίχισε ζωές, γέννησε αθάνατο παράδειγμα. Οι νεκροί του Μεσολογγίου δεν σιώπησαν. Μίλησαν μέσα από την τέχνη, την ποίηση, τη διπλωματία, τη συλλογική μνήμη. Μίλησαν και εξακολουθούν να μιλούν.

Ο Διονύσιος Σολωμός, με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», δεν έγραψε απλώς για μια πολιορκία. Έγραψε για την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου. Για εκείνη την ελευθερία που δεν μπορεί να την αφαιρέσει κανένα τείχος, καμία πείνα, κανένα κανόνι. Οι πολιορκημένοι ήταν ελεύθεροι πριν ακόμη ανοίξουν οι πύλες. Ήταν ελεύθεροι επειδή είχαν αποφασίσει να μην παραδώσουν την ψυχή τους.

Αυτή είναι η μεγάλη παρακαταθήκη του Μεσολογγίου. Μας λέει ότι η ελευθερία δεν είναι μόνο πολιτικό καθεστώς. Είναι ήθος. Είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι η δύναμη να διαλέγεις την αξιοπρέπεια όταν όλα σε σπρώχνουν στον συμβιβασμό.

Αν μεταφέρουμε αυτό το μήνυμα στο σήμερα, δεν το κάνουμε για να συγκρίνουμε εύκολα εποχές ανόμοιες. Το κάνουμε για να καταλάβουμε ότι η μνήμη έχει ευθύνη. Δεν τιμούμε το Μεσολόγγι μόνο με στεφάνια και λόγους. Το τιμούμε όταν κρατούμε ζωντανή την αίσθηση του χρέους. Όταν διδάσκουμε στα παιδιά μας ότι η Ιστορία δεν είναι αποθήκη ημερομηνιών, αλλά σχολείο χαρακτήρα. Όταν ψάχνουμε τα αρχεία, ανασύρουμε ονόματα, γράφουμε, μιλούμε, θυμόμαστε.

Και εδώ, η σημερινή ομιλία, θέλει να επιτελέσει ακριβώς αυτό: να μετατρέψει τις πηγές σε μνήμη ζωντανή. Να μη μείνουν ο Ευστάθιος Αγοριανίτης, ο Γεώργιος Κατζικαδούλας, ο Λουκάς Ντρίβας, ο Ιωάννης Παπαναστασίου και όλοι οι υπόλοιποι απλές αναφορές. Να γίνουν ξανά πρόσωπα μέσα στη συνείδησή μας.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου μάς δείχνει επίσης τη σχέση του ατομικού με το συλλογικό. Το Μεσολόγγι ήταν κοινότητα μέχρι τέλους. Και ίσως αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα μηνύματα που έχουμε ανάγκη σήμερα: ότι τα μεγάλα επιτυγχάνονται όταν το «εγώ» υποτάσσεται στο «εμείς».

Ας προσέξουμε και κάτι ακόμη: οι αγωνιστές αυτοί δεν συνδέονται μόνο με το Μεσολόγγι. Συνδέονται και με την Αράχωβα, το Δίστομο, την Άμπλιανη, τη Γραβιά, τα Βασιλικά, τα Σάλωνα. Αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή τους στο Μεσολόγγι ήταν μέρος μιας ευρύτερης στρατιωτικής ζωής. Δεν ήταν στιγμιαία έξαρση. Ήταν συνεχής αγώνας. Ο Αγώνας του 1821 κράτησε χρόνια και απαιτούσε αντοχή. Η ηρωική στιγμή είναι εντυπωσιακή, αλλά πίσω της υπάρχουν μήνες και χρόνια κόπου, πορείας, φτώχειας, κινδύνου.

Το Μεσολόγγι ήταν η κορυφή. Αλλά για να φτάσει κανείς στην κορυφή, έχει ήδη ανέβει πολλά δύσκολα μονοπάτια.

Σήμερα, λοιπόν, καθώς μιλούμε για την Έξοδο, ας μη βλέπουμε μόνο τη μεγάλη εικόνα. Ας βλέπουμε και τα πρόσωπα. Ας βλέπουμε τον τραυματισμένο αγωνιστή. Ας βλέπουμε τον στρατιώτη που ακολουθεί τον καπετάνιο του. Ας βλέπουμε την ανάγκη της αναγνώρισης. Διότι η πατρίδα, πολλές φορές, σώθηκε από ανθρώπους που αργότερα χρειάστηκε να παρακαλέσουν για να αναγνωριστεί η προσφορά τους.

Αυτό μάς διδάσκει ταπεινοφροσύνη. Μας διδάσκει να μη θυμόμαστε μόνο τους μεγάλους με τα γνωστά ονόματα, αλλά και τους αφανείς. Να ψάχνουμε στα αρχεία, να διαβάζουμε τις υπογραφές, να προσέχουμε τις λεπτομέρειες. Μια φράση όπως «επληγώθη εις τον δεξιόν γόνα» ή «επληγώθη κατά τον δεξιόν πόδα» μπορεί να μοιάζει μικρή. Αλλά πίσω της βρίσκεται ένας άνθρωπος που πόνεσε για την ελευθερία. Και αυτό δεν είναι μικρό. Είναι τεράστιο.

Κυρίες και κύριοι,

Έχει σημασία να ακουστούν σήμερα τα ονόματα δυνατά.

Ευστάθιος Αγοριανίτης ή Παπαστάμος: παρών στην πολιορκία του Μεσολογγίου, τραυματισμένος στο δεξί πόδι, αγωνιστής πολλών μαχών.

Γεώργιος Κατζικαδούλας: πολεμιστής από την αρχή της Επανάστασης, συνδεδεμένος με τη Σουβάλα, παρών στην πολιορκία του Μεσολογγίου, άνθρωπος που χαρακτηρίστηκε πρόθυμος και γενναίος.

Λουκάς Ντρίβας: κάτοικος Σουβάλας, παρών στο Μεσολόγγι, τραυματισμένος στο στήθος και στον αριστερό πόδα, αγωνιστής που συνέχισε την πολεμική του πορεία.

Ιωάννης Παπαναστασίου ή Μάρος: μπουλουκτσής, με στρατιώτες υπό την οδηγία του, παρών στο φρούριο του Μεσολογγίου υπό τον Κίτσο Τζαβέλα, τραυματισμένος στο δεξί γόνατο.

Αυτά τα ονόματα είναι η γέφυρα της Σουβάλας με το Μεσολόγγι. Είναι τα ίχνη που οδηγούν από τον Παρνασσό στη λιμνοθάλασσα. Είναι οι φωνές που μας λένε ότι η ελευθερία της Ελλάδας πέρασε και από τα δικά μας μέρη, από τα δικά μας χώματα, από τους δικούς μας ανθρώπους.

Αν η Έξοδος του Μεσολογγίου είναι το μεγάλο εθνικό ποτάμι της θυσίας, οι Σουβαλιώτες αυτοί είναι μικρά αλλά καθαρά νερά που χύνονται μέσα του. Και χωρίς αυτά τα μικρά νερά, κανένα ποτάμι δεν θα ήταν μεγάλο.

Πριν ολοκληρώσω, θα ήθελα να επισημάνω ότι όσα παρουσιάστηκαν σήμερα δεν αποτελούν μια αποσπασματική ή περιστασιακή έρευνα. Είναι το αποτέλεσμα πολύχρονης μελέτης, αναζήτησης σε αρχεία, απομνημονεύματα, ιστορικές πηγές και τεκμήρια, τα οποία συγκεντρώθηκαν και αξιοποιήθηκαν στο νέο μου βιβλίο, «Οι αγωνιστές του 1821 απ' την Πολύδροσο (Σουβάλα) Φωκίδας». Μέσα από τις σελίδες του αναδεικνύονται, μεταξύ άλλων, η συμμετοχή των Σουβαλιωτών στην Έξοδο του Μεσολογγίου και οι άγνωστες πτυχές της προσφοράς τους στον Αγώνα, ώστε η μνήμη και η θυσία τους να διατηρηθούν ζωντανές για τις επόμενες γενιές.

Ας κλείσουμε, λοιπόν, με την εικόνα της Εξόδου.

Η νύχτα είναι βαριά. Οι πύλες ανοίγουν. Οι πολιορκημένοι προχωρούν. Μπροστά τους ο εχθρός. Πίσω τους μια πόλη που σβήνει μέσα στη φωτιά και στο αίμα. Γύρω τους κραυγές, πυροβολισμοί, σύγχυση. Αλλά μέσα τους κάτι μένει ακλόνητο: η απόφαση να μη ζήσουν σκλάβοι.

Αυτή η απόφαση είναι η Ελλάδα.

Η Ελλάδα δεν γεννήθηκε μόνο σε συνελεύσεις και πρωτόκολλα. Γεννήθηκε και μέσα σε τέτοιες νύχτες. Γεννήθηκε όταν άνθρωποι απλοί, από τόπους μικρούς και μεγάλους, αποφάσισαν ότι η ελευθερία αξίζει περισσότερο από την ασφάλεια. Γεννήθηκε όταν το Μεσολόγγι διάλεξε την Έξοδο. Γεννήθηκε όταν οι Ρουμελιώτες, οι Σουλιώτες, οι Πελοποννήσιοι, οι νησιώτες, όλοι μαζί, έκαναν την προσωπική τους ζωή προσφορά στο κοινό μέλλον.

Σήμερα, εμείς δεν καλούμαστε να κάνουμε την ίδια θυσία. Καλούμαστε όμως να έχουμε την ίδια σοβαρότητα απέναντι στην πατρίδα, την ίδια ευγνωμοσύνη απέναντι στους προγόνους, την ίδια ευθύνη απέναντι στους νεότερους. Καλούμαστε να μη μικραίνουμε τα μεγάλα. Να μη λησμονούμε τα ιερά. Να μη θεωρούμε αυτονόητη την ελευθερία που άλλοι πλήρωσαν με αίμα.

Το Μεσολόγγι μάς κοιτάζει ακόμη. Και μαζί του μάς κοιτούν οι Σουβαλιώτες που πέρασαν από την πολιορκία του. Μας κοιτούν όχι για να μας επιπλήξουν, αλλά για να μας θυμίσουν. Να μας θυμίσουν ότι κάθε γενιά έχει το δικό της χρέος. Το δικό τους ήταν να πολεμήσουν. Το δικό μας είναι να θυμόμαστε, να διδάσκουμε, να στεκόμαστε αντάξιοι.

Αιωνία η μνήμη των ηρώων του Μεσολογγίου.
Τιμή και δόξα στους αγωνιστές της Εξόδου.
Τιμή και δόξα στους Σουβαλιώτες που βρέθηκαν στην πολιορκία του.
Τιμή και δόξα σε όλους εκείνους που έκαναν την Ελλάδα ελεύθερη.

Σας ευχαριστώ.


VIDEO & Φωτογραφίες
























Επιμέλεια  - Ανάρτηση:  Αλέκος Ι. Βαλάσκας 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

"Επιτρέπεται η υποβολή σχολίων σχετικών, βέβαια, με το θέμα της κάθε ανάρτησης. Η ελεύθερη έκφραση γνώμης και καλόπιστης κριτικής για τα θέματα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας είναι ευπρόσδεκτη. Αντίθετα, κάθε σχόλιο υβριστικού, προσβλητικού & κακόβουλου περιεχομένου και μάλιστα ανώνυμο θα διαγράφεται."