Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΧΑΠΙ


Από το βιβλίο του Κώστα Κούσουλα: Χρώματα της Γης

Η γριά Γιαννούλα κάθεται στην αγκωνή της αντίκρυ στο παράθυρο… Κοντεύει να νυχτώσει… Της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας σήμερα σκέφτεται. Μεγάλωσε η   νύχτα, πώς να τη σώσεις την άσωτη που δε σώνεται. Να ΄σαι μια γριούλα ανήμπορη, να περιμένεις πια να βγει η ψυχή σου, κι αυτή ντα να μη βγαίνει!

Σα σήμερα εκείνο τον καιρό στη χορευταριά του Δημήτρη, χορεύανε όλες οι κοπέλες της παντρειάς. Το τραγούδι το ΄παιρναν μια οι Θανέισες μια οι Αδαμέισες. Το ΄πιανε ψηλά η Βγενιά του Λουκά και το κεντούσε σαν αηδόνι. Ξέμενες, λιμπιζόσουνα να την ακούς, έλιωνε η ψυχή σου, σ΄αγκύλωνε η φωνή στην καρδιά και σε μάτωνε! Έτσι τραγουδούσε. Κι απέ όλες οι παναχωρίσιες από τραγούδι θα μου πεις! Αμ΄κάνανε κι άλλη δουλειά όλη μέρα! Χορό και τραγούδι σαν τις πέρδικες! Καλότυχες! Έπρεπε να σας έχω στον Αποδαύλακο ζεμένες στο μπαμπάκι να σας βγαίνει η γλώσσα, να σας πω εγώ. Θα τραγουδάγατε ή θα μοιρολογάγατε!
Σαν τότες που έπεσε κείνο το παλιομούλαρο να ψωφήσει μισοσποριά κι ο Γιώργης φώναξε: «ζέψου Γιαννούλα» είπα! Στην πρώτη έκανα πως δεν άκουσα κι απέ του απαντώ ύστερις πεισμωμένη. «Μαρέ είσαι στα καλά σου, που να ζευτώ μέρα –μεσημέρι, καλά – αχαμνά  είμαι νύφη, θα μας κοροϊδεύει ο κόσμος, ακόμα δε βδομάδιασα»! Μωρέ ζέψου σου λέω και τράβα τη σβάρνα να τελειώσουμε, δε βλέπεις τη Γούρνα που γιόμισε και κρέμασε αντάρες, θα βρέξει κι άμα πνιχτούνε τα χώματα άιντε να ξανασπείρουμε στη μαργωμένη γλίτσα και να δούμε φύτρο και προκοπή από μπαμπάκι! Ζέφτηκα κι εγώ τότες μπροστά κι είπα κι ένα τραγούδι!.
Εχ! Πάει κείνο το μουλάρι κείνη τη μέρα, το βράδυ ψόφησε, τριάντα χρονώ περασμένα το δύστυχο, και δούλευε ακόμα… Αμ εγώ που πάω τώρα τα ενενήντα κι ακόμα ζω! Τρις τριάντα ενενήντα, δουλειά ίσαμε τρία μουλάρια δηλαδής! Κι αν πεις εσύ αν ζέφτηκα κι αν δε ζέφτηκα! Έχεις εσύ ιδέα από Πατρικέους! Πρώτοι γεωργοί και νοικοκύρηδες, αλλά δουλειά, δουλειά να δουν τα μάτια σου! Ξέρανε και τίποτα άλλο! Σόι που το πέτυχα κι εγώ! Άει θα χορτάσεις δουλειά μου είπανε οι φιλενάδες μου. Δεν τον παίρνω λέω, τάχα, είναι μαύρος σα γύφτος! είπα στον πατέρα σαν ήρθανε τα προξενιά. Γιατί Γιαννούλα εσύ μαθές είσαι παράσπρη και δεν ταιριάζεις με τέτοιο νοικοκύρη; Θα σ΄ αρχίσω κακομοίρα στο στυλιάρι να σε κάνω κομμάτι μαύρη να ιδείς εσύ ύστερα πως θα ταιριάξετε! είπε ο γέρος μου και με παλάμιασε να δεις εσύ μ΄ ένα χέρι  σαν σίδερο! Τον πήρα τότες που λες κι εσύ τον Γιώργη κι είπα ακόμα ένα τραγούδι! Εχ τραγούδια όμορφα που λέγαμε μια φορά!  «Το βλέπεις κείνο το βουνό το πέρα και το δώθε, πόχει ανταρούλα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα, εκείν΄ ο πύργος γυάλινος με κρουσταλλένια τζάμια»… Απέναντι, να, φαινότανε ο πύργος στην Αγόριανη  και το τραγούδι έτσι έπαιρνε το δίκιο του. Τώρα ούτε πύργος, ούτε γυάλινος! Τα κάμανε ούλα γυαλιά – καρφιά! Χτίσανε στη χορευταριά, πάει, έκλεισε ο τόπος απ΄ τα τσιμέντα ένα γύρω, όλο πλάκα, δεν θέλω λέω εγώ ζωντανή, πλάκα βάλτε μου άμα πεθάνω και ξενοιάσω, τούτα δεν είναι σπίτια είναι φυλακές, αμ΄ τι ήθελες μάνα να ανοίξουμε την αστρέχα με το κεραμίδι που έμπαζε το μισό χιόνι ή να αφήσουμε τον καμπινέ στον κήπο να πηγαίνεις να παίρνει ο τέτοιος σου, όπως λέει ο Στάθης, αέρα! Βολές θα πεις, κουζίνες τώρα, ντουαλέτες και χαμπέρια, αμ΄ το κλουβί, κλουβί είναι! Αμ΄ γέρασες τώρα μάνα κι όλα σου φταίνε! Αυτό να πεις! Ναι! όλα στραβά κι άσκημα, αλλά σαν τα γηρατειά παράσκημα δεν έχει! αναστενάζει.
Νύχτωσε. Είπε να ανάψει – άλλο τούτο πάλι – τσακ! το ηλεκτρικό αλλά νυστάζει και χασμουριέται. Γιατί δεν ανάβεις το ηλεκτρικό μάνα, ΄κονομία μας κάνεις; Μ΄ αρέσει έτσι! Να όπως παίζει η φωτούλα έτσι στο παραγώνι κι έτσι ζεστούτσικα, κοιμάμαι να δεις όλη ώρα κι ονειρεύομαι…
…΄Ητανε λέει γιορτή, τη δεύτερη για την Τρίτη τα Χριστοήμερα, και μπροστά στην πλατεία στου Δημήτρη χόρευε η γριά Γιαννούλα… «Δώδε – μαρέ, δώδεκα χρόνους στο στρατό γιεμ΄ στο ταχτικό παημένος πως τα πέρασα ο καημένος!». Κι εδά κει, κοκάλωσε! Μαρέ τι χαζεύεις της λένε οι Αδαμέισες, θα χορέψεις κακομοίρα, τι στεριώθηκες μπροστά σα κούτσουρο κι αφήνεις αξετύλιχτο το χορό χρονιάρα μέρα! Μαρέ σεις! Πω! Το Γιώργη βλέπω σας λέω! Το Γιώργη πόκαμε ο άμοιρος δώδεκα ολόκληρα χρόνια στο πόλεμο, απ΄το δέκα που ήτανε κληρωτός ως το εικοσιδυό που γύρισε απ΄τη Μικρασία, το Γιώργη μ΄ που γύρισε μαύρος κι άραχλος, μαρέ Γιώργη μ΄ παραήσουν μαύρος, πως έγινε και γύρισες έτσι σα χάρος;
-         Ο χάρος είμαι κι ήρθα να σε πάρω! είπε ο Γιώργης κι ξάνοιξε σα φαγάνα μπροστά απλωτή τη κοσιά, όπως όταν θέριζε σαν αγέρας όλο αξιοσύνη φραστ! το τριφύλλι…
-         Ωχ! Πετάχτηκε απ΄ τον ύπνο της η γριά Γιαννούλα…
-         Στάθη, όρα Στάθη φώναξε κλαίγοντας το γιό της.
Τρεμούλιασε η άμοιρη, μπέρδεψε τον ύπνο με τον ξύπνιο της, σαστισμένη ψαχούλευε δεξιά – ζερβά να βρει το ηλεκτρικό, νάτο τώρα που το χρειάζεται δεν το βρίσκει, άλλοτε το πετυχαίνει και άλλοτε χάνεται κι αυτό το σκασμένο, τσακ! έκαμε επιτέλους εκείνο και τ΄  άναψε. Την είχε πιάσει κοντανάσα, τρεμούλιαζε σωμένη η ψυχούλα της, έπιασε να σιάξει τα μαλλιά της με το μαντήλι, σαν για να βάλει τάξη στη σκέψη της, τι μαλλιά να πεις! Της είχανε μείνει δυο λουιδιά άσπρα, σώπα ζωντανή είσαι ακόμα Γιαννούλα! Σώπα! βεβαίωσε τον εαυτό της. Κι ύστερα Στάθη ξαναφώναξε δυνατότερα τώρα…
Το φως άστραψε στη στιγμή, ξεπουπούλιασε την καμαρούλα, την άδειασε απ΄ τα φτερωμένα άσκημα όνειρα της γριούλας, την ησύχασε όσο να πεις, της έδωσε κουράγιο και απαντοχή… Παραδίπλα της στο τζάκι έκαιγε ακόμα το χοντρό κούτσουρο που έφερε τ΄ αποβραδίς ο Στάθης και της απόδινε γλυκιά τη ζεστασιά. «Δεν ξέρω ΄γώ παιδάκι μου – άλλη τούτη ιδιοτροπία – εσείς κάμτε όπως θέλετε με τα πετρέλαιγα και τις σόμπες σας. Εμένα να μου μυρίσει το πετρέλαιγο θα πεθάνω! Δυο ξυλαράκια θέλω στο τζάκι μου να βλέπω τη φωτιούλα να μοσχοβολάει! Δε θέλω πετρέλαιγα!». Τώρα η φωτιά στο τζάκι παίζει κι ούτε χοροί, ούτε τραγούδια, κι ούτε κι ο Γιώργης που πέθανε, κοντά δέκα χρόνια τώρα κι αναπαύτηκε ύστερ΄ από τόση δουλειά. Κι ούτε πως ήρθε τάχατις σαν το χάρο όπως ονειρεύτηκε να την πάρει μαρή με την κοσιά…
-         Μάνα μου! ανάσανε επιτέλους σίγουρη κι γλιτωμένη… Όμως; Τι όμως; Όμως να, να δεις εσύ εκεί στην κούπα της καρδιά της φρρ… φρρτ! Κάτι σα να σώνεται κάτι σα να μην πάει καλά ωχ! έκαμε πάλι. Νάτο το όνειρο που βγαίνει τώρα φως – φανάρι!
-         Στάθη! Έσκουξε πια με φωνή μεγάλη ν΄ακούσει ο γιό της…
-         Εχ, καημένη κι εσύ, τι ΄ναι πάλι καημένη μάνα! Ακούστηκε παραδίπλα η φωνή βαριά μαχμουρλίδικη απ΄ τον ύπνο. Ύστερα, πιο δυνατά, έρχομαι φώναξε ο Στάθης.
-         Τι έχεις και δεν κοιμάσαι; Είπε μόλις φάνηκε στην πόρτα και την ζύγωσε ήσυχος, γερός και ήμερος, σίγουρος ο Στάθης, γιομίζοντας με τις φαρδιές του πλάτες την καμαρούλα της γριάς. Ήτανε τόσο λεβέντης που μπορούσε να παλέψει με το χάρο και να τον νικήσει! Καημένη μάνα, ξανάπε γλυκά, σου σωθήκανε κι αλαφιάζεσαι πια μες τη νύχτα, τι θέλεις πάλι και φωνάζεις,  της χάιδεψε το χέρι, που του άπλωσε για να τη ΄συχάσει. Ο σφυγμός της νάτος, λιγούτσικος σαν κλωστούλα, αλλά σταθερός και κανονικός, τσικ, τσικ, τσικ, νάτος, δεν είχε τίποτα η γριά.
Καλά το ΄πε ο γιατρός, θα ζούσε να δεις ως τα εκατό…
-         Παιδάκι μου είδα το χάρο με τα μάτια μου, άκου εκεί τη θέλω! Δε με πιστεύεις, ε, τον είδα σου λέω χόρευα, ναι, χόρευα μπροστά στο χορό και νάσου ο πατέρας σου που ερχότανε μαύρος να δεις κατάμαυρος με τα γένια του σαν έως τότε που γύρισε απ΄τη Σμύρνη και κρατούσε πα παα, τη κοσιά, φραστ! Ωπ! ξύπνησα η κακομοίρα και ωχ! η καρδιά μου κάνει φρρτ!  Νάτη εδώ ωχ! Νάτη, και φεύγει, σώνεται σου λέω η καρδούλα μου, μαρέ παιδάκι μου, δώσμου να χαρείς εκείνο το χάπι που είπε ο γιατρός που είναι για τις δύσκολες τις ώρες, να δεις πως το λένε, το χαπάκι ντε, το μικρό, το δυναμωτικό!
-         Καλά, καλά ησύχασε τώρα, δεν έχεις τίποτα, τη χάιδεψε πάλι ο Στάθης και γύρισε ξυπόλητος με τις ποδάρες του να! σαν ψωμιά, κατά τη γωνιά που ήτανε τα φάρμακα της γριάς. «Βρε τι να την κάνουμε Στάθη τη γριά, πάει τώρα τα ενενήντα το θεριό και δε λέει να παραδοθεί, ας ζήσουμε και εμείς – είπε ο γιατρός – τα χρόνια της, δεν έχει τίποτα η γριά σου λέω, εκτός από γεροντάματα! Αυτά ξέρεις δε θεραπεύονται!». Όλο ΄νειρεύευται γιατρέ, δεν έχει ύπνο, μπερδεύει τη νύχτα με τη μέρα, ξυπνάει όλη ώρα τσακ! τώρα που το ΄μαθε κείνο το ρημάδι το ηλεκτρικό τσακ, μια το σβήνει και τσακ! μια τ΄ ανάβει, δε μας αφήνει να ησυχάσουμε! «Κοίταξε να σου δώσω ένα ηρεμιστικό, τι να σου πω, άκακο, βάλιο το λεν, κάτι χαπάκια απ΄ αυτά που δίνουν στα μωρά και κοιμούνται, δίνε της πότε – πότε από κανένα να ησυχάζει…»
-         Τώρα μάλιστα είπε ο Στάθης! Έψαξε ξανάψαξε τα μπουκαλάκια τα σκονάκια, όλο το οπλοστάσιο και τις εφεδρείες απ΄ τα φάρμακα της γριάς – Γιαννούλας  που νικούσε το χάρο και της δίνανε παράταση ως τα εκατό χρόνια, τίποτα! Τα χαπάκια είχαν σωθεί! Τώρα; Ξανάπε αμήχανα κι έξυσε το κεφάλι του μια φαλάκρα πλατιά και καλοσυνάτη σαν ήλιος καλοκαιρινός.
-         Άει παδάκι μου σώνομαι, τι χασομεράς; Έκλαψε σαν μωρό η γριούλα, κρεμασμένη με τα μάτια της απάνω του…
-         Τώρα βρε μανούλα μου, μπα σαν παιδάκι κάνεις, λίχρα είσαι ώρες – ώρες, το ξέρεις; Τώρα σου λέω να σου δώσω μια ασπιρινούλα, σωθήκανε τα χάπια, θέλεις;
-         Παιδάκι μου με κοροϊδεύεις, τι να μου κάνει εμένα η ασπιρινούλα, σβήνω σου λέω, πάει χάνομαι, πρόφταξε τρέξε, σύρε γλήγορα στο γιατρό!... Πάει η μανούλα σου άρχισε να μοιρολογάει η γριά.
-         Βρε καλή μου μάνα ξέρεις τι ώρα είναι; Μαύρα μεσάνυχτα, έξω βρέχει, δεν ακούς, που να πάω τέτοια ώρα να ξυπνήσω το γιατρό!
-         Παιδάκι μου αυτόνε, λογαριάζεις μαρέ, ή τη μάνα σου, τρέχα σώσε με γιέ μου, χάνομαι, πρόφταξε σύρε στο γιατρό, σβήνω σου λέω… ξακολούθησε κλαίγοντας η γριά…
Ο Στάθης, τι να κάμει, φόρεσε το παντελόνι του, έριξε την πατατούκα στην πλάτη του, κι άνοιξε κάτω την αυλόπορτα. Η βαριά πόρτα έτριξε καθώς οι σταγόνες της βροχής, όπως ήτανε χοντρές και κρύες χτυπήσανε στην φαλάκρα του και τον στομώσανε… Ξύστηκε να δεις αμήχανα, βρε να πάρει η ευχή είπε…
Η γριά άκουσε το τρίξιμο της ΄ξώπορτας κι αναθάρρησε. Σταμάτησε να κλαίει ανασηκώθηκε κιόλας τεντώνοντας τα σκεβρωμένα της κόκαλα που τρίξανε λίγο και στεριώθηκε στην πλάτη της. Ωχού, κοκαλάκια μου παραδαρμένα και ψυχούλα μου σωμένη, αναστέναξε. Ύστερα θαρρείς ετοιμάστηκε, ακούμπησε καλά στην πλάτη και πήρε θέση περιμένοντας το χάπι. Έτσι το ΄παιρνε, ορθούτσικα μια στάλα, με μια γουλίτσα νεράκι και ωωπ! Εκείνο να δεις εσύ πήγαινε κατευθείαν να δυναμώσει την καρδιά της! Μωρέ να δεις ένα τόσο δα χαπάκι το άτιμο, σα φακόσπυρο, έτσι έλεγε στο Στάθη, και να δεις σου λέω παιδί μου τέτοιο θάμα! Ωπ! Το παίρνω σου λέω γιέ μου και το καταλαβαίνω που στρώνει η ανάσα μου ησυχάζω και κοιμάμαι σαν πουλί! Αχ! Χίλια χρόνια να ζήσεις εσύ γιατρέ μου με το χάπι σου, κι απέ εμένα να σου πω, ε, μου φτάνουν τα εκατό! Αμέ! Νάσαι καλά! Χαλάλι σου τα χίλια!
Ο Στάθης ξαναξύστηκε στην πόρτα όπως την κρατούσε ανοιχτή, δειλιασμένος, μια να βγει στη βροχή, και μια ν΄ αντικρίσει το γιατρό – τι; χάπια για τον ύπνο της γριάς! Καλά ρε Στάθη εσύ χάζεψες με τη γριά, αλλά εγώ τι φταίω, να ΄ναι μια σοβαρή ανάγκη άντε, να με ξυπνήσεις αλλά για τα φακόσπυρα, όπως τα λέει κι η γριά…
Εδώ ακριβώς η όψη του Στάθη, όπως ήτανε ανήσυχη, ξαστέρωσε κι ένα χαμόγελο έφεξε στ΄ ανοιχτό καλοσυνάτο του πρόσωπο…
Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα και γύρισε πίσω στο κατώι, στην αποθήκη, ακριβώς κάτω απ΄ την καμάρα της γριάς. Άναψε το φως και ψαχουλευτά, σαν κλεφτής περπάτησε ανάμεσα από σοδιές σιτάρι, φασόλια, καλαμπόκι και ρεβίθια – το Πατρικέικο ήτανε το πιο γερό σπίτι στο χωριό κι ο ίδιος ήτανε παράξιος ακόμα κι απ΄  τον παππού κι απ΄ τον πατέρα του – κι έφτασε, να, στις φακές, Χύμα στη γωνία έστεκε η φακή ακόμα απούλητη, μπασμένος ο Νοέμβρης για καλά. Άκου ΄κει ρε αφιλότιμοι – ο ένας ερχότανε να την πάρει απ΄ τους εμπόρους κι ο άλλος καμωνόταν πως δε τη θέλει – να θέλετε να σας τη δώσω τζάμπα, τέτοια φακή, τέρα κεφάλι σαν πινέζα, είναι και βραστερή, να λιώνει μ΄ ένα χούχλο, άστηνε να καθίσει, δεν την πουλάω! Χμ! Κι απέ ήρθε η ώρα να κάμει να δεις τώρα κι αυτή το θάμα της! Είπε θριαμβευτικά….
Τη χάιδεψε καρτερώντας να περάσει κάμποσο ακόμα η ώρα «άει παιδάκι – τρέμιασε πάνω του πάλι η γριά – γιατί αργείς, έφυγε μαθές ο γιατρός και δεν είναι σπίτι, να! δυο δρασκελιές μωρέ παρακάτω είναι ο γιατρός, κι ακόμα αργείς!..»
Διάλεξε τρία χοντρά φακόσπυρα, τα κράτησε στη χούφτα του προσεχτικά περπάτησε τώρα προς τα πίσω πάλι σουρτά, αθόρυβα έτσι έφτασε στη θέση μεσ΄ απ΄ την εξώπορτα κι έσβησε το φως. Ύστερα την άνοιξε κούφια χωρίς ν΄ ακουστεί, κι απότομα ύστερα τη βρόντηξε φουριόζος τάχα, σαν όπως έρχεται βιαστικός απ΄ όξω. Μαζί «έρχομαι μάνα» φώναξε για να την γκαρδιώσει. Απ΄το βρόντο κι απ΄τη φωνή ξύπνησε η γυναίκα του, τα παιδιά, «τι ΄ναι Στάθη φώναξε κι αυτή, δεν είναι καλά η μάνα, να σηκωθώ;». Δεν είναι τίποτα, είπε, εσείς κοιμηθείτε, ησυχάστε! Πέρασε το διάδρομο δίπλα τους κι έφτασε στην πόρτα της γριάς. Ανοίγοντας είδε, να το στόμα της που έχασκε στον τοίχο απέναντι περιμένοντας το χάπι, ολάνοιχτο σα σπηλιά…
Έλα της είπε γλυκιά πιέτο! Δεν έχει λέει άλλα και μου έδωσε δυο –τρία χύμα, απ΄ τα δικά του ο γιατρός. Αύριο θα σου πάρω εσύ να δεις απ΄το φαρμακείο ολάκερο το κουτί με το μπουκαλάκι γιομάτο απ΄τα χαπάκια!...
Η γριά Γιαννούλα χάιδεψε το φακόσπυρο όλο λαχτάρα. «Σαν ξεγυρισμένο το βλέπω», είπε χαρούμενα. Το μπούκωσε με μια μεγάλη γουλιά νερό, κι όπως το πιε, εκείνο να δεις εσύ πήγε σε μια στιγμή κατευθείαν στην καρδιά της και τη δυνάμωσε στο λεφτό! Αχ! Φχαριστώ παιδάκι μου, να χεις την ευχή μου, είπε τώρα ησυχασμένη και αποκοιμήθηκε σαν πουλί…

Είμασταν μπροστά στο τζάκι της γριάς Γιαννούλας εκείνη τη μέρα… Μέχρι τα εκατόν τρία χρόνια που πέθανε η γριά – μου το ξομολογήθηκε ο Στάθης – με καταξόδιασε! Μου κατάπιε η κακομοίρα ίσαμε πέντε τσουβάλια φακόσπυρα! Για ιδέ τα ΄βαζα κάθε φορά σ΄αυτό το κίτρινο μπουκαλάκι! Το κρατάω ακόμα για να τη θυμάμαι! είπε κι αναστέναξε δακρυσμένος, όπως σταθήκαμε μπροστά στη φωτογραφία της που μας κοίταζε κι εκείνη όλο αγάπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου