Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Αργάτισσα στον κάμπο

Ευσταθία Λ. Κότσια

Η Ευσταθία Λ. Κότσια αφηγείται στην Βασιλική Χριστοπούλου στο βιβλίο: 
Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται

Φεύγαμε στο παζάρ’ τ’ Δαδιού, ξυπολυτούτσικα και νηστικούτσικα. Γυρίζαμε τα Χριστούγεννα και ματαφεύγαμε το Μάη για σκάλο μέχρι της Παναγιάς.
Η Τασούλα Θάνου, η Θυμιά Μπγατσούλα, η Λουκία Χλιάρα, η Κατσαμπέρου, η Θανασία Κιριμέζη, η Παναγιωτίτσα Κιριμέζη, η Παναγιού Μαυράκη, παρέα ξεκινάγαμε.
Παίρναμε ένα καρβελάκι μπομπότα, καμμιά βελέντζα και πααίναμε στην Πετρομαγούλα, στο Ρέτζο, στον Καράλα και σε άλλους νοικοκυραίους.
Ξεκοπή δουλεύαμε, τη νύχτα νυχτερεύαμε, ξαίναμε μαλλιά, βγάζαμε καντήλες για να μας δώκνε καμιά φλέγκα ψωμί.
Την Κυριακή δουλεύαμε για να πάρουμε καμιά παντόφλα να μην ξεκέψουμε το βδομαδιάτικο. Μεγάλη Παρασκευή βγαίναμε βαμπακιές. Κοιμόμασταν στο υπόγειο του σπιτιού. Το βράδυ μας φκιάνανε λίγα φασόλια, όλο ζ΄μί.
Άμα μαζεύαμε βαμπάκι, ξεκινάγαμε νύχτα με τα ποδάρια, άμα ήτανε να σκαλίσουμε, μας πααίνανε για να φτάσουμε νωρίς.
Μαργώναμε, μας κοπάναγε η κρυάδα απ’ τ΄ απόγειο απ΄ τα ποτάμια. Μάζωνα 100 – 110, 120 οκάδες, τώρα το ζυγιάζουνε, τότε με το μάτι το υπολογίζανε.
Για να μάσω γλήγορα βαμπάκι, να μη χασομερήσω, δεν καθόμανε καταγής να φάω μια χαψιά ψωμί και κανένα κερλεντίτσι. Δάγκωνα το ψωμί και το πέταγα μπροστά στον όργο, τόβρισκα, ματαδάγκωνα και πίσω τα ίδια.
Μας δίνανε μοίρα καλότχη μ’ 4 – 5 δεκάρες την οκά. Τώρα έχει οχτάωρα, που κείνα τα μαρτύρια που περάσαμε εμείς.
Ορφάνεψα 9 χρονών, ο πατέρας μ΄ πέθανε 48 χρονών, πείνα και δυστυχία εδώ, τι να κάνουμε. Η θειά μ’ η Ασήμω Κιριμέζη με πήρε να μαζώξω βαμπάκι, με είχε στο πλευρό της, με πρόσεχε και με υποστήριζε, μικρό παιδί ήμανε. Τηράγαμε η μια την άλλη, μοιράζαμε τη χαψιά μας, τηράγαμε τη φτώχεια μας.
Ο κόσμος μας αγάπαγε, δε μας ενοχλούσε. Το βράδυ τραγουδούσαμε και χορεύαμε και ξαχνάγαμε την φτώχεια και την ορφάνια μας. 

Στου Παρνασσού τα έλατα να παώ να ξαποστάσω
και την καλή μ’ να καρτερώ τον πόνο μου να πω
να πιού κρασί απ’την Αράχωβα, να πιού για να μεθύσω
και την αγάπη μου να την αστοχήσω.

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο
Η ξενιτιά σε χαιρεται και εγώ τραβώ τον πόνο.
Φεγγάρι μου ολόλαμπρο και λαμπροφορεμένο
αυτού ψηλά που περπατάς, εκεί ψηλά που λάμπεις,
μην είδες την αγάπη μου που στρώνει που κοιμάται.

Δεν μπορώ Χάιδω μ’ δεν μπορώ και συ μου θες παιχνίδια
μέσα στην κούνια βάνεμε, εκεί στην αρμενίτσα
και με το χέρι κούνα με και με το χέρι γνέσε
και με το στόμα σ’ το γλυκό πες μου τραγούδια θλιβερά.

Κορίτσια μαυρομάτικα έχω δυο λόγια να σας πω
και δυο να μολογήσω
ταχιά σα παντρευτείτε φλωριά μη λιμπιστείτε
στον άντρα τον καλό μπροστά στο παλικάρι.
Έτσι λιμπίστηκα και γω και χάθηκα η καημένη
φωτιά να πέσει στ’ άσπρα του, λαμπάδα στα φλωριά του.

Μέχρι τα Χριστούγεννα μαζεύαμε βαμπάκι και καντήλες. Αγοράζαμε γνέμα για να φκιάσουμε κανά προικιό. Εγώ αγόρασα και αρνάκια και φκιάσαμε πρόβατα με τον αδερφό μου το Θανάση. Τα φκιάσαμε 40, άμα παντρεύτηκα τα μοιράσαμε, και πήγαμε και 10 στη Δαμάστα, τάχαμε ταμένα.
Παντρεύτηκα το Λουκά Κότσια, τον καλό τον άνθρωπο, αποχτήσαμε δυο καλά και όμορφα παιδιά. Περάσαμε μαζί πολλά βάσανα. Ας είμαστε καλά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου