Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

Η   ΚΑΤΕΒΑΣΙΑ


Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης
                                                                                                              Συνέχεια απ’ το προηγούμενο


Η λάκκα του Καρκαβελίου

Στο δρόμο πού πηγαίναμε ο Σπύρος με το Γιάννη (ανίψια του Γιώργου απ΄ αδερφή) με κατατόπιζαν.
Μη βλέπ΄ς έτσ΄ το μπάρπαμ΄, είναι σκληρό καρύδ΄ όλο δ΄λειές μας βάζ΄ να κάνουμι κί δε μας αφήν΄ ούτε ν΄ ανασάνουμι ούλ΄ μέρα. 


Μαναχά στόν ύπνο ξαποσταίνουμι. Τι τα΄θελες κακομοίρ' αυτά και δε καθόσ΄να στο χωριό; Φτάσαμε σε λίγο στο πηγάδι, γεμίσαμε τις βαρέλες και τις ζευτήκαμε στον ώμο. Εγώ ζορίστηκα είναι η αλήθεια αλλά για να μη ντροπιαστώ έκανα ξερό κουράγιο και ακολούθησα. Σε λίγο ένοιωθα την αλυσίδα να μού κόβει τη πλάτη. Κατέβασα τη βαρέλα και είπα στους άλλους να ξαποστάσουμε λίγο και να με περιμένουν, αλλά αυτοί μού έλεγαν για τις λάμιες και τά ξωτικά πού βγαίνουν στο Δάσος ακόμα και το καταμεσήμερο. Ξέρουν το όνομά σου και σε φωνάζουν όμορφες νεράιδες πού χορεύουν με τά κάτασπρα πέπλα τους και σύ μαγεμένος απ΄ την ομορφάδα τους τις ακολουθείς χωρίς να θές χαλιπωμένος και αφού σε πάνε στα ριζοσπήλια πού κατοικούν σε στοιχειώνουν και άλλα τέτοια. 
 Με είχε κυριεύσει μια αγωνία και ένα κακό όταν κάπου - κάπου ακουγόταν απότομα το σκούξιμο της κίσσας η το χτύπημα της τσικλητάρας στα ξεράκια. Μού κόβονταν τά ήπατα. Φάνταζαν ήχοι απόκοσμοι, εκεί στη ντάλα του μεσημεριού, έμοιαζαν πότε με τύμπανα πότε με κλάματα και πότε με υστερικές άναρθρες κραυγές απόκοσμες. Τά χρειάστηκα, φώναζα στους μεγαλύτερους να με περιμένουν αλλά αυτοί επιτάχυναν το βήμα τους αφήνοντάς με σύξυλο, μη ξέροντας τι να κάνω. Και μήπως ήξερα καλά - καλά το μονοπάτι;
Με τά πολλά είδα και απόειδα έβγαλα τη σαρκοφάνελα τη δίπλωσα στον ώμο να μη με κόβει η αλυσίδα της βαρέλας και προσπάθησα να φτάσω τους άλλους δυό, είχα βλέπεις και το φόβο μη στεγνώσει και το σάλιο του Γιώργου.
Σε λίγο φάνηκε η καλύβα και ξανάσανα. Πέρασε και ο φόβος πού μού έπνιγε τον ανασασμό. Ξεφορτώθηκα τη βαρέλα και σκούπισα τον ιδρώτα πού με είχε λούσει. Θές απ΄το φόβο, θές απ΄την αντιληά πού βάραγε τά κοτρώνια και έπεφτε σά πύρινη χεριά πάνω στο γυμνό κορμί μου.
Σιγά - σιγά άρχισαν να έρχονται όλοι αφού είχε μεσημεριάσει. Καθίσαμε όλοι σε ένα μακρύ τραπέζι φτιαγμένο από χοντρό έλατο πού το είχαν σκίσει στο μήκος. Για καθίσματα είχαν πάλι σκισμένα κούτσουρα κι ο καθένας είχε τη θέση του. Έπαιρνε ο Γιώργος τη τετζερίνα με το φαγητό και με μια ξύλινη κουτάλα έβαζε στο πιάτο του καθενός.
Το ψωμί ήταν μετρημένο. Δυό φέτες το μερτικό και ύστερα με τη σειρά το πλύσιμο των πιάτων. Στο κατόπι σήμαινε σιωπητήριο και όλοι ξαπλώναμε δυό ώρες. Δεν άκουγες μιλιά, και στις τρείς είχε εγερτήριο. Εσύ εδώ, εσύ εκεί, άκουγες το Γιώργο να κάνει την απογευματινή κατανομή εργασίας παρά τις δικές μας αντιρρήσεις πού θέλαμε να παίξουμε. (Ο μη εργαζόμενος μηδέ εστιέτω) μας απαντούσε και αντίρρηση δεν είχε. 
Ένα μεσημέρι πού κάτσαμε να φάμε θα το θυμάμε (και πάντα το μολογάω) τίποτα δεν προμήνυε για το κακό πού θα ΄ρχόταν. 
Αναγκάστε να πάρουμε στα γλήγορα μια χαψιά θα πιάσ’ καιρός, δε μ’αρέσ’νε τά σ’μάδια είπε ο γέρο Χρήστος και μείς μείναμε άφωνοι κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Ξεκίνησε η μέρα ηλιόλουστη απ’ το πρωί ήταν μια χαρά, τίποτα δεν έδειχνε τι θα ακολουθήσει. Εμείς τά παιδαρέλια χασκογελάσαμε και ο μεγαλύτερος εγγονός του ο Χρήστος του Παναγιώτη τον πείραξε λέγοντας του (τι λές παπού και αστό’ησα να πάρω τ’ν ομπρέλα) και ο γέροντας του αποκρίθηκε αργά και καλοκάγαθα όπως συνήθιζε. Το Παρνασσό μη τόνε ‘λέπετε έτσ’ τώρα και τον χαίρεστε έχ’ και αυτός τ’ ζουρλαμάρα τ’ είναι κρυφοφωτιά και σηκώνοντας το χέρι του μας έδειξε μια ανταρούλα πού βόσκαγε στην κορυφογραμμή της Γκιώνας πάνω στο σύραχο της Παύλιανης. Δεν είναι καλό σ’μάδ’ αυτό επιβεβαίωσε και  o Γιώργος. Έρχεται μπόρα, η γούρνα συννέφιασε, μέχρι να φάμε και να καλοκάνουμε κρύφτηκε απότομα ο ήλιος και από το Κρόκι ερχόταν μια βουή και ένα πολύ κακό πού σε έπιανε σύγκρυο. 
Tό σύννεφο σαν κατάρα κατάμαυρο σερνόταν πάνω στα βράχια της Αρτοτέντας και μιά σκοτεινιά και τρομάρα πλάκωσε. Άρχισε να φυσάει και να βροντάνε τά κορφοβούνια, και η όμορφη λάκκα του Καρκαβελιού γίνηκε κόλαση. Τά πουλιά σώπασαν μονομιάς και κρύφτηκαν μουλιασμένα. Τά σκυλιά εξαφανίστηκαν και αυτά λουφάζοντας στα ριζοσπήλια και ο Χρηστάκος με τους αλλουνούς σφυρίζοντας και σαλαγόντας τά πρόβατα τά ανάγκαζαν να μπούνε στο τσάρκο.
Κάτι όρνια πού έτρωγαν ένα ψοφίμι πέταξαν και αυτά φοβισμένα και ακουστήκαν απ΄το Κρόκι ουρλιαχτά τσακαλιού, δίνοντας έτσι μια άλλη όψη στο τοπίο Χιτσκοκική. Τά έλατα άρχισαν να τρέμουν και να τά αναγκάζει ο αγέρας να στρυφογυρνάνε τά κλωνάρια τους και να σειόνται σαν το καλάμι. Η μπόρα άρχισε να δυναμώνει, χοντρές σταλαματιές και ανάμεσα χαλάζι αρχίζει να πέφτει και ο Γιώργος εκεί να τακτοποιεί τά πράγματα, να φωνάζει, στο καλύβ’ μωρέ στο καλύβ’, καί οι βροντές όλο και δυνάμωναν απ’ τ’αστροπελέκια πού έπεφταν στις γύρω κορφές ρημάζοντας τά έλατα. Η όμορφη λάκκα χάθηκε στη καταχνιά, και τ’ ανεμοβρόχι σά δαιμονισμένο έδερνε τις ραχούλες με τά ριζιμιά λιθάρια και τά κεθροπούλια. Άνοιξε ο ουρανός, βρέχει με το τουλούμι σκεπασμένος πέρα ως πέρα από μαύρα σύννεφα. Πελάγωσαν τά μονοπάτια, μούσκεψαν οι ξερολιθιές και άχνισαν τά τσίγκια της καλύβας.
Νοτίζουν όλα τά πράγματά μας, και μια μεγάλη υγρασία, πού περνάει τη σάρκα μας ως το κόκκαλο, μας ζάρωσε ολότελα. 
Οι ραχούλες πέρα είναι τυλιγμένες και δε φαίνονται. Βρέχει! Βρέχει! Βρέχει! Όσο σφίγγει η μουγκρίλα τόσο απλώνεται η ερημιά. 
O καταυλισμός μοιάζει κοιμητήρι κι άς ήμαστε ζωντανοί όλοι, και ας ήταν απομεσήμερο. Νεκρίλα μωρ’ αδερφέ, νεκρίλα πέρα ως πέρα τούτο το απόγιομα. Το μόνο πού ακουγόταν ήταν τά τσίγκια να βροντάνε δυνατότερα κάπου - κάπου απ’ το χαλάζι καί τις χοντρές σταλαματιές πού έπεφταν απ’ τά λατσούδια του γερο - έλατου. Όλη μέρα παράδερναν τά στοιχειά, και μείς εκεί μαζωμένοι και στριμωγμένοι στις καλύβες περιμέναμε να ξεθυμάνει το κακό. 
Φόβος και τρόμος και πού να σε κολλήσει ύπνος με αυτή τη χαλασιά, μόλις έγερναν τά βλέφαρα πετιόμασταν απ’ τον ξερό κρότο της αστραπής.
 Έφεγγε ο τόπος, από τά αστροπελέκια. Σιγά - σιγά καταλάγιασε η βροχή και ένας γλυκός ύπνος κυρίευσε τά βλέφαρα, τσολιασμένοι όπως είμαστε κάτω απ’ τις κάπες. Τότε ακούστηκε βαρύγδουπος ήχος πού σιγά - σιγά δυνάμωνε, προμηνύοντας χάση κόσμου. Ακουγόταν μακρυά κατά Φτερόλακα μεριά αλλά σιγά - σιγά δυνάμωνε. Κατεβασιά μωρέ! Κατεβασιά! φώναζαν οι μεγαλύτεροι και είδαμε σε λίγο ένα αυλάκι θολό νερό να κατεβαίνει στο Τραμπαλόρεμα και πού απότομα έγινε ποτάμι αφρισμένο, λυσσασμένο λές, να παρασέρνει ότι βρεί, σπασμένα έλατα και κοτρόνια να χτυπιούνται αναμεταξύ τους δημιουργώντας έναν απόκοσμο θόρυβο. 
Και μείς σαρμάκο στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο στο μικρό καλύβι με νοτισμένες τίς κάπες να αχνίζουν σιωπούσαμε σαν κάτι να περιμέναμε. Να δείς οτ’ κακό μελετιέται, δε κάνεται ζάφτ’ απ’ το πρωϊ με τά βρισίδια σας, θα μας χάσ’ ο Θεός είπε ο γέρο - Χρήστος και σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια.
Nύχτωσε, και πού να σταματήσει το κακό.
Ολόγυρά μας μάχονται τά στοιχειά και κονταροχτυπιούνται τά δαιμόνια.
Ήχοι, τρομακτικοί απόκοσμοι πού πολλές φορές δυνάμωναν απότομα απ’ τά ριζιμιά βράχια πού ξέκοβαν απ΄ τά πλάγια με τη δύναμη της κατεβασιάς και ανάμεσά τους ξεριζωμένα ελάτια να γίνονται σκλέτζες λές και πάνω τους ξεθύμαινε το κακό και μας έσκιαζαν τά κλαριά πού τσακίζονταν σά σπιρτόξυλα μέσα σ’αυτή τη παραζάλη, στη φοβερή μαυρίλα και στο βουητό έμοιαζαν με κακούς ανθρώπους, με φαντάσματα, με δαιμονικιούς ίσκιους.
Και πού να ξεμυτίσουμε;
Μας φλόμωναν τά μάτια οί αναλαμπές απ΄ τις αστραπές πού σκίζανε το σκοτάδι από χίλιες μεριές και ο αστροπέλεκας φλογερός και θανατηφόρος να πηδάει από ραχούλα σε ραχούλα από λογγιά σε λογγιά και από διάσελο σε διάσελο.
Γιόμισε ο αγέρας αποφορά απ΄ αποκαΐδια και οι βροντές να μας ξεκουφαίνουν και να γίνονται ένα με τά ρεκάσματα και τά μουγκρητά της κατεβασιάς.
Και όσο η δαρτή βροχή έπεφτε τόσο η κατεβασιά δυνάμωνε, και μείς ολότρομοι περιμέναμε να καταλαγιάσει το κακό.
Παρατορήσαμε όλη νύχτα ξάγρυπνοι μέχρι να ξεθυμάνουν τα στοιχειά και ένας γλυκός ύπνος κυρίευσε τα βλέφαρα τσολιασμένοι όπως είμαστε κάτω απ΄τις κάπες.



Συνεχίζεται

1 σχόλιο:

  1. Μπράβο ρε Μήτσο συγχαρητήρια . Η γλώσσα (ντοπιολαλιά), η δομή του κειμένου (τρόπος γραφής και παράθεσης των γεγονότων) , αναβιβάζουν ετούτο το προσωπικό βιωματικό σου αφήγημα σε λογοτεχνικό κείμενο .
    Είναι ένα αφήγημα που αγγίζει πραγματικά την ψυχή μας και δεν αφήνει ασυγκίνητο κανέναν, πιστεύω , από όσους στα ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ και έμπλεα αγνών αισθημάτων και συναισθημάτων άγουρα χρόνια μας ζήσαμε στις τοπανοκαλύβες και στα οικογενειακά ή συγγενικά Σουβαλιώτικα κονάκια των ξωμάχων τσοπάνιδων του Παρνασσού .
    Γλυκόπικρες πράγματι θύμισες και ανάμικτα τα συναισθήματα για όλους που είχαμε την τύχη(?) για την , κατ'επιταγήν των τότε συνθηκών , καλοκαιρινής διαβίωσης μας στο δικό μας Παρνασσό κυρίως από το Κεφαλόβρυσο και τη Ζέλη μέχρι τα όξω και μέσα Καρκαβέλια , την Αρτοτέντα , το Βρωμοπήγαδο , του Αδαμολουκά , την Μεσκλίτσα .
    Μήτσο , από τη δημοσίευση του πρώτου μέρους αυτού του εξαιρετικού αφηγήματος σου (δημοσιεύθηκε εδώ στις αρχές Σεπτεμβρίου) ήθελα μέσω σχολίου να παραθέσω συμπληρωματικά κάποια στοιχεία και από τις αντίστοιχες δικές μου θύμισες και προσωπικά μου βιώματα από εκείνα τα χρόνια κυρίως στα Καρκαβέλια αλλά δεν το έκαμα και δεν θα το κάνω και τώρα για να μην παρεμβληθώ στις πράγματι με θαυμαστό , γλαφυρό , εμπνευσμένο και λογοτεχνικό ύφος δοσμένες δικές σου εξιστορήσεις και μάλιστα κατά τη στιγμή που αυτές θα συνεχιστούν όπως μας προαναγγέλλεις και με ενδιαφέρον αναμένουμε να διαβάσουμε .
    Να είσαι καλά .

    Α.Ι.Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή