Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Λαμπρή

Η Μητρού Ανάγνου διηγείται στη Βασιλική Χριστοπούλου στο βιβλίο: 
Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται

Μητρού Ε. Ανάγνου



Όλο το Μάρτη σκάβαμε τ' αμπέλια με τα πλατιά κασμάδια. Μόλις τα τελειώναμε, αρχίζαμε να 'τοιμάζουμε τα χωράφια για να σπείρουμε βαμπάκι. Μέσα σ΄αυτή την κούραση και τη πλαντασμάρα περιμέναμε τη Λαμπρή.


Αρχινάγαμε να γαλαχτίζουμε το σπίτι, να πλένουμε με αλισίβα και θολοστάχτη και να κοπανάμε όλα τα στρωσίδια και τα σκεπάσματα.

Βρύση στο σπίτι δεν είχαμε και τα πααίναμε στο ποτάμι. Τα κοπανάγαμε με τον κόπανο, στραγγίζανε και τα φορτώναμε στα ζα.


Σφουγκαρίζαμε με αλισίβα το πάτωμα και βράζαμε άχυρα για να κιτρινίσουμε τα σανίδια. Πλιέναμε τους σοφράδες, τα πλαστήρια, γανώναμε τα χαλκώματα, να είναι όλα καθαρά για τη Λαμπρή, ΄τοιμάζαμε το άλεσμα, ξεθεωνόμαστε. 

Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τ΄αυγά και ζυμώναμε το ψωμί να είναι Μεγαλοπεφτίσιο. Τρέχαμε και δεν φτάναμε.

Την Μεγάλη Παρασκευή, λέγανε οι παλιοί, το πουλί δεν πάει στη φωλιά και εμείς δεν κάναμε καμιά δουλειά εκτός το απαραίτητο. 

Το Μεγάλο Σάββατο θελά σφάξουμε τ' αρνιά, να φκιάσουμε τις γαρδούμπες για την Ανάσταση που γινόταν τότε στις 3 τα ξημερώματα. 

Ψωνίζαμε τα χρειαζούμενα. Τότε δεν υπήρχανε και πολλά λεφτά, λογαριάζαμε καλά τι θα πάρουμε. 

Την Κυριακή οι άνδρες ανάβανε το λάκκο κατά τις 6 το πρωί με κλήματα, κάθε γειτονιά το λάκκο της.
Οι γυναίκες φκιάχνανε πίτα και μεζέδες με τα εντόσθια για το λάκκο. Τα φέρνανε στο τραπέζι που στρώναμε κοντά στο λάκκο και αρχίζαμε να τσιμπάμε και να πίνουμε με ευχές και τραγούδια χαρούμενα.

Τώρα ειν' Μάης  κι  άνοιξη , τώρα  το  καλοκαίρι
τώρα  τα  λάφια βόσκουνε  και  δροσολογιούνται
και  μια  λαφούλα  ταπεινή δεν  παέι  κοντά  με  τ' άλλα,
δεν  βόσκει  δεν  δροσίζεται.

Τα αρνιά ήταν παχιά, τρώγαμε πολύ μετά τη Σαρακοστή και καμπόσοι αρρωσταίνανε απ' το πολύ φαΐ. Το απόγευμα στην Αγάπη οι νιόπαντρες και οι κοπέλες βάζανε τα καλά τους, τα Λαμπριάτικα. Έβγαινε ο παπάς με το αναστάσιμο ευαγγέλιο και οι ψαλτάδες και ένας-ένας πόβγαινε χαιρέταγε, φιλιόντουσαν και πιανόντουσαν απ' το χέρι κι ύστερα χορεύαμε.

Τη Δευτέρα αν έπεφτε τ' Αϊ – Γιωργιού, πααίναμε στον Αϊ – Γιώργη, και το απόγευμα πάλι χορός στην πλατεία με τα γιορτινά όπου γινότανε το νιφοδιάλεγμα, βλεπόντουσαν τα παλικάρια με τις κοπέλες.

Απ' τ' Αϊ – Δημητριού ίσαμε τ' Αϊ – Γιωργιού ροϊαζόντανε οι τσοπάνηδες, γυρίζανε τ' Αϊ – Γιωργιού και ματαφεύγανε.


Δώσ' μου κυρά μ' τη ρόγα μου, δώσμου τη δούλεψή μου
παράγγειλε η μάνα μου να πάω να με παντρέψει.

Στις 2 Μαΐου τ' Αϊ – Θανασιού λειτουργάγαμε στην πάνω Σουβάλα. Στις 3 Μαΐου τ' Αϊ – Λουκά γινότανε μεγάλο πανηγύρι. Μαζευόμαστε και λημεριάζαμε κάτω απ' τις αμυγδαλιές, φέρναμε τα ταγάρια γιομάτα με καλούδια κι ύστερα χορός και πααίναμε γλεντώντας τον ανήφορο για το χωριό.

Γινόντανε αγωνίσματα. Βάζανε αρνιά στην κορυφή της πλαϊάς κι όποιος έφτανε πρώτος κι έπιανε το αρνί το τρώγανε το βράδυ. Τρέχανε κι απ΄ τ' Νερούτσ' το μύλο μέχρι τ' Αϊ – Λουκά. Μια φορά θυμάμαι τρέχανε και με άλογα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου