Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

1955. ΜΟΥΤΣΑΡΑ

“Ο ΚΑΡΑΛΗΑΣ”

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης


Τα χωραφάκια αυτά που ξεκαλοκαιριάζαμε στο «Κεφαλόβρυσο» και στη «Μουτσάρα» ήταν μικρά λαχίδια, τρακτέρ δεν υπήρχαν, και το όργωμα γινόταν με βόδια.


Ήταν λίγο μετά τον εμφύλιο και είχαν γυρίσει οι νικητές απ’ το Γράμμο και το Βίτσι τροπαιούχοι, αφού είχαν εξοντώσει τους …. Ανθέλληνες.

Ένας απ’ αυτούς τους νικητές ήταν και ο Καραληάς που υπηρέτησε στα ΛΟΚ.

Τσοπανοπαίδι από μικρός ο Καραληάς ασχολήθηκε με τα λιγοστά προβατάκια που είχε ο Γερο – Μήτρος ο πατέρας του μέχρι που ανδρώθηκε.

Ήταν ψηλός, λιγνός, με αετίσια μάτια, ολόρθο κορμί, κορακίσιο μαλλί, κατάμαυρο τσιγκελωτό μουστάκι περήφανα κατά πάνω στριμμένο.

Ροβόλαγε τον ανήφορο και δεν τον έφτανε το ‘λάφι. Ολοζώντανη λεβεντιά, τον κάλεσε η πατρίδα να φυλάξει τα ιερά και τα όσια.

Τον ντύσανε στο χακί του δώσανε και όπλο και αφού τον γέμισαν με …. Φούμαρα τον έστειλαν στον Γράμμο να πολεμήσει … τον αδελφό του.

Αφού κατόρθωσε και έδιωξε ο Καραληάς τον… κακό αδερφό του πέρα απ’ τα σύνορα και τον έστειλε στο πυρ το εξώτερο (να αξιοποιηθεί κατά πως του άξιζε) γύρισε ικανοποιημένος, νικητής και τροπαιούχος, αφού είχε πράξει το ιερό προς την πατρίδα καθήκον στο ακέραιο.

Είχε δυο βόδια και έκανε τα οργώματα στα πανοχωρίσια χωραφάκια για ένα κομμάτι ψωμί κι αυτό λιγοστό. Τον θυμάμαι να πηγαίνει κοντά στα βόδια με αργά και σταθερά βήματα με το ένα πόδι να πατάει στην αυλακιά όλη μέρα, χουφτώνοντας γερά με το να χέρι το ξυλάλετρο και με το άλλο ανεμίζοντας τη βουκέντρα.

Όι – όι καλό μ’, όι – όι κοκκίνη, όι – όι κανέλλα, ντάλα καταμεσήμερο, εκεί κοντά στα βόδια ανάγκαζε να τελειώσει η σπαρμουδιά.

Πολλά βράδια δεν τέλειωνε το όργωμα, και το βράδυ είχε φτιάσει ενα γιατάκι κοντά στις καλύβες μας και κοιμόταν εκεί, για να συνεχίσει την άλλη μέρα.

Τον φωνάζαμε λοιπόν για παρέα τα βράδια να φάει ο καψερός ένα πιάτο ζεστό φαϊ και να ξαποστάσει. Κουβέντιαζαν οι μεγαλύτεροι και εκεί πάνω στην κουβέντα αυτός άρχιζε να μολογάει διάφορες ιστορίες απ’ το Γράμμο.

Λιγομίλητος πάντα, καθότανε γυρτός στο πλάι με την πατατούκα ανάρριχτα κι αφού έστριβε με σπουδή ένα «λαθραίο» το άναβε, κι όλοι κρεμόμασταν απ’ τα χείλια του όταν άρχιζε. Ένα απόγιομα π’ λέτε ρε παιδιά αφού μας δώκανε ξηρή τροφή και είχε αρχίζ’ να σιχλιάζ’ για τα καλά μι φωνάζ’ ο λοχαγός κι μ’ λέει.

Έλα δω ρε Καραληά κι αφουγκράσ’ μι προσοχή τι θα σ’ που.

Θα πάρ’ς κι τον Τσεκούρα γιατί σ’ εσάς έχω ‘μπιστοσύν’ κι το βλέπ’ς κείνο το τσουγκάρ’ ; θέλω να πάτε φλακτά – φλακτά κι να δείτε αν το χ’νε πιάσ’ αυτά τ’ ασβούδια οι κατσαπλιάδες.

Πρόσεξι Καραληά σ’ εσένα έχω ‘μπιστοσύν’, τ΄ς αλλ’ νούς απόλατ’ς είναι κουραμπιέδες κατάλαβες; Και που ‘σαι από σένα κρέμεται όλος ο λόχος.

Κατάλαβα κυρ λοχαγέ μείνε ήσυχος αφού μι ξέρ’ς.

Αφού π’ λέτε μουτζουρώθ΄καμε κι ιγώ κι ο Τσεκούρας – α! Αστόχησα να σας που ότ’ ο Τσεκούρας ήταν απ’ την Βελίτσα τσοπανόπ’λο κι αυτός – μόλις σουρούπωσε για τα καλά ξεκ’νίσαμε, φλακτκά φλακτκά ο ένας πίσω απ’ τον άλλο και παίρνοντας δίπλα το πλάι προσέχαμε και κ’λήσει κανένα λ’θάρ’ και μας πάρ’νε χαμπάρ’.

Είχε ένα φεγγάρ’ γιομάτο και έφεγγε σα μέρα. Έιχαμι δεν είχαμι προχωρήσ’ καμία διακοσαριά μέτρα σ’ ένα μονοπατάκ’ κι μού ‘ρθε οτ’ ‘επεσι ο ουρανός. Πήδ’ξε απάν’ απ’ τον έλατο μια ρουφιάνα κατσαπλιού στο σβέρκο μ’ κι θληκών’ τα ποδάρια τ’ς στο λαιμό μ’ να μι πνίξ’ ντε και καλά. Μου ρθε ο ουρανός σφοντίλ’ έχασα τα πασχάλια μ’ μ’ οφκε το κράνος και το τόμιγκαν και πάνε κ’λώντας τον κατήφορο. Ο Τσεκούρας σκιάχτ’ κε κι έβαλε το ρέκο.

«Αερκό Καραληά, λάμια, δράμα θα μας στοιχειώσ’ και κόβ’ τον κατήφορο.

Μι τα πολλά μη σας τα πολυλογάω ρε παιδιά τρόμαξα, χεσ’κα φορτωμένος. Ρε να σ’ δ’ωσω να καταλάβ’ς απ’ τις β’ομπες που ρίχνανε τα αεροπλάνα και το πυροβολικό τα λ’θάρια ζεματάγανε δε μπορ’γε άνθρωπος να τα χουφτώσ’, και αυτοί απάν’ κατ’ απάν’ δε κολώνανε με τίποτα. Δε τ’ς κόλαε τίποτα σ’ λέω. Φυτρώνανε ολούθε σαν τ’ς μανίτες.

Αμ και τ’ άλλο βάσανο που ‘χαμε όλη νύχτα με τα χωνιά. Βάζανε αυτές τ’ς κατσαπλιούδες κι εκεί μέσα στ’ νύχτα τρυπάγανε την αναμέλα σ’ και λάγκαζε η καρδιά σ’. «είμαστε Έλληνες», «είμαστε αδέρφια» θ’μάσνε τ’ αδέρφια σ’, τα’ μάνα σ’, τ’ς φίλ’ς απ΄το χωριό που ήταν από ‘κει μεριά.

Πήρε βαθιά ανάσα κι αναστέναξε με πιγκομάρα. Να μη δώσ’ ο θεός να γευτεί κανένας σας αυτά που είδα και γευτ’κα εγώ. Πήγα στ΄ν κόλασ’ και γύρ΄σα τ’ ακούτε τ’ν είδα με τα μάτια μ’. Αυτήν’ ήτανε ορκιζμέν’ ρε, δε μπόρ’γαμε να τ’ς βάλουμε χερ’ κι άμα δε ‘ρχόντανε κάθε μέρα τ’ αεροπλάνα να τ΄ς βομπαρδίζ’νε ακόμα κει θα μαστε.

Και δε μας λες ρε Καραληά πως ξέφ’κες απ’ την κατσαπλιού τον ρώτησε ο Αλίκος. Μη ρωτάς Θανάς’ είδα κι έπαθα. Πάλεψα με τ’ ρουφιάνα μ’σή ώρα και που να ξεθληκώσ’ τα ποδάρια τ’ς. Στο τέλος φαίνετι απόστασε κι αυτή και μ’ λέει δε σι σκοτώνω ρε κωλοπαίδ’ τ’ς Φρειδερίκ’ς, πάαινε και πες σ’ αυτ’νους π’ σε στείλανε ότ’ εμείς έχουμε δίκιο για το καλό το δ΄κό ς πολεμάμε ρε βόιδ’.

Ακούς τι μου ‘πε ρε! Που το ξερι αυτήν’ ότι εγώ έχω βόιδια κι ότ΄πολεμάει αυτήν’ για το καλό μ’, που τ’ν ήξερα εγώ αυτήν’ ρε, τ’ς είπα τίποτα εγώ και δεν το θ’μάμαι; - κι να σας πω και τ’ άλλο ρε παιδιά εδώ π’ τα λέμε κ’νήγαγα εγώ το Μήτσο το Παπαγεωργάκ’ γιατί; Τι μου φται’ε. Με είχε πειράξ’ π’θενά; Έφ’κε ο Μήτσος κι έγινε άνθρωπος. Τον’ ε πήρανε αυτοί τον πήγανε σχολειό κι ο Μήτσος έγινε μηχανικός και έχτιζε σπίτια με εξ’ πατώματα. Κι άμα καθότανε ‘δώ θα βόσκα’ε ακόμα τ’ς γίδες στ’ς ραφές στ’ν Απάν’ Σ’βάλα. Όπως είμαι ‘γω τώρα «Δυο βόιδα μπροστά κι ένα πίσω» ιγώ π’ νόμισα ότ΄κάτ’ έκανα ξεροσταλιάζω κατά ηλιού στ’ν αυλακιά κοντά στ’ς γελαδοβουνιές. Αυτή είν΄η αλήθεια και τι μ’ λέτε εσείς τώρα τ’ ακούω τζάμπα.

Εκείνο το βράδυ κοντά μας είχε μείνει και ο Γιώργος ο Κογιότας που είχε ένα χωραφάκι πιο κάτω από μας σπαρμένο με καλαμπόκι, τον είχε πάρει η αράδα για πότισμα και όλη την νύχτα αμπολόκοβε. Γνωστός κογιόνος ο Γιώργος αφουγκραζόταν τόση ώρα.

Σε μια στιγμή σηκώθηκε απ’ τη θέση του και πήγε κοντά στον Καραληά. Για να δω ρε το σβέρκο’ς. Ορέ Καραληά τι έπαθες! Εσύ κακομοίρ’ έχ’ς παθ’ έγκαμμα ρε στο σβέρκο’ς δεν το χ΄ς καταλάβ’;

Σώπα ρε Γιώργο αποκρίθηκε ο Καραληάς, και γιατί δε με τσούζ’;

Ναι ρε, δε στο ‘πανε αυτοί π’ σε στείλανε;

Ρε συ αυτοί η κατσαπλιού σι κατούρ’σε και φαίνετι είχ’ αψύ κάτουρο και σου ‘κανε έγκαμμα η ρουφιάνα.

Όλοι γελάσαμε κι έτσ’ πέρασε η βραδιά.

Εγώ λέω να το σκορπίσουμε τώρα είπε ο Γιαννάκος ο Πλατιάς μιας και ήταν ο γεροντότερος και όλοι συμφώνησαν.

Ταχιά θα μπολιάσουμε, τήραξα σήμερα κι εχ’νε σ’κώσ’ τα μπόλια, έχουμε δ’λειά.

Καληνύχτα Καραληά, καληνύχτα Θανάσ’ και το πρωί να ‘ρθεις να σ’ βαλω γιακί στο έγκαμμα αποκρίθ’κε ο Γιώργος. Καληνύχτα Γιώργο είπε ο Καραληάς ορέ θέλω να παχνιάσω και τα βόιδα ντιπ ξεχάστ’κα με τ’ν κ’βέντα και πως θα πάνε ταχιά στ’ν αυλακιά νηστ’κά;





Συνεχίζεται…..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου