Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Γενικά για τη λαογραφία και την ιστορία της


Σύντομη επισκόπηση της λαογραφικής έρευνας
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν έδωσαν μεγάλη βαρύτητα στα λαογραφικά θέματα. Ήδη όμως ο Ηρόδοτος τον 5ο αιώνα π. Χ. επιχείρησε εθνολογικές καταγραφές και ερμηνείες. Εκείνος ωστόσο που προήγαγε τη μελέτη των λαογραφικών εκδηλώσεων ήταν ο Αριστοτέλης (4ος αι.). Σημαντική προώθηση στην καταγραφή λαογραφικού υλικού έδωσαν ο Πλούταρχος (1ος αι. μ. Χ.), ο Λουκιανός και ο Παυσανίας (2ος αι. μ. Χ.), καθώς και ο Αθήναιος (3ος αι. μ. Χ.). Από τα συγγράμματά τους μπορούμε να αποδελτιώσουμε πλήθος λαογραφικών στοιχείων για εκείνη την εποχή και να τα αξιοποιήσουμε καταλλήλως συγκρίνοντάς τα με αντίστοιχα των νεοελλήνων.

        Για τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους διαθέτουμε πλούσιο λαογραφικό υλικό, το οποίο οφείλεται σε καταγραφές των Πατέρων της Εκκλησίας και το οποίο χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για να εδραιώσουν τη νέα θρησκεία. Προσπαθώντας να καθοδηγήσουν το ποίμνιό τους και να το απομακρύνουν από τις ειδωλολατρικές συνήθειες και τα ποικίλα επιβιώματα του παρελθόντος, κατέγραφαν στα συγγράμματά τους τα παλαιά ήθη και έθιμα. Έτσι, διαθέτουμε σήμερα πλούσιο λαογραφικό υλικό για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (βλ. ενδεικτικά τα συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου). Πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε ότι τα έθιμα αυτά αφορούν τον ευρύτερο χώρο της βυζαντινής πολυεθνικής αυτοκρατορίας και δεν πρέπει να τα περιορίσουμε στα όρια του σημερινού ελληνικού κράτους. Στις περιπτώσεις εκείνες που η χριστιανική θρησκεία δεν κατάφερε να τα εξαλείψει αναγκάστηκε να τα υιοθετήσει (π.χ. το στεφάνωμα του γάμου, τα κόλλυβα κ.α.)
      Ενδιαφέροντα λαογραφικά στοιχεία παρέχουν κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους ο πατριάρχης Φώτιος (9ος αι.) και ο επίσκοπος Καισαρίας Αρέθας (10ος αι.).
      Τον επόμενο αιώνα, η επιβλητική προσωπικότητα του Μιχαήλ Ψελλού (1018-1078), προσφέρει άφθονο λαογραφικό υλικό, είτε διάσπαρτο στα συγγράμματά του, είτε οργανωμένο σε ειδικές μελέτες. Ο πολυπράγμων αυτός φιλόσοφος και φιλόλογος, συνέγραψε  μελέτες όπως: Περί ενεργείας δαιμόνων, Τίνα περί δαιμόνων δοξάζουσιν οι Έλληνες, περί δυνάμεως τροφών, Περί σεληνιασμού κλπ. Έγραψε επίσης για τους «βαβουτσικαρίους», δηλαδή τους καλικάντζαρους, οι οποίοι εμφανίζονται στη γη από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Φώτα. Ο Ψελλός μιλά για τις προκαταλήψεις των αμόρφωτων ανθρώπων και δίνει ερμηνείες στη λαϊκή αντίληψη. Δυστυχώς, όμως, τα κείμενά του είναι γραμμένα σε αρχαΐζουσα γλώσσα.
      Πολύτιμες λαογραφικές ειδήσεις προσφέρει για την εποχή του ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, ο οποίος έζησε τον 12ο αιώνα. Τα σχόλιά του στον Όμηρο είναι γεμάτα από πλούσιο λαογραφικό υλικό για την εποχή του. Πολλές πληροφορίες, ιδίως για διατροφικές συνήθειες, κατά τον 12ο αιώνα προσφέρει ο Θεόδωρος Πτωχοπρόδρομος.
       Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι κυριότερες λαογραφικές πηγές είναι η λαϊκή λογοτεχνία (τραγούδια, θρύλοι, παροιμίες), οι «ενθυμίσεις»  μοναχών και ιερωμένων για αξιοσημείωτα γεγονότα της σύγχρονής τους ζωής, τα συναξάρια των μαρτύρων της Τουρκοκρατίας, τα απομνημονεύματα, ιδίως των αγωνιστών του 1821, τα ταξιδιωτικά συγγράμματα των ξένων περιηγητών κ.α.
Η άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε την πρώτη αφορμή για τη δημιουργία θρήνων και τραγουδιών τα οποία εμπεριέχουν συχνά ειδήσεις για τα ήθη και τα έθιμα της εποχής. Επίσης, δημιουργήθηκαν άφθονοι θρύλοι γύρω από την Άλωση. Οι ενθυμίσεις που γράφονταν στα παράφυλλα εκκλησιαστικών βιβλίων παρέχουν ενδιαφέρων υλικό για καιρικά φαινόμενα, σιτοδείες, παράδοξα φαινόμενα κλπ. Μπορούμε, επομένως, να προσδιορίσουμε αδρά τα βασικά είδη διατροφής της εποχής και να τα συσχετίσουμε με τις ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
    Στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εμφανίζονται συστηματικοί συλλογείς παροιμιών, όπως  ο Μιχαήλ Αποστόλης, ο Λέων Αλλάτιος (βιβλιοθηκάριος του Βατικανού τον 17ο αι. Έγραψε το έργο: Για κάποιες σύγχρονες ελληνικές δοξασίες, Κολωνία 1645) και ο Παρθένιος Κατζιούλης (18ος αι.). Ο Κοραής, επίσης, στα χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση, χρησιμοποιεί παροιμίες, μύθους και δοξασίες στα συγγράμματά του. Αμέσως μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης ο Γάλλος φιλόλογος και ιστορικός Κλώντ Φωριέλ δημοσίευσε τα Λαϊκά τραγούδια της σύγχρονης Ελλάδας, Παρίσι 1824-1825. Η Εισαγωγή αποτελεί σημαντική λαογραφική μελέτη για τα έθιμα και το χαρακτήρα του νέου ελληνικού λαού.  Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι σπουδαίες λαογραφικές ειδήσεις και πληροφορίες για τον νησιωτικό και ηπειρωτικό χώρο μάς άφησαν οι διάφοροι ταξιδιώτες και περιηγητές (βλ. ενδεικτικά, Κυριακός ο εξ Αγκώνος (1412), Pierre Belon (1546), Jacob Spon (1765), Εβλιά Τσελεμπή (1667). Βλ. επίσης τους περιηγητές των αρχών του 19ου αιώνα: F. C. H. L. Pouqueville, W. M. Leake, H. Holland, J. Hobhouse, T. S. Hughes).

Προεπιστημονική φάση

Το πολιτικό-κοινωνικό σύστημα στον ελλαδικό χώρο ήταν αυτό του κοινοτισμού (της τοπικής αυτοδιοίκησης). Στα χρόνια της Αντιβασιλείας (1833-1835) συγκροτείται ένα μοναρχικό κράτος, που ευνοεί τον συγκεντρωτισμό. Το πνεύμα του κοινοτισμού έδωσε λαογραφικές μελέτες που αφορούσαν τον τόπο. Η επίσημη λαογραφία, που συμπορεύεται με το πνεύμα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το οποίο έχει καταλύσει τον κοινοτισμό, έχει ως γνωστικό αντικείμενο τη θεματική προσέγγιση των λαογραφικών φαινομένων  (π.χ. δημοτικά τραγούδια, έθιμα γάμου). Οι τίτλοι των σχετικών μελετών είναι ενδεικτικοί : «Ο γάμος παρά τοις Έλλησι», «Η πρώτη του έθνους παρά τοις Έλλησι». Η επίσημη λαογραφία τίθεται στην υπηρεσία του εθνικού συνόλου και όχι του τοπικού κυττάρου, το οποίο προσφέρει ολοκληρωμένη εικόνα για την καθημερινότητα. Η επιστημονική λαογραφία προσπαθεί να αναδείξει τον εθνικό χαρακτήρα και την «ψυχή» του ελληνικού λαού. Κι όλα αυτά υπό την επίδραση του γερμανικού ρομαντισμού που πρέσβευε την ιδιαιτερότητα του γερμανικού έθνους. Η «ψυχή» του λαού έχει υπερβατικό χαρακτήρα.
Στα χρόνια του νεοελληνικού Διαφωτισμού παρατηρούνται δύο κατευθύνσεις μελέτης των λαογραφικών φαινομένων: α) μελετάται ο τόπος και β) μελετάται η ομιλούμενη γλώσσα. Λίγοι λόγιοι κράτησαν μία κριτική στάση (στα πλαίσια του κριτικού πνεύματος του Διαφωτισμού) απέναντι στους αρχαίους προγόνους. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ. Τα ίδια χρόνια, παρατηρούνται δύο τάσεις των λογίων: από τη μία μεριά επιδιώκεται η επιστροφή στον αρχαίο πολιτισμό, γεγονός που οδήγησε στον αρχαϊσμό, και από την άλλη επιχειρείται η συμπόρευση με τον σύγχρονο ελληνισμό και καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Η δεύτερη τάση οδήγησε στη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού και στην ανάπτυξη της λαογραφικής έρευνας.
Α)  Η μελέτη και γνώση του τόπου
Πρώτες λαογραφικές μελέτες μπορούν να θεωρηθούν οι δημοσιευμένες ή μη χωρογραφίες και τοπογραφίες του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη Νεωτερική Γεωγραφία (Βιέννη 1791) των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά από τις Μηλιές του Πηλίου. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα συγγράμματα του νεοελληνικού διαφωτισμού. Είχαν προηγηθεί η Γεωγραφία του Μελετίου (1728), η Γραμματική Γεωγραφική του Φατζέα (1760) και η Θεωρία της Γεωγραφίας του Μοισιόδακα (1781). Όλες τους είναι γραμμένες για να ωφελήσουν τον λαό. Ως εκ τούτου, γράφτηκαν στην ομιλούμενη γλώσσα και προσπάθησαν να εξοικειώσουν τους Έλληνες με τον τόπο όπου ζούσαν και με την ιστορία τους.  Στο ίδιο πνεύμα εγγράφονται οι χειρόγραφες γεωγραφίες που έπονται: του Αθανασίου Ψαλίδα, του Αργύρη Φιλιππίδη (Γεωγραφία Μερική), του Ιωάννη Οικονόμου Λαρισαίου (Ιστορική τοπογραφία ενός μέρους της Θετταλίας – 1817) και του Κοσμά Θεσπρωτού .
Β) Η μελέτη και γνώση της ομιλούμενης γλώσσας.
Ο Παρθένιος Κατζιούλης (αρχές 18ου αιώνα) και ο Γεώργιος Κρομμύδης (αρχές 19ου αιώνα) είναι δύο λόγιοι οι οποίοι στα κείμενά τους καταπιάστηκαν με ζητήματα της καθομιλουμένης γλώσσας. Στο έργο του Διατριβή επί της καταστάσεως της ενεστώσης κοινής ημών γλώσσης, Μόσχα 1809, ο Κρομμύδης περιέλαβε παροιμίες, πολλές από τις οποίες άντλησε από τη συλλογή του Κατζιούλη. Ο Πολίτης σημειώνει για το έργο του ότι οι περισσότερες παροιμίες «ήταν παρεφθαρμέναι δι’ εξελληνίσεως», γεγονός που κατά τον Πολίτη οφείλεται στη σφοδρή κριτική που δέχτηκε ο Κρομμύδης από τον Άνθιμο Γαζή. Ο Γαζής ήταν υποστηρικτής του αρχαϊσμού. Η μελέτη της λαϊκής γλώσσας (δημοτικής) θα καθιερωθεί και θα γίνει συστηματική από τη στιγμή που οι λόγιοι προσπάθησαν να αποδείξουν τη συνέχεια του ελληνισμού μέσα στον χρόνο και, με αποτέλεσμα να ψάχνουν «ζώντα μνημεία» της ελληνικής αρχαιότητας.

H Ελληνική Λαογραφία στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση (1830-1850)
Την επιστημονική μελέτη των εθίμων και της γλώσσας του ελληνικού λαού επιτάχυνε η λεγόμενη «Θεωρία του Φαλμεράγερ». Ο Φαλμεράγερ (1790-1861) ήταν καθηγητής της Ιστορίας στο Μόναχο και στο βιβλίο του Ιστορία της Χερσονήσου του Μορέως στον Μεσαίωνα, Στουτγάρδη 1830 (β΄ έκδ. Τυβίγγη 1836),  ισχυρίστηκε ότι με τις επιδρομές των σλάβων στην Ελλάδα ως την Πελοπόννησο, αλλοιώθηκε η σύσταση του πληθυσμού έτσι ώστε στο αίμα των σημερινών κατοίκων να μη ρέει ούτε σταγόνα από το αρχαίο ελληνικό αίμα. Το όνομα Έλληνες σημαίνει απλώς τους Ορθόδοξους χριστιανούς που μιλούν ελληνικά. Επανήλθε στις ίδιες θέσεις του το 1835 με το σύγγραμμά του Περί της καταγωγής των Ελλήνων. Οι Έλληνες λόγιοι αντέδρασαν δυναμικά σε αυτές του τις θέσεις και θέλησαν να αποδείξουν τη συνέχεια του ελληνισμού στο χρόνο.  Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα όσων διαφώνησαν με τις απόψεις του Φαλμεράγιερ ήταν  η ομοιότητα του βίου των νεοελλήνων με εκείνον των αρχαίων. Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποίησαν στις πραγματείες τους ο Ε. Βυβιλάκης (1840) και ο Αναστάσιος Γεωργιάδης Λευκίας (1843). Η απάντηση ήρθε βέβαια και από την ιστορική έρευνα. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1814-1891) συνέγραψε το 1843 το έργο του Περί εποικήσεως σλαβικών τινών φύλλων εις την Πελοπόνησσον, στο οποίο δέχεται ότι τον 6ο και 7ο αι. έγιναν ειρηνικές εποικήσεις Σλάβων και όχι επιδρομές και το σλαβικό στοιχείο αφομοιώθηκε. Ωστόσο, τον Φαλμεράγερ αντέκρουσαν και Γερμανοί ιστορικοί (ο Curt Wachsmuth και ο Bernhard Schmidt). Ακολούθησαν γλωσσολογικές αντικρούσεις από Έλληνες και ξένους, οι οποίοι έδειξαν ότι σλαβικές επιδράσεις περιορίζονται κυρίως σε κτηνοτροφικά τοπωνύμια. Η απάντηση δόθηκε και με λαογραφικά επιχειρήματα, γεγονός που συνέτεινε στην ανάπτυξη της λαογραφικής έρευνας. Σε αυτήν την κατεύθυνση απέβλεπε και ο Ροδοκανάκειος Διαγωνισμός. Στη συγκέντρωση τέτοιου είδους τεκμηρίων αποδύθηκε και ο Νικόλαος Πολίτης, ο οποίος και κέρδισε το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού.

1850-1890
Ως το 1850 οι λόγιοι αναζητούν ομοιότητες με τους αρχαίους, αναζήτηση που ενισχύθηκε με τη θεωρία του Φαλμεράγερ. Στα πλαίσια αυτά προωθήθηκε και η λαογραφική έρευνα, η οποία ωστόσο έγινε με τρόπο λόγιο και αρχαιολογικό. Από το 1860 παρατηρείται ωριμότερη προσέγγιση των λαογραφικών εκδηλώσεων. Οι ερευνητές παραδέχονται την εξέλιξη της παραδοσιακής ζωής που έχουν βέβαια την αφετηρία τους στην αρχαιότητα.
Το 1850 κυκλοφορεί το περιοδικό Πανδώρα που συχνά δημοσιεύει στις σελίδες του «δημώδη άσματα» και ύλη η οποία συνέδεε τα ήθη και έθιμα των νεοελλήνων με τα αντίστοιχα των αρχαίων. Από το 1854 η δημοσίευση λαογραφικής ύλης, «προς περίσωσιν από της λήθης» (Πανδώρα 4 (1854) 435), γίνεται συστηματικότερη. Νέα ώθηση στις νεοελληνικές μελέτες δίνεται μέσω του ίδιου περιοδικού και την προκήρυξη του Τσοκάνειου διαγωνίσματος από την Φιλοσοφική Σχολή για την «συγγραφήν  ιστορίας της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης» (Πανδώρα 7, 227). Ωστόσο, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, μέσα από τις στήλες της Πανδώρας (Πανδώρα 7, 369), εκφράζει την αντίθεσή του για το θέμα της προκήρυξης, υποστηρίζοντας ότι για τη συγγραφή τέτοιου είδους ιστορίας είναι απαραίτητα τα «προγυμνάσματα», δηλαδή τα γλωσσάρια, οι παροιμίες, τα άσματα, τα μοιρολόγια, οι μύθοι κλπ. Από τότε, στην Πανδώρα δημοσιεύονται τακτικά γλωσσικές και λαογραφικές συλλογές. Το 1866 δημοσιεύει και ο Νικόλαος Πολίτης στο ίδιο περιοδικό το πρώτο του επιστημονικό άρθρο με τίτλο «Περί λυκοκανθάρων».
Αντίστοιχη ύλη δημοσίευε και ο εν Αθήναις Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός.

1890-1918 (Νικόλαος Πολίτης).
Ο Ν. Πολίτης γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1852. Από τις γυμνασιακές σπουδές έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς τη φιλολογία και τη λαογραφία και έστελνε συνεργασίες με λαογραφικό περιεχόμενο στα περιοδικά της εποχής («Περί λυκοκανθρώπων», «Άσματα δημοτικά», «Περί παραμυθίων»). Το 1866, δεκατεσσάρων χρονών, όταν έγινε η Κρητική επανάσταση, έφυγε πεζός από την Καλαμάτα για να πολεμήσει στην Κρήτη. Οι γονείς του όμως τον γύρισαν πίσω. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και το 1870 έδινε μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Το 1876 πήγε για συμπληρωματικές σπουδές στη Γερμανία. Επέστρεψε το 1880 και διορίστηκε στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, όπου και κατέταξε τα βιβλία της. Το 1882 εκλέχτηκε υφηγητής της Συγκριτικής Μυθολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ το 1890 αναγορεύτηκε καθηγητής «της Μυθολογίας και της ελληνικής Αρχαιολογίας» στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Πέθανε το 1921. Σημαντικότερα έργα του: Παροιμίες, Παραδόσεις. Ούτε οι παροιμίες ούτε ο 2ος τόμος με τα επιστημονικά σχόλια των παραδόσεων τυπώθηκαν ως το τέλος. Οι σημαντικότερες μελέτες του δημοσιεύθηκαν συγκεντρωμένες στο τρίτομο έργο Λαογραφικά Σύμμεικτα. Το 1908 ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία και το 1909 εκδίδει το περιοδικό Λαογραφία. Στον 1ο τόμο του περιοδικού δημοσίευσε διάγραμμα θεμάτων για την έρευνα του λαϊκού βίου. Α) Τα μνημεία του λόγου (άσματα, επωδαί, αινίγματα, ευχαί, παροιμίαι, μύθοι, ευτράπελοι διηγήσεις, παραμύθια, παραδόσεις, γλώσσα) και Β) Αι κατά παράδοσιν πράξεις και ενέργειαι του λαού (οίκος, τροφή, ενδύματα, γεωργικός, ποιμενικός, ναυτικός βίος, μαντική, αστρολογία, χοροί, μουσική, όργανα, καλλιτεχνία κλπ.). Το διάγραμμα αυτό δείχνει ότι με τον Πολίτη διευρύνθηκαν οι αναζητήσεις και τα ενδιαφέροντα της λαογραφίας. Δεν την απασχολούσαν πλέον μόνο τα μνημεία του λόγου, αλλά και ο υλικός βίος.

1918 – Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
1918: Ίδρυση του Λαογραφικού Αρχείου. Προορισμός του: «η περισυλλογή, διάσωσις και έκδοσις μνημείων του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού». Πρώτος διευθυντής ο Στίλπων Κυριακίδης, μαθητής και συνεργάτης του Πολίτη. Το 1922 δημοσίευσε το βιβλίο Ελληνική Λαογραφία. Ακολουθεί η Μικρασιατική καταστροφή. Τα επόμενα χρόνια ιδρύονται εταιρείες μελέτης του νεοελληνικού πολιτισμού. Μία από τις σημαντικότερες εταιρείες που ιδρύονται είναι  το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Ιδρύθηκε το 1930 από τη Μέλπω Μερλιέ. Αναπαράστησε τη ζωή του Μικρασιάτικου ελληνισμού. Το 1927 με τις Δελφικές Γιορτές οργανώθηκε έκθεση ελληνικής λαϊκής τέχνης (καθοριστική ήταν η συμβολή της Αγγελικής Χατζημιχάλη και της Εύας Σικελιανού), που αποτέλεσε σταθμό στην προώθηση του λαογραφικού ενδιαφέροντος και έρευνας προς τα έργα της παραδοσιακής χειροτεχνίας. Από τις γιορτές αυτές, που επαναλήφθηκαν το 1930, προέρχεται όλο το μετέπειτα ενδιαφέρον για τη λαϊκή τέχνη. Το 1927 έγινε και η πρώτη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, που πρόβαλε και αυτή τα είδη της λαϊκής τέχνης. Επίσης, από την ίδια χρονιά και αργότερα ο Σ. Κυριακίδης και η Α. Χατζημιχάλη παρουσίασαν εμπεριστατωμένα τα θέματα γύρω από λαϊκή εθιμογραφία και λαϊκή τέχνη.
Προωθείται και η τοπική λαογραφία με περιοδικά της περιφέρειας: Ηπειρωτικά Χρονικά (1926), Θεσσαλικά Χρονικά (1930), Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών (1935), Μακεδονικά (1940) κ.α.

1945 έως σήμερα
Επιστημονικές λαογραφικές αποστολές ερευνητών του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, Έκδοση νέων τοπικών περιοδικών: Κρητικά Χρονικά, Ποντιακή Εστία, Κερκυραϊκά Χρονικά, Ηπειρωτική Εστία κλπ. Έκδοση του σπουδαίου εξάτομου έργου Βυζαντινών βίος και πολιτισμός του Φαίδωνος Κουκουλέ, τοπικές μονογραφίες. Στο πανεπιστήμιο της Αθήνας ο Γεώργιος Μέγας, ο Γεώργιος Σπυριδάκης, ο Δ. Οικονομίδης, Κ. Ρωμαίος κλπ. Στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Δ. Πετρόπουλος, Άλκη Κυριακίδου Νέστορος, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Δ. Λουκάτος, Μ. Μερακλής.

Η μελέτη του Υλικού πολιτισμού
      Ο υλικός πολιτισμός περιλαμβάνει τις πράξεις και τις εκδηλώσεις του λαού, που σχετίζονται με τα μέσα και τις μεθόδους παραγωγής, τους τρόπους αντιμετώπισης βιοτικών αναγκών και των κοινωνικών σχέσεων. Η έρευνα και η μελέτη του υλικού πολιτισμού έχει καθυστερήσει στον ελληνικό χώρο. Στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο το ενδιαφέρον για τον υλικό πολιτισμό εκδηλώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στις απαρχές της μελέτης του επιλέχθηκαν ως αντικείμενα προς καταγραφή και μελέτη όσα από αυτά παρουσίαζαν καλλιτεχνικό και αισθητικό ενδιαφέρον, γεγονός που έβλαψε τη συγκέντρωση χρηστικών αντικειμένων και την καταγραφή παραδοσιακών τεχνικών παραγωγής της προβιομηχανικής περιόδου.
       Η μελέτη του υλικού βίου και πολιτισμού είναι επιβεβλημένη για να προσδιορίσουμε το πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Γιατί τα αντικείμενα καλύπτουν καταρχήν ανάγκες σε ένα βιοτικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν και σε ένα κοινωνικό επίπεδο και σε ένα συμβολικό. Αντανακλούν κοινωνικές σχέσεις και το κάθε πολιτισμικό φαινόμενο είναι ταυτόχρονα κοινωνικό φαινόμενο, αφού το παράγει και το καταναλώνει μία συγκεκριμένη κοινωνία. Γενικά, ο υλικός πολιτισμός μπορεί να οριστεί ως η ίδια η καθημερινότητα, οι απλές και επαναλαμβανόμενες πρακτικές και τεχνικές που εξασφαλίζουν την επιβίωση του ανθρώπου. Οι υλικές αυτές εκφράσεις ενέχουν παράλληλα μία κοινωνική και συμβολική ζωή.
       Κατά την περίοδο 1922-1950 κυριαρχεί στους πανεπιστημιακούς κύκλους η μορφή του Στίλπωνα Κυριακίδη. Το 1922 εκδίδει το έργο του Ελληνική λαογραφία. Μέρος Α΄. Μνημεία του λόγου. Πρόκειται για το πρώτο συστηματικό εγχειρίδιο της ελληνικής λαογραφίας. Το 1927 εκδίδει το βιβλίο του Οδηγίαι δια την συλλογήν του δημώδους λαογραφικού και γλωσσικού υλικού. Το ενδιαφέρον του Κυριακίδη για τον υλικό βίο και πολιτισμό θα είναι μειωμένο. Στην εισαγωγή του βιβλίου του για την ελληνική λαογραφία (1922), αναφερόμενος στον «φυσικό βίο», στον οποίο περιλαμβάνεται «η τροφή, η στέγη και το ένδυμα και αι αμέσως προς αυτάς σχετιζόμεναι τέχναι, αι οποίαι αποτελούν την καλουμένην βιοτεχνίαν», στρέφει το ενδιαφέρον του στα «κατά παράδοσιν στοιχεία, τα υπολειπόμενα τούτ’ έστιν εκ του παρελθόντος εν τω σημερινώ βίω λείψανα» και επομένως η προσέγγισή του είναι περισσότερο αρχαιολογική. Ωστόσο, οι κριτικές και οι Εισαγωγές του σε κείμενα άλλων, οι οποίοι έχουν ως ερευνητικό τους αντικείμενο τον υλικό βίο,  παρέχουν σημαντικά στοιχεία για τη σημασία που επεφύλασσε ο Κυριακίδης σε αυτές τις «υλικές» εκδηλώσεις.
      Οι προσανατολισμοί της Λαογραφίας στην τεκμηρίωση της συνέχειας του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως σήμερα, και οι αρχαιογνωστικές αναζητήσεις της, δεν επέτρεψαν την έγκαιρη μελέτη του υλικού πολιτισμού. Η συστηματικότερη έρευνα του υλικού πολιτισμού άρχισε ουσιαστικά μετά τον Β΄  παγκόσμιο πόλεμο. Ο Γ. Μέγας είναι από τους πρώτους πανεπιστημιακούς δασκάλους που θα καταπιαστεί με θέματα λαϊκής κατοικίας. Στο βιβλίο του Εισαγωγή  εις την Λαογραφίαν πριν δώσει ένα διάγραμμα των θεμάτων της λαογραφικής έρευνας, γράφει: «πριν προχωρήσωμεν εις την εξέτασιν των πνευματικών εκδηλώσεων του λαού, να εξετάσωμεν το περιβάλλον εντός του οποίου αυτός ζη και εργάζεται και τον τρόπον, με τον οποίον αντιμετωπίζει τας ανάγκας της ζωής του». Στη συνέχεια, στο διάγραμμά του, διαιρεί τα λαογραφικά φαινόμενα σε τρεις ομάδες: α) υλικός βίος και τέχνη του λαού, β) πνευματικός βίος και γ) κοινωνικός βίος. Σύμφωνα με τον Μέγα, ο υλικός βίος και τέχνη του λαού διαιρείται στις ενότητες: α) Συνοικισμός β) Οικία και αυλή γ) Τροφές και ποτά δ) Ενδύματα και καλλωπισμός ε) Βίοι στ) Βιοτεχνία και λαϊκές τέχνες.
       Τον υλικό βίο μελέτησαν συστηματικά δύο ερευνητές, οι οποίοι δεν ανήκαν στον πανεπιστημιακό χώρο. Πρόκειται για την Αγγελική Χατζημιχάλη και τον Δημήτριο Λουκόπουλο. Η πρώτη απηχεί τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς των πνευματικών κύκλων της Αθήνας. Ο δεύτερος είχε άμεση και βιωματική σχέση με τον χώρο του χωριού και της υπαίθρου. Το 1925 είναι μία χρονιά σταθμός στη μελέτη του υλικού πολιτισμού. Κυκλοφόρησε το βιβλίο της Χατζημιχάλη «Ελληνική λαϊκή τέχνη. Σκύρος»  και  το βιβλίο του Λουκόπουλου «Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί».
Ο Σ. Κυριακίδης γράφει στο περιοδικό Λαογραφία μία θερμή βιβλιοκρισία για το έργο της Χατζημιχάλη. Η Χατζημιχάλη (1895-1965) ήταν αυτή που προώθησε τη μελέτη γύρω από τη λεγόμενη λαϊκή τέχνη. Στο έργο της για τη λαϊκή τέχνη της Σκύρου επισημαίνει στην Εισαγωγή την καθυστέρηση της σπουδής των εφαρμοσμένων τεχνών του λαού και την απώλεια των δημιουργημάτων του. Οι θέσεις της αυτές είναι έγκυρες μέχρι τις μέρες μας. Ωστόσο, συχνά η προσέγγισή της είναι συναισθηματική, εξετάζοντας τα υλικά δημιουργήματα με όρους «αισθητικής» και απογυμνώνοντάς τα από το ιστορικό και κοινωνικό τους περιβάλλον.
Το 1925 ο Λουκόπουλος δημοσιεύει το βιβλίο του Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί. Είναι το πρώτο βιβλίο που χαρακτηρίζεται για την πληρότητα και τη συστηματικότητά του όσο αφορά την εθνογραφική καταγραφή της κατοικίας και της διατροφής μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής. Το εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου υπογράφει ο Σ. Κυριακίδης. Εκεί επισημαίνει ότι στην Ελλάδα δεν έχουν γίνει συστηματικές μελέτες για την ελληνική κατοικία. Στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα ο Κυριακίδης διατυπώνει τις προθέσεις του Λαογραφικού Αρχείου να προωθήσει και τις μελέτες γύρω από τον υλικό βίο: «Ένεκα τούτου το Λαογραφικόν Αρχείον, ενδιαφερόμενον να ίδη εξ ίσου όλους τους κλάδους της λαογραφικής ερεύνης καλλιεργουμένους και αναπτυσσομένους, απετάθη προς διαφόρους παλαιούς και δεδοκιμασμένους λαογράφους συλλογείς και παρότρυνεν αυτούς, παρέχον άμα και τας απαραιτήτους οδηγίας, ίνα στρέψουν την προσοχήν των και προς τας οικήσεις και τας άλλας εν γένει υλικωτέρας εκδηλώσεις του λαϊκού βίου». Το βιβλίο αυτό του Λουκόπουλου είναι από τα λίγα, όπου η κατοικία, ως στεγαστικό και αρχιτεκτονικό κέλυφος, συνεξετάζεται με την οικοσκευή που εμπεριέχει. Ο Λουκόπουλος προσεγγίζει με επιστημονικό τρόπο το πραγματολογικό του υλικό και δεν παρασύρεται σε συναισθηματικές τοποθετήσεις, ούτε διαπνέεται από ρομαντική διάθεση μυθοποίησης της παράδοσης.
Το 1927 εκδίδει το βιβλίο του Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε σταθμό στην τεχνολογική σπουδή της υφαντικής και της ενδυματολογίας. Με τα έργα αυτά ο Λουκόπουλος καθιερώνεται ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της εθνογραφικής τάσης στη λαογραφία της περιόδου αυτής. Ο Λουκόπουλος γνωρίζει το υλικό του από αυτοψία και επιτόπια έρευνα. Εκεί έγκειται και η μεγάλη του αξία.  Για τον τρόπο που εργάζεται και ερευνά ο Λουκόπουλος πολύ διαφωτιστικά είναι δύο από τα καλύτερα βιβλία που συνέγραψε: Στ’ Άγραφα και Στα βουνά του Κατσαντώνη: Ο συγγραφέας περιηγείται με τα πόδια την ελληνική ύπαιθρο, συνομιλεί με βοσκούς, υλοτόμους, παντοπώλες, δασκάλους, ιερείς, ταχυδρομικούς υπαλλήλους και καταγράφει τα πάντα που ακούει από το στόμα τους. Το αποθησαυρισμένο ιστορικό και λαογραφικό υλικό που μας έχει αφήσει είναι τεράστιο και πολύτιμο.
Το 1934, στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, η Χατζημηχάλη διατυπώνει τις θεωρητικές θέσεις της για τη λαϊκή τέχνη. Η προσέγγισή της θα παραμείνει στις αναζητήσεις του παλιού τύπου, ωστόσο θα διαπιστώσει την ανάγκη μιας διεπιστημονικής προσέγγισης.
Το 1930 ο Λουκόπουλος δημοσιεύει τα Ποιμενικά της Ρούμελης. Και σε αυτό το βιβλίο κινείται μέσα στα πλαίσια των προηγούμενών του και δίνει ολοκληρωμένη εικόνα για τον ποιμενικό βίο της συγκεκριμένης περιοχής. Παράλληλα χρησιμοποιεί την προφορική μαρτυρία και την καταγράφει ατόφια από το στόμα των πληροφορητών.
Το 1937 ο Κυριακίδης διατυπώνει θέσεις σχετικά με τα λαογραφικά μουσεία. Σύμφωνα με τον ίδιο ένα μουσείο δεν πρέπει να συστήνεται με βάση την επιλογή των εκθεμάτων σύμφωνα με την αισθητική τους αξία. Τον επόμενο χρόνο (1938) στο άρθρο του «Τι είναι λαογραφία και εις τι δύναται να ωφελήση η σπουδή της» (Λαογραφία ΙΒ΄ (1938) 130-157), επισημαίνει ότι η λαογραφία ορίζεται ως η επιστήμη της υλικής και πνευματικής ζωής του λαού. Ωστόσο, η τεχνολογία και η οικονομία του πολιτισμού, παρά τη θεωρητική ισότιμη θέση εγγραφής τους στον υπό μελέτη πολιτισμό, θα παραμείνουν ουσιαστικά έξω από τα πραγματικά ενδιαφέροντα της λαογραφίας.

Το 1938 ο Λουκόπουλος εκδίδει τα Γεωργικά της Ρούμελης, όπου καταγράφει εξαντλητικά την παραδοσιακή τεχνολογία μελετώντας ταυτόχρονα τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ μελών της ίδιας συμβιωτικής ομάδας.
Στέφανος Τσιόδουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου