Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

O ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Γράφει ο Μήτσος  Αδρύμης


Απάνω Σουβάλα. Παναγιά η Κυργιά

Πολλοί Σουβαλιώτες είχαν σπιτάκια στην Απάνω Σουβάλα και ξεκαλοκαίριαζαν εκεί παίρνοντας μαζί και τά μανάρια τους, λίγα προβατάκια και καμιά γιδούλα ανάμεσα να πίνουν γάλα τά παιδιά . Μπροστά στις αυλές φύτρωναν φιρικιές, κερασιές, σκαμνιές, αστεριές, φροξυλάνθια, καριοπούλες, πουρνάρες, πλατάνια και ένα σωρό αείφυλλα πλατύφυλλα. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν με περίσσια χάρη και μεράκι μορφόσταλα γιούρτια , έβαζαν ντομάτες, πιπέρια, βλαχολούβια, πατάτες, ζανιές, ματζουράνες, ντάλιες, δυόσμο, μακεδονίσι πού με τη ρίγανη τη μέντα και τά κουρμπένια πού φύτρωναν στους όχτους μοσκοβόλαγε το χωριό. Μερικοί είχαν ξυλότορνους και κατασκεύαζαν διάφορα σύνεργα για την καθημερινή τους ζωή, νεροβάρελα,τυροβάρελα, κρασοβάρελα, σκαφίδια για ζύμωμα, σκαφίδια για το πλυσταριό, βιδούρια, ρόκες, αδράχτια, σφοντύλια, αργαλειούς, σαίτες, ανέμες, κουτάλες, αντιά, ποτήρια, τρίφτες, κοπάνες, κοπάνια, και τά περισσότερα από μαλόκεδρο πού ήταν μαλακό και μοσκοβολιστό ξύλο. Όλο το καλοκαίρι δούλευαν τις παραγγελίες πού είχαν από τους καμπίσιους κατοχωριανούς τους <και όχι μόνο> και τις περισσότερες φορές η πλερωμή τους γινόταν με γεννήματα. Φημιζόταν για καλύτερος κατασκευαστής ο Γιαννάκος ο Πλατιάς και γι’ αυτό ο Γιώργος ο Κογιότας του είχε στεριώσει ρήμμα.


Παιδιά μ’ τον κέδρο μην τον κόψετε

γιατί θα τον χαλάσετε 
δεν κάνει για καρδάρια 
μά ούτε και για χλιάρια 
για έναν επιτρέπετε 
και μην σας κακοφαίνετε 
γιατί καλύτερος κεθράς
είν’ ο Γιαννάκος ο Πλατιάς 

Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι εξοικονομούσαν την πρώτη ύλη πού ήταν το ξύλο απ’ τά δάση της περιοχής. Πολλές φορές οι δασοφύλακες δεν τους έδιναν άδεια και αναγκάζονταν να καταφύγουν σε … Παρανομίες. Λαθρουλοτομία ήταν ο χαρακτηρισμός αυτής της πράξης όταν ο φουκαράς πανωχωρίσιος έβγαζε μερικές δούγες για να ζήσει τά παιδιά του. Οιφτωχοί βαρελάδες της Απάνω Σουβάλας έκαναν οικολογική καταστροφή   < αυτοί οι φυσικοί φύλακες του δάσους > ενώ το κουβέρνο έκλεινε τά μάτια στα μεταλλεία πού ξεκοίλιαζαν ολόκληρες πλαγιές με σπαθάτα έλατα <πρόσφεραν λέει στην εθνική οικονομία, έτσι φαίνεται λένε την τσέπη του Ηλιόπουλου>.  

Τι να πείς; Συνήθως πήγαιναν απογευματινές ώρες και διάλεγαν τά αμολυτά έλατα η πεύκα τά σκαλόκοβαν χαμηλά στό κορμό με τά τσεκούρια και στο ύψος πού έπρεπε έβαζαν σφήνες και ξεκόλαγαν μια σχίζα απ’ την οποία μπορούσαν να βγάλουν σφοντύλια, αδράχτια, οι δούγες γιά τά νεροβάρελα. Αυτές τις σχίζες τις έκαναν δεμάτια με τά λιτάρια και φορτωμένοι τις κουβαλούσαν μέχρι την Απάνω Σουβάλα πού ήταν και ο τόπος κατεργασίας τους. Αρκετές φορές έπεφταν θύματα των δασοφυλάκων πού έκαναν περιπολίες στο δάσος. Τότε το βάσανο ήτανε μεγάλο. Ολόκληρη η φαμελιά πενθούσε. Έπρεπε την άλλη μέρα πρωί - πρωί να καταφύγουν στον κοματάρχη και αυτός θα ρύθμιζε το θέμα αρκεί στις εκλογές….κατάλαβες ε! Όταν το θέμα δεν ρυθμιζόταν και έπρεπε να πάνε στον Αντρούτσο < έτσι έλεγαν το Ειρηνοδικείο της Γραβιάς > εκεί τά πράγματα δυσκόλευαν πολύ. Έπρεπε να πουλήσουν κανένα ζωντανό για να πληρώσουν το δικολάβο η το πρόστιμο με τις μεταλικές για να ξεχρεωθούνε, η ακόμα κανένα λαχίδι αν ήταν βαρειά η ποινή. Όταν είχαν χαμπέρι ότι ο δασοφύλακας εμφανιζόταν, έκρυβαν τις σχίζες στο δάσος και άλλαζαν δρόμο κυνηγημένοι λές και ήταν εγκληματίες. 

Ένα απόγιομα ερχόταν ο πατέρας μου από το χωριό και κοντά στις καλύβες μας συνάντησε το Μπαλούρδο φορτωμένο με ένα πέφκινο κούτσουρο πού είχε κόψει για να φτιάξει σκαφίδια. Τον φώναξε και του είπε ότι παρακάτω στα Κανάβια γυρόφερνε ο δασοφύλακας ο Φεγγαράκης. Τι λές ρέ σύ Γιώργο απάντησε ο Μπαλούρδος, κι τώρα τι να κάμω; Ψυχραιμία τον ησύχασε ο πατέρας μου ξ’φορτώς και θα το κρύψω κάτ’ απ’ τά λατσούδια τ’ς καλύβας, και σύ χασομέρα να νυχτώσ’ για τά καλά και κάμι από δώ κάτ’ απ’ το λ’βάδ’. Τούφτιαξε η μάννα μου ένα καφέ και αυτός ξεζαλώθηκε το κούτσουρο. Πήγανε οι μεγαλύτεροι να το μετακινήσουν και υπέφεραν. Ορέ Μπαλούρδο θα κολοκοφτείς κακομοίρ’ πώς το φορτώθ’κες;. Κάθησε ο Μπαλούρδος ανακούρκουδα σκουπίζοντας τον ιδρώτα του προσώπου του με το μανίκι απ’ το ντρίλινο πουκάμισό του και αναστέναξε βαθειά. Ποιος ξέρει πόσοι καημοί και πόσα βάσανα τον βασάνιζαν! Ήταν ψηλός άνδρας, ντρένιος, όλο στήθος με κάτι χερούκλες σαν πευκοκλώναρα, ίσιος στητός σαν έλατο. Είχε μεγάλη φαμελιά και φαρμακωμένος βλαστήμαγε την φτώχεια πού τον έδερνε. Σιγά -σιγά γύραν τ’απόσκια και ανάψαμε φωτιά. Πήραμε ο καθένας μας τη θέση γύρω της.

Μαζέυτηκαν και οι μεγαλύτεροι αφού πάχνιασαν τά ζωντανά. Κοντά μας και ο Μπαλούρδος περιμένοντας να σκοτεινιάσει για να κατηφορήσει, κι όλο κακοπαθιότανε ο δύσμυρος πού είχε αργήσει και θα κακόβαλε η φαμελιά του. Ακούστε να δείτε διάταζε εμάς τά παιδαρέλια. Να μάθετε γράμματα για ν’αποφύγετε απ’ αυτήν’ τ’ν τυραγνία κι τ’ν παιδεψίλα π’ τραβάμε εμείς. Να γίνετε καλοί ανθρώπ’ και όχι σά και μας π’ παραδέρνουμε όλ’ μέρα για ένα κομάτ’ ψωμί και στο τέλος μας μέν‘ η παιδεψίλα. Κι αυτό π’ λέπετε σήμερα δεν είναι τίποτα έχω τραβήξ’ και χειρότερα. Μια βολά π’λέτε στ’ν κατοχή φορτώθ’κα τέσσερα σκαφίδια πέυκινα να πάω να τά π’λήσω στο παζάρ’ στ’ν Αταλάντ’ με τά ποδάρια. Λεωφορεία τότε δεν υπήρχανε. Έκανα μια μέρα να πάω .Λεφτά τότε ο κόσμος δεν είχανε κί τά πούλ’σα με γεννήματα. Εικοσ’ οκάδες στάρ’ ένα σκαφίδ’. Μαζόχτ’κανε ίσαμε ογδόντα οκάδες. Κι τώρα τι κάν’ς φυωχέ Μπαλούρδο; Ας είναι το φορτώθ’κα π΄λέτε με το λ’τάρ’ κι κίν’σα για το χωριό. Αφού πέρασα το Καλαπόδ’ και το Δραχμάν’ έφτασα σουρ’πόνοντας στα κάτ’ καλύβια τ’ Δαδιού, εκεί είχανε φυλάκιο οι Γερμανοί κί με σταματήσανε να μ’κάμνε έλεγχο μπάς κί είχα μέσ’ στο σακί σφαίρες για τ’ς αντάρτες. Εγώ προσπάθ’σα μι νοήματα να τ’ς δόσω να καταλάυ’νε ότ’ είχα έξ’ πιδιά και έπρεπε να τά ζήσω, αλλά αυτοί δε καταλαβαίνανε. Τότε για καλή μ’ τύχ’ πέρασε ένας κηφησοχωρίτ’ς πού ήξερε γερμανικά και είχε άδεια < φαίνετε ήτανε δ’κότ’ς > κι τ’ς είπε αυτά πού ιγώ τ’ς έλεγα μι νουήματα, καλήτ’ ώρα τα’ ανθρώπ’ οπ’ κι αν βρίσκετε. Ο Γερμανός απόρ’σε πώς μπόργα κί σήκωνα αυτό το σακί στ’ν πλάτη μ’, φώναξι κι τ’ς αλλ’νούς άπ’ το φυλάκιο να δούνε το παράξενο. Προσπάθ’σανε να το σ’κώσ’νε αμ’ δε ξεφύσαε ο κωλος τ’ς. Το ξαναφορτώθ’κα κι αυτήνοι γελάγανε μι τ’ν παιδεψίλαμ’. 

Πολλές φορές πάαινα κι στ’ Βιλίτσα για καπνό, φορτωνομ’να τέγκια κι αλλα γεννήματα. Τι τά θέλετε ρέ πιδιά πολύ πιδεψίλα ! έρχεται ώρα π’ τά χεράκια μ’ δεν τά ορίζω κι είναι κι αυτήν’ η αγωνία μη σκάσ’ το σκαφίδ’ ,μη δε τά πλήσω κι τά ματαφέρω φορτωμένος στ’ν Σβάλα. Ακούτι να δείτε τι έπαθα μια φορά . Πελέκαγα ένα πεύκινο κούτσουρο γιά σκαφίδ’ για ζύμωμα μ’τόχε παραγγείλ’ η Ραχατού, πελέκαγα απ’ το χάραμα μι το γυρ’στο σκεπάρν’ το χουφτιαστό για να τρώει καλύτερα το ξύλο κι τά πλαϊνά να γινε φτενά κι είναι ασήκωτο. Κόντευα να τελειώσω κατά τά σουρούπωμα μι τά χεράκια μ’ τελεμένα μ’ξέφκιε μια σκεπαρνιά κι το σκαφίδ’ τρούπ’σε. Μού’ρθε ταμπλάς. Δε θα το πιστέψετε αρχίν’σα τά κλάματα. Δέ μ’ένοιαξε η παιδεψίλαμ’ όλ’ μέρα, σκεφτόμ’να τά πιδάκια μ’ π’ θα μένανε νηστ’κά . Βαριαναστέναξα κι μά’κσε το σαρακοτρούπ’ η γναίκαμ’ η Πλούμπο πω! πω! τί πάθαμε! τα’ι έκαμις Μπαλούρδο; Αμ’ κακομοίρ’ τήραξες να το κάμ’ς τσ’γαρόχαρτο; Αμ’ τι περίμενες εσύ απ’ το σαρακοτρούπ’ καλή κ’βέντα; ιγώ είχα το πόνο μ’ κι αυτή ν’ το χαβά τ’ς. Ακ’ να σ’πώ γ’ναίκα τ’ς είπα όπως ημ’να χιλιοφαρμακωμένος, άσεμι στο βάσανο μ’ τά δ’κά μ’ τά χέρια πονάνε. Ιγώ τα’ τέχνη μ’ δε τ’ν ψευτίζω γιατί θα χαλαστώ ο ίδιος. Το λάκο μ’ δε θα τόνε σκάψω μι τά ιδια μ’ τά χέρια. Διαβολομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα π’ λέει κι η παροιμία, ετσ’ δεν είναι ρέ πιδιά; < απευθήνθηκε σε μας ο Μπαλούρδος >. Τι να κάμω ο έρμος σκούπ’σα τον ιδρώτα μ’ πού μι το κλάμα μ’ είχε γίν’ ένα κι σύρθ’κα παραπέρα κάτ’ τ’ς Κοντύλως τ΄ν τρουπα αγνάντια κατά το Ξηριά κι έστριψα ένα τσ’γάρο. Αχ! αυτή η σκεπαρνιά μαχαίρ’ στ’ν καρδιά μ’ έγινε. 

Παράδερνα φαρμακωμένος μι χωσμένο το κεφάλ’ στα ματωμένα χιράκια μ’ κι ακούμπ’σα σ’ένα τσ’μαράκι να ξαποστάσω, αλλά πού να μ’ περάσ’ το βάσανο; βλαστήμαγα τ’ν τύχη μ’ κι τ’φτώχια π’μέδερνε. Αγάλια-αγάλια όλος αυτός ο πόνος <τι θηρίο λοιπόν είναι ο άνθρωπος > ανέβ’ κε στο μυαλόμ’ κι αρχίν’σα να τραγ’δάω. 

Πανάθεμά σας βάσανα
πίκρες καημοί και πόνοι
τον άνθρωπο γεράζετε 
πρωτού να ‘ρθούν οι χρόνοι

Τραγούδαγα μι κλάμα το π΄στεύετε; κι τότε είδα μπροστά μ΄ ολοζώντανο το μακαρίτ΄ το πατεράκομ’ να μ’λέει <σήκω απάν’ Μπαλούρδο έχ’ς εξ’ παιδιά να μεγαλώσ’ς κιότεψες; ντροπή σ’> κι κεί πού ‘κλαιγα τό κλάμα έγινε χαρά κι σ’κώθκα ορθός, έγινα άλλος άνθρωπος και μουρχότανε να χορέψω κι αρχίν’σα να τρα’δάω δυνατά κι αντικούφα’ε ο ξηριάς μέχρι κάτ’ στα μαντάμια ακ’γό’μνα. 

 Νερατζούλα φουντωμένη 
 πούνε τ’άνθη σου καημένη 
 πούνε η πρωτη σου εμορφάδα 
 πούν’ τά κάλη σου

Αυτά εξιστορούσε ο Μπαλούρδος και μείς αποσβολομένοι μ’ανοιχτό το στόμα τον ακούγαμε. Σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τά δάκρυα απ’ τά μάτια του και αναστέναξε. Σήκω Μπαλούρδο η ώρα πέρασε θα παραδέρνε τά χαϊβάνια άντε να πααίν’ς αγάλια – αγάλια του είπαν οι μεγαλύτεροι και αφού τον βόηθησαν να ζαλωθεί το πεύκινο κούτσουρο μας καληνύχτησε. Άει καλό βράδ’ ορέ κι ότ’ είπαμε νερό κι αλάτ’ είπε και χάθηκε στο σκοτάδι παίρνοντας μαζί του τους στεναγμούς και τά βάσανα. Από τότε αυτή η μικρή και ασήμαντη ιστορία μεγαλώνει και γερνά μαζί μου. Και όσο μεγαλώνει και ωριμάζει μού αποκαλύπτει αξίες πού δεν τις ήξερα και τις βίωσα. Τώρα στη δύνη ενός αδυσώπητου κοινωνικού πολέμου παγκόσμιας έλλειψης ανθρωπιάς και συμπόνιας θυμάμαι το Μπαλούρδο πόσο απλά και παραστατικά μας έδωσε εκείνο το βράδυ να καταλάβουμε τι είναι πραγματικά ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ, ανώτερο, ουσιώδες και αληθινό έτσι απλός και αγράμματος πού ήταν. 

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου