Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ



ΣΤΑ ΚΑΡΚΑΒΕΛΙΑ (Ι) 

Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης
Συνέχεια



Χρήστος και Παναγιώτης Πάντος στα Καρκαβέλια


Εκεί στη Στενή στο έξω Καρκαβέλι είχαν στήσει υπαίθριο πριονιστήριο ο Παναγιώτης ο Βελής με το γέρο – Τάσο τον Αναστασίου. Είχαν φτιάξει μια κρεβατοσιά (έτσι την έλεγαν) με κοντολίσια και αφού έκοβαν τα δένδρα που τους είχε προσημάνει ο δασικός τα έσερναν μέχρι την κρεβατοσιά με την κρικέλα μπιγμένη στο σόκορο, με μια χοντρή αλυσίδα πού κατέληγε στα παλατζόνια και στη λεμαριά του μουλαριού.

Πολλές φορές ζεύονταν οι ίδιοι τη λεμαργιά όταν τύχαινε τα μουλάρια να είναι στο κάμπο για τα όψιμα οργώματα. Τεμάχιζαν τα κούτσουρα σε τριάρια, η και τεσσάρια, ανάλογα με τις παραγγελίες πού είχαν από τους Σουβαλιώτες για το αλαξοξύλιασμα της σκεπής, και τά έσκιζαν με ένα τεράστιο πριόνι σε απλάδια τάβλες, μαχιές, μανάδες, ταμπάνια, καδρόνια, ψαλίδια, παπάδες, και ότι άλλο χρειαζότανε ο σκεπατζής. 
  Ήτανε δύο άντρες θεόρατοι όλο στήθος και σε μας τα παιδαρέλια φάνταζαν σαν Δράκοι του παραμυθιού έτσι όπως έσκιζαν τα ραματισμένα κούτσουρα, ο ένας πατούσε πάνω στο κούτσουρο και ο άλλος από κάτω γεμάτος πριονίδια και μόνο τα μάτια του φέγγιζαν. 

Σταμάταγαν κάπου – κάπου να πάρουν ανάσα και έπιαναν τη μία και εκατό με το κρασί απ’ το καλάνι, κάθονταν σταυροπόδι έσπαζαν ένα κρεμμύδι στο γόνατο το έτριβαν σε ένα σβώλο αλάτι, άνοιγαν και το κλειδοπίνακο με τις ελιές, κατάβρεχαν το κόθρο στο καλάνι και έπιναν με μια μισιοκάρα αλουμινένια κούπα το κρασί μονορούφι και σκορδαλιάζανε τα μάτια τους απ’ την αψάδα του. Άι καλό να μας καν’ γέροντα έλεγε ο Παναγιώτης! Αμήν απάνταγε ο γέρο –Τάσος ήρεμα έτσι γλυκομίλητος που ήταν. 

Καλημέρα ορέ, πώς πάτε; Καλημέρα Γιώργη απάντησαν τι να πάμε; μας έφαε η παιδεψίλα, το φορτίο κι το πριονίδ’ απ’ το πρωί μέχρι το βράδ’ σώνετε αυτή η δ’λειά; κι να πεις οτ’ βγάζουμι τίποτα; μεροδούλ’ μεροφάι άστα. Αφουγκράσ’ τώρα Παναγιώτ’ μια παραγγελιά πού ’χω για σένα είπε ο Γιώργος. Ψές το βράδ’ μι βρήκε στ’ν αγορά ο Τσαμούχας κι μου’πε να βιαστείς ‘κείνη τ’ παραγγελία τ’ Τσαρούχα γιατί ο καιρός μαζεύβ’ και θέλ’ να ξανοίξ’ τ’σκεπή για αλλαξοξύλιασμα. Μη τυχόν πιάσ’ κανένας καιρός κι ύστερα δε θα μπορεί. Αυτά σου ’πε ο Τσαμούχας; να τ’πείς τ’ν άλλη βολά π’θα κατεβείς στο χωριό και θα τον δείς αυτός καλά τ’ν έχ ‘ βρεί κάθε βράδ’ με τά κοκιν’στα και τ’ς γαρδούμπες τ’ς Παναγιούς τ’ Μαυράκη, ρωτάει κι μας; π’ μας λιάν’σε το κρεμ’δόφλο κι το κλειδοπίνακο, λες κι είμαστε καλογαίρ’; 

Πέστ’ λοιπόν άμα σφάξ’ ο Μαυράκης να πάρ’ τρείς οκάδες κοντοσούβλ’ και μια πεντάρα κρασί και να κάνει απάν’ αλλιώς ψαλίδια κι μαχιές δε βγαίνε θέλ’ βρέξ’μο τ’ πριόνι γιατί στομών’, έτσ’ να τ’ πείς τ’ άκσες; 

 Εσύ Μητσάκο πώς από δώ απευθύνθηκε σε εμένα ο Παναγιώτης, με είχε ανιψιό, είχε παντρευτεί τη Φροσύνη αδελφή του πατέρα μου. Βγήκα μπάρπα στο βουνό να ξεδιαρώσω, δεν μού αρέσει ο κάμπος λιβακώνεις του απάντησα. Καλά έκαμες κάτσε κάμποσες μέρες και τα ξαναλέμε μού απάντησε, και άμα χρειαστείς τίποτα ξέρ’ς πού θα ‘μαι. Αυτά και άλλα είπαμε, ρωτώντας μας για κανένα νέο απ’ το χωριό, μήπως παντρεύτηκε ή πέθανε κανένας. Προχωρήσαμε και σε λίγο φάνηκε η μεγάλη λάκκα του Καρκαβελιού. Τα σκυλιά γνώρισαν τα μουλάρια και δεν μας γαύγισαν μόνο έπαιζαν χαρούμενα πηδώντας δεξιά και αριστερά μας. Κότς – κοτς Συνοδιά, κοτς – κοτς Παρδάλ’, τάκραζε ο Γιώργος κοτς – κοτς Νταβέλ’.

Ξεπεζέψαμε, ο Γιώργος ξέσφιξε τις ίγγλες, ξεσαμάρωσε τα μουλάρια και τ’ άφησε πέρα κατά τη λάκκα να κυλιστούνε. Κάτω από έναν γεροντοέλατο ήταν χτισμένη με ξερολιθιά μια πέτρινη καλύβα σκεπασμένη με τσίγκια και απ’ τα πλαϊνά της μέσα απ’ τις πέτρες ξεφύτρωναν κέδρινα ξύλα πλαγιαστά πού κρέμαγαν τις τσαντήλες με το τυρί και τις μυζήθρες. Λίγο ποιο πέρα η στρούγκα πού άρμεγαν τα πρόβατα . Σε λίγο φάνηκε ο αδερφός του Γιώργου ο Στάθης (Καζαμίας ) με ένα ψιμάρνι στα χέρια και ακολουθούσε η προβατίνα βελάζοντας. Καλημέρα είπε ο Στάθης και άφησε κάτω το αρνάκι να βυζάξει τη μάννα του. 

Τάσος Αναστασίου

Πώς μας έκανες για γενιά Μητσάκο με ρώτησε; Τ’ αποφάσισε ν’ ακολουθήσ’ τ’τέχν τ’παππού τ’ είπε ο Γιώργος χαμογελώντας και οι άλλοι με κογιονάριζαν λέγοντας δε βλέπ’ς τ’ν προκοπή τ’ν δ’κή μας άι πιδάκι μ’ τέρα να μαθ’ς καμμιά αγκούτσα γράμματα κι άσε τ’ν τσοπανότεχν’ αλλά οτ’ και να σ’πώ δε θα μι π’στέψ’ς είπε ο Στάθης κάτσε εδώ καμιά βδομάδα κι ματά τα λέμε.

Εν’ τω μεταξύ ηρθε και ο μεγαλύτερος αδερφός ο Παναγιώτης και οι τρείς τους μίλαγαν για τις ανάγκες πού είχαν τα μαντριά και τα πρόβατα. Από που θα έκοβαν μπάτσες, κεθροπάλκα, για καινούργιο τσάρκο οτ’ ηταν μεγάλη ανάγκη γιατί ψες το βράδυ ο λύκος έπνιξε δύο προβατίνες γαλάρες τ’ Χλιαρο – Παναγιώτ’, κι αυτός τώρα π’ γλυκάθ’κε δε ξεκόβ’, θα μας κάν’ ζημιές.

Για μια στιγμή ακούστηκαν πολλά κουδούνια και ένας κουρνιαχτός σηκωνόταν από ένα κοπάδι πρόβατα πού κατηφόριζαν και πίσω ο Χρηστάκος ο μεγαλύτερος γιός του Γιώργου σαλαγώντας και κραδαίνοντας το ραβδί πάνω – κάτω να αναγκάσει τα ζωντανά να μπούνε στη στρούγκα, τρόμαξα να τον γνωρίσω όπως ήταν ο κακομοίρης, φορούσε ένα κολόβιο μάλλινο βαμμένο με λάπαθα, ένα παντελόνι μέχρι τα καλάμια ζωσμένο με τραστόσχοινο και ένα σακάκι πού του έπεφτε λίγο μεγάλο του φουκαρά μέχρι το γόνατα με ανασκουμπωμένα μανίκια.

Στώμοστα ρε φώναξε στο Μητσάκο το μικρότερο γιό του Γιώργου και κείνος ο φουκαράς αγουροξυπνημένος όπως ήταν μικρό παιδάκι (ήταν δεν ήταν πέντε χρονών) μπήκε μπροστά και οϊ – οϊ φωνάζοντας και χειρονομώντας ανάγκαζε τα ζωντανά να μπούνε στη στρούγκα.

Μετά ην κοπή των δέντρων, διάλειμμα για κολατσιό 

Στη συνέχεια ο Στάθης με το Γιώργο αφού πήραν από μια καρδάρα κάθισαν μπροστά στη στρούγκα πού είχε ένα μικρό άνοιγμα από όπου περνούσαν τα πρόβατα ένα – ένα και αυτοί καθισμένοι σε δυο στρογκολύθια τα άρμεγαν.

Μόλις με είδε ο Χρηστάκος χάρηκε γιατί είμαστε φίλοι και συγγενείς, μεγαλύτερος εγώ αλλά κάναμε παρέα και συζητούσαμε για τις κοπέλες του χωριού και άλλα τέτοια ενδιαφέροντα της νιότης, του είχα δώσει και μια κιθάρα πού είχε μεγάλο καημό να μάθει. Τι θες εδώ ρε μού φώναξε; έλα τώρα να σαλαήξουμε τά πρόβατα κι τα κ’βεντιάζουμι. Μού έδωσε και μένα ένα ραβδί και με διάταξε τι να κάνω.

Τέλειωσε το άρμεγμα και ο Παναγιώτης ο μεγαλύτερος αδερφός των Κογιοταίων αφού σούρωσε το γάλα πήρε την πιτιά και έπηξε το τυρί έτσι άβραστο το γάλα όπως είχε βγει απ’ τα μαστάρια των προβάτων αχνιστό.

Στη συνέχεια έκανε τα πρόβατα κατά το στάλο και ο Γιώργος ετοίμαζε το φαΐ στα ξύλα. Κάθισαν και τα τρία αδέρφια να συζητήσουνε τα νέα απ’ το χωριό. Αυτή τ’ μπόρα πού ‘ρξε τ’ν πρώτ’ βδομάδα κι ύστερα φύσ’ξε λίβας τ’ αμπέλια ξεροφλιάσανε απ’ το περονόσπορο. Τ’ς έρ’ξα θειάφ’ αλλά ζήτημα να συνέλθνε. Ορέ γαμώτο χάθκαμε χωρίς κρασί κι πώς θα ξεχμωνιάσουμι; αυτό το βλοημένο μας ξαποστέν’. Πού να το πεις σπίτ’ χωρίς κρασί! Ας είναι καλά ο γέρο Λάντζος ρε αποκρίθηκε ο Καζαμίας. Θα δώκουμε πέντε βαρέλια τυρί και θα μας φέρ’ δέκα τ’λούμια κρασί αραχωβίτκο κατάμαυρο και πηχτό να το ματσιαλάς κι να φχαριστιέτε η καρδιά σ’ π’ θα κάτσω να σκάσω μι τα σκ’λοπνίχτια τ’ Μπουρνιά. Τι να κάμω μι το καιρό θα τα βάλω; Χρήστο συνταύλα τ’ φωτιά και συ Σπύρο με το Γιάνν’ πάρτε τ’ς βαρέλες και το Μήτσο να πάτε για νερό. Έφτυσα μέχρι να στεγνώσ’ το σάλιο να ‘χετε γυρίσ, και αφού πήρε μια πλακολιθιά έφτυσε πάνω και την έβαλε στον ήλιο. Εντάξ’ μπάρπα είπαν τα παιδιά και αφού με κατατόπισαν τι θα κάνουμε ζευτήκαμε από μια βαρέλα ο καθένας στον ώμο και πήραμε το μονοπάτι για το πηγάδι στο έξω Kαρκαβέλι.


Συνεχίζετε…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου