Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Να μην έρθει ο θεριστής, ο έρμος ο μήνας

Τον Ιούνιο, ο λαός μας τον λέει και θεριστή, γιατί τότε γίνεται το θέρισμα, η σημαντικότερη, ίσως, δουλειά του γεωργού, τότε αρχίζει να σοδεύει, τότε νοιώθει να δικαιώνονται τα κόπια του.
Ο θερισμός πρέπει να γίνει γρήγορα, για το φόβο της βροχής. Θέλει σβελτάδα και προκοπή. Ο λαός, θέλοντας να δείξει πόσο απαιτητική δουλειά είναι, είπε : " θέρος, τρύγος, πόλεμος". Βέβαια, αναφέρεται στην εποχή που θέριζαν με το δρεπάνι, κάτω απ' το καυτερό λιοπύρι, κι όχι στη σημερινή, που οι θεριστικές μηχανές ορμάνε στους κάμπους και θερίζουν χιλιάδες στρέμματα σε μια μέρα .


Ασήμω και Δήμητρα (Μητρού) Ανάγνου γυρνώτας απο το χωράφι


Η Μητρού Ανάγνου διηγείται στην Κική Χριστοπούλου στο βιβλίο: Μια Σουβαλιώτισσα Θυμάται


Ξεκινάγαμε χαράματα βάζαμε δε βάζαμε μια χαψιά στο στόμα μας, φορτώναμε τα δρεπάνια στα ζα, οι άντρες καβάλα και εμείς οι γυναίκες από κοντά.
Φοράγαμε μάλλινες φανέλες για τον ιδρώτα, τα μανίκια μέχρι κάτω, βαμπακέλες  πάνω από τα χοντρά μαντήλια στο κεφάλι.

Τις βαμπακέλες τις βγάζαμε στο χωράφι για να μη λερωθούν και τις ξαναβάζαμε όταν γυρίζαμε στο χωριό. Φοράγαμε διπλές κάλτσες και χοντρά παπούτσια.

Αρχινάγαμε τον όργο και έβουζε το δρεπάνι . Περισσότερο εμείς οι γυναίκες θερίζαμε, οι άντρες  δένανε τα δεμάτια και φτιάχνανε τις θημωνιές ή τα κουβαλάγανε στ΄αλώνια.
Όσο πιάνει το χέρι ήταν ένα χερόβολο. Έξι χερόβολα κάνανε ένα λιμάρι.  Και τρία λιμάρια ένα δεμάτι. Αν δεν τα βάζαμε καλά απ΄την αρχή τα στάχυα κατά μέσα, τα λιμάρια και τα δεμάτια δεν γίνονταν καλά. Από κει βγαίνει «κι εσύ κακό χερόβολο κι εγώ κακό λιμάρι».

Τηράγαμε τ΄ απόσκια στο βράχο της  Αγόριανης για να κολατσίσουμε, τυρί, ελιές, κρεμμύδια, σκορδοστούμπι, που ΄χαμε μες στο κλειδοπίνακο.

Απ΄το μεσημέρι κι ύστερα πιάναμε το τραγούδι:

Ήλιε για βασίλεψε, δε μπας να βασιλέψεις                               
σε καταριώνται οι αργατιές και οι ξενοδουλευτάδες ,                      
σε καταριέται μια μικρή, μια μικροπαντρεμένη                               
πόχει τον άντρα τ΄ς άρρωστο βαριά για να πεθάνει.

Τώρα το βράδυ – βράδυ κοντά το δειλινό,                              
πέρασε ένας ασίκης σαν τον Αυγερινό.                                             
Φόντας τον είδα μάνα ΄μ , τον  ελιμπίστηκα,                                            
στην κάμαρή μου πήγα και μέσα κλείστηκα.                                              
Όσα αστεράκια έχει ο ουρανός  θέλω να τα μετρήσω                                 
για να βρω το γιατρικό για να σ΄αλησμονήσω.

Όταν σουρούπωνε γυρίζαμε στο σπίτι κι εκεί δουλειά μας περίμενε. Εμείς να μαζέψουμε τα παιδιά, εμείς να μαγειρέψουμε, να πλύνουμε, να ζυμώσουμε, κι οι άντρες στο καφενείο και στην ταβέρνα. Όταν ερχόταν η σειρά μας να αλωνίσουμε στα πέτρινα τ΄αλώνια , ο βαλμάς έφερνε τα άλογα, τα ΄δενε στο στύλιαρο και ύστερα από κάμποση ώρα άλλαζε η βάρδια (η θέση των αλόγων).

Οι άντρες γυρίζανε με δικούλια τα στάχια, κι όταν γινόντανε «λιώμα» τα μαζεύαμε εμείς οι γυναίκες με άγρια σαρώματα.

Ύστερα περιμέναμε τα΄απόγιομα και τα ξανεμάγαμε με το καρπολόι.
Για τ΄ αλώνι ζυμώναμε ξαργού βιταλιές που τις αλείβαμε ζεστές με πετιμέζι και σουσάμι.

Όταν έφευγε το περισσότερο άχυρο, λέγαμε «το λιώμα έβγαλε πρόσωπο» και το περνάγαμε σε μεγάλα ρεμόνια. Μια βδομάδα κράταγε το αλώνισμα με το «μχο» και την αγάνα στο κορμί.

Ήτανε φορές που μέναμε όλη νύχτα στ΄αλώνι περιμένοντας τ΄απόγειο. Όσο δε φύσαγε γέρναμε στο λιώμα και τραγουδάγαμε:

Τώρα τη νύχτα ποια να δω και ποια να χαιρετήσω,                                     
να χαιρετήσω γαλανές χολιάνε οι μαυρομάτες.

Όσα αστεράκια έχει ο ουρανός, κανένα δε μ΄αρέσει                                    
κι ένα αστεράκι λαμπερό που πάει κοντά στην Πούλια                            
κείνο μου φέγγει κι έρχομαι κόρη μου στην αυλή σου.

Βαλμάδες: όσοι είχαν άλογα ήταν: Βαλάσκας Νικόλαος, Αδαμάκος Νικόλαος, Μαρρές Αθανάσιος, Σβίγκος Αθανάσιος, Κορτσέλης Ιωάννης.
Αλώνια: Αργυρίου, Βελλή, Αντωνίου, Αδαμάκου, Θανασιά, Παφίλη, Παπαθόδωρου, Καρμίρη, Νηστικούλη, Κότσια, Γεωργουσέικα, Βελέντζα, Μέλτου, Γλυμιτζή, Διαμαντώνη, Κουστούλα, Λαγού, Γκόλφη, Καραχάλιου και Κουσιαρίνα, Λάκες στην Άνω Σουβάλα.

Τα ονόματα των Βαλμάδων και των Αλωνιών είναι από το Γιάννη Α. Βαλάσκα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου