Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

25 και 26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1821 Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ

του φιλολόγου Χρόνη Βάρσου

Οι επαναστάτες συντρίβουν τη στρατιά του Μπεϋράν πασά στη Φθιώτιδα

Ο στρατός του Μπεϋράν ξεκίνησε στις 22 Αυγούστου από τη Λαμία συγκλονισμένος από τον ξαφνικό θάνατο του Χατζη Μπεκήρ πασά, που ερμηνεύτηκε ως κακός οιωνός για την εκστρατεία. Ακολουθώντας το δρόμο νότια του Μώλου στρατοπέδευσε κοντά στο χωριό Καινούργιο στη θέση «Πλατανιάς» σε μια δασώδη πεδιάδα μαζί με την τεράστια εφοδιοπομπή του αποτελούμενη από 1.000 άμαξες.

Το μεγάλο πρόβλημα που είχε τεθεί νωρίτερα στη σύσκεψη των οπλαρχηγών στο Ρεγγίνι Λοκρίδας στις 16 Αυγούστου, ήταν το ακριβές δρομολόγιο που θα ακολουθούσε η τουρκική στρατιά στην κάθοδό της προς τη Βοιωτία.
Από τη Λαμία προς Λιβαδειά, ο δρόμος νότια στο ύψος του Μώλου χωριζόταν στα δύο. Η μια διαδρομή μέσω Μενδενίτσας και της διάβασης της Φοντάνας στο Καλλίδρομο (ανάμεσα στα χωριά Μόδι και Ρεγγίνι) οδηγούσε στο Τουρκοχώρι (δυτικά της Ελάτειας) και από εκεί στην Τιθορέα και τη Λιβαδειά. Η διάβαση ήταν απόκρυμνη, στενή με ανώμαλο έδαφος και απαιτούσε 1 ώρα πορεία.

Ο δεύτερος δρόμος (αμαξιτός) από το Μώλο προσπερνούσε δυτικά τα χωριά Σκάρφεια και Καινούργιο, περνώντας νότια μέσα από το όρος Κνημίδα (πίσω από τα σημερινά Κ. Βούρλα και τον Αγ. Κων/νο) από μια δασώδη κοιλάδα, τη στενή διάβαση των Βασιλικών, και οδηγούσε στην Ελάτεια και από εκεί στη Λιβαδειά. Στο σημείο εκείνο υπήρχε και ένας άλλος στενός δρόμος, η διάβαση της Ανιβίτσας, που μέσω του χωριού Ζέλι οδηγούσε κι αυτός στην Ελάτεια. Η διάβαση των Βασιλικών απαιτούσε 45 λεπτά πορεία.
Οι άλλοι οπλαρχηγοί με επικεφαλής το Γ. Γκούρα υποστήριξαν ότι έπρεπε να οργανωθεί άμυνα στη διάβαση της Φοντάνας, τοποθεσία που προσφερόταν για την παρεμπόδιση της τουρκικής καθόδου.

Ο γερο-Δυοβουνιώτης όμως, ιδιαίτερα έμπειρος, προέβλεψε σωστά και προέκρινε την οχύρωση του στενού των Βασιλικών, με το σκεπτικό ότι οι δυσκίνητες άμαξες με εφόδια που μετέφερε η στρατιά του Μπεϋράν δεν ήταν δυνατόν να περάσουν από τη Φοντάνα. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν σεβόμενοι τη γνώμη του παλαίμαχου οπλαρχηγού και αφού άφησαν φρουρά από 200 άνδρες στη Φοντάνα υπό τον παπα-Αντρέα, ξεκίνησαν για την κοιλάδα των Βασιλικών.

Στις 25 Αυγούστου ανήσυχος λόγω της έλλειψης επαφών με τον Κιοσέ Μεχμέτ στη Θήβα έστειλε 300 πεζούς στη διάβαση της Φοντάνας και 200 ιππείς προς τα Βασιλικά σε μια ανιχνευτική αποστολή, που αναχαιτίστηκαν από τα εκεί οχυρωμένα ελληνικά τμήματα υπό τους παπα – Αντρέα και Κοντοσόπουλο, αντίστοιχα. Αντιλαμβανόμενος ότι η διέλευση προς Βοιωτία εμπεριείχε σοβαρούς κινδύνους, άφησε τις άμαξες στον «Πλατανιά» και ξεκίνησε το πρωί της 26ης Αυγούστου με τους 8.000 άνδρες του, το σύνολο του ιππικού και τα 8 κανόνια του για να διασχίσει τη διάβαση των Βασιλικών κινούμενος νότια προς Ελάτεια και Λιβαδειά. Αφού προσπέρασε το γερο-Δυοβουνιώτη, που ήταν οχυρωμένος σε δασώδη περιοχή στην είσοδο του στενού, συγκρούστηκε σφοδρά με τους 800 άνδρες του Κοντοσόπουλου και του Τράκα. Εκείνοι πιεζόμενοι από 10πλάσιους αντιπάλους υποχώρησαν και την πρωτοβουλία της μάχης ανέλαβαν τα εφεδρικά τμήματα των 600 πολεμιστών υπό το Γ. Γκούρα που είχαν οχυρωθεί νοτιότερα.

Τότε έφτασαν και ενισχύσεις από 250 άνδρες υπό το Β. Μπούσγο από τη Λιβαδειά. Βλέποντάς τους ο Γκούρας μετέφερε το μήνυμα με λόγια που τρόμαξαν τους Τούρκους που πολεμούσαν στο στενό εγκλωβισμένοι: «κουράγιο αδέλφια, έρχεται ο Οδυσσέας» (εννοώντας τον Οδ. Ανδρούτσο που ήταν στο δρόμο προς τα Βασιλικά ερχόμενος από τη Μεγαρίδα).

Παράλληλα και ο παπα-Αντρέας με άλλους 200 άνδρες κατευθύνθηκε από τη Φοντάνα (εφόσον δεν είχε πια νόημα η φύλαξη εκείνης της διαδρομής) και επέπεσε στην είσοδο του στενού εγκλωβίζοντας τους Τούρκους, παράλληλα με την κυκλωτική κίνηση του Γ. Γκούρα από τη διάβαση της Ανιβίτσας.
Ο τουρκικός στρατός, με το γιο του Μπεϋράν νεκρό, τον Μεμίς πασά να έχει σκοτωθεί από τον ίδιο το Γκούρα και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής μέσα στην κοιλάδα, επέλεξε το δρόμο της άτακτης φυγής.

Η υποχώρησή του εξελίχθηκε σε μαζική σφαγή και αν το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων δεν στρεφόταν στη συστηματική λαφυραγώγηση, θα είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Ο ίδιος ο Μπεϋράν πασάς αφού διέταξε την καταστροφή των αμαξών στο στρατόπεδο του «Πλατανιά» (μόλις όμως οι 400 κάηκαν ενώ οι άλλες 600 έπεσαν στα χέρια των επαναστατών αποφέροντας πλήθος εφοδίων) διέφυγε βόρεια, πέρασε το Σπερχειό και κλείστηκε με τα υπολείμματα του στρατού του στο κάστρο της Λαμίας.
Οι συνέπειες της μάχης και τα αποτελέσματά της
Η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική. Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του Οδ. Ανδρούτσου ως αρχηγού των όπλων της ανατολικής Ρούμελης (που έφτασε την άλλη μέρα από τη Μεγαρίδα και συναντήθηκε στη Δαμάστα με τους οπλαρχηγούς της μάχης), από το άλλοτε περήφανο τουρκικό στράτευμα των 8.000 ανδρών, οι 766 ήταν νεκροί, οι 222 αιχμάλωτοι, πάνω από 1.500 οι τραυματίες. Αιχμαλωτίστηκαν επιπλέον 474 πολεμικά άλογα, τα 8 πυροβόλα ενώ περιήλθαν στα χέρια των νικητών τεράστιες ποσότητες όπλων και τροφίμων. Σχεδόν το ένα τρίτο του σουλτανικού εκστρατευτικού σώματος είχε εξοντωθεί. Από τους Έλληνες χάθηκαν 42 άνδρες ενώ δεκάδες τραυματίστηκαν.
Ο Γιώργος Καρούλας σε σχετικό με τη μάχη των Βασιλικών κείμενό του, μεταξύ άλλων γράφει:
«Με την κήρυξη της επανάστασης του 1821 στην Ανατολική Στερεά,οι Σουβαλιώτες τρέξανε πανέτοιμοι. Τρέξανε όσοι μπορούσαν να φέρουν όπλα, χωρίς ιδιοτέλεια, και τάχτηκαν κάτω από τους οπλαρχηγούς της περιφέρειας – σαν απλοί στρατιώτες – και κανείς δε διεκδίκησε πρωτοκαθεδρία. Στο μεγάλο προσκλητήριο της εθνεγερσίας, οι Σουβαλιώτες, οπλισμένοι με καριοφίλια, σπαθιά, και χατζάρες φτιαγμένα από τους ντόπιους μαχαιράδες, και γυμνασμένοι άλλοι σαν κλέφτες και άλλοι από τη σκληρή βιοποριστική τους ζωή τους, δώσανε ανώνυμα το παρόν.
Εκεί όμως που πολέμησαν και συμβολίζουν την αντρειοσύνη είναι τα Βασιλικά της Λοκρίδος. Η Σουβαλιώτικη παλληκαριά έκρινε τη μάχη των Βασιλικών και η μάχη των Βασιλικών έκρινε την τύχη της Επαναστάσεως…»

Στη συνέχεια ο Γιώργος Καρούλας μιλάει για τις κινήσεις των καπεταναίων των κλεφτών: Δυοβουνίωτη, Πανουργιά, Γκούρα , Αντρούτσου, Μπίτη, Καλύβα, Μπούσγου, Λάππα, Τριανταφυλλίνα και άλλων, που έκαναν για να αντιμετωπίσουν τα στρατεύματα του Μπαϋράν πασά. Γράφει:
«...Ο Γκούρας αντιλαμβάνεται την ταραχή των Τούρκων και αρπάζει την ευκαιρία. Τρέχει στον Ρούκη, τον παίρνει μαζί του και κάνει ένα γρήγορο και ακατέργαστο ελιγμό. Βρίσκεται στις πλάτες του εχθρού. Οκτώ χιλιάδες Τούρκοι και δυο χιλιάδες Έλληνες. Οι λίγοι βρίσκονται στην επίθεση. Οι εχθροί χτυπιούνται από παντού.
Στην κρίσιμη αυτή στιγμή της μεγάλης μάχης, χυμάνε τριάντα Σουβαλιώτες και Αγοριανίτες, εμψυχωμένοι ίσως από τη φωνή "έρχεται ο Δυσσέας" και πιάνουν ένα τούρκικο κανόνι. Με το σίγισμα του κανονιού αυτού και καθώς η νίκη σελαγίζει την καρδιά τους, οι δικοί μας λιανίζουν και κυνηγάνε το ασκέρι του Μπεϋράν. Οι Τούρκοι άφησαν πίσω τους 700 κουφάρια και 220 αιχμαλώτους...»

Στις 26 Αυγούστου  1967, 146 χρόνια μετά την ιστορική αυτή μάχη, που κατά τα γραφόμενα του Γ. Καρούλα η συμμετοχή των Σουβαλιωτών πολεμιστών ήταν καθοριστική για την έκβασή της, ένας επίσης Σουβαλιώτης ο Αθανάσιος Γ. Τσαρμακλής, έρχεται από τη θέση του Νομάρχη Φθιώτιδας που κατείχε τότε να οργανώσει για πρώτη φορά, εορταστικές εκδηλώσεις σε ανάμνηση της Μάχης των Βασιλικών 

26/8/1967. Αθανάσιος Τσαρμακλής (στο μέσον) στον εορτασμό της επετείου της μάχης των Βασιλικών


Σημείωση:
Η μάχη των Βασιλικών πραγματοποιήθηκε πάνω στο όρος Καλλίδρομο, στην ορεινή περιοχή "Βασιλικά", σχεδόν στα μισά της απόστασης ανάμεσα στα σημερινά χωριά Ρεγκίνι (Εργίνι) και Ελάτεια (Δραχμάνι), Νομός Φθιώτιδας, επαρχία Λοκρίδας. Η περιοχή ανήκει στο Δ.Δ Ρεγγινίου και εκεί δεν υπήρχε χωριό, παρά μόνο καλύβες τσοπάνηδων. Για του λόγου το αληθές τον ετήσιο εορτασμό της επετείου της μάχης των Βασιλικών αναλαμβάνει ο Δήμος Μώλου – Αγίου Κων/νου και η Τοπική Κοινότητα Ρεγγινίου. Αντίθετα το χωριό Βασιλικά (παλιότερα λεγόταν Κρεβασαράς, μετονομάσθηκε πολύ αργότερα το 1953 σε Βασιλικά), βρίσκεται στο Δήμο Χαιρώνειας και στα όρια του νομού Βοιωτίας.  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου