Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Οι βιοτεχνίες της οικογένειας Καρούζου


Η οικογένεια Καρούζου είναι μια απ’ τις παλαιότερες οικογένειες της Σουβαλιώτικης κοινωνίας. Στους εκλογικούς καταλόγους του 1865 είναι εγγεγραμμένος ο Καρούζος Παναγής του Θεοδώρου ετών 33, γεωργός. Στην αξιόλογη μελέτη του Ηλία Θ. Γεωργούση για την γενεαλογική εξέλιξη των Σουβαλιωτών, αναφερόμενος στην οικογένεια Καρούζου, αρχίζει με τον Γιάννη Καρούζου το 1790, συνεχίζει με άλλα μέλη σε διάφορα χρονικά διαστήματα και φτάνει στον Ευθύμιο Καρούζο το 1830, πατέρα του γιατρού Ανάργυρου Καρούζου που γεννήθηκε το 1875.

Ο αείμνηστος Ανάργυρος Καρούζος αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1900 και εγκαταστάθηκε στη Σουβάλα, όπου εκτός της ιατρικής του προσφοράς ασχολήθηκε με επιχειρήσεις (μαντάμι του Καρούζου ή Πριμέτη, αλευρόμυλοι και το εκκοκκιστήριο βάμβακος).
Εκτός της δραστηριότητος αυτής ο γιατρός Καρούζος, ηγετική φυσιογνωμία της Σουβαλιώτικης Κοινωνίας, διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητος την περίοδο 1926 – 27 και 1929 – 1933.

α) Οι αλευρόμυλοι

Στην νοτιοδυτική πλευρά της Σουβάλας, λίγο έξω από τον οικισμό λειτουργούσαν δυο αλευρόμυλοι, που ανήκαν στην οικογένεια Καρούζου.

Ο «επάνω μύλος», ευρισκόμενος σε υψηλότερο επίπεδο, πρέπει να χτίστηκε το 18ο αιώνα ή και νωρίτερα, και κατά μια άποψη προμήθευε με αλεύρι τους ρουμελιώτες αγωνιστές στον αγώνα της Εθνικής Ανεξαρτησίας του 1821. Αργότερα αγοράσθηκε απ’ τον Γεώργιο Παπαθανασίου και λειτουργούσε σαν υδροτριβή.

Ο δεύτερος μύλος λίγο χαμηλότερα απ’ τον προηγούμενο πρέπει να χτίστηκε μαζί με το εκκοκκιστήριο βάμβακος και λειτούργησε το 1875. Αμφότεροι οι μύλοι λειτουργούσαν με το νερό που έφευγε από τα Μαντάμια μετά τη λειτουργία των εκεί μηχανημάτων και ερχόταν με κανάλι στον τόπο λειτουργίας τους, στον «Μύλο»

 β) Το εκκοκκιστήριο

Το εκκοκκιστήριο ανήκε στην κατηγορία των πριονωτών εκκοκκιστηρίων, με 40 πριονωτούς δίσκους. Δεν υπήρχε όμως το τμήμα δεματοποίησης. Έτσι, μετά την εκκόκκιση, εργάτες έβαζαν το βαμβάκι σε μεγάλους σάκους και το πίεζαν με όση δύναμη μπορούσαν. Πρέπει να σημειώσουμε ότι, το βαμβάκι που εκκοκκιζόταν εδώ, κατά μεγάλο ποσοστό ανήκε στην δραστηριότητα της οικογενείας Καρούζου, η οποία επίσης εμπορευόταν το βαμβάκι της περιοχής.

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε έως το 1910, οπότε στο εκκοκκιστήριο προστέθηκε πιεστήριο, το οποίο ο Ανάργυρος Καρούζος είχε προμηθευτεί από τα νηματουργεία Πρωτόπαπα του Πειραιά. Το πιεστήριο λειτουργούσε με τη μορφή ατέρμονα κοχλία και η κίνηση δινόταν απ’ την ίδια υδάτινη ενέργεια, που κινούσε τον κάτω μύλο. Με τη μορφή αυτή το εν λόγω εκκοκκιστήριο λειτούργησε μέχρι το 1937.

Το 1937, ο Ευθύμιος Καρούζος έχτισε δυο νέα οικήματα στο χώρο αυτό. Στο ένα κτίριο εγκατέστησε πετρελαιομηχανή με την οποία λειτουργούσε το εκκοκκιστήριο και ο αλευρόμυλος. Το ισόγειο του άλλου κτιρίου χρησιμοποιήθηκε σαν αποθήκη βαμβακόσπορου και ο άνω όροφος ως αποθήκη βαμβακιού και γραφείο.

Με τις τροποποιήσεις που επέφεραν στη λειτουργία του εκκοκκιστηρίου έγινε δυνατή απόδοση μέχρι 3 δέματα ημερησίως βάρους 200χλγ. περίπου έκαστον.

Δυστυχώς οι εγκαταστάσεις αυτές κάηκαν απ’ τους Ιταλούς στη διάρκεια της κατοχής το 1943. Διεσώθη μόνο η πετρελαιομηχανή και ο μύλος. Η προσπάθεια για αναδιοργάνωση της επιχείρησης έγινε το 1950 – 1955.

Ανάργυρος και Ευθύμιος Καρούζος


1937. Η αλληλογραφία του Αργύρη Καρούζου με μηχανουργείο του Πειραιά για την αγορά πρέσσας

  Τα δύο νεώτερα κτίσματα που έκτισε ο Ευθύμιος Καρούζος το 1936 - 37

Το πρώτο κτίριο (διώροφο)

Το δεύτερο κτίριο 

Ο μύλος ιδιοκτησίας οικογένειας Καρούζου από το 1835.
Το 1960 περιήλθε στην κυριότητα του Γεωργίου Παπαθανασίου που τον μετέτρεψε σε υδροτριβή.



Τα κείμενα είναι από το βιβλίο του Αντώνη Αδαμόπουλου ΥΔΡΟΚΙΝΗΤΕΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ

Το φωτογραφικό υλικό είναι από το αρχείο της οικογένειας του Ευθυμίου Καρούζου, που μας παραχώρησε η Μαριαλένα Τοπάλη.

1 σχόλιο:

  1. Αγαπητέ Χρήστο, συγχαρητήρια για το θαυμάσιο άρθρο σου, που αποτελεί ταυτόχρονα και μια σημαντική διασωστική ενέργεια της νεώτερης ιστορίας του χωριού μας.
    Επίτρεψέ μου να προσθέσω δύο συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
    1. Ο Παναγής (Παναής) Καρούζος του Θεοδώρου, που αναφέρεις στην εισαγωγή, δεν ανήκε απευθείας στο Καρουζέϊκο σόι των εμπόρων, βιομηχάνων και επιστημόνων που αναφέρεται το άρθρο. Ανήκε σε άλλη οικογένεια με το ίδιο επίθετο και μακρινή συγγένεια, η οποία λόγω του ονόματος του, στη Σουβάλα είχε λάβει το προσωνύμιο «Πανααίοι». Κατάλοιπο αυτής της οικογένειας στο χωριό, είναι το σπίτι με το παλιό ταβερνείο του Αδάμ (Παναή) Καρούζου, στη γειτονιά του Δημαρχείου, δίπλα από την παλιά κορδέλα Μούκα.
    2. Εκτός από τον Αργύρη Καρούζο (1875-1943) και τον γιο του Ευθύμιο που διετέλεσαν επί σειρά ετών Πρόεδροι της Κοινότητας ,είναι πολύ πιθανό να υπήρξε πρόεδρος του χωριού και ο αδελφός του Αργύρη, Ιωάννης Καρούζος (1876-1913), επίσης ιατρός και μετέπειτα πεσών ήρωας των Βαλκανικών πολέμων. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι, στην μελέτη που υπέβαλε ο Καθηγητής Σβορώνος, κατά την παράδοση του αγάλματος του Ιανίσκου της Λίλαιας, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 1908, αναφέρει ότι απέστειλε τον έφορο αρχαιοτήτων Κεραμόπουλο, στις πηγές του Κηφισού στη Σουβάλα, προκειμένου να πιστοποιήσει αν κάποιο από τα βάθρα που είχαν τότε εντοιχισθεί στο δάπεδο της πηγής (μπροστά στη Μικρή Μάννα), ανήκε στον Ιανίσκο. Ο Κεραμόπουλος αναφέρει επί λέξει: «αλλ’ ο εν Σουβάλα ιατρός Καρούζος ο νεώτερος μ’ εβεβαίου, ότι το βάθρον τούτο, δεν είχε κοιλότητα οίαν ζητούμεν…» (βλ. Δημητρίου Κατοίκου « ΛΙΛΑΙΟΘΕΝ» κεφ.2 Ο ΙΑΝΙΣΚΟΣ(;) ΤΗΣ ΛΙΛΑΙΑΣ σελ. 55). Φαίνεται δηλαδή ότι ο Ιωάννης Καρούζος ως Πρόεδρος της Κοινότητας είχε εκτελέσει το έργο της πλακόστρωσης στην «Πλύστρα» και γνώριζε καλά την υφή των χρησιμοποιηθέντων λίθων, γι αυτό και ο Κεραμόπουλος, δεν προχώρησε στην εκσκαφή και στην αποκόλλησή τους.
    3. Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στην τελευταία νύχτα που υπήρξε ανοιχτό και εν λειτουργία το Μέγαρο της οικογένειας Καρούζου στο κέντρο του χωριού. Έτυχε να παρευρεθώ στην μικρή επιθανάτια σύναξη λίγων συγγενών και λίγων γειτόνων, όταν το Μάιο του 2009 απεβίωσε η τελευταία ένοικος Σουβαλιώτισσα Αρχόντισσα Παγώνα Καρούζου. Μου επέτρεψαν και είπα δυο λόγια σαν επικήδειο .Στον επίλογο έκανα μια δυσοίωνη πρόβλεψη: «Απόψε σβήνουν τα φώτα στο ιστορικότερο σπίτι της Σουβάλας και πολύ φοβάμαι ότι δεν θα ξανανάψουν ποτέ.» Εύχομαι να διαψευσθώ.
    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ
    ΙΣΤ.ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
    ΜΕΛΟΣ ΔΣ/Λ.Ι.Σ.ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή