Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Αποκριάτικα

Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται. 
Αφηγείται η  Μαρία Α. Λιάμτσα στη Βασιλική Χριστοπούλου.




Σήμερα αλλάζει ο καιρός, σήμερα αλλάζει ο χρόνος
σήμερα τρία αρχοντόπουλα αντάμα τρών και πίνουν.
Πήραν του Κώστα τα παιδιά, τ’ Αλέξη τη γυναίκα
και του μικρού βλαχόπουλου πήραν την αδερφή του.
Ο Κώστας  κάνει άλλα παιδιά κι ο Αλέξης άλλη γυναίκα
μον’ το μικρό βλαχόπουλο άλλη αδελφή δεν κάνει.

Τραγδάγαμε, χορεύαμε, γλεντάγαμε με το τίποτα τότε. Είχαμε μια κάδη με πιπέρια τουρσί στο κατώι, κουβάλαγε η μάνα μου πιπέρια και κρασί με το μπακράτσι, κι ο χορός κράταγε ίσαμε το πρωί, πότε στο σπίτι του Μπαρδαμπούλια, πότε στον Κουγιότα, πότε στον Μπαλάσκα.
Μασκαρευόμασταν κιόλας. Εγώ η Κακοσοθυμιά, η Κουγιόταινα, φοράγαμε παλιοπαντέλονα τρούπια τ’ αντρώνε, μουτζουρωνόμασταν και καβάλα τσιτσέλα ή ανάποδα στα γμάρια πααίναμε σιαπάν στο χωριό να βρούμε τους τσοπάνηδες. Κρεμάγαμε τράστα με παλαιϊκά λεφτά ή χαρτιά στα ζα για να πληρώσουμε τάχαμ’ τα γάλατα. Ρωτάγαμε πούναι του Μάγου το σπίτι να δώσουμε τα χρωστιμιά! Κι από πίσω τα χαϊβάνια δρέμοντας, πω – πω τι γινότανε!

Ο Γιώργος ο Κούσουλας γινότανε γαμπρός με αλεύρια στα μούτρα, η Βασίλω του Παπαθανάση νύφη με γιορτάνια από αρμαθιασμένα σαλιγκάρια. Κουμπάροι ο Λούκας ο Στύλιας με τη Θυμιά.

Τα μαντηλώματα ήταν τσουράπια τρούπια, παλιοπετσέτες και απάνω σε παλιοδίσκια τα δώρα: παλιοπάπτσα, σκισμένα χειρομάντηλα, παλιοπράματα απ’ το ρέμα. Ο γέρο – Κοντογιαννιός με το τούμπανο κι ο γέρο – Μπαρδαμπούλιας με την καραμούζα φέρνανε τον κουμπάρο και τη νύφη στην πλατεία για τα στέφανα, ο ψευτοπαπάς διάβαζε τα γράμματα πούλεγε για τους πεθαμένους, τους σταύρωνε, τους έλεγε αιωνία η μνήμη!

Η Γιργού τ’ Μπλαρογιώργου γενέτανε γύφτσα, ξέπλεκε τα μαλλιά της, έπαιρνε μια αγκούτσα και πάαινε τον ανήφορο. Δεν πάν’ να γέλαγε ο κόσμος, αυτή δε γέλαγε ντιπ, η συχωρεμένη.

Ο Γιάννης ο Κυρίτσης μια βολά έβαλε ένα τομάρι, γίνηκε αρκούδα με αλυσίδα και πάαινε με τα τέσσερα. Άλλος έκανε το διακονιάρη, τον βάραγε με την αγκούτσα να σηκωθεί ορθός να χωρέψει.

Εμείς οι γυναίκες αρχινάγαμε το χορό και ύστερα μπαίνανε κι οι άντρες.

Ρίξε φαρμάκι στο γυαλί, φαρμάκωστον το γέρο
και πάρε με το νιούτσικο, μένα το παλικάρι
να σε χορτάσω φίλημα να σε χορτάσω μόσχο.   

Ψηλό μου κυπαρίσι γέρνει η κορφάδα σου
Και ποιος θα την γλεντήσει την ομορφάδα σου.

Κατακαμπίς στον κάμπο είδα ένα κομμάτι σύννεφο
κι ένα κομμάτι αντάρα
κι ενώ δεν είναι σύννεφο κι ενώ δεν είναι αντάρα
μον’ είναι η τσούπρα του παπά
πούρχεται απ΄τ’ αμπέλι τα μήλα φορτωμένη.

Μέχρι το κρεατοσάββατο τρώγαμε τραχανόπιτες με λίγο λαδάκι που έκανε η γιαγιά μ’ η Γιαννού μια το πρωί και μια το βράδυ.

Την τελευταία Κυριακή το βράδυ τρώγαμε κρέας και αποκρεύαμε.

Την Καθαρά Δευτέρα πλέναμε πιάτα, ποτήρια, χλιάρια, με θολόσταχτη για να καθαρίσνε καλά.

Τρώγαμε φασούλια γρίτσες αλάδιαγα και ταραμά. Νηστεία μέχρι τη Λαμπρή ύστερα. Δε ματατρώγαμε κρέας. Έκοβε κρεμμυδάκια και τα τηγάνιζε η γιαγιά μ’ και τάριχνε μέσα στα λάχανα, έριχνε κι αλεύρια μπομποτένια και τα ζύμωνε αντάμα, και τι γλυκιά γινότανε η λαχανόπιτα, ροδοκόκκινη και μοσχοβόλαγε.

Τώρα τι κρατάει απ΄αυτά ο κόσμος δε ξέρω.   



2 σχόλια:

  1. ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΑΝ ΟΙ ΘΥΜΙΣΕΣ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αλέκος Ι. Βαλάσκας2 Μαρτίου 2016 - 12:56 μ.μ.

    Τα όσα αναφέρει στην αφήγησή της η μακαρίτισσα θειά-Μαρίγια σίγουρα αποτελούν και προσωπικά βιώματα κάθε παιδιού του χωριού μας εκείνων των χρόνων αφού τέτοιες εκδηλώσεις διαδραματίζονταν στα περισσότερα σχεδόν σπίτια της παλιάς Σουβάλας . Έτσι είναι ανεξίτηλα καταγεγραμμένα βαθιά και στη δική μου μνήμη και ψυχή (σκληρό δίσκο κατά τη σύγχρονη τεχνολογία ) αφού από τα σπάργανα μου και μέχρι τα εφηβικά μου χρόνια τα βίωσα και εγώ πραγματικά έντονα . Και επειδή μέσα από τέτοιες θύμησες έρχονται ολοζώντανες μπροστά μου οι μορφές εκείνων των πραγματικά ωραίων και αληθινών ανθρώπων της παλιάς Σουβάλας επιτρέψτε μου , έτσι , για θα θυμηθούν οι παλαιότεροι και να γνωρίσουν οι νεώτεροι , να αναφέρω εδώ με σεβασμό και ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη τους ( όλοι εκτός ενός είναι τεθνεώτες ) τα ονόματα των εικονιζόμενων στην παραπάνω φωτογραφία :
    Μαρία Αθ. Λιάμτσια το γένος Ιωάννη Θάνου ( Μπαρδαμπούλια )
    Γεώργιος Αδρύμης ( Ζιούβας )
    Αθανάσιος Λιάμτσιας
    Nίκος Τυροβόλης
    Γιάννης Σκουρογιάννης ( Ζαρογιάννης )
    Δημητρ. Μουλαράς ( κρύβεται το πρόσωπό του από την γκλίτσα του Τυροβόλη )
    Επαμειν. Μουλαράς ( γιός του Δημητρ. έζησε πολλά χρόνια στην αλλοδαπή)
    Παναγ. Δεληγιάννης ( Χιάρας , νομίζω ο μόνος επιζών )
    Αριστ. Χαλβατζής .

    ΑπάντησηΔιαγραφή