Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ, ΤΟ ΛΟΓΟΔΟΣΙΜΟ ΚΑΙ Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ

1968 οι αρραβώνες του Θανάση Στρωτού και της Μάρθας Τζιβάρα. 
Από αριστερά: Θεοδώρα Βαλάσκα, Ιωάννης Στρωτός, Γεώργιος Κατσαρός, Αθανάσιος Στρωτός, Βιολέττα Στρωτού, Χρυσούλα Τζιβάρα (Κέφου)

Η Μητρού Ανάγνου διηγείται στην Βασιλική Χριστοπούλου στο βιβλίο: 
Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται

Το χειμώνα μαζευόμαστε τα βράδια στα σπίτια και κάναμε νυχτέρια. Άλλες γνέθανε ρόκες με μάλλινο, άλλες με πάνινο, οι πιο νέες κεντάγανε την προίκα τους και συζητάγανε πολλά, όχι κουτσομπολιά.
Προπαντός οι ηλικιωμένες και οι μεσόκοπες συζητάγανε τα συμπεθεριά. Λέγανε αυτός ταιριάζει να πάρει την τάδε, πως θα γίνει; Θα πάω να του το πω εγώ έλεγε η μία. Ναι αλλά πρέπει να κουβεντιάσουμε και για την προίκα. Ήταν το πρώτο που ξεκίναγε. Αν θέλανε οι γονείς την κοπέλα ποιος τη ρώταγε; Κάμποσες φορές ούτε τ΄άγόρι δε ρωτάγανε.
Έπρεπε να πάνε στον πατέρα της, αυτός ήτανε ο κηδεμόνας και ο προστάτης μέσα στο σπίτι. Λέγανε το τάδε το κορίτσι σ΄αρέσει να το κάνεις νύφη; Μ΄αρέσει αλλά να δούμε τι προκοπή έκαμε η μάνα της, αν είναι καλή μάνα θα είναι καλό και το κορίτσι κι αν είναι από σόι, από νοικοκυρόσπιτο. Το κυριότερο θέμα ήταν η προίκα. Τι χωράφια δίνει; Ήταν καμιά δεκαριά που ήταν νοικοκυροπούλες και είχανε χωράφια στην Λιαγκουρίτσακαι στο Πριότικο, ήταν τα καλύτερα χωράφια και σηκώνανε λεφτά.
Συζητάγανε θα δώσει εκείνο το χωράφι, το άλλο και κανένα μετρητό για τα έξοδα του γάμου, γιατί τότε είχανε ακόμα αξία τα λεφτά. Ύστερα χαλάσανε με τον πόλεμο. Κάποιος είχε τάξει καμιά τριανταριά χιλιάδες και του είπε ο συμπέθερος, τι να κάμω τώρα, είναι άχρηστα, κι αυτός ο φουκαράς τα μάζευε.
Που θα σμίξουμε για την κουβέντα; Σ΄άλλο σπίτι βέβαια. Αν είχανε ελπίδα να τα τελειώσουν κάνανε στο σπίτι του κοριτσιού ετοιμασία, πλένανε τα ποτήρια ανάβανε τις λάμπες με πετρέλαιο στη σάλα, το καλό δωμάτιο. Η γειτονιά έλεγε, έχουνε φώς απόψε στη σάλα, θα έχουν κανένα προξενιό.
Αλλά ερχότανε σε μερικά συνοικέσια και τα χαλάγανε για κανένα στρέμμα χωράφι. Ας συμφωνάγανε σε όλα και το κορίτσι καλό, φέρε απάν΄φέρε κάτ΄, τα χαλάγανε. Για την κουβέντα πααίνανε ο πατέρας της νύφης, του γαμπρού και άλλοι συγγενείς κοντινοί.
Άλλος σήκωνε το ποτήρι και έλεγε άντε να τελειώσουμε, άλλος τσακωνότανε, απάν΄στο έτοιμο! Γενέτανε παζάρι. Όποια είχε προίκα προτιμάγανε, εκτός αν βάραγε το ποδάρι ο γαμπρός και έλεγε, εγώ θα την πάρω!
Μια φορά συζητάγανε κάνα χρόνο και δεν τα βρίσκανε. Είπανε ν΄αλλάξουνε σπίτι μπας και τα βρούνε, τους συμπίβασαν οι συγγενείς. Όχι θα μας αλλάξετε τούτο το χωράφι, όχι το άλλο, για ένα στρέμμα διαφορά πάλι τα χαλάγανε και στ΄άλλο σπίτι. Πείσμωσε ο πατέρας της νύφης και όπως τότε φοράγανε την πατατούκα με ένα μανίκι, τον τράβηξε η προξενήτρα να μη φύγει, κι αυτός άφησε την πατατούκα κι έφυγε και χάλασε οριστικά το συνοικέσιο.
Μείνανε τα ποτήρια πλυμένα, οι λάμπες σβήσανε, η γειτονιά που παρακολουθούσε κατάλαβε. Άμα τα τελειώνανε πααίνανε στο σπίτι της νύφης. Η νύφη ανέβγαλτη όπως ήτανε τότε, δεν ήξερε σχεδόν ποιος ήταν ο γαμπρός για να τον χαιρετήσει. Και της λέγανε αυτός είναι. Χωρίς να ματάχουνε ανταμώσει. Αν ήταν καμιά κοινωνικιά, τάξερε τα παιδιά, άμα ήταν καμιά μονάχα στον αργαλειό, στη δουλειά, στο σπίτι, δεν ήξερε ποιον έπαιρνε.
Τελείωνε το συνοικέσιο και την άλλη βραδιά πάαινε ο γαμπρός και κρέμαγε την πατατούκα του. Η νύφη ντρεπόταν δεν τον ήξερε, την πααίνανε σκουντώντας στο δωμάτιο, ήταν στρωμένο κάτω, δεν είχανε κρεβάτια, κλείνανε την πόρτα και φεύγανε οι γονείς. Αυτός είναι ο άνδρας σου, θες δε θες, μ΄αυτόν θα ζήσεις.
Τουφεκάγανε κιόλας στα τελειώματα, ρωτάγανε οι χωριανοί άμα ακούγανε ντουφεκιές, που τελείωσε απόψε; Άλλοι λέγανε να ζήσουν, άλλοι τι προίκα πήρε. Το πρώτο ήταν αυτό.
Πηγαίνανε ύστερα στο Δαδί να ψωνίσουμε τα δαχτυλίδια, κάμποσες τα σιγκούνια, κρεμαστές καρφίτσες, μενταγιόν. Από ψηλά στο Δαδί με τα ποδάρια, ο γαμπρός, η νύφη, οι γονείς, τα συμπεθέρια. «Τα΄ άρματα» της νύφης τα λέγανε. Εκεί γενότανε και το προικοσύμφωνο, γενόταν και καμιά φασαρία, αλλά σπάνια τα χαλάγανε.   



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου