Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΛΟΥΚΟΥΜΙ


του Κώστα Κούσουλα


Στο μικρό καφενείο του χωριού, στ΄απάγκιο της εκκλησιάς κάτω από τον πλατανάκο με τα γερτά κλαδιά παίζουν κοντσίνα ο γέρο Στάθης με τον μπάρμπα Παμεινώντα. Οι δυο μαζί κάνουν εκατόν πενήντα χρόνια, από εβδομήντα – ογδόντα ο καθένας, φίλοι καρδιακοί και γειτόνοι. Όσο βαστάει το παιχνίδι τόσο που η γλώσσα τους βροντάει και μπουμπουνίζει. Γύρω τους να κάμει χάζι, μαζεύεται χοντρή και ψιλή μαρίδα, γερόντοι σοβαροί που χαίρονται τις μπλόφες, και παιδιά που γελάνε με το αθώο χωριάτικο κέφι σαν λουλούδια στην απαλή βροχή.
     Τύφλα στα μάτια σου! Χαζοπρόβατο!
     Χαζοκυβέρνηση! Μπεε! Κοίτα τώρα με τα μάτια το διπλό!
     Πωπω! Τι έχει να γίνει φωνάζουν οι απέξω εν χορώ.

Οι δυο αντίπαλοι φτύνουν καλά τα ροζιασμένα χέρια τους  – ο ένας γεωργός, ο άλλος κτίστης  – για να κολλάνε καλύτερα τα χαρτιά. Φιγούρες και γραμμένα παππουδιασμένα και χοντρά απ΄τη χρήση μοιάζουν σαν κομμένα από στρατσόνι, ξεφτισμένα, παραλλαμένα, με τους ρηγάδες κουρελήδες και με τις ντάμες που φοράνε τα πολύχρωμα λερωμένα φουστάνια τους και μυρίζουν, ίδιες να δεις οι γύφτισσες στ΄αλώνια! Μια φορά θέλησε ο μπάρμπα Γιάννης  – ο καφετζής –  να τους δώσει μαθές καινούργια κοντσίνα, και τα γυαλιστερά χαρτιά γλιστράγανε  από τα χέρια τους σαν υδράργυρος! Είδανε κι αποείδανε ‘’ φέρε μας μια κοντσίνα να πιάνεται μωρέ Γιάννη! Αυτή είναι για μορφωμένους!’’ είπανε στον μπάρμπα Γιάννη.
     Χα! Κάγχασε απόξω, σαν κορυφαίος του χορού ο μπάρμπα Γιώργαρος, λαϊκός φιλόσοφος κυνικός. Τα μεταξωτά βρακιά βλέπεις θέλουν και ΄πιδέξιο κώλο!..

     Όρνιο! Μπούφο! Μπάμ – μπούμ! Οι κανονιές να συνοδεύουν τα καλαίσθητα αυτά επίθετα από πουλιά που φημίζονται για την ευφυΐα τους, είναι το χτύπημα των χεριών πάνω στην ηχηρή επιφάνεια του τραπεζιού. Το στρόγγυλο λαμαρινένιο έδρανο στηριγμένο ψηλά στο μεταλλικό τρίποδα είναι μοναδικό για τέτοιου είδους ηχητικά ‘’εφφέ’’ που ταιριασμένα, συνοδεύουν με τον αχό τους την τρομερή μάχη. Τα χοντρά ροζιασμένα χωριάτικα χέρια κατεβαίνουν κραδαίνοντας το δέκα το σπαθί ή το ρήγα μπαστούνι σαν καταπέλτες. Ντάμ! Ντούμ! Παραδώσου! Πνίξου! Μωρέ παραδώσου σου λέω!

Ξαφνικά ησυχία. Οι αντίπαλοι φτύνουν ξανά τα χέρια και μετρούν ο καθένας, τα μαζεμένα δικά του χαρτιά. Αμίλητοι. Τι συμβαίνει; Ο γέρο Στάθης συννεφιασμένος ξαναμοιράζει. Ένα δύο τρία τέσσερα ένα, δύο, τρία τέσσερα. Είναι τα χαρτιά της τελευταίας μοιρασιάς. Έτσι γίνεται στον κάθε γύρο, καθώς οι απόξω κρατάνε την ανάσα τους. Ξαναμετράνε τα πιασμένα φύλλα τους. Ξύνουν τα χοντρά ακούρευτα κεφάλια με τις χερούκλες τους. Προσοχή! Εδώ κρίνεται το παν! Ζυγό, ζυγό, ζυγό, μονό χαρτί λέει ο ένας. Μονό, μονό, μονό, ζυγό χαρτί λέει ο άλλος. Με επιφύλαξη ακουμπάνε μαλακά τα ένα – δυο πρώτα χαρτιά, ψαχουλευτικά, πονηροί σαν τις αλεπούδες όντας πάνε σιγά – σιγά, να κλέψουν τις κότες. Αυτή είναι η μεγάλη σιγή πριν απ΄τη μεγάλη τελική επίθεση

Ο γέρο Στάθης ογκώδης, βαρύς, σιδεροτρίχης απ΄ τα γερατειά, με φρύδια πυκνά, με γένια δασιά, με σκούφια στο κεφάλι μοιάζει με λιοντάρι έτοιμο να χιμήξει. Ντροπαλός και συγκρατημένος σ΄όλα του, με λίγες κουβέντες. Γεωργός από τους λίγους απ΄αυτούς που γεννηθήκανε και θα πεθάνουν στου χωραφιού την αυλακιά! Μπορεί να στέκεται ώρες, όντας δεν έχει δουλειά, χωρίς να του πάρεις λέξη, αμίλητος σαν βράχος ή σαν κοτρώνα σημαδιακιά. Όταν παίζει κοντσίνα, θαρρείς και είναι τότες άλλο πράμα. Εύστροφος και μιλητικός σαν το τρεχούμενο νερό, σκάει σαν πυροτέχνημα όλο κέφι και χωρατά.

Ο μπάρμπα Παμεινώντας λειψός, κοκαλιάρης ασπροτρίχης σαν ασβός και κοκκινωπός σαν μανταλίδι. Αυτή η φυσική του κοκκινάδα τον έφερε σε δύσκολη θέση από μικρό. Είναι ασπροτρίχης από γεννησιμιού. Αλμπινός όπως το λένε στη γενετική. Είχε αχρωματοψία. Μαλλιά, φρύδια, τσίνουρα ασπροκίτρινα σαν γουρουνίσια και κόκκινα χείλια, μάγουλα, αυτιά. Αυτό το περίεργο φυσικό του δημιουργεί ένα πρόσθετο ντροπής που τον κοκκινίζει ακόμα πιο βαθιά. Στη μικρή κοινωνία του χωριού τον γκωμιάζουνε κάλπικη λίρα, κόκκινο κοσάρι, φραγκομονέδα, καλπότριχα και άλλα τέτοια πολλά. Όλα αυτά τα βαφτιστικά του τα ΄χει ταιριάξει ο γέρο Γιώργαρος ο φιλόσοφος, ένας γέρος ψηλός με σαγόνια και γένια όλο γωνίες κι αγκρίφια σαν τις πέτρες που πελεκάει, πελεκητής ο ίδιος, αρχιχτίστης  κι αρχιπειραχτής, που δεν έχει άλλο στον κόσμο. Ο μπάρμπα Παμεινώντας σαν παίζει χαρτιά –  είναι μαζί τρομερά τσιγκούνης  –  και χάνει κιόλας, έ, τότε το δέρμα στο μούτρο του αρπάζει και λαμπαδιάζει κατακόκκινο, βγάζει θαρρείς φλόγες, απαράλλαχτα όπως το μανταλίδι όντας το ψήνει στο καμίνι η φωτιά.

     Ωχ! Ωχ! Πάει το μανταλίδι κόρωσε. Τώρα να δεις τι θα πάθεις! Τρίζει τα δόντια του ο γέρο Στάθης και το μάτι του αστράφτει – μάνα μου! σαν λεπίδα ατσαλιού!
     Χάσου χαζοκοτρώνα! Θα σε λιανίσω και θα σου βγάλω ην πιτιά! Το μάτι του μπάρμπα Παμεινώντα μάτωσε κατακόκκινο σαν του άσπρου κουνελιού.

Πω πω! Λες να σκοτωθούνε; Μωρέ αυτοί γινατώσανε του καλού καιρού! Μπάμ! Μπούμ! Μπαμπαμπουμ! Βροντάει ο ορυμαγδός με τις κανονιές απ΄τα ύστερα χαρτιά. Μαζί, πέφτουνε σκόρπιες και οι μπαταριές απ΄τα λιανοτούφεκα. Είναι οι απόξω. Χιμάνε όλοι απότομα φωνάζοντας, ήρθε η ώρα να μιλήσουν επιτέλους κι αυτοί ‘’δεν έπαιξες καλά Στάθη, αν του ΄βαζες πρώτα το δέκα κάτω, θα ΄κανες πέντε!’’ . ‘’Τι λες εσύ έξυπνε να! Πέντε στα μάτια σου!’’. ‘’Στα δικάσου!’’. ‘’Ησυχία, ησυχία! Θα βγάλετε τα μάτια σας για ξένες υποθέσεις!’’ φωνάζει πάλι τώρα ο μπάρμπα Γιώργαρος ειρηνικά. 

Οι αντίπαλοι μετρούνε τέλος τα χαρτιά και γράφουνε τους πόντους. Ο γέρο Στάθης σαν πιο γραμματισμένος, σημειώνει στη πλάκα τ΄αποτελέσματα.
–   Τέσσερις ο μπούφος, λέει μετριοφρόνως για τον εαυτό του, μια το μανταλίδι που κόρεσε φωτιά! Μοίραζε εσύ τώρα χαρτιά!

Χρόνια τώρα είναι που γίνεται έτσι. Επινίκιο; Ένα λουκούμι! Ένα χοντροκαμωμένο ζυμαρίσιο γλυκό λουκούμι πασπαλισμένο με αλευζοχάχαρη. Ο κερδισμένος το βουτάει πρώτα στο νερό να μαλακώσει – ανάθεμα τα γεράματα! Δεν έχεις δόντια μωρέ ούτε για λουκούμι! Φέγγει εκείνο όλο πεθυμιά μέσα στο κρύο νερό, μεγαλώνει και γίνεται άλλο τόσο, διάφανο μαστιχάτο ή κόκκινο τριανταφυλλάτο, και οι απόξω δεν μπορούν να κρατήσουν ούτε τα σάλια τους. Ο νικητής το απολαμβάνει αργά –  αργά να μην τελειώσει –  ωχ γλύκες! –  πίνει ύστερα το ζαχαρωμένο νερό –  εις υγείαν! Πάντα τέτοια να χαίρεστε! –   κι ευφραίνεται στυλωμένη η καρδιά του.

Ο μπάρμπα Παμεινώντας βάζει τρέμοντας το χέρι στον κόρφο του και χαϊδεύει το πορτοφόλι. Τέλος, αποφασίζει να πληρώσει. Ξεσέρνει το χέρι όπως το κρατάει, κι αρχίζει με τ΄άλλο να ξετυλίγει το σχοινί…
Ωχ! Ωχ! Ξετυλίγει! Ξετυλίγει! Καλά την είχες δέσει αλλά πάει!  Θα σου φύγει η δραχμή! Φωνάζει κουρδισμένος ο χορός.

Ο σπάγκος σώθηκε. Λαδωμένος και λερός, μοιάζει σαν άντερο από ψημένο κοκορέτσι. Από μέσα σαν ένα τόσο δα συκωτάκι γαρδούμπας, το πορτοφόλι. Τα έρια του τρέμουν ψάχνοντας πιο πολύ…Το γυρίζει μια από δω μια από κει…Ντρίγκ! κάνει η δραχμούλα πάνω στο τραπέζι. Ο μπάρμπα Παμεινώντας τυλίγει το σπάγκο και χώνει τρέμοντας τη γαρδούμπα βαθιά πάλι στον κόρφο του.

Άλλοτε χάνει ο γέρο Στάθης  – σφιχτός κι αυτός. Όχι κύριε, έλα εσύ να δουλέψεις να δεις πώς βγαίνουν οι  δραχμές στο χωριό και τα λέμε! Λέει σοβαρός. Να σε βάλω εγώ να ΄τοιμάσεις – μονάχα – το μέρος που θα φυτρώσουν δέκα μπαμπακιές. Να τις σπείρεις, να τις ξεπετάξεις, να τις μεγαλώσεις, να τις ραντίσεις, να τις φυλάξεις ένα καλοκαίρι, και μετά να μαζέψεις το μπαμπάκι τους, κι εγώ θα σου δώσω μια ολόκληρη δραχμή! Να δούμε ύστερα είσαι ή δεν είσαι σφιχτός!

Ο γέρο Στάθης βάζει τη χερούκλα του ανάμεσα στις δίπλες της πουκαμίσας του – πάει! Είναι ο τελευταίος που τη φοράει ακόμα σο χωριό! – όπου είναι η τσέπη του. Βγάζει χύμα τη δραχμούλα του και τη ρίχνει πάνω στο τραπέζι. Ντίγκι! κάνει εκείνη λυπητερά και χάνεται.
     Δε θα παίξετε άλλο; Τι θα πάτε στα εγγόνια; Κοτζάμ παππούδες  έτσι θα πάτε με άδει χέρια; συγγλίζει πάλι απέξω ο χορός.

Και η μάχη ξαναρχίζει. Το πρώτο λουκούμι ευφραίνει τον νικητή. Το δεύτερο πάλι είναι για τους εγγονούς. Δέντρα ριζιμιά και οι δυο γέροντες, έχουν ένα σωρό τα κλαδιά και τα παρακλάδια. Αργά στο σπίτι, στο χειμωνιάτικο που φωτίζει, οι δυο χαϊδεμένοι μικρότεροι εγγονοί, που να κοιμηθούν! Κοιμήσου βρε! Σακατεύτηκες παίζοντας το κουτσό στ΄αλώνια! μαλώνει η γιαγιά Παμεινώνταινα!  Όι!  θα ΄ρθει ο παππούς και θα φέρει λουκούμι! λέει τραυλά ο μικρός Παμεινώντας ξανθότριχος και κοκκινωπός ίδιος ο παππούς. Κοιτάσου βρε! Που τελεύτηκες όλη μέρα με το φούσκο! φωνάζει η γιαγιά, η γριά Μαρίγια. Όι! λέει ο Σταθάκος βαρύς και παχουλός, ίδιος ο παππούς ο Στάθης. Θα ΄ρθει ο παππούς και θα φέρει λουκούμι!

Απόψε η τύχη να δεις κατέστρεψε τον παππού τον Παμεινώντα. Τρία παιχνίδια και τα τρία τα κέρδισε ο γέρο Στάθης. Μπαμπαμπουμ! Μανταλίδι, μπούφο, καλπότριχα, κουνελοτόμαρο, ζαλίστηκε  τα ΄χασε ο φουκαράς σαν το ψάρι στο φλώμο! Τελευταία  – ακούς εκεί – του πήρε με τα γραμμένα το δέκα το καλό! Το κρατούσε σφιχτά δίπλα στην καρδιά του. Που το κρατάς το δέκα, στο σπίτι σου θα το πας, ε! Μετράει καλά, ζυγό ζυγό, μονό, και βγαίνουνε στο γέρο Στάθη για ύστερη δυο ντάμες γύφτισσες – ανάθεμα τες τις αφορεσμένες – τις έχει για περασμένες. Πάει και το δέκα το καλό! Πέντε! Που ακούστηκε! Τρεις φορές απόψε ο γέρο Στάθης έκανε από πέντε! Δε το θέλησε η τύχη! αναστενάζει ο μπάρμπα Παμεινώντας.

Βαδίζουνε τώρα δίπλα – δίπλα πηγαίνοντας στο σπίτι τους που είναι μαζί και τα δυο στο κάτω χωριό. Ο γέρο Στάθης περπατάει ευχαριστημένος με τα χέρια του ν΄ακουμπάνε στην καμιζόλα περήφανα πίσω του. Έφαγε ένα λουκούμι ολόκληρο απ΄τα καινούργια που ΄φερε ο Γιάννης – σαν αγκωνάρι! – έχει να! ακόμα εκεί τη λιχουδιά στο στόμα του, κι έχει και δυο στην τσέπη του να τα πάει στον εγγονό του. Ο μπάρμπα Παμεινώντας δεν έχει τίποτα. Αλαφρύ το πορτοφόλι του το νοιώθει άδειο εκεί στον κόρφο του απόψε σαν φλέσουρο – πάνε και οι τρεις δραχμούλες του – άδεια και η τσέπη του, άδεια τα χέρια και η καρδιά του, απόψε αυτός ο άμοιρος δεν έχει τίποτα να πάει στον εγγονό του!

Φτάσανε. Εδώ ξεχωρίζει ο στενός δρόμος για το δικό του σπίτι. Βαρύς και χαμηλός, μαύρος ο ουρανός. Θα βρέξει πάλι! αναστενάζει ο μπάρμπα Παμεινώντας. Καληνύχτα! Χαιρετάει ξέψυχα και τραβάει ανείπωτα λυπημένος για το δικό του φωτισμένο παράθυρο.
     Παμεινώντα! Στάσου βρε! Ναα! Κάνει ο γέρο Στάθης. Βάνει το χέρι στην τσέπη του κι είναι θαρρείς αλλιώτικη η φωνή του, σαν το λουκούμι τώρα να πεις τρυφερή και γλυκιά.
     Τι ΄ναι; αποκρίνεται ο μπάρμπα Παμεινώντας κι η καρδιά του έκαμε μια στιγμή φρρτ! χαρούμενη όπως κοντοστάθηκε.
     Να βρε! Τια θα τα κάνει ο δικός  μου δυο κοτζάμ λουκούμια! Πάρε και εσύ το ένα για το δικό σου εγγονό! είπε ο γέρο Στάθης καθ άπλωσε σε κείνον το χέρι του, μεγάλος και θαμπός μες στο σκοτάδι , ήρεμος και γλυκός σαν αγαθό στοιχειό.
     Χέι – χέι! Χαρούδια που θα κάμει το αφιλότιμο! ΄Φχαριστώ Στάθη ΄φχαριστώ είπε ο μπάρμπα Παμεινώντας και το πρόσωπό του έφεξε τώρα να δεις σαν τριαντάφυλλο μεσ΄ τη νύχτα κόκκινο και ντροπαλό. Κι ο ουρανός πάνω τους, ξάνοιξε κι εκείνος χαρούμενος απέναντι στους  δυο αγαπημένους γείτονες , εκεί σε μια μεριούλα, κι ένα αστεράκι έσκασε περπατώντας αντίκρυ τους γελούμενο κι εκείνο και φωτεινό.

Ευτυχισμένοι γέροντες! Σας περιμένουν τα παιδιά και τα εγγόνια σας, σας
περιμένει η αγαπημένη  φαμελιά σας που δε σκόρπισε ακόμα να φύγει από το πατρικό σπίτι κι απ΄το ευλογημένο σας χωριό…


 Από τα δημοσιευμένα στο βιβλίο του «ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ  ΓΗΣ» διηγήματά του «ΤΟ ΛΟΥΚΟΥΜΙ» και η «ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΓΙΑΣ», έχουν βραβευθεί σε πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος (ΚΑΛΒΟΣ 1970 και εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 1981).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου