Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Νικηφόρος Βρεττάκος, Γεώργιος Σκουρογιάννης, Λουκάς Κούσουλας, Ιωάννης Μαρρές.

Πρωϊνός δρόμος ήσυχος εκείνος ο δρόμος
της Απάνω Σουβάλας. Κι ο ουρανός ολοκάθαρος.
Θαρρείς και στο βάθος γαλάζιες λαμπάδες
πήγαιναν κι έρχονταν. Κι ο Παρνασσός κυριακάτικος
ξεδιπλωνόταν πάνω μας. Κινούμενα πράσινα
ρούχα τα έλατα ντύναν τους λόφους του.

Ανεβαίνοντας σκύψαμε κάτω απ' τα δέντρα
εγώ κι οι σύντροφοί μου
ως να μπαίναμε στον Παράδεισο.
Δεν ξέραμε τι ήταν αυτό που είχε ανθίσει,
οι μηλιές ή ο άνεμος. Το άσπρο διάφανο,
γιόμιζε τον απάνω κόσμο.
Όλοι του οι κάτοικοι τέσσερα ζώα
κι η κυρά των πουλιών, που βγήκε φορώντας
ένα τσίτι από φως, μας φίλεψε μια καλημέρα
κι ασπρίσανε οι μηλιές περισσότερο...

Αλλά ο χρόνος, θεός χωρίς οίκτο ο χρόνος,
γύρισε γρήγορα της μέρας το φύλλο,
ο ήλιος χαμήλωσε. Όσο που έκλεισε
την πόρτα του πίσω μας τ' ολόλευκο φως
και μας άφησε απόξω. Σηκωθήκαμε τότε
πετρωμένοι κι οι τρεις σαν ένα παράπονο.
Σκυφτοί, σιωπηλοί, κατεβαίνοντας έπειτα
θυμίζαμε τους πρωτόπλαστους.
                                                        
                                                                                                               Νικηφόρος Βρετάκος

Ποίημα του Γιάννη Μαρρέ σταλμένο στον φίλο του Νικηφόρο Βρεττάκο


Νικηφόρος Βρετάκος:  Κατέχει μια από τις κορυφαίες θέσεις στη σύγχρονη Ελληνική ποίηση. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, γράφει ο Μιχαήλ Περάνθης, είναι "Ποιητής της ελεύθερης φαντασίας, αφήνεται σε λυρικές ονειροπολήσεις, άλλοτε στους κανόνες της μετρικής και, συχνότερα, σε ρυθμική διαδοχή στίχων. Ιδιοσυγκρασία ευαίσθητη, φύση συναισθηματική και γνησίως λυρική, τυλίγει τα γραφτά του με μια διάχυση τρυφερότητας, δίνοντάς τους το άπλωμα, το γύρισμα και την ελαστικότητα της φαντασίας του".

Γεννήθηκε τη πρωτοχρονιά του 1912 στις Κροκεές Λακωνίας, στο σπίτι της θείας του Αρχόντως και πέθανε το 1991 στη Πλούμιτσα Λακωνίας. Η μητέρα του Ευγενία είχε μεταφερθεί στις Κροκεές από το διπλανό μικρό αγροτικό οικισμό, Πλούμιτσα, για να γεννήσει το πρώτο της παιδί. Ο μικρός Νικηφόρος μεγάλωσε στις Κροκεές όπου και τελείωσε το δημοτικό σχολειό.

Έμενε στο σπίτι του αδερφού της μητέρας του, του Νίκου Παντελεάκη που δεν είχε παιδιά. Σαν τελείωσε το δημοτικό πήγε στο γυμνάσιο στο Γύθειο, πάντα με τη βοήθεια του θείου του Νίκου αλλά και άλλων θείων του, μιας και ο πατέρας του ήταν πάμφτωχος. Μετά το γυμνάσιο έφυγε για την Αθήνα και σπάνια πλέον πήγαινε στο χωριό, κι όταν πήγαινε το έκανε για να δει τη μητέρα του την οποία υπεραγαπούσε.

Ακολούθησαν χρόνια πικρά και δύσκολα. Ο πατέρας του πέθανε και η μητέρα του άφησε την Πλούμιτσα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Κροκεές μαζί με τα αδέρφια του, Σοφία και Μιχάλη.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος παντρεύτηκε το 1934 την Πίτσα Αποστολίδου με την οποία είχαν δύο παιδιά, τον Κώστα και την Τζένη. Πολέμησε στην Αλβανία το 1940-41 και το 1942 έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Ο Λάκωνας ποιητής, κατά τη διάρκεια της χουντικής διδακτορίας, το 1967 αυτοεξορίστηκε. Όταν, με τη μεταπολίτευση, ξαναγύρισε από την ξενιτιά, θαρρείς και ανακάλυψε τη γενέθλια του γη, εγκαταστάθηκε σχεδόν μόνιμα στις Κροκεές. Στις αρχές του 1980 έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι δίπλα στα χαλάσματα της Πλούμιτσας όπου και έγραψε πολλά από τα έργα του αγναντεύοντας το φίλο του τον Ταΰγετο.

Στις μεταγενέστερες συλλογές του, εμφανής είναι μια επιστροφή στη φύση και στη γενέθλια γη που του ανοίγει δρόμους επαφής με τη δημοτική παράδοση. Έγραψε μια μεγάλη συλλογή ποιημάτων καθώς και το ορατόριο «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη», μια προσφορά στον Ελληνισμό της διασποράς. Έργα του: “Το μεσουράνημα της φωτιάς (1940)”, “Ο Ταΰγετος και η σιωπή (1949)”, “Τα θολά ποτάμια (1950)”, “Πλούμιτσα (1951)”, “Προμηθέας (1979)” κ.ά.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος τιμήθηκε με πολλά Ελληνικά και ξένα βραβεία, ενώ προτάθηκε ως υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ στην ποίηση. Την Κυριακή 4 του Αυγούστου 1991, το πρωί, ο ποιητής του Έθνους άφησε την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Πλούμιτσα.

2 σχόλια:

  1. ΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ

    Καθισμένοι στα βράχια
    Αγναντεύουν τη θάλασσα.
    Μάταια οι γλάροι
    Καρτερούν στους όρμους
    Να μεταφέρουν τα μηνύματά τους.
    Βαρύ παράπονο ο λόγος τους
    Θα καρφωνόταν σαν μαχαιριά
    Στις καρδιές εκείνων που αγαπούν.
    Και σιωπούν περίλυποι
    μετριώντας την πορεία του χρόνου
    με τις πικρές ανάσες τους
    περιμένοντας τη λευτεριά…


    ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΡΕΣ

    Χειρόγραφο ποίημα του Γιάννη Μαρρέ στις 15 Νοεμβρίου του 1967,που στάλθηκε στον φίλο του, Νικηφόρο Βρεττάκο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Έφη που μου το θύμησες. Το έχουμε στο αρχείο μας και το προσθέτω

      Διαγραφή