Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑΣ ΣΟΥΒΑΛΑΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ ( Η΄ μέρος)

του Γιάννη Αθ. Λαγού

Παρουσιάζουμε σήμερα τα τελευταία λήμματα των γραμμάτων: Υ - Φ - Χ και Ψ. Στο τέλος υπάρχουν κάποιες περιφράσεις και επιρρηματικές εκφράσεις, ενώ το πόνημα τελειώνει με τα Κουδαρίτικα, την ιδιόμορφη γλώσσα των μαστόρων της Σουβάλας, όπως καταγράφονται στο βιβλίο του Κώστα Παπαχρίστου"παρνασιώτικα"



Υ

ύστερο
υπολείμματα μήτρας μετά τη γέννα, ο πλακούντας του νεογέννητου
υφάδι
υφαντό πανί (καθ' όλη τη διάρκεια της ύφανσης στον αργαλειό)
υφαντόπανο
ο ιστός της αράχνης
ύψωμα
διαδικασία, με ειδική λειτουργία, που κάνει ο παπάς σε σπίτια (σηκώνει ύψωμα). Φυλαχτάρι (για μικρά παιδιά)
Φ

φαγκρίζω
βλέπω αμυδρά. Είμαι πολύ αδύναμος
φαερόπ
δυνατός ξυλοδαρμός (από το αγγλ fire up)
φακιόλι
λευκό κεφαλομάντηλο για γυναίκες
φακίστρα
χωράφι με κατάλληλα χώματα για φακές
φαλάγγι
(επιρ έκφρ) συνεχής καταδίωξη,  (έκφρ: τον πήρανε φαλάγγι)
φαμελιά
οικογένεια
φανάρι
κλούβα από ψιλή σίτα για φύλαξη φαγητών. Μικρή τσίγκινη κατασκευή, με τζάμια γύρω-γύρω, καντήλι
φαρμακώνομαι
στεναχωριέμαι πολύ
φαρμακώνω
δηλητηριάζω. Τρώω χωρίς να το απολαμβάνω
φαρμανάω
έχω πολύ οργή, πολύ όρεξη για κάτι, αδημονώ  (και φρουμανάω και φουρομανάω)
φαρσί
(επιρ) ασταμάτητη ομιλία (περσική λέξη)
φασκιές
πάνινες λωρίδες για τύλιγμα (φάσκιωμα) νεογέννητου
φασκιώνω
τυλίγω με φασκιές
φελάει
ωφελεί
φερτάκης
κουτός, ελαφρόμυαλος (και χαζοφερτάκης)
φέρτε
(επιρ έκφρ) συνέχεια ασταμάτητα   (έκφρ: το πάει φέρτε)
φέτο
(επιρ) εφέτος
φιδάλλαμα
το δέρμα που αποβάλει το φίδι, το λεγόμενο και πουκάμισο ( θεωρείται τυχερός ο κατέχων τέτοιο)
φιλεύω
δωρίζω, χαρίζω
φιλί
κομμάτι πίττας (και φελί)
φιλτιμπίνι
άνθρωπος ανόητος, χαζός
φιό(το)
ύπουλο ψυχρό αεράκι, παγωνιά
φ'κάρι
καυτερό πιπέρι (από το θηκάρι). Θήκη μαχαιριού
φ'κέντρα
βουκέντρα για κέντρισμα των αροτριαίων ζώων (βέργα με σιδερένιο άκρο)
φκιασίδι
στολίδι, περιποίηση γυναικών
φλάρος
κακός καιρός (αλλού φλάρος/φλάρης = φραγκόπαπας)
φλασκί
αγγείο για νερό ή κρασί
φλέγγα
φέτα ψωμιού ή τυριού
φλέσουρο
ξερό φύλλο ή ξυλαράκι ελαφρύ, το φλούδι από τα φασόλια
φλετρούϊ
πεταλούδα. Έλικα, φτερωτή
φλοέρα
φλογέρα. Μεταφορικά ανόητος άνθρωπος,  (έκφρ: αυτός είναι ντιπ φλοέρα)
φλωμώνω
γεμίζω πολύ, αποτελειώνω
φόλα
μπάλωμα παπουτσιού. Δόλωμα με δηλητήριο για ζουλάπια
φολιάζω
βάζω δολώματα
φορτωτήρα(η)
κοντάρι με διχάλα, που βοηθάει στο φόρτωμα του σαμαριού των ζώων
φούρκα
κοντάρι με διχάλα. Θυμός, κάκιωμα
φουρκί
άνοιγμα αντίχειρα-δείκτη χεριού, που χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης μήκους (15 εκατοστά)
φουρκίζομαι
εκνευρίζομαι, θυμώνω
φουρκισμένος
θυμωμένος
φούρλα
γυροβολιά στο χορό
φουρμάζω
(και φρουμάζω) ξεφυσάω, έχω μεγάλη όρεξη, ορμητικότητα, χλιμιντρώ
φουρναρόξυλο
μακρύ ξύλο που χρησιμοποιείται σε εργασίες στο φούρνο (και φουρνόξυλο)
φουρναρόφκιαρο
ξύλινο φτυάρι για φούρνισμα και ξεφούρνισμα ψωμιού
φουρομανάω
χοροπατάω, είμαι ανήσυχος, ανυπομονώ (ίσως από το αλβαν frume = ανάσα)
φούσκα
μπαλόνι. Ουροδόχος κύστη
φουσκομπούκας
χοντρούλης, φουσκομάγουλος
φούσκος
παιδικό παιγνίδι. Μπάτσος, σφαλιάρα
φουσκώνω
χτυπάω κάτι δυνατά
φραμπαλάς
φαρδύ γυναικείο ρούχο. Μεγάλη φασαρία
φροξυλάντι
λουλούδι  αφροξυλιάς κατάληλο για ρόφημα ή καταπλάσματα
φροξυλιά
δένδρο, η αφροξυλιά
φτάρωμα
υπερένταση, ξαναμμάρα
φταρώνω
βρίσκομαι σε υπερένταση, πετάγομαι πάνω ξαναμμένος
φτενά
λαγόνια
φτένεμα
λέπτυνση, ελάφρυνση
φτενός
λεπτός
φτερνιστήρια
σπιρούνια. Μεταφορικά, ετοιμότητα για καυγά (έκφρ: αυτός κάθεται στα φτερνιστήρια)
φτύμα
φτύσιμο, σάλιο
φύλλο
χυλοπίττες
φύρα
απώλεια βάρους και όγκου, αδυνάτισμα
φυσέκι
φυσίγγιο.'' Μασούρι'' με κέρματα. Σεξουαλική πράξη (έκφρ: της έριξα ένα φυσέκι !!!!!)
φυστούρα
(επιρ έκφρ)  πολύ γρήγορα
φώλος
αυγό που μένει στη φωλιά για να παρακινεί την κότα να γεννήσει κι άλλα
φωτιά
υποστήλωση με δοκάρι του ταβανιού, προκειμένου να γίνουν εργασίες στην οροφή
Χ

χαβάνι
ορειχάλκινο συνήθως γουδί, για το τρίψιμο των μπαχαρικών (από το τουρκ havan)
χαβάς
τρόπος, συνήθεια (τουρκ λέξη hava = αέρας)
χαβιά
χαλινάρι, θηλειά στη μούρη του αλόγου
χάβω
τρώω λαίμαργα
χαβώνω
αποχαυνώνω κάποιον, τον αποκοιμίζω με σκοπό να τον παραπλανήσω (Γ. Αυγἐρης)
χαγιάτι
ξύλινο στεγασμένο μπαλκόνι
χάζι
διασκέδαση, ευχάριστο χάζεμα
χαζίρ
(επιρ έκφρ) παρά λίγο
χαζομεσημέρω
γυναίκα οκνή, αργή, που χαζολογάει
χαζομιρελάω
χαζεύω άσκοπα, περιπλανώμαι
χαζομιρελός
ανόητος
χαζοραγιάς
φτωχός και κουτός
χαζοτουρλακίδα
επιπόλαιη και επιφανειακή γυναίκα
χαϊβάνι
μικρό παιδί. Άνθρωπος ανόητος (τουρκ hayvan)
χαΐρι
προκοπή (τουρκ λἐξη)
χαλαζιάρικος
χοίρος με την ασθένεια χαλαζιά (μικρά ανθρακοειδή ογκίδια σαν σκάγια)
χάλεμα
παρακαλετό, ζητιανιά
χαλές
αποχωρητήριο (τουρκ hala). Μεταφορικά ο παλιάνθρωπος, ο ανεπρόκοπος
χαλεύω
ζητάω, ζητιανεύω, επιζητώ συνουσία
χαλιά(η)
διχάλα για σφεντόνα (το γνωστό στους παλιούς, λάστιχο με χαλιά)
χαλιάς
τόπος με πέτρες, κυρίως στρογγυλές σαν ποταμολίθια
χαλίπωμα
βράδιασμα. Κλείσιμο βλεφάρων από νύστα
χαλκιάς
σιδηρουργός, μαχαιράς
χαλκώματα
μαγειρικά σκεύη από ορείχαλκο
χαλός
βαρύ κλαδευτήρι, που δέχεται και κοντό και μακρύ στειλιάρι
χαμόγι
χαμηλό μονόπατο σπίτι
χαμοκέλα
καλυβάκι
χαμοκούκι
ψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι, το οποίο ψήνεται στη στάχτη
χάμουρα
τα χαλινάρια των ιπποειδών
χαμπαριάζω
λογαριάζω κάποιον, καταλαβαίνω
χαμπέρι
είδηση (τούρκ haber). Μεταφορικά το αιδοίο
χαμχούγιας
κουτός, ανόητος (και χαζοχαμχούγιας)
χάντρα
ο βολβός του ματιού. Σπόρος φασολιού
χαράκι
παιδικό παιγνίδι
χαραμής
ανεπρόκοπος
χαράμι
αυτός που ''πήγε'' άδικα
χαραμίζω
καταστρέφω (κυρίως άδικα), σπαταλώ
χαρανί
μπρούτζινο σκεύος κουζίνας
χαράρι
μεγάλο υφαντό σακί
χαράτσι
φόρος
χαρατσώνω
επιδικάζω σε κάποιον πληρωμή χαρατσιού
χαρβαλιάζω
καταστρέφω
χάρβαλο
ερείπιο, διαλυμένο πράγμα
χαρδαλέπας
ανόητος, αδιάφορος
χαροφάσουλο
είδος φασολιού
χάρχαλο
διαλυμένο πράγμα
χασές
λεπτό βαμβακερό ύφασμα, χαμηλής ποιότητας
χάση
εξαφάνιση, ελλάτωση (έκφρ: στη χάση του φεγγαριού)
χάσικο
άσπρο ψωμί τύπου 70%
χασμούσι
γλύκισμα, ιδιαίτερο φαγητό
χασομεράω
χάνω τον καιρό μου, καθυστερώ σκόπιμα
χασομέρης
αργόσχολος
χάφτω
τρὠω λαἰμαργα
χαψιά
μπουκιά
χάψιμο
γρήγορο φάγωμα
χέζας
φοβητσιάρης
χελώνια
παπούτσια με δέρμα από πάνω και ελαστικό αυτοκινήτου για σόλα. Άκρως ανθεκτικότατα στα βουνά
χεριά
όσο χωράει το κλείσιμο της παλάμης
χερόλαβο
λαβή αρότρου (και χερουλάβα)
χερχελές
ανόητος άνθρωπος, απερολόγητος
χερ-χερ
(επιρ) γρήγορα
χιμάω
ορμάω
χιονίστρα
διόγκωση δακτύλων από το κρύο
χλαλοή
οχλαγωγία
χλεμπονιάρης
αρρωστιάρης
χλέπα
βλέννα, ροχάλα
χλιάρι
κουτάλι (από το κοχλιάριον κι αυτό από το αρχ κοχλίας)
χλιαρολόγος
κουταλοθήκη
χλίβομαι
θλίβομαι
χλιμιντρίσματα
χρεμετισμοί αλόγων
χόβολη
στάχτη με κάρβουνα
χολιασμένος
θυμωμένος
χολοπάθημα
στεναχώρια
χολοπαθιέμαι
δέρνομαι για τα πάθη μου
χωρατεύω
αστειεύομαι
χωρατό
αστείο  από το χώρα>χωρατατζής (πρβλ κατ’ αναλογία άστυ>αστείος>αστείο)
χοροπατάω
αδημονώ, είμαι ανυπόμονος
χοροστάσι
επίπεδο μέρος σε χωριό, κατάλληλο για ξεδίπλωμα χορού
χουγιάζω
φωνάζω
χούι
συνήθεια, ιδιοτροπία
χουϊλής
αυτός που έχει χούγια, ιδιότροπος
χουναβιά
μέρος κλεισμένο από βουνά και γενικότερα κλειστό μέρος και γι αυτό  ζεστό
χούνη
κλειστό μέρος, χουναβιά  <χωνί
χουνέρι
πάθημα, ζημιά
χούφτα
φούχτα, όση ποσότητα χωράει η παλάμη
χουχλήθρα
πουλί της νύχτας που έχει λάλημα σαν μοιρολόϊ. Θεωρείται προάγγελος θανάτου στην γειτονιά  που θα ακουστεί το…. μοιρολόι του.
χουχλιώμαι
αναστενάζω, μοιρολογάω, χολοπαθιέμαι (ηχοπ  λέξη)
χούχλος
βράση, κοχλασμός
χουχούτημα
δυνατή φωνή ( χο!!!!   χο!!!!  χο!!! )
χουχτάω
φωνάζω δυνατά
χράμι
μάλλινο κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι
χρονικίς
(επιρ) για όλη τη χρονιἀ
χρυσή
ίκτερος
χρωστιμιά (τα)
χρέη (και χρωστιμικά)
χτένι
μέρος σφαγίου μοσχαριού. Κόκκαλο του χεριού. Κτένα
χτικιάρης
φυματικός
χτικιό
φυματίωση
χτουράω
φτουράω
χωματίζω
νικάω κάποιον με πτώση στο χώμα (ως απειλή: θα σε χωματίσω)
χωνευτήρι
οστεοφυλάκιο νεκροταφείου
χωρ'σιά
χωρίστρα μαλλιών
ψ

ψάνιος
μαλακός, αφράτος, ώριμος, γινωμένος (συνήθως επι κρεάτων)
ψαρρής
άσπρος, ξανθός
ψεμματένιος
ψεύτικος
ψεμματούρης
ψεύτης
ψες
χθες
ψευταγγούρας
ψεύτης
ψευταπόστολος
ψεύτης
ψιμάδι
αμνοερίφιο γεννημένο την άνοιξη και όχι το χειμώνα
ψιμάρνι
όψιμο αρνί
ψιμίζω
έρχομαι αργά, όψιμα
ψιμόγρια
μεγάλη σε ηλικία γριά αλλά και παμπόνηρη
ψιμοτύρι
όψιμο τυρί
ψυλλιάζομαι
αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ, υποπτεύομαι
ψυλλίζομαι
ασχολούμαι με κάτι ασήμαντο (ελαφρύ μάλωμα: άει ψυλλίσου!!!)
ψίχα
ελάχιστη ποσότητα από κάτι (και ψίχαλο).  Το εσωτερικό του καρβελιού ψωμιού
ψυχικό
αγαθοεργία. Η υποθετική πηγή της  ζωής (προσδιοριζόμενη περίπου στην περιοχή του παγκρέατος)
ψυχοπαίδι
θετό παιδί. Ψυχοκόρη = η θετή κόρη
ψυχοπονάω
συμπονώ
ψυχούδι
ψωμάκι μνημόσυνων
ψωμόλυσσας
ο πεινασμένος
ψώμωμα
ωρίμασμα
ψωμωμένος
ώριμος, γινωμένος
ψωμώνω
ωριμάζω




ΠΕΡΙΦΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
τα 'πίστομα
μπρούμυτα <επίστομα
τ'ς  ακώλ'ς
με την όπισθεν
τ'ς  ομπρός
επιβήτορας, για βάτεμα (έκφρ:  το κράτ'σα αυτό το τραΐ για τ'ς  ομπρός, ή  αυτό είναι για προκοπή, είναι για τ’ς ομπρός)
τα κόρδωσε
πέθανε, λιποθύμισε
ήλιο με ήλιο
ολοημερίς
τόπς –τόπς
αραιά (τόπους-τόπους)
τσιάτ -πατ
εδώ κι εκεί
τσάτρα-πάτρα
με αστάθεια
απ' αγάλια
σιγά-σιγά
από ειδής
στην όψη, στο κοίταγμα
από συγκράτ'
συνεχόμενα, αδιάλειπτα
τσάκα-παράκα
τοις μετρητοίς
τσάτζαλα-μάτζαλα
ακατάστατα, προχειροσυμμαζεμένα
το κλώθω
καθυστερώ σκόπιμα
χείλι μ' αχείλι
γεμάτο ως πάνω ποτήρι, κύπελο κ.λ.π.
τ΄ς τρεις
άλμα τριπλούν
τ΄ς μία
άλμα απλούν
σουρούκ-μουρούκ
άνω κάτω, ακατάστατα
κούτσια-μάτσια
μαζἐματα
απ' τ' από τώρα
πριν από λίγο
κατ΄ από κατ'
ακριβώς από κάτω
δίνοντας ο ήλιος
στην ώρα της ανατολής
σταθ’κε η καρδιά μ’
από κάτι καλό (φαγητό, ποτό, καλή είδηση), δυνάμωσα σωματικά
τ΄ς ψεμματίς
στα ψέμματα
στο μέσα κατώϊ
μέρος απόκρυφο, ιδιαίτερο
ίσια κι ίσια
ανταλλαγή ειδών, ισοβαρής  (ένα κιλό μήλα με ένα κιλό καλαμπόκι)
βάζω αστήθ'
προστατεύω, βοηθάω
ρίχνει κατ' με κεφάλ'
χιονίζει ή βρέχει ραγδαία
απ'στώμ'σε η καρδούλα μ'
στεναχωρέθηκα πολύ, απογοητεύτηκα
κάνω χωράφι
οργώνω
αλιά κι αλίμονο
επιτακτικό του αλίμονο
του λείπει λαγγιόλ'
είναι σχετικά κουτός, κάπου χάνει
πάτσι και πόστα
ήρθε μία η άλλη
μάνα καϋμένη
κάποιος που είναι πολύ έξυπνος
χώνω την παραστιά
διαβάλω, καρφώνω
δε με θαραπεύ'
δεν είναι ήσυχη η συνείδεισή μου
οχιά μονοημερίδα
γυναίκα στριφνή, κακιά
τον πήγε πιπίνι
έχει μεγάλη διάρροια
τον σπόρισε
τον έπιασε ευκοιλιότητα
πούστικο βόϊδι
άνθρωπος απομονωμένος, μονήρης
τσιμπισμένο κουρούπι
εγωϊστής και ψωροπερήφανος άνθρωπος
ίσιο κρέας
ντόμπρος και ειλικρινής άνθρωπος
κάτι τον τρυγάει
έχει αρρώστια και τον τρώει (λέγεται και:  κάτι τον βοσκάει)
τρία π'λιά κι ένα τσιών'
άνθρωπος ανόητος, αλλού γι' αλλού
πείξιος- δείξιος
κακολογημένος
τρεις βαρούν και δυό χορεύουν
για άνθρωπο απερίσκεπτο, βλάκα – για κατάσταση αλαλούμ
διάολος απ' το ρέμα
παμπόνηρος άνθρωπος αλλά και εφευρετικός
με κάψαν τα κρεμμύδια
υποψιάτηκα ότι κάτι κακό θα συμβεί
ήρθα στα ντάμια μου
ήρθα στα ίσια μου
πήρα μάζωμα
πήρα φόρα για άλμα
να σε δειρ' η λάβρα
να μη σώσεις
απάν' και ξαπάν'
πληρώνω κάτι παραπάνω από την αξία του
μη με 'γγιάς
για κάποιον που είναι μυγιάγγιχτος
δε μ' αναπαύει
δεν ησυχάζω για κάτι
πήρε τα πλάϊα
για κάποιον που τρελλάθηκε
για τα μαναστήρια
για κάποιον που αρχίζει να τα χάνει
γίνανε δεματ'κό
συνεπλάκησαν άγρια
τον έχει γιέ μ' γύρευε
τον έχει στα όπα-όπα
ίδιος και παντίδιος
ολόϊδιος
σιαπέρα Λιβαδιές
για κάποιον που είναι αλλού γι αλλού. Πράγματα/καταστάσεις ανόητα
κώλος άδαρτος
άνθρωπος ζαμανφουτίστας, ατυράννιστος, άπειρος, επιπόλαιος
πνίγω μπουλουγούρι
φκιάνω τραχανά
ώξ!!!
επιφώνημα, όταν πεδικλώνονται τα ζώα
πουλ'- πουλ'
κάλεσμα σε κότες
τσιπ-τσιπ
κάλεσμα σε κατσίκα
βαρέσανε κουδούνια
χλευάσανε κάποιον, τον διαπόμπευσαν
δεν έχει οξιά να κάνει τίποτα
εμποδίζεται, δεν έχει το σθένος να κάνει κάτι




ΚΟΥΔΑΡΙΤΙΚΑ
Είναι η ‘’γλώσσα’’ της συντεχνίας των κτιστάδων της Σουβάλας  αλλά και των μαστοροχωρίων της Ηπείρου, για την οποία αναφέρουμε περισσότερα στην ΕΙΣΑΓΩΓΗ και   την παραθέτουμε όπως καταγράφεται στο βιβλίο του αείμνηστου Κώστα Παπαχρήστου  ‘’ΠΑΡΝΑΣΣΙΩΤΙΚΑ’’...

αγκίδα
μικρό κορίτσι
αγωγιάτες
τα πόδια
ασπροχείληδες
τα άσπρα φασόλια
γαρεύω
αγριεύω
γκαβαγγέλου
μπομπότα
γκαβές
ξυλιές
γκαβιάζω
βλέπω
γκάτσος
αγροφύλακας
γκαλίνα
κότα  <ιταλ gallina = κότα
γκάβρο
τυρί
γιαλιστερά
μάτια
γυαλίζω
βλέπω
ζαμπάκωμα
συνουσία
ζούπινα
πίττα
θαλασσοπούλια
ψάρια
θόδωρος
το ούζο
καμπίτσα
πέος
καπνιδερό
καφές
καυτερό
κρεμμύδι, πιπέρι
καψαλάω
φεύγω
κλοτσωτό
ζώο
κόκκινες
ντομάτες
κοσβάδες
σταφύλια
κούδας
ο μάστορας
κουδαρίτικα
μαστόρικα
κούρκουλας
παπάς
κούφιο
σπίτι
κράνια
χρήματα
λαγός
νεαρός
λαγούλι
παιδί, μαστορόπουλο
λαγούλα
νεαρή
λιαρόφα
φαγητό
μάνο
ψωμί
μανεύω
τρώω
μανούρες
πέτρες
μαυρομάτες
ελιές
μαυροχείληδες
μαύρα φασόλια
ματσεύω
αποπατώ, χέζω
μάτσεμα
χέσιμο
μέκος
χαζός, βλάκας
μέτσινα
χαζομάρα
μέχομαι
μου αρέσει κάτι, θέλω πολύ
μουτζούρης
καφές
μοχός
άντρας, αφεντικό του σπιτιού
μοχούσα
γυναίκα, η κυρά του σπιτιού
μουτσιάνα
ψέμα
μπανίζω
παρατηρώ, κοιτάω
μπαρός
γιατρός
μπάφες
κουκιά
μπουρανί
λάχανο
μπραχάλα
μαγείρεμα., φαγητό
μπραχαλάω
μαγειρεύω
νεροπούλες
ψάρια
ντισσέρι
ζώο
ντιρμίνες
πατάτες
ντούκο
έγκυος
ξεσέρνομαι
έρχομαι, πηγαίνω
ξεσέρνω
μαρτυράω, μολογάω
ξιφλιάζω
μιλάω, λέω
όρματος
όμορφος, καλός
οξιά
νερό
παρλιάγκου
γιαούρτι
πέταλο
το αιδοίο
πελεκούδα
η κόρη
πισπίλι
πισινός, κώλος
ράχνω
πιάνω, αρπάζω, παίρνω
σκαμάκος
γέρος
σκαμάκου
γριά
στουρνάρι
αυγό
σφυρίζω
πίνω
τούφα
ύπνος
τουφάρω
κοιμάμαι
τροχός
κρασί
τσελεπιδιώτης
χωροφύλακας
τσιάρα
ξυνό
τσέτσο ή τσέτσος
το κρέας
τσιλίζω
καταλαβαίνω, ξέρω
τσόπια
βυζιά
τσολιάζω
πιάνω επ' αυτοφόρω
τσίτσικας
ο ήλιος
φορεί
έχει, είναι
φασμακώνω
αποπλανώ γυναίκα
φυσάει
είναι
ψειρού
φακή



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου