Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Η Κατσαμπέρω θυμάται

Αθανασία Παναγιωτή (Κατσαμπέρω) πάνω στο γαϊδουράκι, Χριστίνα Λ. Καλλιμάνη
και οι μικροί, Κώστας Θ. Βελέντζας και Γιώργος Π. Πλατής 

Η Αθανασία Ν. Παναγιωτή αφηγείται στην Βασιλική Χριστοπούλου στο βιβλίο: 
Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται

Χορεύαμε όξω απ’ το σχολείο και μπαίνω μπροστά. Ήμανε 10 – 12 χρονών, αυτού μέσα. Εκεί που χορεύαμε, εγώ μπροστά, γεια σου τσακπίνω, μου φώναξε η δασκάλα μου, δεν θυμάμαι τ’ όνομά της. Τα παιδιά όμως δεν ακούσανε καλά τι είπε η δασκάλα και είπανε κατσαμπέρω κι έτσι μούμεινε το όνομα. Δεν πείσμωνα, ας λέγανε η Κατσαμπέρω.

Μια βολά φτάνει και ο Θύμιος ο Διαμαντώνης, 'ρχότανε από κει τ’ Κότσια κι ακούω «θειά Κατσαμπέρω, θειά Κατσαμπέρω». Τ’ λέω, τι θα πει θειά Κατσαμπέρω, να πεις θειά Θανασία. Να με συγχωρείς θειά Κατσαμπέρω, μ’ απαντάει. Πάει μόμεινε αυτό, αλλά δεν πεισμώνω. Τώρα άμα περνάω και βλέπω το Θύμιο μ’ λέει: Να με συγχωρείς θειά Κατσσαμπέρω!

Τι να πρωτοθυμηθώ απ’ τα παλιά. Πααίναμε με τον άντρα μου για στάχυα σαπέρα στα Δαδιώτικα, τα φορτώναμε στο γμαράκι. Η γριγιά τα στούμπαγε το βράδυ και έβγαινε 10 οκάδες στάρι. Αυτού ήταν η δυστυχία και η φτώχεια. Ύστερα πιαστήκαμε. Έφκιανε ο άντρας μου μαχαίρια, κλαδευτήρια, δρεπάνια, ψαλίδες, απ’ ούλα και πααίναμε στα παζάρια.

Έκανα δυο παιδιά και δυο κορίτσια, 27 χρονών τα είχα κάμει. Δόξα ο Θεός δεν έχω κανένα παράπονο, ούλοι μ’ αγαπάνε. Η γειτονιά έκλαιγε άμα μας πήρε το παιδί μ’ εδώ κάτω.

Φεύγαμε παρέα να μαζέψουμε βαμπάκι, η Θανασία τ’ Κολοκύθα, η Λουκία τ’ Βοριά, τη λέγαμε Μις Ελλάς, ωραία κοπέλα, η Παναγιού τ’ Τυροβόλη, ήμασταν ούλες μία και μία.

Φκιάναμε και καμιά ρομπούλα και κάναμε κι εμείς επιδείξεις της Παναγιάς, του Χριστού. Χορεύαμε τότε μαρί, που είναι αυτοί οι χοροί! Άλλος στην εκκλησιά άλλος στου Διαμαντώνη, άλλος παραπάνω.

 Όλος ο κόσμος τις Αποκριές, παιδιά και κορίτσια με φουστανέλες και σεγκούνια, ποια θάτανε η καλύτερη να μας διαλέξει ο γαμπρός, και τραγουδάγαμε ούλοι. Όποτε θέλαμε χορεύαμε και σιακάτ. Τα κορίτσια τότε δεν ξέρανε φουστάνια Ευρώπης, όπως τα λένε. Φοράγανε φουστάνια υφαντικά με μπουλκάκι απ’ όξω, να κρένε απάνω τους, και κοσίδα από πίσω. Τι να δεις, τι να δεις!

 Η Φούνταινα μας έλεγε, θα σας φκιάσω με γιακαδάκι το μπουλκάκι. Ήτανε καλή, παλλαϊκή μοδίστρα, από το Μπράλο ήτανε.

Χορό και τραγούδι δε μ’ έφτανε κανένας, πρώτη! Ο πατέρας μου ο γερο – Μπαρδαμπούλιας, βάραγε καραμούζα, τούμπανο, ο γερο-Κοντοϊάνης και ο γερο – Μανέτας, χορεύανε και γενότανε πάταγος.

Όταν ήτανε οι Γερμανοί και οι Ιταλοί εδώ, ήμανε έγκυος. Χτυπάνε οι αντάρτες δυο Γερμανούς. Τι να κάμω, είχα και τα δυό κορίτσια.

Με πιάσανε οι πόνοι, παίρνω το ένα απ’ το χέρι, το άλλο ο Νίκος, ένα καρβελάκι ψωμί, μια βελεντζούλα και παέναμε σαπάν’. Με βάλανε καβάλα σ’ ένα ζο. Εκεί στις κδέλες δεν μπόρεγα άλλο να σταθώ. Πετιόμαι, γονατάω καταγής, πέφτει το παιδί, σερνικό παιδί. Ουδέ ψαλίδι, ουδέ σουγιάς να κόψουμε τον αφαλό τα’ παιδιού.

Το μαθαίνει ο Παναγιώτης ο Κουγιότας κι ο Στοφόρος ο Βέλιος που είχανε τα πρόβατά τους εκεί στου Κόκκαλη. Φτάνε εκεί. Πέρναγε και ο Λουκάς της Φανής, τ’ Τσατήρα το παιδί, πάγαινε με λιγάκι νεράκι. Φέρε Λουκά το νεράκι, τούπανε, να το δώσουμε στη θειά. Σουγιά μπας κι έχεις Λουκά μ’; Έχω ένα μικρό.

Ο Παναγιώτης ο Κουγιότας βγάζει το τσουπαρόσκοινο, όλο σαριά, δένω τον αφαλό, ούτε μικρόβια, ούτε τίποτα.Τυλίξαμε το παιδί σε μια βελεντζούλα και καβάλα, εγώ πήγαμε στις πλαγιές, στους Αναγναίους τους συμπεθέρους. Με ξαπλώσανε κι η γερο- Λελούδα μόδινε ούζο. Πιες, μόλεγε. Έπεσα ξερή. Το παιδί το βαφτίσαμε Γιάννη, αλλά το φωνάζουν Κόκκαλη, απ’ την τοποθεσία που γεννήθηκε.

Περνάει μια βολά ένας φωτογράφος Αθηναίος. Είχαμε από μια μικρή φωτογραφία ο Νίκος κι εγώ και μας έβαλε μαζί σε μια μεγάλη κι’ όθε μας κυνηγάνε, την έπαιρνα κοντά για να μη χαθούμε! Να γελάς.

Άλλη βολά θερίζαμε στου Βελή, στον Καψορώνη. Ήρθε η ώρα κι αποστάσαμε. Ακούω το ρολόϊ ντάγκα – ντάγκα. Κορίτσια, λέω, πετάτε τα δρεπάνια. Γειά σου Αδαμόπουλε, πόφερες το ρολόϊ. Φωνάζω στο γερο- Βελή, είναι 12 μπάρμπα, κουράσκαμε, πότε θα φάμε και πααίναμε στον ίσκιο.

Τόπανε στο δάσκαλο τον Σουφλή και τόγραψε στον Αδαμόπουλο στην Αμερική και μόστειλε 20 δολάρια. Πήρα μ’ αυτά ένα πακέτο γνέμα κι έφκιασα σεντόνια τ’ κοριτσιών, να θυμάστε, είπα, το γερο – Αδαμόπουλο.

Κάποτε στο παζάρι της Πετρομαγούλας ήταν σ’ ένα μαγαζί 2 – 3 Σουβαλιώτες. Πιάνονται στο χορό, πετάω κι εγώ τα παπούτσια μ’ και μπαίνω στο χορό. Άμα άκουγα όργανα δε βαστιόμουνα. Και τώρα άμα παίζει η τηλεόραση δημοτικά τραγούδια, έλα γιαγιά, μ’ λέει ο άγγονας, είσαι νέα γιαγιά, δεν είσαι μεγάλη γιαγιά, και σηκώνομαι και φέρνω μια βόλτα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου