Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Η ΒΡΥΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Η Γιαννίτσα Δαούτη στη βρύση με τη στάμνα για νερό

Οι Πρόγονοί μας πάντοτε έδιναν μεγάλη σημασία και αξία στο νερό (νεαρόν ύδωρ > φρέσκο ύδωρ). Το είχαν Θεοποιήσει!!! Ο Σοφός Θαλής φιλοσόφησε με βάση το «Θείον ύδωρ».
Ο Εμπεδοκλής, μάλιστα, και ένας άλλος σοφός, ο Ίππων, δογμάτιζαν ότι η ψυχή του ανθρώπου πήρε τη γένεσή της από το νερό, ο δε Πίνδαρος το διατύπωσε: «άριστον ύδωρ».
Η χρησιμότητα της πηγής και της βρύσης δεν ήταν για πόση και πλύση μόνο, αλλά και τόπος συναντήσεων των ανθρώπων. Οι κορίνθιοι πνευματικοί άνθρωποι φιλοσοφούσαν στην Κρήνη της Πειρήνης, «διδάσκειν σοφόν αμφί Πειρήνης ύδωρ» γράφει ο ποιητής Ευριπίδης. Μα οι βρύσες - κρήνες - δεν ήταν για τους σοφούς μόνο, αλλά και για το λαό. Το νερό είναι πηγή ζωής και προσωποποίηση της αφθονίας και του αστείρευτου πλούτου...

Γι' αυτό και όλοι οι δρόμοι των χωριών είναι έτσι χαραγμένοι που να οδηγούν στη βρύση- πηγή ζωής, το ίδιο στον κάμπο, το ίδιο και στο βουνό. Όλα τα δρομάκια οδηγούν σε κάποια βρύση, στο θεμέλιο κάθε δραστηριότητας που παίζει πρωταρχικό ρόλο στη Ζωή...Για το χωριό η βρύση, εκτός των άλλων, είναι ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα, είναι τόπος συνάντησης ιδίως για τους νέους: «Κι αν πάς Μαλάμω μ' για νερό/και 'γω στη βρύση καρτερώ...»

Κι όταν η μοίρα το φέρει και ξενιτευτεί ο νιός, άχαρος μένει ο τόπος για τις νιές:
«πάν' τα κορίτσια για νερό, /βρίσκουν τον τόπο αδειανό».. Η νιότη νιώθει αλλιώς τη ζωή και στο περιβόλι της ψυχής του νέου, ριζώνει εύκολα η αγάπη, ο έρωτας: «Πήγα στη βρύση κι έκατσα μ' ένα λαμπρό φεγγάρι, δεν είδα την αγάπη μου νερό να ρθεί να πάρει. Και χθες την είδα στο χορό που χόρευε μπροστά μου και μια φορά απ' τις πολλές που διάβαινε μπροστά μου, ανοίγει τα χειλάκια της και σιγανά μου λέει: «απόψε στην κρυόβρυση θα 'ρθω ν' ανταμωθούμε»

1955. Θύμιος Ρέββας και Μαρίκα Καΐλη στη βρύση  

Όπως χαρούμενα και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι οι νιές χαρούμενες α πάνε στη βρύση γιατί ο νιός τις καρτερεί σιγοτραγουδώντας:
«ποιός είδε ήλιο αποβραδίς κι αστρί το μεσημέρι,/ ποιός είδε κόρη ανύπαντρη στη βρύση να γεμίζει»
Την αναζητάει τη βρύση και η κόρη. και παρακαλεί τη μάνα της να τη στείλει για κρύο νερό:
«στείλε με Μάνα μ' για νερό και θα το φέρω δροσερό κι αν δε το φέρω δροσερό τα μάπα μου να μη χαρώ».

Έχει τον σκοπό της η κόρη γιατί κι ο νιός εκεί παραφυλάει: «Απόψε παραμόνευα μ' ένα λαμπρό φεγγάρι για να περάσει η αγάπη μου, νερό να πάει να πάρει». Ξέρει κι ο νιός πού πάει η αγάπη του:
«Παν τα πουλάκια στις βοσκές κι η αγάπη μου στη βρύση» και ακόμη:
«Βρύση μου Πετρεκάμαρη και με το κρύο σου το νερό, βρύση μ, κι αν έρθει αγάπη μου. κι αν έρθει η καλούδα μου, να της θολώσεις το νερό, να την αργοπορήσετε....
-Δεν ξέρω ποια είναι η αγάπη σου και ποια είναι η καλούδα σου!!
-φορεί γιορντάνι στο λαιμό, χρυσή κορδέλα στα μαλλιά!!
Εκεί θα την περιμένει να της ζητήσει νερό:
«Σαράντα τάσια μου 'δωσε στα μάτια δεν την είδα, κι απάνω στα σαράντα δυο γυρίζει και την βλέπω».

Μιλάει το νερό στη βρύση με τη δική του γλώσσα και γλυκοχαιρετάει με το κελάρυσμα του. Το νερό της βρύσης είναι ποίηση. Ποιός ποιητής, ποιός μουσικός, με ποιές λέξεις θα σου τραγουδήσει το τραγούδι της βρύσης; Ποιός ζωγράφος και με τι χρώματα θα ζωγραφίσει τη μαγεία της αδιάκοπης τραγουδίστρας βρύσης;
Γραφικές ήταν και είναι οι βρύσες στα χωριά πριν σωληνωθεί το νερό. Είναι κάτι το ξέχωρο, είναι χτισμένες με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα, του πελεκητή καμάρι και του χωριού στολίδι. Πότε μόνες τους τραγουδάνε με το τρεχούμενο νεράκι που αναβλύζει από τα σπλάχνα της Γης, πότε δύο - δύο οι κούπες, πότε τρείς και πέντε, κάθε μια με το δικό της τραγούδι και τους δικούς της μύθους και θρύλους.
Η βρύση δεν είναι μόνο το « λάλον ύδωρ » μας, της Κασταλίας πηγής, αλλά ζωή για κάθε ζωντανό. Χιλιοτραγουδισμένη από το λαό μας, πηγή έμπνευσης του ποιητή:
«Βρύση μου μαλαματένια, πως βαστάς κρύο νερό;»


Αγησίλαος Γεωργούλιας - Συνταξιούχος δάσκαλος (http://www.protinews.gr/)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου