Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΤΟ ΧΑΜΟΚΟΥΚΙ


Στις ραχούλες και στα κορφοβούνια του Παρνασσού ακούγεται το Μάη η φωνή του κούκου που με το μονότονο μα και μελωδικό σόλο – τραγούδι του χαιρετίζει την άνοιξη μέσα σε ολάνθιστη φυσική σκηνογραφία. Τον κούκο τον ακούν κάθε χρόνο οι παρνασιώτες, το χαμοκούκι όμως δε το γεύονται. Οι νεώτεροι μάλιστα στην ηλικία ούτε που ξέρουν τι είναι το χαμοκούκι και ακόμη λιγότερο ποιά σχέση μπορεί να έχει με τον κούκο. Η λέξη, βέβαια, περικλείει στο δεύτερο συνθετικό της το όνομα του πουλιού. Αλλά αυτή ακριβώς η αναφορά στον κούκο δημιουργεί στο σημερινό άνθρωπο πρόσθετη απορία, που δεν είναι δυνατόν να βρει πειστική απάντηση, αν δε διερευνηθεί η ιστορία της λέξης, η συνυφασμένη με τη λαϊκή πρόληψη για το λάλημα του κούκου κατά την άνοιξη.

Το χαμοκούκι ήταν μια μικρή κουλούρα από καλαμποκάλευρο, που ζυμωνόταν πρόχειρα και ψηνόταν στη θράκα του τζακιού, για να εξυπηρετήσει τους ανθρώπους των ορεινών, κυρίως, περιοχών σε ώρα ανάγκης. Ήταν δηλαδή ψωμί προχειροφτιαγμένο και σε χρήση για κάθε εποχή του χρόνου, και όχι μόνο την άνοιξη. Στα βλαχοκόνακα οι τσοπάνηδες το σκέπαζαν με το «σάτσι» (είδος μικρής γάστρας) ή με ξερά φύλλα και πάνω έριχναν  άφθονη σαχτόβολη, ενώ στα χειμαδιά τους άπλωναν στην καυτή πλάκα του τζακιού φύλλα κουτσουπιάς και σκεπάζοντας το με φύλλα από το ίδιο δέντρο ή θάμνο το «έχωναν» με σπούρνη. αυτό λεγόταν «χαμοκούκι με τα κουτσοπόφυλλα».
Ο τρόπος με τον οποίο ψηνόταν το χαμοκούκι, δίνει και την ετυμολογία της λέξης. Το χαμοκούκι είναι σύνθετη λέξη από το επίρρημα χάμω (μεσαιωνικό χάμω) και το προσηγορικό κούκος: κούκος χάμω (<χάμω) + κούκος + κατάλι> χαμοκούκι.

Το χαμοκούκι απαντάται εκτός από τον Παρνασό, και γενικότερα στη Ρούμελη, και σε άλλες περιοχές, με κάπως διαφορετική την παρασκευή και την ονομασία. Στα Άγραφα τύλιγαν το χαμοκούκι, πριν το βάλουν στη θράκα για ψήσιμο, σε φύλλα από κραμβολάχανο, και γι΄ αυτό το έλεγαν εκεί κραμποκούκι. Ίσως το κραμποκούκι να γίνεται και σήμερα σε απομακρυσμένα χωριά των Αγράφων, αφού είναι διαπιστωμένο ότι το κραμποκούκι δεν έπαψε να γίνεται σε περιοχές της Ηπείρου.

Αλλά ποια σχέση έχει το προχειροφτιαγμένο των χωρικών και των τσοπάνηδων με το πουλί της άνοιξης, έτσι που το όνομά του να μη λείπει ούτε από τη λέξη χαμοκούκι ούτε από τη λέξη κραμποκούκι… Το ταπεινό αυτό ψωμάκι αρχικά ήταν το «ψωμί του κούκου» και συνδέονταν με την παλιά λαϊκή πρόληψη ότι την άνοιξη δεν πρέπει α ακούσεις νηστικός το λάλημα του κούκου. Αν συμβεί αυτό, θα «κομπωθείς» δηλαδή θα κλείσει ο λαιμός σου, θα αρρωστήσεις ή θα σου τύχει κάποιο άλλο κακό. Φρόντιζαν λοιπόν οι χωρικοί και οι τσοπάνηδες να βάλουν μια μπουκιά ψωμί στο στόμα, μόλις ξυπνούσαν και πριν λαλήσει ο κούκος. Ο Στέφανος Γρανίτσας, που μας έχει δώσει το χαριτωμένο βιβλίο του «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου», μιλάει για το κόμπωμα από τον κούκο στην Ευρυτανία: «Γενική πρόληψις υπάρχει, ότι άμα ακούσης τον Κούκον πρωί – πρωί νηστικός θα ¨κομπωθείς¨, θα αισθανθής εις το λαιμόν σου στενοχωρίαν, η οποία θεωρείται ως ¨αναποδιά¨. Δια τον λόγο αυτόν και οι χωρικοί και οι κυνηγοί την άνοιξιν φροντίζουν να μην ακούσουν τον Κούκον νηστικοί».

Η πρόληψη διατηρείται μέχρι και σήμερα στην Ήπειρο: « Στο Ζαγόρι και αλλού στην Ήπειρο πιστεύουν ότι την άνοιξη βγαίνοντας από το σπίτι πρέπει ο καθένας να φάγη πρώτα κάτι, έστω και μια μπουκιά ψωμί, και ύστερα να βγή, γιατι δεν πρέπει, πρωτακούντας κούκο, να είναι νηστικός. Θα του κάνη αλλοιώς κάτι, ¨θα τουν τσακίσ’¨ ο κούκος, θα τον ρίξη π.χ στο κρεβάτι. Η ίδια πρόληψη επικρατεί και για τα χελιδόνια». Για να αποφύγουν  το «κόμπωμα», για να μην τους «τσακίσει» ο κούκος, οι Ηπειρώτες φτιάχνουν το κραμποκούκι. Το κραμποκούκι λέγεται στα Σχωρέτσιανα και στα Πράμαντα της Ηπείρου κομποκούκι. Στη λέξη αυτή το πρώτο συνθετικό είναι η λέξη κόμπος (κόμπωμα). Ασφαλώς το κομποκούκι δηλώνει το ψωμάκι που γίνεται, για να αποτραπεί το «κόμπωμα» από τον κούκο.

Η λέξη κομποκούκι εκφράζει ακριβέστερα τη λαϊκή πρόληψη και αποτελεί την πιο παλιά ονομασία του «ψωμιού του κούκου», που χωρίς αμφιβολία ήταν κοινή στον ελληνικό χώρο κατά τους παλαιότερους αιώνες. Η λέξη κομποκούκι θα εξελιχθεί με τον καιρό σε κραμποκούκι και σε χαμοκούκι, όταν η προχειροφτιαγμένη κουλούρα έπαψε να είναι το ψωμάκι, που απαιτούσε η πρόληψη, και ψηνόταν σε περίπτωση ανάγκης και την οποιαδήποτε εποχή, χωρίς να σχετίζεται πιά με το γήτεμα του κούκου. Το καϋμένο το πουλί έχασε την αποκλειστικότητα στο κομποκούκι του, που ανάγκαζε τους χωρικούς να το φτιάχνουν για χάρη του και που τώρα στις περισσότερες περιοχές στην Ελλάδα μόνο η ονομασία, και αυτή παραλλαγμένη, το θυμίζει, μα δεν έχασε και το δικό του – το καταδικό του – το ψωμάκι, που εξακολουθεί να το απολαμβάνει μέχρι σημερα, το φυτό «ψωμί του κούκου», με τα μωβ «σταφυλάκια» του. στη Ρούμελη το λένε «σταφύλι του κούκου».

Αν θελήσουμε να εξηγήσουμε τη λαϊκή πρόληψη, που υπήρξε η αίτια να παρασκευάζετε το χαμοκούκι, θα αρκεστούμε να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη πηγή της πρόληψης είναι η παραίνεση για εργατικότητα: Ο κούκος πουλί αριστοκρατικό στις συνήθειες του, ξυπνάει αργά και αρχίζει το τραγούδι του μετά την ανατολή του ηλίου. Την ώρα αυτή οι χωρικοί και οι τσοπάνηδες δεν επιτρέπεται να μην βρίσκονται στην εργασία τους και κατά συνέπεια να μην έχουν βάλει κάτι στο στόμα τους, έστω και λίγο ψωμάκι.
Στον Παρνασσό (Σουβάλα και αλλού) λένε: άμα έχει «χτυπήσει» ο ήλιος και δεν έχεις φάει, άρρωστος είσαι ή δεν έχεις τι να φας. Οι παρνασιώτες άκουγαν συχνά τον κούκο νηστικοί εξαιτίας της φτώχειας τους και όχι γιατί τους έλλειπε η εργατικότητα.



Από το βιβλίο του Κώστα Παπαχρίστου"παρνασιώτικα"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου