Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΑΟΥΣΗΣ

Ανδρέας Τσαούσης

Θα ήθελα κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω τον μεγάλο αυτό ερμηνευτή του δημοτικού τραγουδιού Ανδρέα Τσαούση για την τιμή που μου έκανε να συνομιλήσει και να μοιραστεί μαζί μου, σκέψεις και εμπειρίες μιας μακρόχρονης πορείας 70 ετών. Υπηρέτησε με πάθος και αγάπη και πάντα από τη θέση του πρωταγωνιστή ένα μεγάλο κομμάτι του νεοελληνικού πολιτισμού μας, το δημοτικό τραγούδι. Και το υπηρέτησε μέσα απ’ το δυσκολότερο ίσως κομμάτι, τα πανηγύρια. Άλλωστε ο ίδιος έχει δηλώσει επανειλημμένα: «Η ζωή μου, ήταν, είναι και θα είναι τα πανηγύρια». 
Τον συνάντησα το απόγευμα της  Τρίτης 11 Ιουλίου 2017 στο σπιτικό του στην Αγόριανη. Ομολογώ, ότι από μικρό παιδί τον θαύμαζα! Πρώτη φορά που τον είχα απέναντί μου. Αναμνήσεις, συγκίνηση, δέος!
Γεννήθηκε στην Αγόριανη (Λιλαία) στις 28 Ιανουαρίου του 1925. Το πρωτότοκο παιδί του Παναγιώτη και της Ευθυμίας Τσαούση. Τα άλλα δυο αδέρφια του η Σουλτάνα και ο Γιώργος.
Είχα ετοιμάσει ένα πλάνο με ερωτήσεις, αλλά η κουβέντα μαζί του σε συναρπάζει και σε ταξιδεύει σε άλλες νοσταλγικές εποχές. Θα προσπαθήσω να βάλω σε μια τάξη και να σας μεταφέρω τα όσα ειπώθηκαν.

10/2/1957. Ανδρέας Τσαούσης

– Ποια ήταν τα πρώτα σας μουσικά ερεθίσματα;
Από μικρό παιδί τραγουδούσα. Ο πατέρας μας τραγουδούσε και έπαιζε μαντολίνο και φλάουτο. Ήμουν γεννημένος γι’ αυτή την δουλειά. Γι΄ αυτή τη δουλειά γεννιέσαι, δε γίνεσαι! 

– Τι θυμόσαστε από τη σχολική σας ζωή;
Τελείωσα το εξατάξιο Γυμνάσιο Αμφικλείας σε μια δύσκολη εποχή. Πηγαίναμε στο Δαδί και γυρνάγαμε στο χωριό με τα πόδια. Εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα και οφείλω πάρα πολλά στους καθηγητές μου. Στις γιορτές και στις εκδρομές του σχολείου τραγουδούσα, και οι καθηγητές ήταν οι πρώτοι θαυμαστές μου, οι οποίοι και με παρότρυναν να γίνω τραγουδιστής. Υπήρξα όμως και πολύ καλός μαθητής.

– Πότε ήταν η πρώτη φορά που τραγουδήσατε μπροστά σε κοινό;
Ένα βράδυ ο Αργύρης ο Παπαδήμας στο "εξοχικό" στη Δήμητρα είχε τον μεγάλο Βάϊο Μαλλιάρα. Η παρέα μου φιλοξενούσε δύο Ελληνοαμερικανίδες και τις πήγαμε να ακούσουμε κανένα τραγούδι. Εκεί με βάλανε και είπα μερικά τραγούδια. Αυτό ήτανε!
Ο Μαλλιάρας με ρώτησε από πού είμαι και πού μένω. Την άλλη μέρα, ήρθε και συμφωνήσανε με τον Πατέρα μου. Κατέβηκα στην Αθήνα και στην Columbia έγραψα τα πρώτα μου τραγούδια:

Βελούχι μου περήφανο
κι οξιά ζωγραφισμένη
λιώστε τα χιόνια γρήγορα
να χορταριάσει ο τόπος.

Του ποιος χτυπάει του µάνταλου,
του νάνι του πιδί µου, δεν είµι µαναχή µου.
Απόψι έχου τουν άντρα µου,
του νάνι του πιδί µου, δεν είµι µαναχή µου.
Φεύγα απόψι αντίχριστι κι έλα ταχιά του βράδυ,
του νάνι του πιδί µου, δεν είµι µαναχή µου.
∆α σ’ έχου πίττα µι τυρί, λαγόν µαγειριµένουν
κοιµάτι του καηµένου….

 Μετά όλα πήραν το δρόμο τους. Για 3 – 4 χρόνια τραγουδούσα στην Αθήνα στο γνωστό κέντρο η «ΖΟΥΓΚΛΑ», όπου συνεργάστηκα με μεγάλους μουσικούς και καλλιτέχνες της εποχής εκείνης.  Εκεί γνωρίστηκα και ανέπτυξα φιλία με τους Γαβαλά και Περπινιάδη. Πολύ καλός μου φίλος ήταν και ο Στέλιος Καζαντίδης, ο οποίος με επισκεπτόταν στο μαγαζί που τραγουδούσα τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.
«Θα μας πεις τίποτα Αντρίκο;» μου έλεγε ο Καζαντζίδης. 
«Και βέβαια θα σας πω, γι’ αυτό δεν ήρθατε;» του απαντούσα! 
«Η μάνα του τον έκανε με κάτι χορδές σαν καλάμι», ήταν τα λόγια του Στέλιου που είχε εκμυστηρευτεί στον κοινό μας φίλο Ηλία Κοντό. Τα καλοκαίρια που παραθέριζε ο Στέλιος στον Άγιο Κων/νο, με έπαιρνε τηλέφωνο και με επισκέπτονταν στα κοντινά πανηγύρια. Μια φορά θυμάμαι σε ένα πανηγύρι στο Στείρι ήρθε με την παρέα του να με δει. Δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, παρά με κάλεσε να πάω εγώ, και μου είπε: « έτσι περάσαμε να σε χαιρετήσουμε, να σου πούμε ένα γεια». Όταν πήγαινα εγώ στο κέντρο που τραγουδούσε ήθελε να με ανεβάσει στο πάλκο, να τραγουδήσω.


 Γκαλμάνη, Τσαούσης, Κόρος σε αρραβώνες στον Ασπρόπυργο

– Τελικά σας κέρδισε το πανηγύρι;
Τα πανηγύρια τα λάτρεψα. Έδωσα τα πάντα στο χώρο αυτό, και ο κόσμος με αγάπησε. Προσπάθησα να γλεντήσω και να διασκεδάσω τον κόσμο που ερχόταν στα πανηγύρια. Είναι πολύ δύσκολο και απαιτητικό το πανηγύρι. Στην αρχή της καριέρας μου άκουγα όλους τους καλούς δημοτικούς τραγουδιστές και μουσικούς της εποχής εκείνης. Θυμάμαι σε ένα πανηγύρι στο Πυρί της Θήβας έφερα έναν μουσικό – τραγουδιστή ονόματι Αράπη με δικά μου έξοδα. Ήθελα να πει λίγα τραγούδια, να τον ακούσω. Στο τέλος όμως εγώ τραγούδησα ΤΣΑΟΥΣΗ! Δεν προσπάθησα να μιμηθώ κανέναν!
Έχω τραγουδήσει σε αμέτρητα πανηγύρια της περιοχής και έκανα πολλούς και καλούς φίλους. Ο κόσμος μέχρι και τώρα που τραγουδάω πριν ανέβω στο πάλκο με χειροκροτεί και αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά, ικανοποίηση και αναγνώριση για μένα. Με έπαιρναν τηλέφωνο από το εξωτερικό να πάω να τραγουδήσω. Δεν πήγαινα γιατί φοβόμουν τα αεροπλάνα. Πολλές φορές μου ζητούσαν και τους τραγουδούσα δια μέσω τηλεφώνου!
 Σε πανηγύρι στις Λειβανάτες γνώρισα και τη γυναίκα μου Γιάννα, η οποία με ακολούθησε εδώ στην Αγόριανη, με στήριξε και ήταν πάντα δίπλα μου.


Τσαούσης, Τ. Βέρρα, Μεϊντανάς, Γιαούζος (κλαρίνο)

6-6-1955. Πανηγύρι στις Καρυές

23-8-1974. Πανηγύρι στις Άνω Βαρδάτες. Τσαούσης και Ταμάμ

– Από τη Σουβάλα τι αναμνήσεις έχετε;
Στα πρώτα χρόνια της καριέρας μου συνεργάστηκα και με τους Τζιβαραίους και παίξαμε σε πολλά πανηγύρια της Σουβάλα αλλά και της γύρω περιοχής.
Ένα βράδυ ήμουν γύρω στα 18, και δε θυμάμαι αν είχα τελειώσει το σχολείο, επισκεφτήκαμε με  παρέα ένα μαγαζί στη Σουβάλα. Αφού φάγαμε μπακαλιάρο, αρχίσαμε το τραγούδι. Με πλησίασαν δυο άτομα, με ρώτησαν από πού είμαι, και μου πρότειναν να κατέβω στη Αθήνα να σπουδάσω μουσική. Μετά από δυο μέρες ήρθαν και στην Αγόριανη στον πατέρα μου και του είπαν τα ίδια, περί σπουδών μουσικής στην Αθήνα.
Ο πατέρας μου όμως δεν με άφησε! Άλλες εποχές τότε! Αργότερα πάντως όταν είχα την οικονομική δυνατότητα να διαμείνω οπουδήποτε, προτίμησα και ήταν επιλογή μου, η Αγόριανη, που την αγάπησα. Ήταν όμορφα χρόνια εκείνα και οι άνθρωποι διαφορετικοί. Ξεκινάγαμε με δυο – τρεις φίλους με τα πόδια από την Αγόριανη και πηγαίναμε στο Δαδί να κάνουμε καντάδα, με μοναδικό αντίκρισμα ένα λουλουδάκι γαρδένιας που μας πετούσαν από τα μισάνοιχτα παράθυρα. Τρεις ώρες δρόμος να πας και τρεις να ΄ρθεις, έξι ώρες περπάτημα.


Πανηγύρι στην πλατεία της Σουβάλας με την ορχήστρα του Ανδρέα Τσαούση. 
Στο χορό οι: Γιάννης Τζιβάρας (Πενταρούλας), Γιάννης Σοφιανός και Παναγιώτης Κότσιας

– Θυμάμαι τα πρώτα πανηγύρια όταν σας πρωτοείδα είχατε κλαρίνο τον Γιώργο Μάγγα
Με τον πατέρα του Θανάση Μάγγα ήμασταν φίλοι. Κάποια στιγμή που με πήρε τηλέφωνο μου μίλησε για τον γιο του, το Γιώργο. Τον πήρα θυμάμαι σ’ ένα πανηγύρι στο Μαυρομάτι και έμεινε μαζί μου για 2 – 3 χρόνια. Τότε έπαιζε επίσης μαζί μου κλαρίνο ο Παναγιώτης Κοκοτίνης, ο οποίος αργότερα έγραψε τη μουσική σε δυο μεγάλες επιτυχίες «Θ’ αλλάξω σπίτι και θα ‘ρθω» και το «Πατέρα μας μεγάλωσες». Όλα τα δημοτικά τραγούδια που τραγούδησα τα λάτρεψα και τα αγάπησα το ίδιο. Η δημοτική μουσική και τα τραγούδια είναι η παράδοσή μας και απορώ γιατί οι νέοι τραγουδιστές δεν τραγουδούν πια την «Καραγκούνα» ή το «Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί».


Τσαούσης και Ταμάμ σε πανηγύρι

– Λένε ότι η πιο ‘’απαιτητική’’ χρονική περίοδος στα πανηγύρια είναι τα ξημερώματα,  όταν σηκώνονται για χορό  οι μερακλήδες. Θυμάμαι το κλείσιμο μιας τέτοιας βραδιάς, στην Απάνω Αγόριανη στο μαγαζί του Άρη Καραπανάγου, όταν γλυκοχάραζε, με ένα υπέροχο τραγούδι – ύμνο στο Θεό που άκουσα τότε για πρώτη φορά.
Εκείνη την ώρα έχεις να κάνεις με ανθρώπους που είναι χορευταράδες και μερακλήδες που αγαπούν το δημοτικό τραγούδι και νοιώθω υποχρέωση απέναντί τους. Με το που θα σηκωθούν και ξεκινήσει ο χορός, από τα πρώτα βήματα καταλαβαίνω πόσο καλός χορευτής είναι ο καθένας. Προσπαθώ να ‘’ψάξω’’ τον χορευτή και να του πω το κατάλληλο ‘’παραπονιάρικο’’ τραγούδι. Αλλάζω αν χρειαστεί τα τραγούδια μέχρι να βρω τι ταιριάζει στον καθένα. Υπάρχει μια ψυχική επαφή εκείνη την ώρα μεταξύ μας και συγκίνηση. 
Πρόσφατα είχα πάει σε ένα πανηγύρι στο Κυριάκι. Κάποια στιγμή από μια παρέα νέων παιδιών μου ζήτησαν να τους πω κάποια τραγούδια. Τους είπα να περιμένουν και αργότερα θα τους τραγουδήσω ότι ήθελαν. Όταν λοιπόν αργά το βράδυ ανέβηκαν στο χορό, κάποιο παιδί από την παρέα τους και ενώ χόρευε, με πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό μου και μου λέει: ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ ΤΙ; και φεύγει!
Και μιας και με ρωτάς για το συγκεκριμένο τραγούδι να σου το θυμίσω:

Όπου κι αν στρέψω τη ματιά μου
πάντα εσέ Θεέ θα δω,
και με το νου και την καρδιά μου,
Δημιουργέ σ’ ευχαριστώ.

Όπου βρεθώ και όπου να ‘μαι
πάντα με σένα τριγυρνώ,
και με το νου και την καρδιά μου,
Δημιουργέ σ’ ευχαριστώ.




Χρήστος Μ. Παπαθανασίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου