Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Ποιμενικό λεξικό

Ο Μήτσος Πάντος και ο Στάθης Πάντος (Καζαμίας)  στο άρμεγμα 


Αποκόβω: Απογαλακτίζω.
Αγγειό: Το δοχείο, σκεύος
Ανάρμεγο: Το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί.

Απλάδι: Κλινοσκέπασμα από προβατίσιο μαλλί.
Αρβάλι: Χάλκινο ή τσίγκινο στρογγυλό δοχείο με χερούλι που χρησιμοποιούσαν για το άρμεγμα των ζώων.
Αρνάδα: Χρονιάρα προβατίνα που δεν έχει γεννήσει ακόμα. Στα γίδια λέγεται κατσικάδα.

Ασαλά(γ)ητος: Αυτός που δεν παίρνει από ορμήνιες, που κάνει ότι του κατέβει στο μυαλό.



Βάκρα: Προβατίνα με άσπρο τρίχωμα στο σώμα της και μαύρες κηλίδες μόνο στο μούτρο της.
Βεδούρι: Ξύλινο σκεύος για το γάλα ή το γιαούρτι.
Βετούλι: Το κατσίκι που είναι ενός έτους.


Γαλάρια: Τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που έχουν γάλα. Σε αντίθεση με τα στέρφα που δεν έχουν.

Γάστρα: Σιδερένιο θολωτό σκέπασμα. Στη γάστρα ψήνονταν το ψωμί, ορισμένα φαγητά και ολόκληρα αρνιά ή κατσίκια.
Γμαρολάγια: Γκριζόμαυρη.
Γκιόσα: Η γίδα με μαύρο σώμα και άσπρη κοιλιά.
Γκλίτσα ή (αγκούτσα): Ποιμενική μαγκούρα με σκαλιστή λαβή.
Γκισέμι: Τραγί ή κριάρι μουνουχισμένο και μεγαλόσωμο, οδηγός του κοπαδιού που φέρνει το μεγαλύτερο κουδούνι.


Ζλάπ: Η φράση «παρουσιάσκη ζλάπ» σημαίνει ότι εμφανίστηκαν στα πέριξ λύκοι ή τσακάλια και πρέπει να προσέχει ο τσοπάνης.
Ζυγούρι: Το πρόβατο που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του.
Ζωντανά ή πράματα: Γενικά τα ζώα.



Κάδη: Ξύλινο ψηλό δοχείο με στενή βάση για το χτύπημα του γάλακτος.
Κακαράντζα: Τα περιττώματα, η κοπριά των ζώων.
Καλύβα: Κατασκευή για να διαμένει και να κοιμάται ο τσοπάνης.
Κάπα: Μάλλινο πανωφόρι (από μαλλί γίδας), χωρίς μανίκια.
Καπνόγκεσα: Κατάμαυρη γίδα με καφέ μούρη.
Καραμάνικη: Προβατίνα άσπρη με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και φαρδιά ουρά.
Καρδάρα: Ξύλινο στρογγυλό δοχείο για το άρμεγμα του γάλακτος.
Κάτσενα: Άσπρη προβατίνα με κόκκινο πρόσωπο.
Καψαλή: Η γίδα με μαύρο καφέ (κλειστό καφέ προς το μαύρο) χρώμα (σαν καψαλισμένη)
Κλαπάτσα: Αρρώστια των προβάτων.

Κλαρίζω: Κόβω τα κλαδιά δένδρου.
Κλωτσοτύρι (το): Το τυρόγαλο που μένει από το πήξιμο του τυριού, άμα το βράσουμε κάνουμε το κλωτσοτύρι.
Κολήγοι: Σμίξιμο δύο – τριών τσοπάνηδων για κοινή πορεία – συνεταιρισμό εξαμηνιαίο.
Κολλημένα (τα): Πρόβατα με αρρώστια στον πνεύμονα που κολλάει τα παΐδια (πλευρά).
Κολοκούρεμα : Το κούρεμα της κοιλιάς και στα πίσω μπούτια.
Κονάκι: Αυτοσχέδιο καλοκαιρινό κατάλυμα του τσοπάνη.
Κάπα: Χοντρό πανωφόρι από τραγόμαλλο. Φοριόταν τους χειμερινούς μήνες.
Κόρπα: Μαύρη.

Κουρούτα:  Με κέρατα παρδαλή (ασπρόμαυρη).
Κουρούτα κάλεσα: Έχει κέρατα και η μουσούδα μαύρη.
Κουρίτα: Ποτίστρα για ζώα.
Κορφίγκι (το): βρασμένο, πηχτό γάλα ζώου, το αμέσως μετά τη γέννα. 
Κουδούνα: Μεγάλο κουδούνι για πρόβατα.
Κουδουνάδες: Κατασκευαστές κουδουνιών.
Κουτσοκέρα: Γίδα με σπασμένο το ένα κέρατο.
Κούρος: Το κούρεμα των γιδοπροβάτων.
Κρεμανταλάς: Ξερό και διχαλωτό ξύλο μπηγμένο στο χώμα έξω από το κονάκι για να κρεμούν τις καρδάρες με το γάλα.

Κρούτα: Προβατίνα ή γίδα με μικρά και με κοντά τα δύο κέρατα.
Κριάρι: Το ώριμο αρσενικό πρόβατο.
Κυπριά: Χυτά κουδούνια.
Κύπρος (ο): Μεγάλο κουδούνι από μπρούντζο σαν καμπάνα για γίδια και ειδικότερα για το γκεσέμι.


Λάγια: Η μαύρη προβατίνα.
(Λάγια) γρίβα: Σπάνια προβατίνα με γκριζωπό τρίχωμα.
(Λάγια) μπαλιά: Κατάμαυρη προβατίνα με μια κηλίδα λευκή στο κεφάλι.
Λάγια τσομυτή Ραβανί: Μαύρη με άσπρο σημάδι στο πρόσωπο.
Λειβαδάρικο: Νοικιασμένο χωράφι από τον τσοπάνη που χρησιμοποιεί για βοσκή. Το ενοίκιο το πληρώνει σε είδος και συνήθως είναι τυρί.


Μαδημένα (τα): Πρόβατα που τους έχει πέσει μερικά ή ολικά το μαλλί. 
Μαντρί: Κατοικία των ζώων.
Μαντρόσκυλος: Μεγαλόσωμος σκύλος, άγριος και άγρυπνος φύλακας του κοπαδιού.

Μαρκάλλος (ο): Η γονιμοποίηση των θηλυκών από τα αρσενικά για την αναπαραγωγή.
Μαρμαρά: Προβατίνα ή γίδα που δεν γεννάει.
Μαυλάω: Καλώ κοντά μου με ιδιόρρυθμη φωνή οικόσιτα ζώα.
Μονοβύζα (η): Προβατίνα ή γίδα που έμεινε με ένα μαστάρι, επειδή την χτύπησε αρρώστια.
Μπακράτσι: Χάλκινο μαγειρικό σκεύος.
Μπλιόρα: Τη γίδα ή το πρόβατο δύο ετών.
Μπέλα: Η άσπρη προβατίνα.
Μπελλοκόκκινη: Άσπρη με κόκκινα σημάδια στη μούρη της.
Μπούτσκα:  Καφέ ανοιχτό.
Μπουτσκοκάλεσα: Προβατίνα καστανή ως καστανόμαυρη.


Ντορός: Τα ίχνη ή οι πατημασιές των ζώων πάνω στο χιόνι ή στο χώμα.


Ορμώνω: Κατευθύνω την πορεία ζώου ή κοπαδιού με χειρονομίες και κραυγές.


Παγάνα (η): Η ομαδική οργανωμένη καταδίωξη άγριων ζώων (κυρίως λύκων).
Παγούρι: Δοχείο μέσα στο οποίο έβαζαν νερό ή κρασί.
Παρδαλή: Η ασπρόμαυρη γίδα, η πολύχρωμη γίδα.
Παρμάρα (η): Ασθένεια με συμπτώματα παράλυσης, που εμφανίζεται κυρίως στα αιγοπρόβατα.
Πιτιά: Το στομάχι των κατσικιών από το οποίο παίρνουν το πήγμα (ένζυμο), για να πήξουν το γάλα για τυρί.
Πυροστιά: Στο μεταλλικό αντικείμενο το οποίο έχει σχήμα ισόπλευρου τριγώνου. Πάνω σε αυτό το αντικείμενο στο παρελθόν τοποθετούσαν τα μαγειρικά σκεύη και μαγείρευαν.


Ραβανί: Ασπρόμαυρη.
Ρομπλάτι: Με μεγάλα μαστάρια.
Ρούσα
: Προβατίνα ή γίδα ξανθοκόκκινη.
Ρούτα: Προβατίνα με κοντό μαλλί.

Σαλαγάω: Κατευθύνω με φωνές τα ζώα.
Σούτα: Τα γίδια που δεν είχαν κέρατα.
Σκάρισμα (το): Καλοκαιριάτικη νυχτερινή έξοδος του κοπαδιού για βοσκή.
Σκάφη (η): Οι μακρόστενες ξύλινες ή τσίγκινες σκάφες στις οποίες έριχναν τροφή ή νερό για τα ζώα.
Σταλίζω, στάλος (ο): Καλοκαιριάτικη μεσημεριανή ανάπαυση των ζώων κάτω από τον ίσκιο των δέντρων.
Στέρφα: Η γίδα που δεν έχει γεννήσει.
Στριφάδι: Αυτή που έχασε το μικρό της στη γέννα.
Στρούγκα: Πρόχειρο μαντρί με κλαδιά ή πέτρες για το άρμεγμα των ζώων.

Στειρομάντρι: Ανοιχτό μαντρί, για τα στείρα ζώα.


Τάλαρος (ο): μεγάλο ξύλινο βαρέλι για την φύλαξη και διατήρηση τυριού.
Ταλαγάνι: Μάλλινο ένδυμα με κατσιούλα και μανίκια.
Τομάρια (τα): Τα δέρματα των προβάτων ή γιδιών.
Τράγος: Το αρσενικό γίδι.
Τροκάνι (το): Μεγάλο κουδούνι με δυνατό ήχο για μεγαλόσωμα ζώα.
Τσαντήλα: Πανί με μικρές τρύπες για το πήξιμο του τυριού.
Τσαγκάδι (το): Η γίδα ή προβατίνα που έμεινε χωρίς θηλασμό (κατσικιού ή αρνιού) π.χ. λόγω αποβολής.
Τσιαρδάκι: Μεσημβρινό σκεπασμένο κατάλυμα.
Τσαρδί (το): Πρόχειρο κατάλυμα από κλαδιά. Καλύβα.
Τσάρκος (ο): Ο παιδικός σταθμός της στάνης. Μια καλύβα που βάζουν τα νεογέννητα αρνιά, όταν οι μανάδες τους πάνε για βοσκή. Αλίμονο σ΄ όποιον ξένο πλησιάσει τον τσάρκο. Το τσοπανόσκυλο θα τον κομματιάσει.
Τσαρούχια (τα): Αυτοσχέδια παπούτσια από το δέρμα ζώων με φούντα μπροστά.
Τσατάλι (το): Σιδερένιος ή ξύλινος γάντζος σαν τσιγκέλι.
Τσιουκάλισμα: Η διαδικασία της στείρωσης.
Τσιμπουροβύζα (η): Προβατίνα ή γίδα με πολύ μικρό μαστό.
Τσουκάνια: Σφυρήλατα κουδούνια.
Τσοκάνι (το): Το πλακέ κουδούνι για τα γίδια. Λέγεται και κραμπακίδα.
Τσούλα βάκρα Με μικρά αυτιά, μαύρο σημάδι στο κεφάλι.
Τσούλα σπανή: Μικρά αυτιά και κοντό τρίχωμα.
Τσουράπια (τα): Τσοπάνικες κάλτσες φτιαγμένες από μαλλί προβάτου.
Τυρόγαλο (το): Το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού.



Φλαμουρί: Ασπρόμαυρη, πιότερο άσπρο.
Φλώρα: Η άσπρη γίδα.
Φρούσα: Μαύρη με άσπρο σημάδι στη μύτη.


Ψαριά: Η γκρίζα γίδα.
Ψιμάδια: Τα γίδια που έχουν αργήσει να γεννήσουν.



Περί Μαρκάλου…
ή, αλλιώς, ημερολόγιο Βατέματος, για να ξέρει ο τσοπάνης πότε θα γεννήσει η κάθε μια !

15 Ιουλίου γκαστρώθηκε η Κουρούτα – κάλεσα, στέρφη από γάλα.
20    >>                  >>         η Κόρπα και η Παλιολιάρα.
20    >>                   >>        η Παλιολάγια από τα Διστομίτικα.
22     >>                  >>         η Γμαρολάγια.
24     >>                  >>         η Λάγια, που έχει την ελιά στα καπούλια.
26     >>                  >>         η Κουρούτα η παρδαλή, η πρώιμη.
26     >>                  >>         η Κάλεσα η όψιμη, που έχει το γάλα από τα Διστομίτικα.
27     >>                   >>         η Μπούτσκα ή δευτερόγεννη.
27     >>                   >>         η Λάγια, η μεγάλη της Μαριώς.
27     >>                   >>         η Παλιοκάλεσα, η ανταρτίνα.
29     >>                   >>         η Μπελλοκόκκινη ή τριτόγεννη.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου