Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γράφει ο Μήτσος Αδρύμης


Η Απάνω Σουβάλα και η ευρύτερη περιοχή

Καιρό τώρα με σαρακοτρυπάνε και με τριγυρίζουν παλιές  θύμησες.
Αιτία ένας παλιός δερμάτινος χαρτοφύλακας που βρέθηκε καταχωνιασμένος στο γοίκο της μάνας μου. Η αλήθεια είναι πως τον είχα ξεχασμένο ολότελα.
Έλυσα το σπάγγο  και άρχισα να ξετυλίγω σιγά – σιγά το χασαπόχαρτο που ήταν τυλιγμένα κάτι  παλιά τετράδια κιτρινισμένα απ’ το χρόνο. Τα πασπατεύω με τα δάχτυλα και τα μάτια. Στριμωγμένες μολυβδογραμμένες σειρές. Και τι δεν βγήκε από κει;
Ένιωσα να ανασαίνουν τυραγνισμένες  ψυχές και ένα κομμάτι της δικής μου ζωής.
Τι είναι λοιπόν ο άνθρωπος;
Γεννιέται και πεθαίνει μόνος του, αυτή είναι η τραγική αλήθεια.
Μπορεί να ακούγεται απαισιόδοξο αλλά δεν είναι όσο φαίνεται, γιατί κατά τη διάρκεια της ζωής του αυτό που έχει νόημα είναι η επαφή  και η επικοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους.
Δηλαδή αυτό είναι η μοίρα και ο προσανατολισμός μας, να γεννιόμαστε και να πεθαίνουμε.
Αλλά όλο αυτό το διάστημα που λέγεται ζωή είναι πάρα πολύ σημαντικό να μπορέσουμε να αγαπήσουμε. Κυρίως αυτό !
Να αγαπήσουμε άλλους, αντικείμενα, ιδέες, ανθρώπους.
Με τα κειμενάκια που ακολουθούν δεν διεκδικώ κανένα βραβείο.
Απλή καταγραφή κάνω . Θαρρώ πως γράφοντας αυτές τις αράδες ξαναζωντανεύω γεγονότα που σημάδεψαν τους χωριανούς μου που αγωνίζονταν για να ζήσουν τη φαμελιά τους.
Το μεγαλύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στο σύνολο, και ορισμένων προσώπων η βιογραφία, καθρεφτίζει τις ασχολίες και τις συνήθειες τους.

 Γουναρέικα

Μέρος και ‘γω αυτού του συνόλου, επιστρέφω φορτωμένος με θύμισες καταγράφοντας τις ραχούλες και τα ρουμάνια, το ποτάμι του κάμπου, τον Κηφισό , τις λακκοπούλες με τα γαϊδουράγκαθα και τ’ ασπαλάθρια που παίξαμε ξυπόλυτοι.
Που μάθαμε να βλέπουμε τη νύχτα. Γιατί εμείς, όταν λέγαμε νύχτα, δεν εννοούσαμε «φώτα αναμμένα» όπως τα σημερινά παιδιά.
Νύχτα δεν ήταν για μας αυτό. Νύχτα ήταν το απόλυτο σκοτάδι που μάθαμε να ζούμε κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανού και όταν ακόμα δεν είχε αστέρια.
Είχε όμως μια άπλα ,ένα μαύρο φως που μέσα είμαστε και μεις. Κι ήταν το μαύρο απ’ το οποίο είχαμε γεννηθεί και είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε.

ΚΕΦΑΛΟΒΡΥΣΟ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ‘50

Κάθε καλοκαίρι όταν έκλειναν τα σχολεία τον Ιούνιο η χαρά μας ήταν απερίγραπτη.
Ερχόταν για μας ξενοιασιά. Δεν θα είχαμε διαβάσματα και ατέλειωτο παιχνίδι μας περίμενε. Γλυτώναμε απ’ τα απαρέμφατα και τον υπερσυντέλικο των φιλολόγων, τις εξισώσεις  και τα διανύσματα των μαθηματικών που μάταια προσπαθούν χρόνια τώρα να τετραγωνίσουν τον κύκλο. Πέρα λοιπόν απ’ τις άλλες ασχολίες που είχαν οι γονείς μας στα χωράφια και μόλις τελείωνε ο Αλωνάρης, έπρεπε να αποθηκεύσουμε και καυσόξυλα για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Αφού λοιπόν τελείωναν και οι τελευταίες συγκομιδές των όψιμων δημητριακών ετοιμάζαμε τα σέα μας και ανηφορίζαμε για το βουνό.
Εμείς είχαμε ένα χωραφάκι στο κεφαλόβρυσο με μηλιές και εκεί σε μια άκρη, ο πατέρας έφτιαχνε μια καλύβα με μπάτσες από ελατόκλαρα και για στρώμα φτέρες τις οποίες ανανεώναμε κάθε βδομάδα να «αφρατεύει» έλεγε η μάνα μου.  Για σκεπή είχαμε τσίγκια.
Ακόμα έχω στ’ αφτιά μου εκείνη την αρμονία όταν έβρεχε.
Απ’ την πρώτη μέρα λοιπόν γινόταν ο καταμερισμός των ευθυνών από τον πατέρα και έτσι ο καθένας ξυπνώντας ήξερε τις υποχρεώσεις του.
Η μάνα τσάπιζε το χωράφι και έσπερνε φασολάκια, ντομάτες, κολοκυθάκια, πατάτες, ανάμεσα φύτευε ματζουράνες και ντάλιες, να ‘ναι έλεγε όμορφα.
Ο πατέρας γύριζε στο λόγγο να βρει ξερά έλατα, τα οποία αφού κόβαμε επι τόπου με τις κόφτρες, τα σκίζαμε με τις βαριοπούλες και τα κουβαλάγαμε στην καλύβα. Από κει και αφού συγκεντρώναμε την απαιτούμενη ποσότητα άρχιζε η μεταφορά για το χωριό.
Μαζευόμαστε αρκετές οικογένειες σ’ αυτά τα χωραφάκια για τον ίδιο σκοπό και απ’ ότι θυμάμαι «Κεφαλόβρυσο» και «Μουτσιάρα» συγκεντρωνόμαστε περίπου είκοσι παιδαρέλια.
Οι φαμελιές που μαζευόμαστε ήταν του Στάθη του Ανάγνου,  του Μπαλασκόγιαννου, του Θόδωρου του Κονταξή, του Ζιούβα , του Θόδωρου του Ταλατούνη, του Θανάση του Αλίκου, του Στοφόρου του Βέλιου, του Μπλαροθανάση, του Κωτσιάκου, του Λια του Πλατιά, κλπ.


Ο πανωχωρίσιος Ιωάννης Δ. Πλατιάς (1881 - 1975)

Ξυπνάγαμε το πρωί και μαζευόμαστε σε μια λάκκα και εκεί είχαμε στήσει ολόκληρη παιδική χαρά μόνοι μας.
Περνάμε τις τριχιές από τα σαμάρια των μουλαριών και φτιάχναμε κούνιες απ’ τα κλωνάρια των γεροέλατων. Με δυο κοντολίσια  στεριώναμε τραμπάλα και μάλιστα περιστρεφόμενη.
Παίζαμε με τα κουρούπια απ’ τις κονσέρβες γουρούνα και τσιλίκι. Σκαρφαλώναμε στις κορφές των ελατιών για να μαζέψουμε μελά για τις γίδες ,να βοηθήσουμε τον πατέρα στην κόφτρα ,στο σκίσιμο και στο ντάνιασμα. Οι μικρότεροι καθάριζαν και συντηρούσαν το νεραύλακο  για το πότισμα, αφού συνέχεια γέμιζε κουκουνάρια που έπεφταν απ’ τα μαυρόπευκα. Κουβαλούσαμε το νερό με τις ξύλινες βαρέλες απ’ το κεφαλόβρυσο και ακόμα θυμάμαι εκείνο τον πόνο στη πλάτη απ’ την αλυσίδα της βαρέλας. Είκοσι οκάδες νερό στην τρυφερή πλάτη μας ήταν μεγάλο βάσανο.
Παραπάνω στη «Ζέλη»  και στο «Ίσιωμα» είχαν κατασκηνώσει οι Κολοκυθαίοι, Κατσαραίοι, στου Σιδερόγιαννη,  οι Τζιβαραίοι, ο Γιαννάκος ο Πλατιάς, οι Τσατηραίοι, άλλα παιδιά εκεί, το δάσος βούιζε από παιδικές φωνούλες και όπου να κανες  έβρισκες άνθρωπο.
Ένα συνεχόμενο κελάδημα από παιδικές φωνές που συναγωνίζονταν τα  μελισαρχάκια, τα ζούκια, τις τσουρβάκες, τις ασπροκόλες, τα αετομάχια. Πρωί – πρωί μας ξύπναγε το σκούξιμο της κίσσας που ερχόταν να καλοσκαιρίσει τα μήλα που είχαν αρχίσει να ωριμάζουν.
Με το έβγα του ήλιου ξεκινάγαμε για τις δουλειές που ο καθένας μας είχε αναλάβει και ύστερα ατέλειωτο ξένοιαστο παιχνίδι μας περίμενε. Ξεσκισμένες κορμοφανέλλες  απ’ το ανέβασμα στα έλατα, τα παντελόνια και  αυτά  σε κακό χάλι γεμάτα λατόπσες και τα πόδια μας άλλες γρατσουνιές δε χωράγανε. Δε χορταίναμε το ψωμί.                               
Το Σεπτέμβριο που ανοίγαν τα σχολεία και έπρεπε να κατέβουμε στο χωριό ήταν η μαύρη μέρα μας.
Οι δάσκαλοι και αυτοί οι φουκάραδες,  πάθαιναν μέχρι να μας ημερέψουν και να μας βάλουν σε στρέβλα  όπως είχαμε γίνει ένα με τ’ αγρίμια αζάτ’κοι  με ροδοκόκκινα μάγουλα όλο ζωντάνια,  να μην μας χωράει ο τόπος. Και πώς να κάτσουμε στα θρανία στριμωγμένοι και ακίνητοι που είχαμε όλο το καλοκαίρι είχαμε μάθει απ’ τις πουρναρομαζιές και τα στρογγολύθια.
Σιγά – σιγά έγερνε  ο ήλιος για να βασιλέψει και τ’ απόσκια πέφτανε κατά την «Πλατιά μουριά» , τότε σταματούσαν όλες οι δραστηριότητες και μαζευόμαστε στις καλύβες. Και αν κάποιος αργούσε γιατί δεν πρόλαβε να τελειώσει το ρούμπο τότε έβαζαν το ρέκο οι μανάδες . «Τσακιστείτε μαρε ! βγαί’νε οι λάμιες και θα μουγκαθείτε!».

Η πηγή στη Ζέλη


Το βράδυ ανάβαμε φωτιά με κούτσουρα και όλη παρέα καθόμαστε γύρω - γύρω και τρώγαμε σε ένα σωφρά πρόχειρο με το φως της φωτιάς.
Πολλές φορές ύστερα απ’ το φαί κάναμε σύναξη σε όποια από όλες τις καλύβες είχε καλύτερη φωτιά και πολλές φορές παίρναμε και το φαί μας μαζί. Κουβέντιαζαν οι μεγαλύτεροι λέγοντας διάφορες ιστορίες, για τα σπαρτά στον κάμπο, τ’ αμπέλια και τότε η κύρια συζήτηση ήταν για τον οπωρώνα – μηλεώνα που προσπαθούσαν να αναστήσουν με την καθοδήγηση του Υπουργείου Γεωργίας και στις κουβέντες αυτών των απλών ανθρώπων ένοιωθες  τη λαχτάρα και την σιγουριά που είχαν και είχαν πιστέψει ότι σε λίγο θα γέμιζαν χρήματα  απ’ τα ντελίσιους, τις ρινέτες, τα σκιούπια, τα γκόλντεν, τα φιρίκια.
Μέχρι που καρποφόρησαν οι μηλιές,τις έβλεπες και τις χαιρόσουν, «οι κοπέλες μου» έλεγε ο μπαρπα  Κώστας  Κούσουλας «Κολοβρέχτης» και είχε βάλει όλη τη μαστοριά του και τον πόνο του για να τις αναστήσει. Ήταν πρωτομάστορας ο μπαρπα Κώστας  στο πελέκημα της πέτρας «αλλά δεν πάει άλλο Μητσάκομ’» μου λεγε, «σακατεύτκα με τα παλιολίθαρα και το ματρακά ολ’ μέρα, πέσανε τα χεράκια μ’. Να δωσ’ ο Θεός να πλήσουμι τ’ν πρωτ’ σοδειά τα μήλα, να ξαποστάσω και ‘γω ο κακομοίρ’ς». Αυτά και άλλα έλεγε ο μπαρπα Κώστας και οι άλλοι χωριανοί που είχαν πιστέψει τους χαρτογιακάδες και είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους.
Οι μηλιές καρποφόρησαν, ντουνιά το μήλο αλλά πουθενά έμποροι για να διαθέσουν οι άνθρωποι τη σοδειά τους. «Εισήγαγαν – λέει – μήλα απ την Ισπανία, γιατί τα δικά μας ήταν λέει ασύμφορα».
«Αμ που θα πάει, θα καμ’ νε κι τ’ χρον’ ;» παρηγοριότανε οι χωριανοί. Έλα  που την άλλη χρονιά είχε παραγωγή η Τουρκία και εισήγαγαν πάλι; Έτσι σιγά – σιγά ο κοσμάκης απογοητεύτηκε και ο μηλεώνας  εγκαταλείφθηκε απεριποίητος, έρμαιο στις κίσσες και τ’ αγριογούρουνα.



Συνεχίζεται …

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου