Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

ΣΤΟ ΒΡΩΜΟΠΗΓΑΔΟ

Χρήστος Αθ. Μουτσιανάς

Ένα μικρό αφιέρωμα στο Σουβαλιώτη τσοπάνη του μόχθου και της καθημερινότητας, του χθες και του σήμερα. 
Στους ξωμάχους της φύσης που ασκούν ένα από πρώτα επαγγέλματα που επινόησε ο άνθρωπος. Θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν πρόκειται απλά για ένα επάγγελμα, αλλά και τρόπο ζωής, καθώς είναι μια παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά για πολλά χρόνια. Ασκούν το δύσκολο και επίπονο αυτό επάγγελμα με όλες τις καιρικές συνθήκες, παλεύοντας με τα λιοπύρια, τα κρύα, τα χιόνια και τις βροχές. Συνήθως αγράμματοι οι περισσότεροι αλλά τους διακρίνει μια ταπεινότητα και μια περηφάνια συνάμα. Οι γραφικοί τύποι της υπαίθρου που τη λεβεντιά τους τόσο πολύ έχει τραγουδήσει η λαϊκή μας μούσα. Αγνοί άνθρωποι!
Στο πόδι από το χάραμα που σκαρίζουνε τα ζωντανά μέχρι το σούρουπο που τα μαζεύανε. Ξεχειμωνιάζουν σε μαντριά γύρω από το χωριό, βοσκώντας τα πράματά τους ανάμεσα στα χωράφια με τα κουκούρια1 όποτε ο καιρός το επιτρέπει. Αλλιώς μέσα στο μαντρί τα ταΐζουν σανό, τριφύλλι και βίκο. 

Χρήστος Αθ. Μουτσινάς και Αθανάσιος Αργυρίου (Γέρος)

Όταν καλοκαιριάσει και κυρίως μετά της Αναλήψεως, οδηγούν τα κοπάδια τους παρέα με τα σκυλιά τους ψηλά στον Παρνασσό, από τη Ζέλη μέχρι το Βρωμοπήγαδο.

Στη Ζέλη είχαμε τους Κολοκυθαίους (Γιώργο, Λουκά, Χρήστο), 
στην Πετροφωλιά τους Βελλιαίους, Κατσιουραίους, Ηλ.Κοπανάκη, Γ.Κούσουλα (Παπαθύμιο),
στα μέσα Καρκαβέλια τους Πανταίους (Κουγιοταίους), Ν.Τυροβόλη, Θαν.Κοπανάκη, Κ. Αυγέρη (Τσόγκα), Στ. Ανάγνο,
στα έξω Καρκαβέλια τους Κοτσαίους (Τριανταφλαίους),
στην Αρτοτέντα  τους Βελλιαίους (Γιάννης, Λουκάς, Γιώργος), Θαναίους (Βραναίους: Στάθης, Παναγιώτης, Θανάσης),
στο Βρωμοπήγαδο  τους Αναγναίους (Στάθη, Γιάννη, Τάσο, Χρήστο), Ηλ. Καραθάνο, Αργυρίου Θαν. (Γέρο), Μουτσιαναίους (Θανάση και Χρήστο). 


Σε ώρα ανάπαυλας ο Χρήστος με τον πεθερό του Ηλία Θάνο (Καραθάνο) και τον πατέρα του Θανάση Μουτσιανά (Μπιζούλα)

Τα πατητά μέρη των κορφάδων και τα πλάϊα, εκεί που μπορούν και βόσκουν τα πρόβατα, τα λένε λιβάδια. Ξεχωρισμένα το ένα με τ’ άλλο με ράχη, με ρέμα, με λαγκάδι, με κοτρώνες, με ότι φυσικό όριο έχει ο τόπος. Το στατώτερο μέρος του λιβαδιού, το λάκκωμα που απαγκιάζει ο αέρας την έχουν για στανοτόπι. Τα στανοτόπια των γιδαραίων είναι αλλούθε. Τα γίδια διατηρούνται στα ριζά των βουνών, στις λαγκαδιές και τα ρέματα, όπου το κλαρί δίνει φύλλο. 


Ο Χρήστος στο άρμεγμα

Ο τσοπάνης με την δρασκελιά του γνωρίζει τον τόπο σπιθαμή προς σπιθαμή. Έχει ονόματα για την κάθε κορφούλα, για το κάθε ρεματάκι και για την κάθε βρυσούλα. Όπως γνωρίζει και  τα ζωντανά του ένα προς ένα. Κοιτάζει τα σημάδια, χρώμα, κέρατα, μαλλιά και βγάζει ονόματα, ένα σωρό.

Αυτοί έδιναν ζωή στο βουνό σαλαγώντας τα κοπάδια τους στις λάκκες και τις πλαϊές, που αχολογούσαν από τα βελάσματα και τα σφυρίγματα, και τις γλυκές μελωδίες των κυπροκούδουνων. Σπίτι τους το καλοκαίρι ήταν η καλύβα, φτιαγμένη στην άκρη της λάκκας, κάτω από κάνα γεροντοέλατο, γεμάτη με όλα τα χρειαζούμενα σέα2 (καρδάρια, κακκάβια, κάδες, τσαντήλες, σκουτιά κλπ.) Και σαν τέλειωναν τα σχολεία η φαμελιά μεγάλωνε. Όλη η οικογένεια μικροί και μεγάλοι, στο ίδιο κονάκι. Το ταγάρι στον ώμο τους, με το κολατσιό, το νερό και το κρασάκι και η ομορφοκεντημένη γκλίτσα τους χάριζαν ιδιαίτερη λεβεντιά και χάρη.


Ο Χρήστος σαλαγώντας το κοπάδι με τη γκλίτσα

Η γκλίτσα το σύμβολο του τσοπάνη. Είναι το στήριγμά του στις σάρες και στις γκρεμίλες. Ακουμπάει τ΄αστήθι του, όταν θέλει να σταθεί κάπου ν’ αγναντέψει ή να κουβεντιάσει. Τη βαίνει πέρα δώθε πίσω απ΄τις πλάτες και περπατά. Απλώνοντας τη πιάνει πιάνει τ΄αρνάκι απ’ το πόδι. Σηκώνοντας τη φοβερίζει το κοπάδι και το καθοδηγεί.


Το κακάβι στη φωτιά για την παρασκευή του τραχανά


Η κάπα τους μαύρη ή γκρίζα ήταν ο καθημερινός σύντροφός τους, ολοχρονίς. Από το χάραμα λοιπόν να σκαρίσουνε τα ζωντανά, να τα ποτίσουνε στην κουρίτα3, να τα σταλίσουνε, να τα αρμέξουνε στη στρούγκα, να τα κουρέψουνε στον τσάρκο4, να τυροκομήσουνε να τα ξεγεννήσουνε, να…να!!!
Παρ’ όλα αυτά ο ακούραστος και γαλήνιος ποιμενικός κτηνοτρόφος αντιμέτωπος με τα στοιχεία της φύσης μέσα στις κακοτοπιές, ποτέ δε βαρυγκωμούσε. Κρατώντας το σκήπτρο στο ροζιασμένο χέρι – τη γκλίτσα – κυβέρνησε το λαό του ως τα βαθειά γεράματα. Στον κόρφο του είχε τη φλογέρα και στον ώμο του το τράστο5 και στο μυαλό του εκτός από τη φαμελιά του, τη βάκρα6, τη γκιόσα6, τη μπλιόρα6, τη λάγια6, τη ρούσα6, το βετούλι7, το τραΐ!

Μια βουκολική εποχή που ίσως έκλεισε τον κύκλο της!

1. Μικροί σωροί από πέτρες κυρίως για καθορισμό συνόρων στα χωράφια ή στο βουνό για όρια βοσκοτόπων (η τοποθέτησή τους, ενίοτε συνεπάγετο και καυγάδες).
2. Αποσκευές, υπάρχοντα.
3. Μεταλλικές ή ξύλινες κατασκευές, όπου ποτίζονται ή τρώνε τα ζώα.
4.  Χώρος όπου «μένουν» (κυρίως) μόνο τα αρνιά και τα κατσίκια.
5. Ταγάρι.
6.  Ονομασίες προβάτων (κυρίως), που οι περισσότερες δίνονται ανάλογα με το χρώμα τους.
7.  Το κατσίκι που είναι ενός έτους.


Η κάπα του τσοπάνη


Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Χρήστου Αθ. Μουτσιανά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου