… μια παλιά αληθινή Σουβαλιώτικη οικογενειακή ιστορία, σαν αρχαία τραγωδία
Γράφει ο Γιάννης Αθ. Λαγός
Κείνο το ηλιόλουστο πρωινό , της 28ης Αυγούστου του 1921, η Βασιλική ξεπροβόδισε τον άντρα της τον Γιάννη, τον δεκαεξάχρονο γιό της Γιώργο και τη δεκάχρονη μοναχοκόρη της Ασήμω, που έφευγαν για την απάνω Σουβάλα…..
Φτωχός φαμελίτης ο Γιάννης,
δούλευε χτίστης, μαζί με τον αδερφό του τον Θανάση. Τούτες τις μέρες,
έχτιζαν στην Απάνω Σουβάλα, ένα σπίτι προς τη μεριά της Αγιά Βαρβάρας…
Περνώντας απ’ του αδερφού του, πήραν μαζί και τη μικρή του
κόρη, τη Σταθού, συνομήλικη της ξαδέρφης της της Ασήμως. Πήραν το μονοπάτι και
μέσα απ’ τον Πευκιά, οι δυο άντρες με τα τρία παιδιά, ανέβηκαν σιγά σιγά στο
πάνω Χωριό.
Η Βασιλική, γύρισε στη λάτρα του φτωχικού σπιτιού. Μένανε
κάτω στο ισόγειο, καθώς το πάνω, ήταν ακόμα μισοτελειωμένο, με τα πλατανόκλαρα,
να φράζουν τα παράθυρα για την ώρα…… Κοντά της ο εντεκάχρονος Παναγιώτης, ο
εξάχρονος Βαγγέλης κι ο τρίχρονος Θανάσης…
Στην Απάνω Σουβάλα τώρα, οι δυο μάστορες ξεκίνησαν τη
δουλειά τους. Πρωτύτερα, είπαν στα παιδιά ν’ ανηφορήσουν, για να μαζώξουν
τίποτα λιανόξυλα για προσανάμματα. Πήρε
ο Γιώργος τα κορίτσια κι έκαμαν τον ανήφορο. Χαίρονταν και τα τρία το δάσος, την ομορφιά του και τη γαλήνη του κι έλεγαν
αστεία, γελώντας ξέγνοιαστα….. Τίποτα δεν φανέρωνε το Μεγάλο Κακό που
παραμόνευε……..
Ξαφνικά τα γέλια κόπηκαν και τα παιδιά πάγωσαν…..
Μέσα απ’ τα κοντόκεθρα, πετάχτηκαν τρείς αγριωποί
άντρες. Τρείς αλλόκοτοι, ρυπαροί, κλαρίτες ληστές. Ο ένας συγχωριανός τους απ’
τη Σουβάλα, ένας απ’ την Κάτω Αγόριανη κι ο άλλος απ’ την Απάνω
Αγόριανη….. Λαβατώσανε τα
παιδιά!!!!! Τα κορίτσια μαζώχτηκαν κοντά
στο Γιώργο, τρομοκρατημένα…..
Οι τρείς άντρες ξάμωσαν πρώτα στα κορίτσια… Ο Γιώργος μπήκε μπροστά για να τα
προστατέψει, μα σαν κατάλαβε τις διαθέσεις τους, διώχνει τα κορίτσια στον
κατήφορο, να ειδοποιήσουν τους πατεράδες….. Κι έμεινε το δεκαεξάχρονο
παλικαράκι, αντιμέτωπο με τους τρείς αγριάνθρωπους…. Τα κτήνη έπεσαν απάνω του
κι αφού τον τυρράγνισαν, ο Σουβαλιώτης ληστής από φόβο μάλλον, μήπως
τον γνώρισε ο Γιώργος, του κατάφερε
φοβερά χτυπήματα και τον άφησε ξέπνοο στη ρίζα ενός έλατου……
Με χορτασμένα τα ζωώδη τους ένστικτα, χάθηκαν μέσα στο
δάσος, να κρυφτούν σαν τα αγρίμια στη
μολάγα τους…..
Στο μεταξύ τα κορίτσια, φτάσανε αλαφιασμένα στους πατεράδες
τους και τους ανιστόρησαν τα συμβάντα…
Έκαμαν όλοι μαζί τον ανήφορο με γοργό βήμα κι αλίμονο,
βρέθηκαν μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα του κακοποιημένου παιδιού…
Ο χρόνος σταμάτησε !!!!!
Δεν ξέραν τί να κάνουν…
Ο Γιάννης πήρε τον γιό του αγκαλιά κι αφουγκράστηκε τον
ανασαμό του….. Τίποτα!
Έσυρε αλλόκοτο μουγκρητό…
-
Μ’ το
φάγανε το παλικάρι μ’ !
Στο χωριό, η Βασιλική, πήγαινε κι ερχότανε ανήσυχη όλη μέρα.
Σαν κάτι να της τριβέλαγε την καρδιά,
σαν ένας κόμπος να την έπνιγε στο στήθος.
Και παρακάλεσε την Παναγία…. Κάνε Παναγία μ’ να μην είναι
τίποτα κακό!
Κανένας χωριανός δεν
αποκότησε, να της πάει το κακό χαμπέρι…
Βγήκε έξω απ’ την αυλόπορτα,
είχε τα μάτια καρφωμένα στο δρόμο προς τα πάνω, όταν τους είδε να ‘ρχονται όλοι μαζί και η
ματιά της πήγε κατευθείαν στη βελέντζα που κρατάγανε τέσσερις….
-
Ο
Γιώργος ! Πού είναι ο Γιώργος μ’!
Φτάσανε κοντά. Κατάλαβε!
Σέρνει σκούζα που σκεπάζει όλο το χωριό !
-
Παιδάκι
μ’ ! παλικάρι ‘μ ! Γιωργάκο μ’ !
Τις μέρες που ακολούθησαν, γίναν όλα που έπρεπε να γίνουν κι
όπως έπρεπε να γίνουν κι η φτωχή φαμελιά μαζώχτηκε στον πόνο και την απελπισία
της……
Στο μεταξύ μαθεύτηκε και το ποιος από τους τρείς
κλαρίτες, ήταν ο αίτιος της δολοφονίας
του Γιώργου….
Πέρασαν οι μέρες,
ήρθε ο Οχτώβρης, πιάσανε τα πρώτα
κρύα…
Ο Γιάννης έκαμε ξερό κουράγιο, πήρε το μουλάρι κι ανέβηκε στο βουνό, να κόψει ξύλα για τις ανάγκες του σπιτιού..
Έκοψε, ετοίμασε το φόρτωμα και ιδρωμένος κι
αποκαμωμένος, κάθισε να ξαποστάσει σε
μια αποκορά ….
Η ματιά του ήρθε μια γυροβολιά, ήταν στο μέρος που αντίκρισε το σκοτωμένο
παλικάρι του, κείνη τη μαύρη μέρα του
Αυγούστου…
Άρχισε ένα βουβό κλάμα…
Πόση ώρα πέρασε, ούτε που κατάλαβε…. Έπιασε να σιχλιάζει, όταν έκαμε να σηκωθεί, αλλά το απόγειο του Παρνασσού, είχε
κοκκαλώσει τον ιδρώτα και τον είχε περονιάσει μέχρι τα πνευμόνια…. Κατέβηκε
αγάλια στο χωριό αλλά μέχρι να φτάσει, ο πυρετός είχε αρχίσει να τον δέρνει…
Κάμανε όλα τα γιατροσόφια αλλά η πνευμονία είχε
κυριαρχήσει….Σε λίγες μέρες άφησε την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της
Βασιλικής….
Ήταν δεν ήταν σαρανταπέντε χρονώ….
Κι η Βασιλική ;
‘’Σαν την τριγώνα
χλίβεται, σαν το παπί μαδιέται’’ !!!!!
Έχασε μέσα σε λίγους μήνες, τον πρωτότοκό της τον Γιώργο και
τον άντρα της τον Γιάννη…
Κι έχασε τα συλλοϊκά της!!!! Όλη μέρα με το κεφάλι μέσα στα γόνατα,
αναρωτιόταν…
Τι να ζήλεψε ο Μεγαλοδύναμος και τους ξεσβέλιασε έτσι ; Τη φτώχια τους ; Την ανημποριά τους, που δεν είχανε μαντήλι να κλάψουνε…. Τί ; Κοίταζε γύρω της, τα τέσσερα
παιδιά της, μαζωμένα σαν τα κλωσόπουλα
στο μαύρο φουστάνι της.
Έσφιξε τα δόντια.
Έπρεπε να φανεί δυνατή. Για τούτα
τα τέσσερα ορφανά, που την κοίταζαν με απορημένα και δακρυσμένα ματάκια….
Έκαμε την καρδιά της πέτρα και προχώρησε….
Μαζί με την αδερφή της τη Θυμιά, νέα χήρα κι αυτή, καθώς ο άντρας της, είχε
σκοτωθεί στον μεγάλο πόλεμο του ΄15,
φρόντιζε τα δυο τρία χτηματάκια που είχαν…. Ένα στον Πόρο κι ένα
καλύτερο στο Πριγιότικο, που το ‘σπερνε
καλαμπόκι, για τη μπομπότα της χρονιάς,
ή βαμπάκι και φασόλια….. Αυτά τα
χτήματα είχε, μ’ αυτά έπρεπε να πορευτεί
και να μεγαλώσει τα ορφανά της….
Είχε μπει η Άνοιξη, όταν μια μέρα, είχαν πάρει με την αδερφή
της, τη ‘’δημοσιά’’ και πήγαιναν στο
Πριγιότικο….
Λίγο πριν το Κόκκινο Γεφύρι, βλέπουνε κι ερχότανε απ΄ τη
μεριά της Αγόριανης, ο ……….., ο αγοριανίτης ληστής. Γνωριζόντουσαν απ’ τα γειτονικά χωράφια τους.
- Μαρή Βασιλ’κή, τί θα κάμουμε;
Αλαφιάστηκε η Θυμιά…
- Τράβα
συ κι άσε με μαναχή μ’, είπε μέσα απ’ τα
δόντια της η Βασιλική και συνέχισε με αποφασιστικό βήμα ίσια πάνω του…
- Γειά
σου Βασιλική, λέει αυτός, με κατεβασμένο το κεφάλι…. Ξέρεις Βασιλική,
ότι το κακό το ‘καμε ο …….…, αναφέροντας το όνομα του Σουβαλιώτη ληστή…. Δεν
καταφέραμε να τον σταματήσουμε…..
-Το
ξέρω…αποκρίθηκε η μαυροχήρα,
θέλω όμως να μ’ κάμ’ς μια δ’λειά…
-Τί
θες, απόρησε αυτός…
- Θέλω
να τονε στείλεις εκεί που έστειλε το παιδί μ’ και τον άντρα μ’ κι άμα τελειώσει η δ’λειά, εγώ θα σ’ γράψω το χωράφ’ στο Πριγιότ’κο !!
Θεέ και Κύριε !!!!
Πόσο της είχε μαυρίσει η καρδιά!!!!
Δεν δίστασε η δόλια, να
αποφασίσει να στερήσει τα παιδιά της,
απ’ αυτό το ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή τους χωράφι, προκειμένου
να πάρει εκδίκηση, για το κακό που της έκαμε ο συντοπίτης της…
-Βασιλ’κή, λέει αυτός, τράβα στη δ’λειά σ’ κι εγώ ξέρω
τί θα κάμω.. Κι όσο για το χωράφ’, ούτε
να το ματαπείς, έχεις τέσσερα ορφανά να
βγάλεις πέρα, κράτα το με νύχια και με
δόντια…
Και με το κεφάλι πάντα σκυμμένο, λες και το θεωρούσε ύβρι να την αντικρύσει
κατάματα, βιάστηκε να απομακρυνθεί…
Πέρασε κάμποσος καιρός κι ένα πρωί, προτού ακόμα φέξει, ακούστηκαν χτυπήματα στο
μικρό φεγγίτη του σπιτιού της Βασιλικής…
-Εγώ
είμαι η Θυμιά, είπε λαχανιασμένη η αδερφή της και σαν άνοιξε το
παραθυράκι η Βασιλική, της λέει σιγά…….
-Σήκω, βαρέσανε τον ………, την ώρα που γλεντάγανε…
-Τον
αφήσανε στον τόπο ; Ρώτησε με αγωνία η Χήρα….
-Μπα,
τον λαβώσανε λένε….
-Αμ’ δε
μ’ κάμανε δ’λειά, είπε
απογοητευμένη η δόλια….
Έλα όμως, που σε δυο τρείς μέρες, της έγινε το χατήρι… Απ’
ότι είπανε, η σφαίρα ήταν ‘’μολεμένη’’ κι
ο …..…. τουμπάνιασε, ήρθε κι έγινε μπλαβής και παρέα με τα …..κρίματά
του, πήρε τον κατήφορο για την ….Κόλαση!
Βάρεσε η καμπάνα της εκκλησιάς, μαζωχτήκανε οι δικοί του να
τον ξενυχτήσουνε…
Χάραξε κι η άλλη μέρα για το ξόδι και στο μικρό φτωχικό
γίνονταν ετοιμασίες!!!! Η Βασιλική,
άλλαξε, φόρεσε καινούργιο μπολκάκι και τα καλά της γιορτινά ρούχα και με το
κορμί της στητό, έκαμε τον ανήφορο…
Μα πού να πηγαίνει άραγε ;
Η κόρη της, η δεκάχρονη Ασήμω, την ακολουθάει, λίγο πιο πίσω και κρύβεται από αγκωνάρι σε
αγκωνάρι….. Η Βασιλική, πλησιάζει στο
σπίτι του πεθαμένου!
Αν είναι δυνατόν!!!!
Με σφιγμένο το στόμα και σταθερό περπάτημα, ανεβαίνει την πέτρινη σκάλα….
Η κορμοστασιά της αγέρωχη, το πρόσωπο παγερό, τα μάτια,
κάρβουνα αναμμένα και με απλωμένα τα χέρια,
ανοίγει το δρόμο για το λείψανο μέσα απ’ τον κόσμο….
Στην παγωμάρα που επικρατεί,
ακούγεται βραχνή, απόκοσμη η φωνή της…
-Αφήστε
με να ζυγώσω, να τον δακώσω, να τ’ ρ’φήξω το αίμα, να δροσερέψ’ η καρδιά μ’ η
πονεμένη !!!
Άνοιξε κι άλλο ο κόσμος αλλά άμα κοντοζύγωσε στην κάσα η Βασιλική,
τον είδε τουμπανιασμένο και μπλαβιασμένο !!!!
Τότε, αποστρέφει με σιχασιά το πρόσωπο, λέγοντας μέσα στην γενική
παγωμάρα….
-Μαρή,
άμα τονε δακώσω αυτόνε, θα φαρμακωθώ και
‘γω…. Φτου !!!!
Και φτύνοντας τον πεθαμένο στο πρόσωπο, γύρισε αργά να φύγει…
Κανένας δε μίλησε, κανένας δεν έκαμε τίποτα για να την αμποδίσει… Ανοίξανε,
βουβοί πάλι οι δικοί του, από δω κι από κει, κάνοντας της χώρο να
περάσει και την άφησαν να αποχωρήσει..
Κι η Βασιλική, βγήκε αγέρωχη, όπως μπήκε, μόνο που τώρα, στο πρόσωπό
της, ίσια που διακρινόταν ένα αμυδρό
χαμόγελο, αλλά ήταν ζωγραφισμένη, ξεκάθαρη,
η ικανοποίηση, για τη Μεγάλη Εκδίκηση που γύρευε…..
Υ.Γ. Άφησα να περάσουν πάνω από εκατό χρόνια, από τον Σκληρό Αύγουστο του 1921, πριν προσπαθήσω να γράψω για τα τραγικά συμβάντα…Όλα όσα αναφέρω, είναι ιστορημένα σε μένα, λέξη προς λέξη, από την θειά μου την Ασήμω, την αδερφή του πατέρα μου, η οποία, δέκα χρονών τότε, ήταν αυτόπτης μάρτυρας όλων των γεγονότων, από την αρχή του Μεγάλου Κακού, μέχρι την τελευταία σκηνή της Τραγωδίας. Τα ονόματα των τριών κακούργων, δεν τα αναφέρω, γιατί δεν υπάρχει πλέον κανένας λόγος. Όλα τα άλλα ονόματα, είναι τα πραγματικά….
Γ. Λ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
"Επιτρέπεται η υποβολή σχολίων σχετικών, βέβαια, με το θέμα της κάθε ανάρτησης. Η ελεύθερη έκφραση γνώμης και καλόπιστης κριτικής για τα θέματα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας είναι ευπρόσδεκτη. Αντίθετα, κάθε σχόλιο υβριστικού, προσβλητικού & κακόβουλου περιεχομένου και μάλιστα ανώνυμο θα διαγράφεται."