Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Μια ζωή παναχωρίσια

AΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Μιά Σουβαλιώτισσα θυμάται
αφηγείται η Γιργού Δ. Θάνου

Γιργού Δ. Θάνου


Από δεκάξι χρονών που παντρεύτηκα, μέναμε στην απάν΄ Σουβάλα. Εκεί ήτανε το δάσος, εκεί δούλευε ο άντρα μ΄. Έφκιανε βαρέλες από έλατα, δε γυρίζει άλλο ξύλο, γι΄αυτό λέγανε ποιός έλατος βαστάει νερό.
Εγώ φόρτωνα τις βαρέλες στα ζα και τα ποδάρια μ΄ δουλεύανε.
Πάαινα μέχρι τις Λειβανάτες, Παλιοπαναγιά, Μαυρομάτι απ΄έξω απ΄τη Θήβα. Ούλα τα αρβανιτοχώρια τάχω σεργιανήσει. Τις πούλαγα με λεφτά και λάδι. Έτσι μάζευα και το λαδάκι μας.
Μαζευόντανε οι Αρβανίτισσες, κουβεντιάζαμε, εγώ δεν ήξερα αρβανίτικα και τις ρώταγα τι λένε. Συμπεθεριό κάνουμε, λάγανε, και παίρναμε από δυό, τρεις βαρέλες η καθεμιά για το νερό, αυτές που βάνανε στον ώμο.
Ξεκινάγαμε παρέα, εγώ, η Ουρανία τ΄Κολώνη, ο Μήτσος ο Φωτάκος με μαχαίρια, η Γαρέφω του Θανάση του Νταούτη η γυναίκα. Τηράγαμε πότε θα βαρέσει η Πούλια, αλλά πολλές βολές κινάγαμε τ΄ αποβραδίς και φέγγαμε στην Αταλάντη. Δε σωνότανε ο δρόμος, παιδάκι μ΄. Γιατί δεν πααίνανε οι άντρες; Αυτοί πααίνανε στο λόγγο και βγάζανε δόγιες για βαρέλες, για να ματαπάμε.
Το βράδυ μέναμε σε σπίτια, είχαμε φίλους. Εμείς ξαποσταίναμε, τα ζα τρώγανε. Ήταν αλλιώς ο κόσμος, άμα ζήταγες να μείνεις δε σου λέγανε όχι. Τώρα μπάζεις κανένα μέσα; Χάλασε ο κόσμος, πάει ο παλιός ο κόσμος.
Υστερότερα μπήκανε βρύσες στα σπίτια και δεν παίρνανε βαρέλες. Ο γέρος μου άρχισε να φτιάχνει αδράχτια, σφραγίδες για πρόσφορα, αντιά που υφαίνουν οι γυναίκες, σαΐτες.  
Ζούγαμε μ΄αυτά που βγάζαμε. Βάζαμε και στα χωράφια βαμπάκια και φασόλια. Δόξα το θεό καλά περνάγαμε. Χρεωθήκαμε μαναχά άμα μου πεθάνανε δυο κορίτσια, τα πρώτα. Εξήντα δυο μερόνυχτα ήμαν με το κορίτσι μ΄ στον Ευαγγελισμό. Πείνασα, δίψασα, κρύωσα, ήτανε και χειμώνας. Είχα ένα βιβλιαράκι με παροιμίες και ποιήματα πούχα γράψει για το κορίτσι μ΄ και τόχασα. Αλλά θα τα σκεφτώ και θα τα ματαγράψω με τρανά γράμματα στο τεφτέρι.
Κι άμα σταμάτησε ο γέρος να φκιάνει βαρέλες και τ΄ άλλα, εμείς καθόμασταν απάν΄. Εκεί ήταν το χωριό μου.
Εγώ γεννήθηκα στο δρόμο. Η μάνα μ΄ ήτανε τσοπάνισσα, ΄ρχέτανε απ΄το μαντρί και μ΄ έκανε στο δρόμο. Τώρα γεννάνε ο κόσμος στο δρόμο; Δε γεννάνε παιδάκι μ΄.
Άμα περάσει το Πάσχα θα πάω απάν΄. Ησυχία, κάθομαι στο σπιτάκι μ΄ πλέω καμιά νατντελούλα να χαζεύω, να περνάει η μέρα, σκαλίζω και λιγάκι περιβόλι, για μια ντομάτα, ένα φασολάκι, να φιλεύω τ΄ αγγόνια μου.
Έρχονται κι εκεί άπαν΄ για γιατρειά. Τις προάλλες έφκιασα μια κοπέλα πούρθε απ΄το Κηφισοχώρι. Είχανε πανωκαβαλικέψει και στρίψει τα νεύρα. Άντε – άντε της τόφκιασα. Θειά, δεν έχω λεφτά, μούπε, θα σ΄ φέρω λαδάκι. Μούφερε λάδι κι ελιές. Πείσμωσε με τους γιατρούς, αλλά της είπα, τους χρειαζόμαστε κι αυτούς, μην κρένεις.
Το χινόπωρο κατεβαίνω. Φέτος τ΄ Αϊ – Βασιλιού πόκανε καλές μέρες και του Χριστού πήγα απάν΄ μαναχή μ΄, στην ησυχία μου. Κόλλησα τη φωτιούλα μ΄, κάθισα στο κρεβατάκι μ΄.
Τώρα, όπως λένε, πάνε κι ανοιούνε τις πόρτες, αλλά εγώ έχω το τουφεκάκι του γέροντά μ΄, το δίκανο. Μούκρινε κανένας; Θα του τα κόψω τα ποδάρια. Δε σκιάζομαι.
Φέτος Πάσχα είναι αυτό με αίμα; Δεν είναι προκοπή αυτή, σκοτώνεται ο κόσμος. Ο Θεός τα δίνει, ο Σαϊτανάς τα δίνει, δεν ξέρω.
                                            ΜάρτιοςΑπρίλιος 1999 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου