Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

“MIA ΒΡΑΔΥΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΟΒΡΥΣΟ”

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης

Ο πανωχωρίσιος Ιωάννης Δ. Πλατιάς (1881 - 1975)


Τα περισσότερα βράδυα μαζευόμαστε να φάμε όλοι μαζί και άμα τύχαινε να μας φέρουνε απ’ το χωριό καμμιά κότα, ή κανένα κοψίδι απ’ το Μαυράκη, ή ακόμα όταν στη φυλάχτρα το βράδυ ο πατέρας μου με το γερο – Γιαννάκο το Πλατιά τύχαινε να σκοτώσουν κανένα λαγό, ο καταυλισμός είχε πανηγύρι.
Ανάβαμε μεγάλη φωτιά, με ροζιά απ’ τα σαπικλια και τα πατωκλώναρα απ’ τα έλατα.

Ψήναμε το κοντοσούβλι και το κυνήγι της ημέρας με τα λάστιχα. Αετομάχια, μελισαρχάκια, ζούκια, μίχια, τζουρβάκες όλα στο σουφλί. Τι νοστιμιά ήταν αυτή; Ακόμα την έχω στον ουρανίσκο, ή ακόμα όταν τύχαινε να χαλάσουνε οι τσοπάνηδες καμμιά στερφοπράτνα. Θα τ’ν φτιάξουμι μι τραχανά έλεγε η μάνα μου γιατί αλλιώς δε φτουράει.


Φωτογραφικό υλικό απ΄τη ζωή στο Κεφαλόβρυσο – το κόψιμο του έλατου

Τελειώνοντας το φαγητό μαζευόμαστε και καθόμαστε αραδαριά σταυροπόδι ολόγυρα στη φωτιά.

Εμείς τα λιανοπαίδια τη συνταυλίζαμε ρίχνοντας φρεσκοκομμένα χλωρά λατσούδια να φυρφυρίζουν και να σηκώνουν αναμέννες σκαντζλήθρες που μέσα στη νύχτα στροβιλίζονταν και ανέβαιναν παιχνιδίζοντας, γίνονταν ένα με τ΄ αστέρια και φάνταζαν μιλιούνια κολοφωτιές στο μαύρο φόντο της νύχτας.

Άλλαζε τη φάτσα μας η φωτιά, μας έβαφε.

Έβαφε τα κοτρώνια, τα έλατα, τα κέδρα, όλα γίνονταν πορτοκαλοκόκκινα.

Εκεί νοιώθαμε τι είναι η νύχτα.

Νοιώθαμε να έρχεται από παντού με αθόρυβα βήματα. Ανέβαινε σιγά-σιγά τα σύρραχα και τις λακκοπούλες, τα ριζοσπήλια και τις ζαστάνες, τα μυστικά έγκατα του δάσους. Μας κυρίευε και μαζί της πρόβαλαν οι φόβοι και οι τρομάρες. Μόνο τ’ αυλάκι του Κεφαλόβρυσου έσπαζε τη σιωπή και μια ασημένια αχτίδα ενός μεγάλου αστεριού που ήσυχα πρόβαλε, κατά την τούφα του Μαρρέ ψηλά, έφτανε ως τα φυλλοκάρδια μας και τα γλύκαινε και τα βαλσάμωνε.

Οι μεγαλύτεροι κουτσόπιναν σιγά-σιγά και αφού είχαν στραγγίξει κανα δυο νταμιτζάνες κρασί, άρχιζαν το τραγούδι.

Θυμάμαι τη γερο – Παναγιού την Αλίκενα.

Τι φωνή ήταν αυτή!

Φωτογραφικό υλικό απ΄τη ζωή στο Κεφαλόβρυσο – το κουβάλημα των ξύλων με τα ζα

Η Παναγιού είχε μέινει χήρα από 39 χρονώ και έγινε λαμπάδα να αναστήσει και να αποκαταστήσει μόνη της τα παιδιά της. Το Θανάση, το Λουκά και την Αθηνά.

Και τώρα είχαν σειρά τα εγγόνια, έμενε στο ίδιο σπίτι με το γυιο της το Θανάση που ήξερε την τέχνη του σιδερά και όλη μέρα στ’ αμόνι να δαμάζει το σίδερο. Η γυναίκα του η Ασήμω κι αυτή η κακομοίρα απ’ το πρωί στα βαμπάκια και στα καπνά.

Έπρεπε κάποιος να φροντίσει τα παιδιά. Και το ρόλο αυτό τον είχε αναλάβει η γερο – Παναγιού.

Παναγιού πες μας τώρα κανένα τραγούδι τη τσίγκλαγαν οι μεγαλύτεροι, και μεις οι μικρότεροι χτυπώντας παλαμάκια επιμέναμε εν χορώ “ Τραγούδι – Τραγούδι”, κι αυτή η κακομοίρα χαροκαμένη και βασανισμένη χαμογέλαγε, μας χάιδευε τα κεφάλια γιατί πάντα καθόταν ανάμεσα σε μας τα παιδιά σαν κλώσσα και μας ζέσταινε τα όνειρα, έπαιρνε στα πόδια της το Γιαννάκο το εγγόνι της (είχε το όνομα του μακαρίτη βλέπεις και πάντα τον κανάκευε) έβαζε αντίκ’φα το χέρι της στο αυτί και άρχιζε.

Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα ποτέ μην τραγουδήσω
Και τώρα για τους φίλους μου, θα πω ένα τραγούδι,
Θα ειπώ τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο
Για φάτε, πιείτε, φίλοι μου, χαρείτε να χαρούμε,
Τούτον το χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος τον ξέρει΄
Για ζούμε, για πεθαίνουμε, για’ς άλλο κόσμο πάμε.

Όταν την πρωτοάκουσα μου φάνηκε τόσο θλιβερό, τόσο παραπονιάρικο, που με πήραν τα κλάματα και δεν έβαλα στο νου μου να τα’ ακούσω καλά και να το μάθω απ’ έξω όλο.

Δεν ήταν τραγούδι χαρούμενο, του γλεντιού. Κι ο ήχος του ακόμα κι αυτός έβγαινε λυπητερός και βραχνός και ξύπναγε τον πόνο μέσα απ’ τη καρδιά του ανθρώπου.

Δεν ήταν χαρούμενο. Αλλά πώς να ήταν χαρούμενο μετά το χάρο και τα βάσανα που είχε γευτεί η καψερή;

Έλεγε η Παναγιού στην αρχή μια στροφή και επαναλαμβάναμε όλοι μαζί.

Κρίμα που δεν είχα ένα μαγνητόφωνο να καταγράψω αυτές τις στιγμές αυτών των απλών ανθρώπων που παρά την κούραση της ημέρας τα βράδυα τραγούδαγαν τον πόνο, την ορφάνια, την ξενιτιά, τον έρωτα και τους αγώνες αυτού του πολύπαθου λαού.

Ίσως να ήταν αυτή η σπίθα που με έκαιγε τόσο γι αυτή την καταγραφή.

Δεν έτυχε να ξανασυναντήσω τέτοια ικανότητα να εξωτερικεύει ο άνθρωπος την ψυχική του αναταραχή.


Φωτογραφικό υλικό απ΄τη ζωή στο Κεφαλόβρυσο – το πρωινό ξύπνημα

Ένοιωθες να σε σαρακοτρυπάνε νεκρά κύματα που είχαν μέσα τους μια βαθύτερη ουσία, ίσως ποιητική, και αισθανόσουνα ευτυχισμένος γιατί αξιώθηκες να έχεις μπροστά σου έναν αληθινό καλλιτέχνη. Αυτόν τον καλλιτέχνη που συναντάμε στα τραγούδια του χωριού, να έχει τη γλύκα της πιο γνήσιας ποίησης, που αξίζει από μόνη της να έχει την πρωτιά.

Που μέσα απ’ αυτούς τους ανθρώπους βγαίνουν οι ερωτικές μελαγχολίες! Οι νεράιδες! Ο ύπνος που παίρνει τα παιδιά! Οι τσοπάνηδες! Και αυτά τα γραφικά σύνεργα της ζωής τους. Γκλίτσες, αδράχτια, σφοντύλια, καρδάρια, τράστα, αρνοκούδουνα, κυπριά.

Φωτογραφικό υλικό απ΄τη ζωή στο Κεφαλόβρυσο – ανάπαυλα για φαγητό και ξεκούραση

Κι εμείς οι μικρότεροι ξεθεωμένοι όλη μέρα εκεί κοντά στην απολαμπή της φωτιάς με το νανούρισμα της γερο – Παναγιούς γέρναμε τα κεφάλια μας στις ποδιές των μανάδων, λάμποντας από πάνω μας τ’ αστέρια σα να ζητούσαν να μερέψουν χαϊδευτικά με τα θεϊκά φιλήματά τους το καταπονεμένο μας κορμί.

                                                Συνεχίζεται…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου