Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Όταν το '82...

                ...Το χωριό μας τότε είχε επίδοση στους τσολιάδες των ανακτόρων.

                          ΑΘΗΝΑ 1939: Οι Σουβαλιώτες Εύζωνες της Ανακτορικής Φρουράς:
 Κορτσέλης Θ. Χρήστος , Αργυρίου Λ. Αθανάσιος, Βλάχος Δ. Αριστείδης, Δρίβας Ι. Αθανάσιος,Τζιβάρας Γ. Θεόδωρος (Ζιάκας)


Του Κώστα Ι. Κούσουλα (1921-2018)


Θυμάμαι ένα Πάσχα στο λάκκο που ψήναμε τ’ αρνιά το δικό μας, μπροστά στα Μιλτέικα και τα Βελλιέικα...

Οι Κουσλαίοι, πολύ πάρε – δώσε δεν είχαμε, ούτε πολλές φιλίες με την κάτω μεριά. Αλλά καθώς το καλούσε η μέρα και το έθιμο, ο πατέρας δεν ήθελε να το αλλάξει. Εκεί πάππου – προς πάππου γινότανε ο λάκκος κι έπειτα δεν είχαμε και τίποτα που να μας χωρίζει απ’ τους κάτω καλούς γείτονες. Ο άλλος λάκκος που ψήναμε τ’ αρνιά ήτανε στου Γκιώκα. Εκεί έβγαινε ο Θεμιστοκλής ο Τσατήρας ο χωρατατζής, ο Ηλίας ο Χαλβατζής κι άλλοι καλοί. Αλλά το έθιμο, πάντοτε ήτανε εκεί, κάτω, απαράβατο!

Θυμάμαι τη χρονιά που ο γέρο – Στοφόρος ύστερα ο Βέλιος, ήτανε τότε κληρωτός και υπηρετούσε τσολιάς στ’ Ανάκτορα. Τι ομορφιές ήταν εκείνες! Σα Κοντυλένιος! Μάτι αστραφτερό, τα φρύδια γραμμένα, τα χρώματα στο πρόσωπο σαν από φίλντισι και τριαντάφυλλο, και ντροπαλός, σαν κορίτσι! Λίγες οι κουβέντες του καθώς φορούσε το γαλάζιο όμορφο ντουλαμά και κουμαντάριζε επιδέξια τη φωτιά. Το χωριό μας τότε είχε επίδοση στους τσολιάδες των ανακτόρων. Ήτανε τα χαρισματικά τσοπανόπουλα, πανύψηλα και γεροδεμένα κορμιά, γυμνασμένα, στο ανέβα – κατέβα στον Παρνασσό, ασήμαντα εντούτοις πριν τα καλοντύσεις και τα ταΐσεις και κιαρίσουνε σαν τα κριάρια. Αλλάζανε αμέσως ύστερα να δεις σε μαγεμένα βασιλόπουλα στη θωριά!

Ο πρώτος που πήγε τσολιάς στ’ ανάκτορα και άνοιξε θαρρείς τις πόρτες τους, ήταν ο γέρο – Γιώργης, κι ήταν το 1882. Ένα φτωχό τσοπανόπουλο κι αυτός που η ομορφιά του έλαμψε μόλις φόρεσε το ντουλαμά. Ξέμεινε ύστερα να λέει τις δόξες του αρχίζοντας μ’ αυτό το περίφημο ύστερα «Όταν το ’82!». Έλεγε πολλά, πράματα και θάματα. Άρχιζε με το «Όταν το ’82» υπονοώντας όλα τ’ άλλα, και σταματούσε με αναστεναγμούς. Είχε παντρευτεί την Παναγιούλα, που έμοιαζε μ’ εκείνη του τραγουδιού «πέρα θέλω να περάσω το χορό σας να κοιτάξω, πως χορεύει μια και άλλη, μία μικρή και μια μεγάλη». Ήτανε να δεις αυτή η μικρή του τραγουδιού που έκλεινε κάθε στροφή του με την επωδό «μικρή μου Παναγιούλα μου».

«Όταν το ’82 που λέτε - άρχιζε - μας κάλεσε στη γιορτή της η βασίλισσα και με είχε εμένα δεξιό της παραστάτη. Τι χοροί, τι βάλσα και καντρίλιες, και βαράει η ορχήστρα που λέτε ύστερα ένα τσάμικο και μπαίνω κατά μπροστά! Τινάζομαι μια ψηλά και πιάνω το νταβάνι σαν τον αητό, χτυπάω κάτω το πάτωμα με τα τσαρούχια και το ράγισα. Με κοιτάει που λέτε μια κυρία απ’ τις Εγγλέζες που ήτανε στη συνοδεία της βασίλισσας κι έρχεται να με πιάσει απ’ το χέρι, τι να πιάσει ρε, πιάνεται ο αητός! Τους έκαμα όλους και το Βασιλιά να δεις και τους στρατηγούς να με χειροκροτάνε, ζήτω, ζήτω χάλαγε ο κόσμος. Την άλλη μέρα νάτη η Εγγλέζα, η Έβελιν, έτσι τη λέγανε μ’ ένα φωτογράφο να βγάλουμε μαζί φωτογραφίες, πόζα λέει, κάνε έτσι το ποδάρι, ήμουνα μπροστά στον Άγνωστο στρατιώτη, περπατώντας επ, εέπ και στεναχωρέθηκα, λοβ γιου έλεγε και τέτοια, είχε το διερμηνέα της και λέει πως ήτανε λαίδη και μ’ αγάπησε και ήθελε να με πάρει στην Αγγλία. Κι ύστερα; λέγανε τσυγκλίζοντας οι απόξω. Τι κι ύστερα! Εγώ ρε αγαπούσα την Παναγιούλα, γύρισα εδώ και την παντρεύτηκα, ήμουνα πιστός στην αγάπη της, πιστός ρε, μα την Παναγία σας λέω!

Αυτά κι άλλα τέτοια έλεγε κάμποσο καιρό ο Μπαρμπαγιώργης, άλλα σωστά, άλλα λειψά κι άλλα ακέραια, ώσπου μια μέρα να δεις η Παναγιούλα, ζηλεύοντας, πως και τι, του λέει: άει ρε δεν ντρέπεσαι κι εσύ όλο με το ’82 σου, δεν καταλαβαίνεις, σε κοροϊδεύουν οι χωριανοί! Πικράθηκε. Τόδεσε που λέτε κόμπο. Παραπονεμένος τώρα ο μπαρμπα-Γιώργης στενοχωρέθηκε, αποτραβήχτηκε, μεγάλωσε κιόλας, τον πειράζανε και τα παιδιά του, είχε ξεχάσει πια και το ’82 του και όλα τα μεγαλεία του.

Στην κατοχή να δεις ο Μπαρμπα-Γιώργης, ζούσε πια μόνος του αποτραβηγμένος στο απάνω χωριό. Είχε περάσει πια τα 80 του χρόνια, η Παναγιούλα τον άφησε, έφυγε εκείνη νωρίτερα, τα παιδιά είχαν τις οικογένειές τους, κι αυτός ο γερο-φαφούτης ο σκεβρωμένος και φουκαράς, ποιος να το σκεφτεί πως ήταν ο λεβέντης τσολιάς του 1882! Είχε ξεχάσει ο ίδιος όλο αυτό το ένδοξο παρελθόν, προσπαθώντας να επιζήσει στις δυσκολίες της κατοχής. Σ’ ένα χωραφάκι κάτω από μια πηγή στη φροξιλιά που έσταζε λίγο – λίγο κόμπο το νεράκι της, σαν όμπιο που λένε, είχε σπείρει κάτι φασουλάκια και τα φρόντιζε να μην τους λείψει το νερό. Το νερό, που περίεργο, μόλις το έβαζε στην αμπολή να τρέξει προς τα κάτω, ώσπου να φτάσει στα φασουλάκια, σταματούσε. Άιντε πάλι στον ανήφορο να βάλει το νερό αλλά και πάλι το νερό σταματούσε. Το κατάλαβε. Κάποιος είναι λέει που μου παίρνει το νερό. Κρύβεται πίσω λέει από μια βατουλιά και τι να δει: μια κοπέλα, ένας κορίτσαρος με την τσάπα λέει είναι που του παίρνει το νερό. Βγαίνει άγριος θαρρετά μπροστά της, εσύ είσαι και δεν ντρέπεσαι βρε κορίτσι πράμα και δε με λυπάσαι γέρο άνθρωπο και μου παίρνεις το νερό;

Η κοπέλα χωρίς να το καταλάβει τεντώθηκε λέει όρθια μπροστά του και τα στήθια της τσιτωμένα τον σημαδέψανε σαν κανόνια. Τον σπρώξανε τότε άθελά της και ο γέρος έπεσε στ’ αυλάκι. Ντράπηκε θαρρείς και η ίδια για ό,τι έγινε και τούδωσε αγκαλιαστά το χέρι της για να σηκωθεί. Κι ο γέρος ημέρεψε. Της χαμογέλασε λέγοντας «τι να σου κάνω τώρα, έπρεπε αυτό να μου το κάμεις όταν το ’82!» Και να δεις, όπως λέει τον ζάλισε κι η γυναίκεια αψιά ιδρωμένη μυρωδιά, σαν κάτι να σκίρτησε θαρρείς μέσα στο βρεμένο παντελόνι του. Εκείνη τον χάιδεψε στοργικά. «Δεν πειράζει παππούλη, του είπε. Εγώ μαθές ποτίζω κι αύριο. Άει σύρε τώρα εσύ να ποτίσεις τα φασολάκια σου…»



Επιμέλεια- Ανάρτηση: Αλέκος Ι. Βαλάσκας









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

"Επιτρέπεται η υποβολή σχολίων σχετικών, βέβαια, με το θέμα της κάθε ανάρτησης. Η ελεύθερη έκφραση γνώμης και καλόπιστης κριτικής για τα θέματα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας είναι ευπρόσδεκτη. Αντίθετα, κάθε σχόλιο υβριστικού, προσβλητικού & κακόβουλου περιεχομένου και μάλιστα ανώνυμο θα διαγράφεται."