Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ



                  


Π Ε Ρ Ι Δ Ι Ν Η Σ Η 

Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης

Συνέχεια απ’ το προηγούμενο

Σιγά - σιγά ημέρωσαν τά στοιχειά, κοιμήθηκαν αποσταμένα στις σπηλιές, και δε βογκάνε ποια.

Η μαυρίλα πέρασε, η βροχή έκοψε, και έσκασε το γλυκοχάραμα στο καταράχι της Λιάκουρας. Πετάχτηκα πρώτος και πρόβαλα στην αμπουργιά της καλύβας.

Από μια φερσάδα του σύννεφου πρόβαλε δειλά – δειλά μια αχτίδα ήλιος λές και μας χαιρέταγε, φέγγοντας πάλι τά έλατα και τά μέλεγα και μια εσωτερική χαρά με κυρίεψε ακούγοντας έναν τσοπανάκο πού με το σφύριγμά του διαλαλούσε το τέλος του χαλασμού.

Σκάρισαν τά πρόβατα κατά τη κοιμισμένη λάκκα πού τη σκέπαζε ένα απέραντο πουπουλένιο πάπλωμα, και ένιωθες τον ανασασμό σου ήσυχο και απαλό, μοσχοβολισμένο απ΄ τις ευωδιές πού έφερνε τον ανήφορο η δασιά λαγκαδιά.
Έβλεπες το πανόραμα της αυγής από απέναντι να τρεμοπαίζει και να χάνεται από τους αχνούς πού έβγαζαν οι καυτερές αχτίνες του ήλιου από το νοτισμένο δάσος, και ένιωθες το κρύο τ’ απόβροχου αψύ να σε πιρουνιάζει μέχρι το κόκκαλο.

Ο καταυλισμός άρχισε να ζωντανεύει. Κουβαλήσαμε κάτι χοντρά κούτσουρα από δαδί πού είχε φέρει η κατεβασιά και ανάψαμε φωτιά. Τέτοια πυρά δεν ξαναείδα ποτές άλλη φορά.

Ορέ τι χάση κόσμου ήταν αυτή; είπε ο γέρο - Χρήστος και συνταύλισε τη φωτιά να αποστεγνώσουν τά νοτισμένα σκουτιά του κορμιού του. Και μεις ακροβολισμένοι στο βάλσαμο της πυράς νοιώθαμε τον κόσμο ν΄ ανασταίνεται πάλι και να χαμογελάνε τά έλατα το φως της ημέρας.

Σε λίγο είχαμε προσκλητήριο απ’ το Γιώργο για την ημερήσια κατανομή εργασίας με το γέρο - Χρήστο σύμμαχο στις διαμαρτυρίες μας.

Βρέ άσ’ τά χαϊβάνια να κ’μηθούνε -του φώναξε -στασιό δεν έχ’ς, τρώγεσαι με τά τσόλια σ’; << Ο μή εργαζόμενος μηδέ εστιέτω>> απαντούσε ο Γιώργος και αφού μας γέμιζε από έναν κούτλα αλλατισμένο ζεστό γάλα έτριβε μέσα ξερό ψωμί μας φώναζε έναν - έναν. Παίρναμε τον κούτλα στο χέρι και πλησιάζαμε στη φωτιά, τρεμοχουχουλιάζοντας. Ήταν αυτό το πρωινό ρόφημα βάλσαμο στα σωθηκά μας μας στανιάριζε και μας δυνάμωνε.

Λοιπόν - άρχισε - Χρήστος τ’ Παναγιώτ’ κοντά στο Στάθ’ στα Δαμουλκά για τά γαλάρια, Γιάνν’ς και Σπύρος τ’ς Αλεφάντος για νερό, ο δ’κός μ’ ο Χρήστος με το Μήτσο τ’ Ζιούβα στ’ Μπαλαλούκα για τά στέρφα, και να κολώσεται τά ζγούρια κατά το μ’σονήσ’. Θόδωρος και Μητσάκος θα έχ’νε καθαριότητα και θα φέρ’νε τσάχαλα και ξύλα για τ’ φωτιά. Τόπε και τέλειωσε, αντίλογο δεν είχε.

Ο Χρηστάκος μού έδωσε μια γκλίτσα και μού είπε να τον ακολουθήσω, ανηφορίζοντας σιγά - σιγά το μονοπάτι.

Στο δρόμο τον ρωτούσα πού πάμε, πού είναι η Μπαλαλούκα, τά Ζγουροσταλιά, το Βρωμοπήγαδο, η Αρτοτέντα, τά Κελάρια και άλλες ονομασίες και αυτός μού εξηγούσε. Μιλήσαμε για το Σχολειό, τι βαθμούς είχαμε πάρει, τις παραξενιές μά και τις γκάφες των συμμαθητών αλλά και των καθηγητάδων μας.

Σε λίγο σκαπετήσαμε στο διάσελο αγνάντια στην Αρτοτέντα και το Βρωμοπήγαδο και κοντοσταθήκαμε να πάρουμε άνασσα.

Ήρθε και η κουβέντα για το τι επάγγελμα θέλαμε να ακολουθήσουμε ο καθένας μας όταν με το καλό θα τελειώναμε το σχολειό. Εγώ του έλεγα τά δικά μου και αυτός σηκώνοντας το χέρι μού έδειξε έναν αητό πού πλανάριζε ψηλά στο Γεροντόβραχο. Τον βλέπ’ς αυτόν; εγώ θα τον περάσω! και μού είπε πώς θα γινόταν αεροπόρος. Εγώ είχα δισταγμούς, γιατί είχα ακούσει ότι είναι επικίνδυνο επάγγελμα, συνέχεια αεροπλάνα πέφτουνε (προσπαθώντας να τον μεταπείσω) μπορεί να σε στείλουν σε εμπόλεμη ζώνη και εκεί δεν αστειεύονται, θα σε αναγκάσουνε να βομβαρδίζεις τυραγνισμένες ψυχούλες επέμενα πιγκωμένος. Άστο να πάει, διάλεξε άλλο επάγγελμα. Δε γίνεται τώρα πόλεμος ήσύχασαν τά πράματα μού απάντησε και αφού αυτό μ’αρέσ’; Πετάς ρέ ψ’λότερα κι απ’ τον αητό πάν’ απ’ τά σύννεφα, μπορεί να τά χωνέψ’; Σε πέντε λεπτά φτάν’ς Θεσσαλονίκ’, τι θές δηλαδή να κάθομαι κοντά στ΄ς σκουλ’κιάρες τ’ς παλιοπροβατίνες; και να ξεποδαριάζουμε βρέξ ‘ - χιονίσ’; Δέ βλέπ’ς τ’ν προκοπή τ’ πατέρα μ’; Δεν έχεις δίκιο εγώ επέμεινα αφού είσαι καλός μαθητής να γίνεις δάσκαλος και τρείς μήνες το καλοκαίρι να πλένεις τά ποδάρια σου στη θάλασσα και τάγκα ο μισθός και άμα δε θές δάσκαλος τόσα άλλα επαγγέλματα υπάρχουνε, σπούδασε γεωπόνος, κτηνίατρος, μηχανικός, δικηγόρος και του αράδιασα πολλά επαγγέλματα πού μούρχονταν στο νού εκείνη τη στιγμή. Θα γίνω αεροπόρος! ξανά είπε και για να αποφύγει την κουβέντα μού είπε . Βλέπ’ς εκείνη τη βερβερίτσα; τέρα πώς θα π’δ’ς στον άλλο έλατο, και περνώντας μια πέτρα την πέταξε κατά κεί. Το ζωντανό φοβήθηκε και πήδηξε στο άλλο δέντρο και μετά στο άλλο, στο άλλο, μέχρι πού χάθηκε στο λόγγο.

Σε λίγο ακούστηκαν κουδούνια και φάνηκαν τά πρόβατα πού βόσκαγαν στο πλάι, έκραξε ο Χρηστάκος τά σκυλιά και αυτά γαυγίζοντας τρέχοντας πάνω - κάτω έστρεψαν το κοπάδι τον ανήφορο κατά αλαταριές μεριά. Ακολουθήσαμε και εμείς και ο Χρηστάκος μού έδειχνε τις προβατίνες, ποια ήταν η μπέλλα, η βάκρα, η καραλιώτα, ποια κουδούνια είναι τά τριανταράκια, τά σαρανταράκια, τά κυπροκούδουνα, τά μισοκούδουνα, τις ζαμάνες, τά ξηροκούδουνα, ποιες είναι οι ζυγούρες, ποια τά ζαβατάρ’κα και ποια τά κολομονιά’ρκα. Ακούς εκεί κολομονιάρ’κα είπα εγώ και γελάσαμε.

Επιστρέψαμε σουρουπόνοντας στα κονάκια και οι μεγαλύτεροι είχαν ανάψει μεγάλη φωτιά. Εκείνο το βράδυ ψήσαμε κοντοσούβλια αντικρυστά στη πυρά και κουβαλόντας ένα μεγάλο σοφρά κοντά στρώσαμε πάνω μπάτσες από κοντολίσια και βάλαμε πάνω τά κοψίδια.

Ρίχναμε συνέχεια δαδιά και λατσούδια στη φωτιά για να βλέπουμε στην απολαμπή και αυτά φυρφίριζαν σηκώνοντας στο σκοτάδι μυριάδες σπίθες πού έμοιαζαν κολοφωτιές στό μαύρο φόντο της νύχτας.

Τι μοσκοβολιά ήταν εκείνη! Θές η πείνα, θές ο Παρνασίσιος αγέρας μας είχε ξελιγώσει. Κατεβάζαμε μονορούφι το κρασί από μια αλουμινένια κούπα πού περιφερόταν με τη σειρά από τον έναν στ’ον άλλον. Σε λίγο άρχισαν τά τραγούδια.

<< Κάτω στα δασιά πλατάνια  στην κρυόβρυση Διαμαντούλα μ’ >>

Και ακόμα το τραγούδι του << Μπουκουβάλα >> και τόσα άλλα. Και ήταν ένα κέφι πού δεν λέγεται αλλά ούτε και γράφεται. Καιγόμαστε μπροστά και οί πλάτες μας παταγούδι. Γυρίζαμε κάπου - κάπου ανάποδα να πυρώσουμε τις πλάτες μας γιατί το αεράκι πού κατέβαινε απ’ τη βλαχόλακκα και χάϊδευε τά βρεγμένα κοτρώνια και τις κεθρίτσες, έφτανε σε μας παγωμένο και τρύπωνε ύπουλα στα πόδια και στο κορμί μας. Ορέ θα μας γκιάξ΄μη ξεπεθαρεύεστε, μαζώξτε τά παιδαρέλια να τσολιαστούνε και καλό ξημέρωμα είπε ο γέρο Χρήστος και τον κατάπιε ή νύχτα φεύγοντας για το κονάκι του. Άς είναι! Πέρασαν χρόνια και οί δρόμοι μας χωρίσανε. Ο Χρηστάκος ανδρώθηκε και έγινε ιπτάμενος στην πολεμική αεροπορία και εγώ υπηρετούσα Δασοπόνος στο Λιδορίκι. Μια μέρα με ειδοποίησαν ότι στις Καρούτες καιγόταν το Δάσος από <<πτώση αεροσκάφους >> Κινήθηκα αμέσως γιατί ήταν τομέας ευθύνης μου και τι να δώ; Χαμός! Το Δάσος καιγόταν και εκεί στο διάσελο του < Έλατου > σε μια λάκκα, ελικόπτερα και γαλονάδες και  άλλοι τέτοιοι παρατρεχάμενοι πηγαινοέρχονταν νευριασμένοι, φωνάζοντας και βλαστημούσαν χειρωνομώντας για τη ζημιά πού έπαθαν. << Έπεσε σε περιδίνηση >> έλεγαν και ξανάλεγαν. Πήγα και Εγώ κοντά και κοίταξα τον κατήφορο, απ΄ το αντέρεισμα του δρόμου. Κατηφοριαστό, απότομο το πλάι με βαθειές νεροσυρμές πού βάθαιναν όσο πλησίαζαν τη χαντακιά και το ξεριά παρακάτω. Αναιμική βλάστηση από μισοκαμένα κρανοέλατα και διψασμένες ψωριάρικες καθρίτσες, αριές, κουμαριές και ανάμεσά τους σκορπισμένα, χιλιοτσακισμένα, πυρωμένα συντρίμμια πού τσιτσίριζαν και άχνιζαν στο άγγιγμα του νερού, και μια αποφορά πλανιόταν πού σε ανάγκαζε σε επικίνδυνη παραίσθηση. << Έπεσε σε περιδίνηση >> πάλι αυτοί! Τά μάτια μου θόλωσαν, η καρδιά μου σφίχτηκε σαν κουβάρι. Μού’ρθε μια πεθυμιά ανεξήγητη, κάτι μ’ έσπρωχνε και μού ’λεγε. Κατέβα! Πήγαινε να δεις. Αλλά πώς να κατέβω; ήταν πολύ απότομα. Ήθελα να κατέβω, και ήθελα να φύγω. Ο φόβος με κράταγε και η πεθυμιά μ’ έσπρωχνε . Μέχρι πού πήρα την απόφαση! Δρασκέλισα βράχια, σκαλίδια, σάρες, αρμακάδες, γκρεμίλες , νεροσυρμές και σε μια στιγμή γλίστρησα και έπεσα. Πήγα κουτροβαλώντας και ‘γώ δε ξέρω πού θα είχα φτάσει, αν δεν με σταματούσε ένα κοντοπούρναρο. Μ’ ούρθε ο  ουρανός σφοντύλι. Ζαλίστηκα και αναδιπλώθηκα να συνέλθω. Και κεί μέσα σ’αυτή τη παραζάλη μου ’ρθε σάν να άκουσα φωνή να σκούζει. Μ’έπιασε κρύα τρεμούλα και φρίκη. Τρόμαξα, προσπάθησα να πιαστώ από ένα κοντόκεθρο για να σηκωθώ και βλέπω εκεί μπροστά μου πεταμένη στα δυό βήματα τη μαύρη μπότα του πού έγραφε ... Χ . Π Α Ν Τ Ο Σ. Μ’ έπιασε βαθύς λυγμός και λύγισα σαν το κλαράκι! Ο Χρηστάκος! έσκουξα! Ο Χρηστάκος! και τά μελίγγια μου χτυπούσαν δυνατά και... αυτοί κοίταζαν παράξενα αναρωτιόντουσαν, άραγε τι νά ΄παθε αυτός; Σάλεψε; και ‘γώ εκεί, κρατώντας αγκαλιά τη μπότα του να κλαίω το Χρηστάκο το σταυραδέρφι μου αναζητώντας τον στη μνήμη μου με το μακρύ σακάκι του και το κολόβιο, με το πλατύ χαμόγελο εκείνο το καλοκαίρι στα καταράχια του Παρνασσού, κοντά στα πρόβατα, ανεμίζοντας το ραβδί στη στρούγκα, κράζοντας το Συνοδιά, στα στάλια, αγναντεύοντας κείνο το περήφανο καί ζηλεμένο πλανάρισμα του Σταυραητού στο Γεροντόβραχο, πού χρόνια τώρα στροβιλίζεται, ανεβαίνει και διαπερνά τά σύννεφα, παίζει με τη Λιάκουρα και την Αρνόβρυση, γίνεται ένα με τά στοιχειά και τρωχάει τά νύχια του στα κράκουρα χωρίς... Π Ε Ρ Ι Δ Ι Ν Η Σ Η !

Με σφιγμένη καρδιά κάθισα στην αποκορά ενός έλατου και άναψα ένα τσιγάρο να μού φύγει το πνίξιμο. Στο γούπατο της Γαρδενίτσας ακουγόταν το χτύπημα της τσικλητάρας στο ξέρακα. Ο χλιαρός αέρας κουνούσε τεμπέλικα τά κλωνάρια του γεροέλατου, και στον γαλάζιο ουρανό κυλούσαν τά σύννεφα, λές και ήταν βαρκούλες με άσπρα πανιά. Μέσα σ’αυτή τη θλιβερή σιωπή μού φαινόταν τόσο διαφορετικός και τόσο απέραντος αυτός ο μικρός κόσμος. Ξεράθηκαν τά δάκρυα στην καρδιά μου. Ίσως και γι αυτό να πόνεσα τόσο. Πέρασαν χρόνια, ο Μητσάκος ο μικρότερος αδελφός του παντρεύτηκε και βάφτισε το γυιό του Χρήστο. Μια μέρα πηγαίνοντας για το σπίτι μου αντάμωσα το παιδάκι να παίζει σε ένα σωρό χώματα. Πώς σε λένε το ρώτησα; Χρήστο μού απάντησε και αμέσως... λύγισα, του χάιδεψα τά μαλλιά γυρνώντας απότομα το κεφάλι μου απ’ την άλλη μεριά.  Όχι! δεν κλαίνε μόνο στον ύπνο οι άνδρες! Κλαίνε και ξύπνιοι! Το κυριότερο είναι να ξέρεις να γυρίσεις έγκαιρα το κεφάλι σου. Και το πιο βασικό, να μην πληγώσεις την καρδιά τού παιδιού, να μη δει πώς κυλά στο μάγουλο σου το τσουχτερό και ακριβό Αντρίκιο δάκρυ...

Τ Ε Λ Ο Σ

1 σχόλιο:

  1. Φίλε Μήτσο , για την εξαιρετική γραφή,δομή και απόδοση του αφηγήματος σου αυτού που το καθιστούν λογοτεχνικό κείμενο Παπαδιαμαντικού ύφους έχω ήδη εκφράσει τις απόψεις μου στο προηγούμενο και με τον αυτό τίτλο δημοσιευθέν εδώ την 22/11/17 αντίστοιχο κείμενο .
    Στο παρόν αφήγημά σου που, κατ' εμέ, αποτελεί τον καλύτερον "Μνημόσυνον Λόγον" για τον, προ 41 χρόνια, πεσόντα Αεροπόρο μας, επίτρεψέ μου, αφού σε ευχαριστήσω προσωπικά για την συγκίνηση που μου προσέφερες, να παραθέσω ως επίλογο τον παρακάτω στίχο του συγχωριανού μας συγγενούς σου και φίλου ποιητή Γ. Σκ. που ανταποκρινόμενος στην παράκλησή μου έγραψε για Εκείνον και χαράχθηκε,ως επιγραφή, επί του μνημείου του στο χωριό μας .

    « Του ύψους αναρριχητής
    τον Ίκαρο,
    και τους αετούς του Παρνασσού ξεπέρασες …»

    ΑπάντησηΔιαγραφή