Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ Β΄ ΜΕΡΟΣ ( ανανεώθηκε 21/7/2015)

Ευστάθιος Γ. Πιπέρας
Ιστορία  της Πολυδρόσου Παρνασσού
Πολύδροσος 2014

Γραφή 3η



τo καινούργιo κεφάλαιo είναι:
  • Η έλευση του τραίνου



Πολιτειακή οργάνωση


Από τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, οι φορείς του μέχρι τότε υπόδουλου Έθνους, θέλησαν να ανασυστήσουν την τοπική διοικητική οργάνωση. Αυτή την φορά όμως οι διεργασίες θα εξελίσσονταν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, αφού απουσίαζε η υπερκείμενη οθωμανική εξουσία.
Την ευμετάβλητη εκείνη περίοδο που η κάθε συνιστώσα δύναμη προσπαθούσε να βρει μια θέση στο διοικητικό πεδίο του νέου εθνικού χώρου, εισήλθαν σε αυτή την διαδικασία και εξωτερικοί παράγοντες. Ξέχωρα λοιπόν από τους προκρίτους, τον ανώτερο κλήρο και τους αρματολούς που αναμειγνύονταν στην διοίκηση και προεπαναστατικά, έκαναν την εμφάνιση τους οπλαρχηγοί που στην διάρκεια του Αγώνα συσσώρευσαν στρατιωτική ισχύ και απέκτησαν κύρος, Φιλικοί που είχαν αναδειχθεί μέσω της προεπαναστατικής τους δράσης, αλλά και Κωνσταντινοπολίτες, οι οποίοι διέθεταν πολιτική πείρα από την συμμετοχή τους στην ανώτατη οθωμανική διοίκηση.
Μετά την κήρυξη της επανάστασης, συστάθηκαν σε τοπικό επίπεδο συνελεύσεις, οι οποίες αποτέλεσαν τις πρώτες δομές διοίκησης, όπως ο “Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας”, ο “Οργανισμός Προσωρινής Διοικήσεως της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος” και η “Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος”.
Η Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος δημιουργήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1821, όταν στα Σάλωνα συναντήθηκαν πληρεξούσιοι της Στερεάς, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, οι οποίοι υπό την καθοδήγηση του Θεόδωρου Νέγρη συστήθηκαν σε σώμα, συνέταξαν ένα κείμενο Συντάγματος και θεσμοθέτησαν ένα 14μελές όργανο που θα ασκούσε την εκτελεστική εξουσία, με την ονομασία Άρειος Πάγος.

Η σημαία του Αρείου Πάγου

Ο Θ. Νέγρης ήταν ένας άνθρωπος δόλιος, φιλόδοξος και ανυπόμονος. Είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος παλιάς Φαναριώτικης οικογένειας. Μυήθηκε το 1818 στην Φιλική Εταιρεία, ενώ η παραμονή της επανάστασης τον βρήκε να εργάζεται ως επιτετραμμένος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Παρίσι. Με την έκρηξη της επανάστασης ο πατέρας του αποκεφαλίστηκε, στο πλαίσιο των αντιποίνων που επέβαλαν οι Οθωμανοί και ο Νέγρης κατέφυγε στην Ελλάδα. Από εκείνη την στιγμή άρχισε να εισχωρεί στην πολιτική ζωή της χώρας, διαδραματίζοντας ένα άκρως προκλητικό ρόλο και εκμεταλλευόμενος τα πάθη της εποχής και της φυλής και φροντίζοντας να κάνει αισθητή την παρουσία του μέσα από έντονες έριδες και συμμαχίες. Ενδεικτικές των φιλοδοξιών του, ήταν οι πράξεις της Νομικής Διάταξης της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος που τελούσε υπό την καθοδήγηση του. Αρχικά "εκλέχθηκε" πληρεξούσιος Ζητουνίου και Βοδονίτσας, στην συνέχεια "ορίστηκε" πρόεδρος του Αρείου Πάγου και τελικά εξέδωσε διάταγμα, το οποίο απαγόρευε την είσοδο στρατευμάτων στην ανατολική Στερεά, χωρίς την άδεια της Αρχής. Πρακτικά δηλαδή, συγκροτούσε ένα ανεξάρτητο κρατίδιο. Στην συνέχεια συμμετείχε στην Α΄ και Β΄ Εθνοσυνέλευση. Εκεί η φιλοδοξία του τον οδήγησε να συγκρουστεί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και εξαιτίας αυτού συμμάχησε με τον Κολοκοτρώνη και τον Ανδρούτσο. Εν τω μεταξύ όμως, η στάση του άρχισε να αμφισβητείται όλο και περισσότερο. Κάποιοι μάλιστα ίσως έβλεπαν τους ελιγμούς του, ακόμη και επικίνδυνους για την έκβαση ολόκληρου του Αγώνα. Έτσι φαίνεται ότι οι άνθρωποι που αρχικά τον στήριξαν άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Όταν συγκάλεσε νέα συνέλευση, απέτυχε να συναθροίσει τα μέλη της, ενώ και η ισχύς του Άρειου Πάγου είχε εν τω μεταξύ αρχίσει να ξεθωριάζει. Έτσι σιγά σιγά ο Νέγρης παραμερίστηκε από τα πολιτικά πράγματα.  

        Εντωμεταξύ, σε εθνικό επίπεδο, η ανάγκη για σύσταση μιας κεντρικής πολιτικής διοίκησης γινόταν όλο και πιο επιτακτική. Η αρχή για την θεσμοθέτηση των νέων οργάνων του Ελληνικού Κράτους, έγινε την 20η Δεκεμβρίου του 1821, όταν συγκλήθηκε η Α' Εθνοσυνέλευση, η οποία την 1η Ιανουαρίου του 1822 διακήρυξε την εθνική ανεξαρτησία και ψήφισε το πρώτο Σύνταγμα. Από γεννέσεως του, το ελληνικό σύνταγμα θεωρήθηκε από τα πιο δημοκρατικά και φιλελεύθερα της εποχής του, χαρίζοντας στον πολύπαθο λαό την ισονομία, την ισοπολιτεία, τον σεβασμό στην ζωή και την αξιοπρέπεια, για τα οποία οι Έλληνες είχαν θυσιάσει τόσα πολλά.
Ακολούθησαν και άλλες Εθνοσυνελεύσεις, στις οποίες ο ελληνικός λαός αντιπροσωπευόταν από εκπροσώπους τους οποίους όριζε μέσα από τοπικές συνελεύσεις. Μια από αυτές έλαβε χώρα στην Σουβάλα, όπου στις 23 Δεκεμβρίου του 1825, ο οπλαρχηγός Γεώργιος Δυοβουνιώτης συγκάλεσε τους προκρίτους των περιοχών Βουδονίτσας και Τουρκοχωρίου, με σκοπό να εκλέξουν τους δυο πληρεξούσιους παραστάτες που θα τους εκπροσωπούσαν στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Στο Αρχείο της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, υπάρχει το χειρόγραφο πρακτικό της εκλογής που συντάχθηκε με τα ονόματα και τις υπογραφές των παρισταμένων, μέσα στα οποία βρίσκονται και αυτά των Σουβαλιωτών προκρίτων Πρωτόπαπα και Γιωργάκη Κούσουλα.

" Πρακτικό εκλογής πληρεξουσίων της επαρχίας Μενδενίτσης και Τουρκοχωρίου.

      Κατά την περί Εθνικής Συνελεύσεως προκήρυξιν της σεβαστής Διοικήσεως της Σεπτεμβρίου συνελθόντες ημείς οι κάτοικοι των δύο επαρχιών Μενδιννίτζας και Τουρκοχωρίου, εξελεξάμεθα με κοινήν θέλησιν και απόφασιν πληρεξουσίους των δύο επαρχιών μας δια την ήδη συγκροτησομένην Εθνικήν Συνέλευσιν τους πατριώτας ημών κύριον Αναγνώστην Δαλαρήν και Δούκαν Κωνσταντίνου, τους οποίους και εφοδιάζομεν με το παρόν πληρεξούσιον κοινόν έγγραφόν μας δια να παρευρεθώσιν εις την Εθνικήν Συνέλευσιν και συσκευθέντες αποφασίσωσι περί της σωτηρίας των συμφερόντων του Ελληνικού Έθνους.

Τη 23 Δεκεμβρίου 1825, εκ Σουβάλας.

Γεώργιος Διωβουνιώτης, Παπα Γεοργιος ηκονόμος Παλιοχόρι, Θανάσις Σουφλις Παλιοχόρι, Θανάσις Αλαφρός Γλουνιστά, Αναγνοστης Σκορεντινητζα, Νικολός Ταξιαρχις Γλουνιστά, Γιοργους Παπασταθοπουλος Ξιλκους, Αναγνοστις Παπανικολού Κάργια, Αναγνοστις Ζαχαρόπουλος Κενούριο Χοριό, Παπα Νηκοδημος ειγούμενος του Αγήου Γηοργήου, Παπα Αλεξαντρής απου Αντερα, Παναγηότις Παπαδόπλους απου Μόλου, Πάπα Άνθιμος ο ιγουμενος της Αγίας, Αγγελος από Ατερα, Παδημόπολος απο Ατερα, Λούκας Κατζέλας από Μόλο, Γηόργου Βλάσου Τράνταφλός απού Τιρβησάδες, Δημήτρη Ζόρπας από Τιρβησάδης, Γιανάκις Κοκόνης από Μόλο, Θανάσις Πισπίκης από Μόλο, Γιάνης Κονόμοπολος από Μόλο, Προτόπαπας Σουβάλα, Γιοργάκης Κουσουλας Σουβάλα, Γιάνις Μηχο Τουρκοχόρη, Αβγέρίς Αργιρι Δουραχμάνι, Παπα Δημήτρης Καρβασαρά, Γιοργακις Γουναρις Καρβασαρά, Γιόργις Παπασταμόπουλος Ντερνίτζα, Αλεξαντρης Τζαταλεξης από Μολω, Σταμάτης Ληαπατήτης, Σταθή Καλαμαρά απου Φυτηα, Γιανακις από Κομνενα, Αναγνώστις Πισπισλις από Πουτουνιτζα, Νήκολος Ξηδηας από Πικράκι, Αναγνώστις Τζιτζιπας από Κινουριον, Διμήτρης Αναγνόστης Πεσλής από Ποντονήτζα, Αναγνοστάκος Νταλαρη, Παπαγιάννης από Κενουριο Χοριό, Σταθάκος απο Κοσκηνα, Παναγιοτης Κολαρας Νειακοβηδης, Παπά Γρηγόριος ιγούμενος του Προφήτου Ιληού Μοναστήρι."

(Αρχείο Ελληνικής Παλιγγενεσίας Τόμος 20, Αριθμός 17)



Ακολούθως και η επιστολή αποδοχής του, ενός τελικά, εκπροσώπου από την Εθνοσυνέλευση :

"Επί του νώτου: Αρ. 56.
Πληρεξούσιον Μπουδουνίτζας και Τουρκοχωρίου.
Είναι δεκτός ο Αναγ. Δαλαρής.
Τη 6 Απριλίου 1826, Ν. Επιδαύρω.

Η Επιτροπή
Αναστάσιος Λόντος, Γεώργιος Δαρειώτης, Αναγ. Ζαφειρόπουλος, Ιωάννης Βλάχος, Ιωάννης Μαμούνης, Λεόν. Καμπάνης.
Ο Γραμματεύς
Παναγιώτης Σταματέλος."


Το χειρόγραφο πρακτικό της συνέλευσης των προεστών
που πραγματοποιήθηκε στην Σουβάλα υπό τον Γ. Δυοβουνιώτη



Με την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια το 1827 και την ανάληψη των καθηκόντων του ως Κυβερνήτης της Ελλάδας, το πολιτειακό σύστημα άλλαξε. Συστάθηκε ένα κεντρικό εξουσιαστικό συμβούλιο, το Πανελλήνιο, το οποίο αποτελείτο από 27 μέλη και είχε γνωμοδοτική και νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα. Παράλληλα η χώρα οργανώθηκε διοικητικά σε επαρχίες, οι οποίες απαρτίζονταν από πόλεις, κώμες και χωριά, σύμφωνα με την αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας και εμπνευσμένη από την αρχαία ελληνική διοικητική δομή του "Κοινού". Σύμφωνα με αυτές τις ρυθμίσεις, στο πρωτοβάθμιο αυτοδιοικητικό επίπεδο, προβλεπόταν ότι οι πολίτες ηλικίας άνω των 25 ετών είχαν το δικαίωμα να εκλέξουν τους δημογέροντες, οι οποίοι είχαν την ευθύνη για την λειτουργία των κοινών. Όμως αυτή η φιλελεύθερη και δημοκρατική διάταξη, φαίνεται ότι ενόχλησε το κατεστημένο των προεστών, οι οποίοι κατά την διάρκεια της Επανάστασης είχαν οικειοποιηθεί την τοπική εξουσία. Έτσι η προεστική τάξη στράφηκε κατά του Καποδίστρια [1], μέχρι μάλιστα του σημείου, να αξιώσει μέσω του Πανελληνίου, την κατάργηση του δικαιώματος ψήφου από το σύνολο του πληθυσμού, επικαλούμενη αντίστοιχες πρακτικές των ευρωπαϊκών κρατών [2]. Αυτό το "μικρό" έλλειμμα δημοκρατίας, ίσως ήταν ανεκτό από τους λαούς των δυτικών κρατών όπου κυριαρχούσε ο συντηρητισμός της μοναρχίας και της φεουδαρχικής δομής. Φάνταζε όμως απαράδεκτο, στα μάτια ενός ηγέτη που επιχειρούσε να δημιουργήσει μια ελεύθερη και δημοκρατική χώρα. Τελικά ο Καποδίστριας επέλεξε να αναβάλει τις τομές στην πολιτειακή οργάνωση, μέχρι την έκδοση ενός νέου εκλογικού νόμου που φιλοδοξούσε να περιορίσει την αυθαιρεσία των προεστών. Ως εκ τούτου αποφασίστηκε οι δημογέροντες των κοινοτήτων να οριστούν από την κυβέρνηση, η οποία παράλληλα θα αναλάμβανε και την διαχείριση των οικονομικών.
Η επιδίωξη του Κυβερνήτη να δώσει στους Έλληνες πολίτες ελευθερίες και δικαιώματα που για την εποχή ξεπερνούσαν και τις καλύτερες προσδοκίες, ίσως πήγαζε από την βαθύτερη πεποίθηση του ότι οι δυνάμεις της απολυταρχικής Ευρώπης, δεν θα επέτρεπαν στην Ελλάδα να κυβερνηθεί δημοκρατικά. Πόσο δε μάλλον όταν η ίδια η χώρα είχε στηρίξει τις ελπίδες για την σωτηρία της σε αυτές και η άρχουσα τάξη είχε προσκολληθεί στους πόλους τους. Ένα συλλογισμό που έκφρασε με τον καλύτερο τρόπο λίγα χρόνια αργότερα και ο Ντοστογιέφσκι, όταν σε ένα άρθρο του σχολίαζε : "είναι αδύνατον το να αφήσουμε ένα τόσο σημαντικό σημείο της οικουμένης στους Έλληνες".
        Και πράγματι οι πεποιθήσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν όταν μετά το θάνατο του Καποδίστρια, οι Μεγάλες Δυνάμεις επέλεξαν ως πολίτευμα την βασιλεία και όρισαν τον Όθωνα. Επειδή όμως ο μονάρχης ήταν ανήλικος, σχηματίστηκε μια επιτροπή αντιβασιλείας από Βαυαρούς η οποία θα κυβερνούσε μέχρι την ενηλικίωση του. Σε αυτό το διάστημα επιχειρήθηκε μια συνολική μεταρρύθμιση, η οποία υπαγορευόταν από μια ξένη προς την ελληνική ιδιοσυγκρασία αρχή και είχε ως βάση τις αρχές της μοναρχίας και τις αντιλήψεις ενός σκληρού και άκαμπτου συγκεντρωτισμού.
Ένας από τους τομείς που δέχθηκε αλλαγές ήταν η διοικητική οργάνωση του κράτους. Σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα 3 "Περί διαιρέσεως του κράτους και διοικήσεως του" της 15ης Απριλίου 1833 (δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. τεύχος 12 στις 6 Απριλίου 1833) η ελληνική επικράτεια διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 42 επαρχίες. Οι νομάρχες και οι έπαρχοι αυτών διορίζονταν από τον βασιλιά και τους παρέχονταν ευρύτατες πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές δικαιοδοσίες  Οι επαρχίες διαιρέθηκαν σε δήμους, στους οποίους υπήρχε δημοτικό συμβούλιο, του οποίου τα μεν μέλη εκλέγονταν από τους κατοίκους, ενώ ο δήμαρχος επιλεγόταν από τον βασιλιά, ανάμεσα από τρεις υποψηφίους. 


[1] Οι σχέσεις είχαν ενταθεί όταν ο Κυβερνήτης επιχείρησε να διανείμει τις “εθνικές γαίες” σε ακτήμονες, οραματιζόμενος την αυτάρκη γεωργική ανάπτυξη της χώρας.
[2] Την ίδια περίοδο στην Αγγλία, δικαίωμα ψήφου είχε μόνο το 7% των ανδρών.



Στο "Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912", ο συγγραφέας Ε. Σκιαδάς, αναφέρει τον σχηματισμό του Νομού Λοκρίδας και Φωκίδας, με έδρα την Άμφισσα. Ο νομός διαιρούταν σε τέσσερις επαρχίες, της Φθιώτιδος με έδρα το Ζητούνι (Λαμία), Δωρίδας με έδρα το Λιδορίκι, Λοκρίδας με έδρα το Ταλάντιον (Αταλάντη) και Παρνασσίδας με έδρα τα Σάλωνα (Άμφισσα). Στα όρια αυτού του νομού συστήνεται για πρώτη φορά, στις 20 Απριλίου του 1835 ο Δήμος Λιλαίας με έδρα την Σουβάλα. Σε αυτόν προσαρτήθηκαν οι οικισμοί Βάργιανη, Παλαιοχώρι και Χάνι Γραβιάς. Από τότε οι μετασχηματισμοί στον χάρτη της τοπικής αυτοδιοίκησης ήταν πολλοί.
Στις 28 Δεκεμβρίου 1836 με το Φ.Ε.Κ. 80Α συστήνεται ο Δήμος Δωριέων, του νομού Φωκίδας και Λοκρίδας και ορίζεται ως έδρα του δήμου ο οικισμός Καστέλλι. Σε αυτόν περιλαμβάνονται οι οικισμοί Κουκουβίστα, Χλωμός, Βάργιανη, Χάνι Γραβιάς, Κάνιανη και Σκλήθρος.
Στις 18 Δεκεμβρίου 1840 με το Φ.Ε.Κ. 22Α, καταργείται ο Δήμος Λιλαίας και οι οικισμοί του ενσωματώνονται στον Δήμο Δωριέων. Νέα έδρα του ορίζεται η Κάτω Αγόριανη. Οι οικισμοί Σουβάλα και Παλαιοχώρι, μαζί με τους Άνω Αγόριανη, Μετόχι Προφήτη Ηλία, Μπράλος και Μαριολάτες, προσαρτώνται στον νέο Δήμο, ο οποίος έτσι κατατάσσεται στην β' τάξη διαθέτοντας πληθυσμό 3821 κατοίκων.
Στις 15 Οκτωβρίου του 1842 με το Φ.Ε.Κ. 24Α, συστήνεται ο Νομός Φθιώτιδος και Φωκίδος. Ο οικισμός Γραβιά προσαρτάται στο Δήμο Δωριέων και ορίζεται ως νέα έδρα του.
Το 1853 ο Ιάκωβος Ρ. Ραγκαβής συντάσσει “Τα Ελληνικά”. Μια γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική περιγραφή της αρχαίας και νέας Ελλάδας, όπως συμπληρώνει στον τίτλο του έργου. Στον Α΄ τόμο καταγράφει τον Δήμο Δωριέων, με έδρα την Άνω και Κάτω Αγόριανη, καθώς και στους οικισμούς που τον συγκροτούν. Ανάμεσα τους την Άνω και Κάτω Σουβάλα, οι οποίες διαθέτουν 147 σπίτια και 655 κατοίκους. Περιγράφει επίσης την αγροτική παραγωγή της περιοχής που αποτελείται κυρίως από δημητριακά, όσπρια, καπνό, καρύδια και οίνο, ενώ αναφέρει και την ύπαρξη δασονομείου.







Η σφραγίδα του Δήμου Δωριέων



Το 1872 ο Δήμος Δωριέων προχωρά σε αντικατάσταση της επίσημης σφραγίδας του, η οποία αρχικά ήταν κυκλική με έμβλημα το βασιλικό θυρεό. Στο δημοτικό συμβούλιο προτάθηκαν διάφορες παραστάσεις, όπως "παίδας εστεμμένος", "κυνηγός κρατών περιστεράν με ανοικτάς τας πτέρυγας" ή "Άρην πολεμούντα με τόξον εις τα χείρας". Τελικά όμως υιοθετήθηκε η πρόταση του αρχαιολόγου Π. Ευστρατιάδη, της παράστασης "τριών νέων ενόπλων, χορεύοντες τον πυρρίχιον" που θα περικλείονταν από τις λέξεις "Δήμος Δωριέων".

Στις 8 Ιουλίου 1899 με το ΦΕΚ 136Α, ο δήμος αποσπάται από το νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος και υπάγεται στο νομό Φωκίδος.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1909 με το Φ.Ε.Κ. 282Α, ο δήμος αποσπάται από το νομό Φωκίδος και υπάγεται στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος.
Στις 31 Αυγούστου του 1912 με το Φ.Ε.Κ. 261Α, η διοικητική διαίρεση της χώρας αλλάζει και αποφασίζεται η κατάργηση των δήμων, ανάμεσα τους και ο Δήμος Δωριέων. Έτσι η Σουβάλα ορίζεται ως κοινότητα.



Οι κοινοτάρχες της Πολυδρόσου που υπηρέτησαν την τοπική αυτοδιοίκηση από το 1924 είναι οι ακόλουθοι :

1924-1925  
1925-1926  
1926-1927  
1927
1927-1928  
1929-1933 
1934
1935-1936 
1936
1936-1942 
1943-1944 
1944
1944-1945 
1945-1946 
1951
1951-1959
1959-1961
1962-1964
1964-1967
1967
1968-1972
1972
1972-1974
1974-1975
1975-1978
1979-1994
1994-1998
Αθανάσιος Γ. Αδαμόπουλος
Γεώργιος Π. Δρίβας
Αργύριος Ε. Καρούζος
Αθανάσιος Λιάρτης και Χρήστος Πάντος
Γεώργιος Ι. Τσαρμακλής
Αργύριος Ε. Καρούζος
Γεώργιος Ι. Τσαρμακλής και Ευθύμιος Χριστόπολος
Αθανάσιος Κ.Παναγιώτου
Γεώργιος  Ι. Τσαρμακλής
Πάνος Θ. Δρίβας
Λουκάς Ν. Μανέτας
Χρήστος  Μ. Παπαθανασίου
Λουκάς Στύλιας
Παναγιώτης Καραχρίστος
Χρήστος  Μ. Παπαθανασίου
Ευθύμιος Α. Καρούζος
Ταξιάρχης Μίγγος
Λουκάς Μαστροκώστας
Ευθύμιος Α. Καρούζος
Ευάγγελος Λαγός
Παναγιώτης Πάντος
Χαράλαμπος Ε. Τσαρμακλής
Ιωάννης Βαλάσκας
Δημήτριος Σούλιος
Ευθύμιος Α. Καρούζος
Νικόλαος Α. Παπαστάμος
Δημήτριος Τζιβάρας



Στις 9 Σεπτεμβρίου 1927, με πρόταση του κοινοτικού συμβουλίου και μετά από νόμο του Ελ. Βενιζέλου, δόθηκε στο χωριό η ονομασία Πολύδροσος. Απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 206 και πάρθηκε εμπνευσμένη από τις πηγές, τα ποτάμια και τους μικρούς καταρράκτες που υπάρχουν παντού. Η γειτονική Κάτω Αγόριανη που ιδρύθηκε μετεπαναστατικά από κατοίκους της Άνω Αγόριανης, πήρε λόγω θέσης και ιστορικά άδικα, την ονομασία Λιλαία. Στην απογραφή του 1928, η Πολύδροσος αριθμούσε 1567 κατοίκους.
Στις 31 Μαρτίου 1943 με το Φ.Ε.Κ. 72Α, ανασυστήνεται ο νομός Φωκίδας και προσαρτάται σε αυτόν η κοινότητα Πολυδρόσου.
           Στις 4 Δεκεμβρίου 1997 με το Φ.Ε.Κ. 244Α. η κοινότητα καταργείται και η Πολύδροσος γίνεται έδρα του Δήμου Παρνασσού.


Ληστεία

Η ληστεία αποτέλεσε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και για πολλά χρόνια, ένα σοβαρό πρόβλημα. Ως φαινόμενο, τουλάχιστον με την έννοια που της δίνουμε σήμερα, εμφανίστηκε μετεπαναστατικά, όταν οι άτακτοι κλεφταρματολοί του Αγώνα περιθωριοποιήθηκαν από την εξουσία, με συνέπεια να καταλήξουν στην παρανομία. Η δραματική αυτή αλλαγή, όπου οι κλέφτες, αυτοί που όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης "γυμνοί και ξυπόλυτοι βάστηξαν στα βουνά, ζωντανή την μαγιά της λευτεριάς", μετασχηματίστηκαν σε έκνομους ληστές, έγινε σε δύο φάσεις. Η πρώτη ήταν επί Καποδίστρια, όταν ο κυβερνήτης προχώρησε στην διάλυση των ατάκτων στρατιωτικών σωμάτων, λόγω της αδυναμίας του κράτους να τα συντηρήσει. Η δεύτερη και πιο καταλυτική, ήταν το 1845 όταν η αντιβασιλεία των Βαυαρών εκδίδοντας το Βασιλικό Διάταγμα "Περί των υπέρ πατρίδος αγωνισθέντων και θυσιασθέντων", άφησε με την ξενική αντίληψη της, πολλούς αγωνιστές δίχως την αναγνώριση που πρόσμεναν. Η ρήξη που επήλθε οδήγησε στην φυγή προς τα παλιά λημέρια της Ρούμελης και της Θεσσαλίας και στην εναντίωση προς την κρατική εξουσία. Έτσι διαμορφώθηκε ένα ιδεολογικό υπόβαθρο για την δράση των ληστών που είχε μάλιστα πολύ συχνά και την λαϊκή συναίνεση, η οποία δικαιολογούσε τις πράξεις τους, λόγω της κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης που βίωνε και η ίδια.
Ο κώδικας συμπεριφοράς που ακολούθησαν οι ληστές, οι προσπάθειες ανάπτυξης κοινωνικών δεσμών, καθώς και η μυθοπλασία που πήγαζε από το κλεφταρματολικό παρελθόν, άλλα και το περιπετειώδες παρόν, τους ηρωοποίησαν στην λαϊκή συνείδηση, παρά τις βίαιες και απάνθρωπες πράξεις τους. Οι απαράβατες αρχές τους περιελάμβαναν το να κυνηγούν και να σκοτώνουν όλους εκείνους που επιδίωκαν την εξόντωση τους, να κόβουν τις μύτες και τα αυτιά των προδοτών, αφήνοντας τους να ζουν σημαδεμένοι προς παραδειγματισμό και να παίρνουν χρήματα από όσους είχαν, συνήθως απαγάγοντας πλούσιους και ζητώντας λύτρα από τους συγγενείς με την απειλή του αποκεφαλισμού, ώστε να ζουν οι ίδιοι και να βοηθούν κάποιους φτωχούς. Δεν πειράζουν τον γιατρό που τον καλούν όταν έχουν ανάγκη, προικίζουν φτωχά κορίτσια, φροντίζουν τα ορφανά, βαπτίζουν παιδιά, δίνουν χρήματα για να χτιστούν εκκλησίες, να επισκευαστούν μοναστήρια, κ.α.
Η αντιπαράθεση με την εξουσία κορυφώθηκε το 1848, όταν ολόκληρη η χώρα συγκλονίστηκε από την ξαφνική έφοδο των ληστροσυμμοριών, οι οποίες επαναστάτησαν ενάντια στον Όθωνα και την κυβέρνηση. Στην Στερεά οι Παπακώστας, Μπαλατσός, Βελέντζας και Κοντογιάννης, αν και είχαν αμνηστευθεί από τον βασιλιά, ενώνονται με άλλες ομάδες ληστρανταρτών και περνούν στις αρχές Απριλίου την παραμεθόριο, εισβάλοντας στην Φθιώτιδα. Ξεσηκώνοντας τον κόσμο στα χωριά, καταλύοντας τις αρχές, καίγοντας έγγραφα, απελευθερώνοντας φυλακισμένους, κ.α., εξαπλώνουν την κυριαρχία τους από την Υπάτη, την Άμφισσα, την Αράχωβα, μέχρι την Σουβάλα και την Αγόριανη, όπου ο Κοντογιάννης μέσω των παλαιών κλεφταρματολικών δεσμών του με την περιοχή [1], την έθεσε υπό τον έλεγχο του. Σε απάντηση, η κυβέρνηση αποστέλλει τον τακτικό στρατό, με επικεφαλείς τους υποστράτηγο Ιωάννη Μαμούρη και τον ταγματάρχη Γαρδικιώτη Γρίβα, για να αντιμετωπίσουν την εξέγερση. Ο τελευταίος όμως, πέφτοντας στην παγίδα ενός ελιγμού τακτικής, από το σώμα του Παπακώστα και των ληστών Καταρραχιά και Καλαμάτα, υποχρεώνεται στο Παλαιοχώρι σε μια δεινή ήττα. Η τελική αναμέτρηση των δύο πλευρών διεξήχθη στην Υπάτη, η οποία υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή.  

[1] Οι Κοντογιανναίοι ήταν μια γνωστή αρματολική οικογένεια, η οποία ξεκινώντας με αφετηρία την Υπάτη, έφτασε τον 18ο αιώνα να επεκτείνει την επιρροή της μέχρι την Δωρίδα, την Λοκρίδα, την Ακαρνανία και την Αιτωλία. Μετά την επανάσταση καταγράφεται ένα μέλος της, ο Ιωάννης Κοντογιάννης, ως κάτοικος του Δήμου Δωρίδας, ο οποίος πολέμησε υπό τις διαταγές του Κοντοσόπουλου και του Τράκα στις μάχες Βασιλικών, Βάργιανης, Κάπραινας, Αράχωβας, Διστόμου, Κεφαλόβρυσου, κ.α. Ο Κοντογιάννης κατά την περίοδο της εξέγερσης του 1848 ήταν εν ζωή και φαίνεται ότι επηρέασε τον ντόπιο πληθυσμό υπέρ των επαναστατών.
  

O λήσταρχος Νταβέλης το 1855, Θεόφιλος.

Τα επόμενα χρόνια το ελληνικό κράτος κυνήγησε ανελέητα την ληστεία, η οποία μειώθηκε δραματικά. Δεν έπαψε όμως να υφίσταται, τροφοδοτώντας συχνά τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με πηχυαίους τίτλους ανοσιουργημάτων. Οι ληστές βάθαιναν με την δράση τους όλο και περισσότερο, το χάσμα που τους χώριζε από την εξουσία και το μίσος που έτρεφαν γι' αυτήν, εκφραζόταν με απαγωγές πολιτικών, αστών, ακόμα και τουριστών, οι οποίες δημιούργησαν μείζονα διπλωματικά προβλήματα. Παρά όμως την "νομιμοποίηση" που αντλούσε, επιχειρώντας σε χρόνια άγρια και ένα περιβάλλον γενικευμένης κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης, η ληστεία δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίχως την αρπαγή. Έτσι πολλές φορές οι κάτοικοι του Παρνασσού, ενός χώρου που αποτέλεσε ιδανικό καταφύγιο της, γνώρισαν από τις συμμορίες την λεηλασία των κτηνοτροφικών ή αγροτικών αγαθών τους, τις απειλές, τον εξαναγκασμό, ακόμη και τον θάνατο.
  

Τον έντονα αντικοινωνικό και αναρχοαυτόνομο χαρακτήρα της, εκφράζει ίσως με τον καλύτερο τρόπο ένας εκ των πρωταγωνιστών της, ο λησταντάρτης Μήτρος Λαφαζάνης :

        "Και τι είναι τα ιδικά μας εγκλήματα απέναντι των ιδικών σας. Καθείς από εμάς ή επλήγωσεν ή εφόνευσε κανένα ασυνείδητον άνθρωπον, ο οποίος μας κυνηγούσε και μας κατέτρεχεν αδίκως, ενώ σεις, Βουλευτές και Υπουργοί εκάμετε μίαν επανάστασιν, ερρίψατε από τον θρόνον του ένα Βασιλιά, εσκοτώσατε τόσους ανθρώπους, εδυστυχήσατε τόσας οικογενείας και εφονεύσατε το έθνος με μεγάλα χρέη, τα οποία δεν θα ημπορέση να πληρώση ποτέ. Και όμως σεις κάθεσθε ως καλοί νοικοκυραίοι και απολαμβάνετε όλα τα αγαθά, ημείς καταδιώχθημεν ως άγρια θηρία και τα μεταβατικά αποσπάσματα έφαγον τα πρόβατά μας, κατέστρεψαν τα σπίτια μας, ατίμησαν τας αδελφάς μας και μας έφεραν εις την ανάγκην να γένωμεν λησταί και να τρέχωμεν εις τα βουνά, για να γλυτώσωμεν από την λαιμητόμον και να απεθάνωμεν ως άνδρες: Δεν μας λέγεις δια ποίον λόγον οι καπελάδες οι πολιτικοί δεν καταδιώκονται, μήπως τάχα τους αμνήστευσεν εκείνους κανείς ; Εις τας επαρχίας έγιναν πολλά κακά από τους τρανούς και όμως κανείς δεν τους κυνηγάει, πολλοί δε από αυτούς είναι Βουλευταί αι φυλακαί και η λαιμητόμος είναι μόνον δια τους φτωχούς και τους μικρούς, δια τούτο και ημείς όσον καιρό ζήσομεν, έχομεν σκοπόν να κυνηγούμεν τους πολιτικούς."

Σε αυτά έρχονται να προστεθούν και τα σχόλια του διοικητή των καταδιωκτικών αποσπασμάτων της Δυτικής Στερεάς, του Π. Κορωναίου, ο οποίος το 1869 σχολίαζε :

        "Εις χείρας της εξουσίας κείται η εμπέδωσις της πλήρους τάξεως εάν θέλη και ηξεύρη να κάμη χρήσιν των εις τας χείρας της μέσων. Τουτέστιν η διοίκησις να μην φατριάζη, τα δικαστήρια να ανήκωσιν εις την δικαιοσύνην και μόνον, τα όργανα της εκτελέσεως να είναι επιτήδεια και το δυνατόν τέλεια. Η δικαιοσύνη αντί να απονέμη το δίκαιον, απονέμει την αδικίαν και την ανισότητα, διότι όλα τα βάρη εμπίπτουν εις την τελευταίαν τάξιν του λαού και διότι η δεσπόζουσα φατρία πιέζει παντοιοτρόπως την άλλην. Ως και τα εγκλήματα τα υπ’ αυτών πραττόμενα, αποδίδει εις την άλλην. Ο ισχυρός της ημέρας όλα τα διαπράττει ατιμωρητί, ο δε ανίσχυρος όλον αναγκάζεται να υπομένει. Η απληστία αυτή ωθεί τους κατοίκους εις το τελευταίον άκρον το της αυτοδικίας και της εκδικήσεως κατά της κοινωνίας, ήτις τοσούτον αδικεί."

Μετά την πρώτη γενιά ληστών, οι οποίοι ξεκίνησαν ως υπέρμαχοι της ελευθερίας και κατέληξαν παράνομοι, τις συμμορίες απάρτιζαν άνθρωποι που μεταπήδησαν στην ληστεία για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Μία από τις κύριες αιτίες, ήταν η αποφυγή της φυλάκισης εξαιτίας της διάπραξης ενός εγκλήματος, πιο συχνά της ανθρωποκτονίας που τελέστηκε λόγω κάποιας διαμάχης ή υπό την επήρεια μέθης, ο φόβος της αντεκδίκησης - βεντέτας, οι κοινωνικές αδικίες, όπως για παράδειγμα οι νοθείες στην κλήρωση των στρατευσίμων που γίνονταν εις βάρος φυσικά των ασθενέστερων, ο κατατρεγμός των κολίγων, κ.α., ή απλά ο σκοτεινός πόθος για την απόκτηση πλούτου μέσω αυτής της οδού.
Ο Παρνασσός φιλοξένησε πολλούς γνωστούς για την δράση τους ληστές. Ένας από αυτούς ήταν ο Νταβέλης ή κατά κόσμον Χρήστος Νάτσιος. Η επικρατέστερη εκδοχή για την καταγωγή του, θέλει να γεννήθηκε το 1832 στην Αράχωβα. Λίγα χρόνια αργότερα τον συναντάμε ως βοσκό σε κοπάδια της μονής Νταού Πεντέλης, όπου και ξεκίνησε η βίαιη περιπέτεια της ζωής του. Η αδιακρισία του τον ενέπλεξε σε ένα ερωτικό σκάνδαλο, στο οποίο κατηγορήθηκε άδικα και τιμωρήθηκε. Η μοίρα τελικά τον οδήγησε στην δολοφονία ενός χωροφύλακα, μετά την οποία βρήκε καταφύγιο στην συμμορία του τρομερού Μπελούλια. Μετά απο λίγο καιρό ο Νταβέλης δημιούργησε την δική του ομάδα [1] και από διάφορα ορμητήρια, ένα από αυτά και την σπηλιά του Δρακοκάρκαρου στον Παρνασσό, καταδυνάστευε όλη την ανατολική Στερεά. Ενεπλάκη σε ληστείες, αλλά και πολιτικές πράξεις, με γνωστότερη την απαγωγή του Γάλλου αξιωματικού Μπρετώ, ως αντίδραση για τον ναυτικό αποκλεισμό που υπέστη η Αθήνα το 1855 από τον αγγλο - γαλλικό στόλο. Φαίνεται ότι η αδυναμία του Νταβέλη στην γυναικεία ομορφιά, αποτέλεσε και την αιτία του χαμού του. Σε μια συνάντηση με την Ιταλίδα κόμισσα Λουίζα Μπανκόλι, θα την ερωτευτεί. Την καλλονή όμως διεκδικούσε παράλληλα και τότε υπαρχηγός του Γιάννης Μέγας που με αφορμή αυτό το γεγονός, μετατράπηκε σε ορκισμένος εχθρός του. Ο Μέγας σύντομα άλλαξε στρατόπεδο, κατετάγη στην χωροφυλακή και με αυτή του την ιδιότητα κυνήγησε ανελέητα τον Νταβέλη. Το δραματικό τέλος του ερωτικού αυτού τριγώνου, παίχτηκε στο Ζεμενό στις 12 Ιουλίου του 1856, όταν οι δύο πρωταγωνιστές του αλληλοσκοτώθηκαν σε μονομαχία. Η ιστορία αυτή διέγειρε τόσο την λαϊκή φαντασία της εποχής, ώστε την κατέγραψε συνθέτοντας το παρακάτω δημοτικό τραγούδι :    

"Κατακαημένη Αράχωβα, Νταβέλη, Νταβέλη
και Δίστομο και Δαύλεια, αχ μωρέ Χρήστο Νταβέλη.
Τους κλέφτες τι τους κάματε και τους Κακαραπαίους ;
Αχ στο Ζεμενό τους έχουμε, τους πολεμάει ο Μέγας.
Ο Μέγας απ' την Αράχωβα και ο Δούκας απ' τη Δαύλεια.
Εις τα ταμπούρια πήδηξε με το σπαθί στο χέρι
και τον Φουντούκην έκοψε και τον Χρήστον το Νταβέλη."

Ένας από τους πιο αδίστακτους και αιμοσταγείς ληστές ήταν επίσης ο Καραθανάσης, από την Αράχωβα. Στην πλούσια εγκληματική του δράση είχε χρεωθεί με γεγονότα που στιγμάτισαν την ζωή της χώρας, αποκαλύπτοντας παράλληλα και την υπόγεια συναλλαγή της ληστείας με κάποιες πολιτικές δυνάμεις. Από τις εντονότερες στιγμές, ήταν ο εμπρησμός του Τατοΐου με στόχο τον βασιλιά και η απόπειρα κατά της ζωής του Ε. Βενιζέλου. Στην πρώτη περίπτωση η επιχείρηση απέτυχε και ο Καραθανάσης με τον συνεργό του Γ. Κοντογιάννη συνελήφθησαν, κατηγορούμενοι για εμπρησμό και απόπειρα δολοφονίας. Το κυβερνών Δημοκρατικό Κόμμα όμως, έδειξε μεγάλη "κατανόηση" και για να τους γλυτώσει τους έχρισε τρελούς, κλείνοντας τους για τρεις μήνες σε ψυχιατρείο. Μετά την απαλλαγή του ο Καραθανάσης συνέχισε την εγκληματική του δράση, διαπράττοντας την δεύτερη μεγάλη επιχείρηση. Το βράδυ της 6ης Ιουνίου 1933, το ζεύγος Βενιζέλου επέβαινε σε μια Packard, επιστρέφοντας από γεύμα στο σπίτι της Π. Δέλτα στην Κηφισιά. Στο ύψος του Παραδείσου Αμαρουσίου δέχονται την επίθεση "αγνώστων", οι οποίοι με καταιγισμό πυροβολισμών αποπειρώνται να δολοφονήσουν τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Μετά από λίγες ημέρες διατάσσεται η σύλληψη τεσσάρων ατόμων που καταδεικνύονται ως υπαίτιοι, ανάμεσα τους και ο Καραθανάσης.



[1] Μεταξύ των συντρόφων του ήταν και ο Λουκάς Λιοντάκης ή Συνοδιάς από την Αμφίκλεια.

  
Ο λήσταρχος Καραθανάσης

            Ένα από τα επεισόδια της εγκληματικής του δράσης στην περιοχή του Παρνασσού, συνδέθηκε με την ιστορία μιας διένεξης ανάμεσα στις κοινότητες Πολυδρόσου και Αράχωβας που κράτησε 100 ολόκληρα χρόνια,. Η περιοχή Κελάρια, σήμερα γνωστή για τις εγκαταστάσεις του χιονοδρομικού κέντρου που βρίσκονται εκεί, στις αρχές του αιώνα αποτελούσε σημαντικό βοσκότοπο για τους κτηνοτρόφους και διεκδικούνταν με σθένος από τους Αραχωβήτες. Το 1919 πρόεδρος της Κοινότητας Σουβάλας ήταν ο Ι. Κολοκύθας που παράλληλα διέθετε ένα από τα μεγαλύτερα κοπάδια στον Παρνασσό. Ο Καραθανάσης χρησιμοποιώντας απειλές και τραμπουκισμούς, ανάγκασε τον Σουβαλιώτη πρόεδρο να συναινέσει σε ένα άτυπο ανακαθορισμός των βοσκότοπων, εκδιώκοντας τους Σουβαλιώτες κτηνοτρόφους και παραχωρώντας την γη στους διεκδικητές. Ένα χρόνο αργότερα όμως, οι Σουβαλιώτες προσφεύγοντας στην δικαιοσύνη, ζήτησαν τον καθορισμό σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα τους στην περιοχή.   

  
Με την πάροδο του χρόνου, η αντίθεση με την κρατική εξουσία και η προσχώρηση πολλών περιθωριοποιημένων στις τάξεις των ληστών, οδήγησε μοιραία στην ανάπτυξη μιας ιδεολογικής βάσης με έντονο ταξικό χαρακτήρα. Αυτή δε τροφοδοτήθηκε και από τις άσχημες πολιτικοοικονομικές συγκυρίες τις εποχής που έπλητταν κυρίως τις αγροτικές περιοχές, όπως οι πτωχεύσεις και η οικονομική κρίση, η σύνθλιψη των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, με την εκμετάλλευση των κολίγων από τους τσιφλικάδες και των εργατών από τους αστούς, κ.α. Γεγονότα που δημιουργούσαν το ιδανικό έδαφος, για να βλαστήσουν οι σπόροι των πρώτων κομμουνιστικών θεωριών που εμφανίστηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου. Η ταύτιση μιας μερίδας παρανόμων με το νέο ρεύμα της εποχής, θα οδηγούσε σε μια συνδιαλλαγή με την πολιτική, ειδομένη όμως διαμέσου μιας επαναστατικής διάθεσης και με το αίτημα της αναδιανομής εξουσίας και πλούτου. Για κάποιους πάντως, η δημιουργία αυτής της πολιτικής οντότητας, ήταν ιστορικά βεβαρυμμένη με το πρότερο εγκληματικό παρελθόν της. Παρόλα αυτά, όπως είχε γίνει και κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων μερικές δεκαετίες πριν, πολλά αντιστασιακά σώματα μετά την γερμανική εισβολή του 1941, φιλοξένησαν μαχητές που γνώριζαν καλύτερα από τον καθένα τα μυστικά του βουνού.
  

Δημοσίευμα της εφημερίδας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 11 Φεβρουαρίου 1935


Με το χρονικό μιας ληστείας ξεκινά και η ιστορία που ακολουθεί. Ανοίγοντας σαν ένα παράθυρο στον χρόνο, μας περιγράφει την ζωή του Γεωργίου Λ. Αδαμόπουλου (1839-1909), μέσω ενός χειρόγραφου που φυλάχτηκε από τους απογόνους του μέχρι σήμερα. Σκιαγραφεί παράλληλα στις 22 σελίδες της, την ζωή στο δεύτερο μισό του 19ου αι.



Το χειρόγραφο Αδαμόπουλου



“Εγεννήθην εις Άνω Σουβάλα το 1839, Ιανουαρίου 20. Με εξέθρεψε ο πατήρ μου 10 έτη. Εις το 1849, ήλθε η μεγάλη καταστροφή. Σεπτεμβρίου 13. Ήλθαν 15 λησταί οπλισμένοι, ως είδος στρατιώτη, με σέμια βασιλικά, με στέμμα βασιλικόν, με φέσια, και ήτον 3 ώρες έως ότου νυκτώση. Λοιπόν, ήλθον οι λησταί με ντεσκερέδια, να κάμουν κονάκι, καθώς τα συνηθισμένα των στρατιωτών. Ο πατήρ μου ήτον τεχνίτης, έξω εις το προαύλιον της οικίας του, εργαζότανε, έδενε ένα βάρελον δια κρασί, μεγάλο.
Ο πατήρ μου, αμέσως εννόησε ότι ήτον λησταί - με τον Αθανάσιον Νικολούλην, ήτον πλησίων η οικία του ως δέκα μέτρα - οι δε λησταί, αμέσως συνέλαβον τον Νικολούλην για να τον εμβάσουν μέσα εις την οικίαν του, δια να τον τιμωρίσουν, να του πάρουν τα χρήματα. Ο πατήρ μου, αμέσως εμβήκεν μέσα εις την οικίαν του έλαβε το όπλον του και πυροβόλησε κατά των ληστών. Επλήγωσε ένα των ληστών, οι δε λησταί εφοβήθησαν και απόλυσαν τον Νικολούλην και έφυγε δρομαίως.
Ένας ληστής, ονομαζόμενος Σταμελόγιαννος, από την Καστανιά, τον επήρε με το γιαταγάνι κυνηγόντα, δια να τον πιάσει και δεν εμπόρεσε αλλά του ετρύπησε το μπούτι. Τον επήγε έως 200 μέτρα και τον άφησε πλέον και αναχώρησε πάλιν εις τας οικίας που ήτον και οι άλλοι οι σύντροφοι του.
Ο πατήρ μου ήτο κλεισμένος μέσα, εις την οικίαν του, και πολεμούσε με τους ληστάς, οι δε λησταί έβαλαν πυρ και εις τας δυο οικίας και έκαιγαν. Ο πατήρ μου ήτον απάνω εις το πάτωμα και το πυρ έκαιγε εις το κατώγιον.
Ο παππούς μου ο Γεραδάμης ήτον έξω της οικίας και έβλεπε τον κίντυνον του παιδιού του. Ήτον ετών 95 και οι λησταί εκείνην την ώρα του είχαν τας χείρας του τρύπιες με το χάρπη, αλλά από τον τρόμο του, επήγε εις την άνω θύραν και εφόναξεν μεγαλοφώνως και λέγει : Παιδί μου Λουκά να με ακούσεις! Να βγεις έξω από τη φωτιά...Καλύτερα να σε φονεύσουν, παρά να καείς μέσα...
Και αμέσως άνοιξε την θύραν ο Λουκάς και εβγήκεν έξω, κατέβηκε κάτω τις σκάλες. Αμέσως, έφτασε οργισμένος ο Σταμελόγιαννος και έριξε με το πιστόλι του εις το ζωνάρι και τον άφηκε νεκρόν εις τον πάτο εις τη σκάλα του.
Το σπίτι εκαιγότανε και επέφτανε ξύλα κολλημένα με λαμπρόν.
Έπεφταν εις το σώμα του πατρός μου, εκαιγότανε. Ο δε παππούς μου ο Γεραδάμης, επείγε μόνος του και τον έσυρε από τη σκάλα διότι εκαιγότανε το σώμα. Άλλος κανείς δεν ήτον. Μόνος του.
Εκείνην την ώραν όπου ήτον οι λησταί, εκεί ήτον ο παππούς μου, ο Γεραδάμης. Η μάνα μου και η αδελφή μου η Σταθού – ήτον 8 ετών, ο αδελφός μου ο Ιωάννης, ήτον 6 μηνών, τον οποίον τον είχεν η αδελφή μου η Σταθού εις τας χείρας και εθρηνούσαν και έκλαιγαν και έβλεπαν τους ληστάς και εβαρούσαν την πόρτα, με το τσεκούρι, δια να την χαλάσουν. Η αδελφή μου η Παγώνα δεν ήτον εκεί, ήτον έξω. Ήταν μεγαλύτερα απ' όλους ημάς, ετών 17. Εγώ δε, ο Γεώργιος, εκείνην την ώραν, είχαμε μιαν αίγα και την επήρα και επήγα παρακάτω, δια να την βοσκήσω, έως 200 μέτρα αλάργα από τας οικίας.
Εκεί όπου βοσκούσα την αίγα, ήτον και δρόμος πλησίον. Βλέπω τους ληστάς και επήγαιναν με τάξιν - όχι τρέχοντας - κατά τας οικίας μας. Φοβήθηκα και δεν ήξευρα τι να κάμω. Εκεί όπου εστέκομαι, ήκουσα απάνω εις τα σπίτια 2 όπλα έπεσαν. Έτρεμα δε, ωσάν το ψάρι. Βλέπω ένα γερο, Δημήτρη Διαμαντώνη, ο οποίος ερχότανε από πάνου, τρέχοντας. Εγώ τον είδα και αμέσως τον ερώτησα : Τι πέφτουν τα ντουφέκια, μπάρμπα Δημήτρη ; και μου απαντά, -Κλέφτες παιδί μου, φεύγα... Εγώ δε, μόνο μου, έτρεξα από το πλευρό και επήγα εις μιαν οικίαν του Κώστα Χαλβατζή. Εκεί δε, ήτον και άλλες οικογένειες συνηγμένες. Άμα έφτασα κλαίγοντας εκεί, αμέσως άνοιξαν και με έβαλαν μέσα. Εγώ δε, δεν με χωρούσε το σπίτι. Με έβγαλαν έξω και επήγα εις του Σταμάτη Αργύρη το σπίτι, από πάνου ήτον εν κτίριον χαλασμένο.
Εκεί μέσα ήτον ένας θείος μου, Αδαμάκος, ο οποίος επολεμούσε κατά των ληστών. Όταν επήγα εκεί, ενόμισα ότι είναι ο πατέρας μου και αμέσως έκρινα : Πατέρα... Αυτός αμέσως γύρισε και μου λέγει. Δεν είμαι εγώ παιδί μου ο πατέρας σου ! Αλλά φύγε από δω και να πας απάνου εις τα Θανέϊκα σπίτια να κάθεσαι εκεί. Και αμέσως επήγα και ήμουν αγνάντια και ήβλεπα την καταστροφή της οικίας μας. Εκαγότανε και ελάμπανε τα βράχια.
Το βράδυ εκείνο μας εσύναξε ο κόσμος και μας έμασε και μας επήγανε εις τον θείον μου Αθανάσιον Αδάμην η Καραλέτον, αδερφόν του πατρός μου. Το πρωί, ήλθον συγγενείς και φίλοι. Έγινε η κηδεία χωρίς να υπάρχει από την οικίαν μας τίποτα. Έγινε συνεισφορά από τον κόσμο και έγινε η κηδεία. Ημείς δε οικογένεια δεν είχαμε μήτε τροφή, μήδε υπόδημα, μήδε ρούχα, αλλά γδετοί. Μας έφεραν ο κόσμος, άλλος φόρεμα, άλλος άλευρον, άλλος φασόλια.
Εκαθήσαμεν πολύν καιρόν εις τον θείον μου. Κατόπιν η μάνα μας εγύρισε εις το χωριό μας και εσύναξε καλαμπόκι, φασόλια, παλιόρουχα και παλιοπάπουτσα και εντυθήκαμε. Είχαμε εις την Κάτω Σουβάλα μιαν οικίαν πήχες 6 και 6 πλάτος, χαμόγεια και εμβήκαμε μέσα και εκαθόμαστε, 2 κορίτσια, 2 σερνικά και η μάνα μας. Ο πατήρ μου είχε περιουσία 1 στρέμμα αμπέλου, εις θέσιν Άγιον Βλάσιον, ένα χωράφι εις Άνω Σουβάλα, ένα οικόπεδον εις Ιτιές, 3 στρέμματα.
Εγώ, ο Γεώργιος, με πήγανε εις το μοναστήριον Δαδιού. Εκάθησα 6 μήνες υπηρέτης. Κατόπιν επήγα εις Δαδί. Με επήρε ο Αντώνιος Πετμεζάς, ήτον γραμματεύς εις την Δημαρχίαν, ήτον δήμαρχος ο Ιωάννης Παπαλουκάς. Ήμουν υπηρέτης. Επήγαινα τα παιδιά του εις το σχολείον, έκαμα δυο έτη. Κατόπιν έφυγα και επήγα εις μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους εις Δαδί και ένας καλόγερος, ονομαζότανε Μελέτιος, ο οποίος ήτον από τα Μετέωρα, Άγιος Χαράλαμπος. Εκεί, εκάθησα 3 έτη.
Κατόπιν, έφυγα και ήλθα στο σπίτι. Έγινα 15 ετών, όταν ήλθα εις το σπίτι. Δεν είχαμε
τίποτα. Φτώχια μεγάλη. Εσκέφθηκα, επήγα εις το δάσος, έκοψα ένα ξύλον και εκατασκεύασα ένα τούρνο, ο οποίος έφκιανα αδράχτια και επωλούσα. Μιαν εποχή, το καλαμπόκι είχε λ.40 η οκά, κατά τον Μάρτιον μήνα. Ημείς δεν είχαμε πίστωσιν, διότι είχαμε μεγάλη φτώχεια. Λοιπόν κατά τας 23 Απριλίου, εμάθαμε εις την Κεσφίνα εθέρισαν κρεθάρια, λοιπόν έφκιαξα μερικά αδράχτια και επήγα με την μάνα μου εις την Κεσφίνα και εμάσαμεν ολίγον κρεθάρι και κομμάτια κρίθενα και εβαστάξαμε έως εβγήκανε τα στάχυα και επήγαμε και σταχυολογάμε και εζήσαμε.
Κατόπιν, επήγα εις Αράχοβα και έμαθα ράπτης εις τους Μαργιανναίους. Έκαμα ένα έτος. Κατόπιν ήλθα εις το χωρίον Σουβάλα και εργαζόμουν και - από αυτά όπου εργαζόμουν - εκονομούσα τα έξοδα και εζούσαμε, η μάνα μου, μια αδελφή και δυο σερνικά παιδιά. Εργάστηκα την τέχνην έως έφτασα 18 ετών.
Κατόπιν με εζήτησε ο Θεόδωρος Μανέτας να με κάμει γαμβρόν είχε δε μιαν θυχατέρα κληρονόμισα, η οποία είχε περιουσία κτήματα, έως 3 χιλιάδες δραχμάς. Ήτον δε εμπαθής (φιλάσθενος), δεν ήτον γερή γυναικά. Λοιπόν επαντρέφτηκα. Απόχτησα κληρονόμους. Τον Λουκά, Παγώνα και Αφροδίτη. Δεκαπέντε χρόνια την είχα. Ο γιατρός δεν έλειψε και έτσι μου επήρανε οι γιατροί έως 2 χιλιάδες δραχμάς. Εχρεώθηκα, επούλησα μερικά κτήματα δια να βγάλω το χρέος.
Κατόπιν αρρώστησε η Παγώνα, η οποία είχε μελικήτη. Όσους ιατρούς ήφερα όλοι μου έλεγαν ότι θα πεθάνει. Εχρεώθηκα άλλες 1000 δραχμάς. Αλλά από χάριν Θεού εγλύτωσε. Έκαμε 5 μήνας άρρωστη. Ήτον έως 7 ετών. Λοιπόν εκείνο το έτος, τον Ιανουάριον επέθανεν και η σύζυγος μου Μαρία. Λοιπόν, όταν ήτον εν τη ζωή έγινα γεωργός, έγινα μπακάλης, όσα έργα και αν έκανα, όλα (είχαν) έως μεγάλην ζημία. Έπειτα ήλθα εις μεγάλην απελπισίαν. Λοιπόν εσκέφθηκα να οικοδομήσω ένα μαντάμι. Εγώ δε πατρικήν μου περιουσία δεν είχα. Μόνον μιαν άμπελον εις θέσιν Νησί. Η αξία του δρχ.100. Πίστωση δεν είχα. Έκαμα λόγον με την σύζυγόν μου δια να πουλήσω ένα χωράφι εις την θέσιν Λιγγορίτσα, να πάρω χρήματα δια να οικοδομήσω τους τοίχους. Υποσχέθηκε λοιπόν.
Εγώ με τον λόγου άρχισα. Άνοιξα ασβεστοκάμινο τον Αύγουστο. Το έκαψα. Έβαλα τον ασβέστη, τον ετοίμασα δια να βάλω τους μαστόρους, δια να οικοδομήσω τους τοίχους. Την ξυλεία την είχα όλην τελειώσει μόνος μου.Της είπα να πουλήσωμε το χωράφι και δεν το δέχθηκε, διότι την διέβαλαν άλλοι συγγενείς και δεν το επούλησε. Εγώ δε έμεινα και δεν ήξερα τι να κάμω, απελπίστηκα. Τι να κάμω, επήρα τον Παναήν Καρούζον σύντροφο, έβαλε τα χρήματα και εγώ την εργασία μου και οικοδόμησα το μαντάμι και μια υδροτριβήν. Έκαμα ένα έτος μαζί διότι ήτον άνθρωπος φιλόνικος δεν μπορούσα να συνοικίσουμε μαζί, μου επούλησε την αναλογίαν του δραχμάς 750, τας οποίας χρεώθηκα. Από χάριν Θεού εργάστηκα και τας έβγαλα, εξεχρεώθηκα.
Αφού απεβίωσε η πρώτη σύζυγος μου Μαρία, τον Ιανουάριον μου άφηκε τρία παιδιά. Η Παγώνα ήτον 7, η Αφροδίτη ήτον 6 ετών, ο Λουκάς ήτον 5 ετών. Εκάθησα 2 έτη χωρίς γυναίκα και διατηρούσα τα μικρά παιδιά.
Ασθένησα βαρέως εις κίντυνον και δεν είχα ποιος να αλλάξει τα βιγζάντια, τα οποία είχε διατάξει ο γιατρός. Από χάριν Θεού εγλύτωσα από τον κίντυνον.

Κατόπιν εξαναπαντρεύτηκα και επήρα σύζυγον την Χρυσούλα. Απόχτησα τέκνα, τον Αθανάσιον, Φάνη και Αγγελική. Από χάριν Θεού απόκτησα και άλλην περιουσία.”




Ο καταστροφικός σεισμός

            Η Ελλάδα είναι μια εξαιρετικά σεισμογενής περιοχή. Οι καταστροφικές συνέπειες αυτού του φυσικού φαινομένου, επηρέασαν βαθιά τις κοινωνίες και αποτέλεσαν έναν αστάθμητο παράγοντα που άλλαξε σε πολλές περιπτώσεις τον ρου της ιστορίας. Δεν ήταν εύκολο για τις κοινότητες των αρχαίων ή ακόμη και των ύστερων χρόνων, να επιβιώσουν και να αναρρώσουν από μια τέτοια καταστροφή. Έτσι ένα σεισμικό γεγονός συνήθως επέφερε και μια σειρά άλλων δεινών, όπως εξαθλίωση, λιμό, αρρώστιες.
            Η περιοχή του ανατολικού Παρνασσού δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση στην σεισμογενή χώρα μας και υπέφερε από τέτοιες καταστροφές. Συνεπώς είναι χρήσιμη η παράθεση των πιο σημαντικών σεισμικών γεγονότων που επηρέασαν την περιοχή. Όχι μόνο ως μια απλή αναφορά, αλλά σαν ένα στοιχείο που θα βοηθήσει τον αναγνώστη να αντιληφθεί το γενικότερο υπόβαθρο που διαμόρφωνε την ζωή και να συνδέσει ιστορικά γεγονότα που ήταν απόρροια των καταστροφικών αποτελεσμάτων των σεισμών. Προ του 426 π.Χ. δεν υπάρχουν στοιχεία για τους σεισμούς στην περιοχή. Η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Θουκιδίδη : 
            1. Τον χειμώνα του 426 π.Χ., ο αρχαίος κόσμος γνωρίζει έναν καταστροφικό σεισμό 7,0 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που με επίκεντρο τη Σκάρφεια συνταράσσει την περιοχή. Προκάλεσε ζημιές μέχρι την Αθήνα, με πιο γνωστή την μετατόπιση του νοτιοανατολικού τμήματος του Παρθενώνα που είχε ολοκληρωθεί μόλις πριν 12 χρόνια. Ο Στράβων περιγράφει τις συνέπειες του φοβερού αυτού σεισμού ως εξής:
"Οι θερμές πηγές της Αιδηψού και των Θερμοπυλών στέρεψαν για τρεις μέρες. Στους Ωρεούς (Βόρεια Εύβοια) κατέρρευσαν επτακόσιες οικίες και το παραθαλάσσιο τείχος. Η Σκάρφεια καταστράφηκε εκ θεμελίων, 1.700 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ στο Θρόνιον περίπου 900. Καταστροφές έγιναν στον Εχίνο, στα Φάλαρα, στην Ηράκλεια, στη Λαμία και στη Λάρισα. Το τείχος της Ελάτειας ράγισε και στην Αταλάντη δημιουργήθηκε ρήγμα. Μια τριήρης τινάχτηκε από τα νεώρια και έπεσε πέρα από το τείχος."
    2.Το 347 π.Χ. σεισμός 6.0 Ρίχτερ με επίκεντρο τους Δελφούς. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, οι Φωκείς επιχείρησαν να σκάψουν γύρω από τον τρίποδα των Δελφών, για να 
βρουν τους θησαυρούς του ναού. Τότε έγινε αυτός ο μεγάλος σεισμός που σκόρπισε τον 
τρόμο και τους ανάγκασε να σταματήσουν, θεωρώντας το ως ένα καθαρό σημάδι των Θεών ότι θα τιμωρούσαν τους ιερόσυλους.
         3. Το 279 π.Χ. σεισμός με ισχύ 6,4 βαθμών και επίκεντρο τους Δελφούς. Σύμφωνα με 
τους Ιουστίνο, Παυσανία και Αππιανό, κατά την επιδρομή του Βρέννου και της στρατιάς των Γαλατών στην περιοχή του Παρνασσού, μέρος του βουνού σχίστηκε από τον σεισμό και
μια φοβερή βροχή από κοφτερές πέτρες κατρακύλησε ανάμεσα στους εισβολείς
προκαλώντας καταστροφές και πανικό.
         4. Το 226 π.Χ., σεισμός 6,4 βαθμών με επίκεντρο την Τιθορέα, προκαλεί ρήγμα στην 
περιοχή. Ο σεισμός έπληξε και το αρχαίο Κυτίνιο (σημερινό Παλαιοχώρι). Αυτό βεβαιώνεται 
από μια επιγραφή, που βρέθηκε στην Ξάνθο της Λυδίας, η οποία αναφέρει ότι οι Δωριείς 
του Κυτινίου, ζήτησαν οικονομική ενίσχυση από τους εξ αίματος αδελφούς στην Ξάνθο. 
Αναφέρει επίσης, ότι μέρος από τα τείχη όλων των πόλεων της περιοχής κατέρρευσε από 
σεισμούς και οι νέοι άνδρες έτρεξαν για βοήθεια στο μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς.
        5. Το έτος 105 ή 106 μ.Χ. καταστράφηκε η Οπούς (σημερινή Αταλάντη) και οι Ωρεοί 
της Β. Εύβοιας, από σεισμό 6,4 βαθμών.
        6. Το 361 μ.Χ. σεισμός 6.8 βαθμών με επίκεντρο τους Δελφούς. Σχετικά με το σεισμό 
αυτό ο Φιλοστόργιος γράφει, ότι ο Ορειβάσιος που εκείνη την περίοδο είχε σταλεί από τον 
αυτοκράτορα Ιουλιανό στους Δελφούς για να λάβει χρησμό, αναφέρει ότι το ωραίο παλάτι 
καταστράφηκε.

"Δεν είναι πια σωστό ότι ο Απόλλωνας έχει σπίτι
και ένα θάμνο δάφνης για τους χρησμούς
και μια λαλούσα πηγή.
Ακόμη και το λάλον ύδωρ έχει στερέψει"

       7. Το 375 μ.Χ. έγινε μεγάλος σεισμός, ο οποίος ερήμωσε τις ελληνικές επαρχίες, με 
το μεγαλύτερο μέρος το ζημιών να παρουσιάζονται στην ηπειρωτική και βόρεια Ελλάδα.
       8. Από το 513 έως το 570 μ.Χ., η Ελλάδα επλήγη από σειρά φοβερών σεισμών. Η 
εξαθλίωση που υπέστη ο πληθυσμός μετά από αυτές τις καταστροφές, σε συνδυασμό με 
την επεκτατική πολιτική του Ιουστινιανού που είχε εξαντλήσει τα ταμεία, έφτασε το 
Βυζαντινό κράτος στα πρόθυρα της καταστροφής.
      9. Την 7η Ιουλίου του 551 μ.Χ., σύμφωνα με τον Ιούλιο Σμίτιο, έγινε σεισμός 7,2 Ρίχτερ, 
του οποίου τα αποτελέσματα υπήρξαν φρικτά, ιδίως στο τόξο από τον κόλπο της Ιτέας έως 
τις ακτές του Μαλιακού. Καταστράφηκαν πολλά χωριά και οκτώ πόλεις, μεταξύ αυτών η 
Χαιρώνεια, η Πάτρα και η Ναύπακτος. Σε πολλούς τόπους έγιναν ρήγματα και μετά τον 
σεισμό ακολούθησαν στον Μαλιακό κόλπο "Ποσειδώνιοι καταστροφαί", παλιρροϊκά κύματα 
που εισήλθαν στις πόλεις του Εχίνου και της Σκάρφειας και τις κατέστρεψαν, προκαλώντας 
το θάνατο πολλών κατοίκων. Γεγονός που επιβεβαιώνει και ο Προκόπιος ο Καισαρεύς, αναφέροντας ότι στις πληγείσες πόλεις και χωριά σκοτώθηκαν πολλές χιλιάδες άνθρωποι.
    10. Το 996 μ.Χ. έγινε καταστρεπτικός σεισμός στο Γαλαξίδι και στη γύρω περιοχή, όπως μαρτυρεί το χειρόγραφο Χρονικό του Γαλαξιδίου.
    11. Το 1323 μ.Χ. έγινε μεγαλύτερος σεισμός από αυτόν του 996. Ο ιστορικός του χρονικού της Αλώσεως Γεώργιος Φραντζής, τον χαρακτήρισε ως "παμμέγιστον", γιατί επέφερε στην Ελλάδα μεγάλες καταστροφές.
        12. Το έτος 1509 μ.Χ. το Χρονικό του Γαλαξιδίου αναφέρει και άλλο ισχυρό σεισμό.
        13. Στις 24 Μαρτίου του 1545 μ.Χ. σεισμός εντάσεως 6,8 βαθμών με επίκεντρο τη 
Λαμία, είχε 4000 θύματα. Υπάρχουν διάφορα κείμενα που αναφέρονται σε αυτόν. Σε μια 
επιστολή δυτικής προέλευσης που εστάλη από την Κέρκυρα στη Βιέννη, αναφέρεται ότι 
τρεις ώρες πριν τα ξημερώματα, έγινε ένας τρομερός σεισμός ο οποίος κατέστρεψε τη 
Λαμία (Sittuni). Περί τα 3700 πτώματα ανασύρθηκαν από τα ερείπια, ενώ άλλα παρέμειναν 
κάτω από αυτά. Η Υπάτη (Νονapatre) καταστράφηκε κατά τα δύο τρίτα και σκοτώθηκαν 
πολλοί άνθρωποι, ενώ άνοιξε η γη και ένα ρεύμα ύδατος ξεχύθηκε προς την περιοχή της 
Λαμίας. Επίσης τα τείχη της Ναυπάκτου (Lepanto) κατέρρευσαν σε δυο μέρη.
      14. Στις 22 Απριλίου 1544, μ.Χ. έγινε σεισμός 6,8 βαθμών με επίκεντρο τη Λαμία.
      15. Τα έτη 1580 μ.Χ. και 1660 μ.Χ.  το Γαλαξίδι γίνεται επίκεντρο ισχυρών σεισμών.
      16. Το 1740 μ.Χ., στις 4 Οκτωβρίου, σεισμός εντάσεως 6,6 βαθμών με επίκεντρο τις 
Θερμοπύλες επέφερε τρομερές καταστροφές και το θάνατο 10 ατόμων. Σε διήγηση του 
περιηγητή Pocoque αναφέρεται ότι έγινε σεισμός την νύχτα που έφτασε στο Ζητούνι 
(Λαμία). Όλα τα ελληνικά σπίτια, που ήταν κατασκευασμένα με λάσπη, κατέρρευσαν και 
φόνευσαν μερικούς ανθρώπους, σε αντίθεση με τα τουρκικά που ήταν φτιαγμένα με 
ασβεστοκονίαμα. Καταστράφηκαν τα χωριά Θερμοπύλες, Μώλος, Ρεγγίνιο, κ.α.
    17. Τον Μάιο του 1758 μ.Χ., σεισμός με επίκεντρο τη Λαμία, εξαφάνισε τρία νησάκια κοντά στην Εύβοια. Η ισχύς του σεισμού ήταν 6,8 Ρίχτερ. 
      18. Στις 14 Ιουλίου 1852 μ.Χ. σεισμός έντασης 6 βαθμών, προκάλεσε καταρρεύσεις 
βράχων κοντά στους Δελφούς. Στην περιοχή μεταξύ Γραβιάς και Μαυρολιθαρίου καταστράφηκαν πολλοί οικισμοί, υπήρξαν 10 ανθρώπινα θύματα και σκοτώθηκαν πολλά αιγοπρόβατα από καταρρεύσεις βράχων.
     19. Το 1853 μ.Χ. στις 18 Αυγούστου και 29 Σεπτεμβρίου, στη περιοχή της Θήβας έγινε σεισμός 6,4 Ρίχτερ. 
      20. Την 20η Ιουλίου του 1870 μ.Χ. στις 2:40 το πρωί, με αφετηρία έναν μεγάλο σεισμό 
στη Φωκίδα, δημιουργήθηκε μια σεισμική ακολουθία διάρκειας τρεισήμισι χρόνων. Οι 
μετασεισμοί είχαν επίκεντρο τη κοιλάδα της Άμφισσας και έφτασαν τους 70.000, εκ των 
οποίων οι 300 ήταν ισχυροί. Μεγάλες καταστροφές έπαθαν το Χρισσό, οι Δελφοί, η 
Άμφισσα, η Ιτέα και άλλα χωριά. Η επιφάνεια που σείστηκε τότε υπολογίστηκε σε 2.375 
τετραγωνικά χιλιόμετρα.
      21. Την 1η Αυγούστου του 1870 μ.Χ., είχαμε καταστρεπτικό σεισμό εντάσεως 6,8 
βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, στην Σουβάλα (Άνω Πολύδροσος) με 117 ανθρώπινα 
θύματα, κατολισθήσεις, ρήγματα και πολλές καταστροφές .
      22. Το έτος 1894 μ.Χ. στη Λοκρίδα έγιναν δύο καταστρεπτικοί τεκτονικοί σεισμοί πάνω 
στο ρήγμα της Αταλάντης, το οποίο έσπασε σε δύο κομμάτια. Ο τελικός απολογισμός της 
καταστροφής είχε 255 νεκρούς, ενώ 3.783 σπίτια κατέρρευσαν.
      23. Το 1965 μ.Χ. στις 6 Ιουλίου, ο εγκέλαδος χτύπησε τη Φωκίδα με 6,3 Ρίχτερ.
Στις 20 Ιουλίου του 1870 μ.Χ. στις 2:40 το πρωί, η Φωκίδα γνωρίζει έναν από τους ισχυρότερους σεισμούς της σύγχρονης ιστορίας της. Μεγάλες καταστροφές έπαθαν το Χρισσό, οι Δελφοί, η Άμφισσα, η Ιτέα και άλλα χωριά. Όμως αυτό είναι το προοίμιο, αφού λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Αυγούστου η Σουβάλα γίνεται το επίκεντρο ενός σεισμού εντάσεως 6,8 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, ο οποίος αφήνει πίσω του 117 ανθρώπινα θύματα, κατολισθήσεις, ρήγματα και πολλές καταστροφές. Αυτός ο σεισμός έγινε αιτία, η ζωή των Σουβαλιωτών να ανατραπεί ριζικά, αναγκάζοντας τους να μεταφέρουν για ακόμη μια φορά στην ιστορία τον οικισμό τους. Από τότε θα ξανάχτιζαν το μέλλον τους στην περιοχή της σημερινής Πολυδρόσου, το παλαιό επίνειο τους στον κάμπο, ενώ η Σουβάλα έμελλε να διατηρηθεί μέχρι σήμερα, σαν θερινός οικισμός.

 
Δελτίο τύπου του Υπουργείου Εσωτερικών για τον σεισμό



H Σουβάλα (Άνω Πολύδροσος) όπως είναι σήμερα


Η Σουβάλα, αυτός ο γεμάτος ζωή τόπος που ο Θεός στόλισε με την ομορφιά του τον Παρνασσό, κράτησε για πολλά χρόνια στην αγκαλιά του τις Σουβαλιώτικες οικογένειες. Παρά την δύσκολη επιβίωση, την απομόνωση και τους εχθρούς που την περιέβαλλαν, μεγάλωσε τις γενιές που φύλαξαν στην ψυχή τους την παράδοση και τον τρόπο ζωής τους. Μια ζωή που πλέον σαν ανάμνηση θα κατοικούσε στα πέτρινα απομεινάρια του παρελθόντος. Εκεί που κάποτε οι φωνές των παιδιών γέμιζαν τα σοκάκια, τα ρυάκια δρόσιζαν τα χωράφια του μόχθου, τα γαλάρια της άνοιξης χοροπήδαγαν στα γρέκια. Η Σουβάλα θα παραμείνει εκεί, περιμένοντας στην αέναη ομορφιά της.

Πρωϊνός δρόμος ήσυχος εκείνος ο δρόμος
της Απάνω Σουβάλας. Κι ο ουρανός ολοκάθαρος.
Θαρρείς και στο βάθος γαλάζιες λαμπάδες
πήγαιναν κι έρχονταν. Κι ο Παρνασσός κυριακάτικος
ξεδιπλωνόταν πάνω μας. Κινούμενα πράσινα
ρούχα τα έλατα ντύναν τους λόφους του.

Ανεβαίνοντας σκύψαμε κάτω απ' τα δέντρα
εγώ κι οι σύντροφοί μου
ως να μπαίναμε στον Παράδεισο.
Δεν ξέραμε τι ήταν αυτό που είχε ανθίσει,
οι μηλιές ή ο άνεμος. Το άσπρο διάφανο,
γιόμιζε τον απάνω κόσμο.
Όλοι του οι κάτοικοι τέσσερα ζώα
κι η κυρά των πουλιών, που βγήκε φορώντας
ένα τσίτι από φως, μας φίλεψε μια καλημέρα
κι ασπρίσανε οι μηλιές περισσότερο...

Αλλά ο χρόνος, θεός χωρίς οίκτο ο χρόνος,
γύρισε γρήγορα της μέρας το φύλλο,
ο ήλιος χαμήλωσε. Όσο που έκλεισε
την πόρτα του πίσω μας τ' ολόλευκο φως
και μας άφησε απόξω. Σηκωθήκαμε τότε
πετρωμένοι κι οι τρεις σαν ένα παράπονο.
Σκυφτοί, σιωπηλοί, κατεβαίνοντας έπειτα
θυμίζαμε τους πρωτόπλαστους.

Νικηφόρος Βρεττάκος






Η μεγάλη φυγή

Οι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ήταν μια περίοδος έντονων πολιτικών κλυδωνισμών. Οι συνεχείς αλλαγές διακυβέρνησης και οι πολιτικές δολοπλοκίες οδήγησαν στην πτώχευση του 1893 και την πτώση της κυβέρνησης του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο τότε βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄, όρισε υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον Νικόλαο Δηλιγιάννη και προκηρύχθηκαν εκλογές τον Μάιο του 1895.
Το δημοσίευμα του τύπου για την περιοδεία των "Τρικουπικών", υποψηφίων του Νεωτεριστικού Κόμματος, στην περιοχή και την υποδοχή που επιφύλαξαν οι Σουβαλιώτες στον Σιμόπουλο (εκλεγμένο βουλευτή Φωκίδας στην τελευταία πρωθυπουργία του Τρικούπη), μας δίνει μια όψη των πολιτικών ηθών της εποχής.
Στην εκλογική αναμέτρηση του 1895, νικητής αναδείχθηκε ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης και μετά από αυτήν ο Χ. Τρικούπης αυτοεξορίστηκε στην Γαλλία. Ούτε όμως και αυτή η κυβέρνηση είχε την δύναμη να αλλάξει την άσχημη πορεία των γεγονότων της εποχής, αφού το 1897 η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε, με αφορμή το Κρητικό ζήτημα, τον πόλεμο. Μετά από 30 ημέρες εχθροπραξιών και με την παρέμβαση ξένων δυνάμεων, η σύρραξη έλαβε τέλος εις βάρος της Ελλάδας, στην οποία επιβλήθηκαν βαριές πολεμικές αποζημιώσεις. Γεγονός που σε συνδυασμό με την χρεοκοπία του 1893, οδήγησε τον λαό στην εξαθλίωση.

Δημοσίευμα της εφημερίδας "Ρουμελιώτης"


"..το ΄97 έγινε ο πόλεμος στα σύνορα, έπειτα έγινε μεγάλη δυστυχία και οι άνθρωποι πείνασαν... Τα χωριά στέναξαν. Καρπός δεν βρισκόταν πουθενά. Οι μανάδες έστελναν τα παιδιά στα ρέματα και μάζευαν καβούρια, να τα ρίχνουν στα λάχανα να αρτεύονται."

("Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη" Θ. Βαλτινός)

Αντίθετα όμως με την ελληνική πραγματικότητα εκείνης της εποχής, η Αμερική είχε ανοίξει την πόρτα της "γης της επαγγελίας". Η βιομηχανική της παραγωγή που θέριευε, αλλά και λόγω αυτής, οι μεγάλες της ανάγκες σε παραγωγή πρώτων υλών (π.χ. μεταλλεία) και δημιουργίας υποδομών (π.χ. σιδηρόδρομος), δημιουργούσε ολοένα και αυξανόμενη ανάγκη για εργατικά χέρια που θα στήριζαν την αλματώδη ανάπτυξη της. Έτσι ο μύθος του αμερικάνικου ονείρου, ως καταφυγίου όλου του κόσμου που υπόσχεται πλούτο και ευημερία, φάνταζε στο μυαλό του εξαθλιωμένου Έλληνα της υπαίθρου, ως η μόνη λύση. Για να ξεχρεώσει το κτήμα του, να κάνει μια δουλειά στον τόπο του, να προικίσει την αδελφή του και κυρίως για να γλιτώσει από την πείνα, τη δυστυχία και την εκμετάλλευση.

"..ο αγρότης ήταν ξυπόλυτος, γυμνός, κουρελής, ατροφικός. Το κρέας δεν το δοκίμαζε παρά μόνο δύο φορές το χρόνο. Το κρομμύδι, η μπομπότα και η ελιά ήταν το μόνιμο φαγητό του. Τον καρπό που έφτυνε αίμα για να τον μαζέψει του τον έπαιρναν οι τοκογλύφοι, οι έμποροι και οι άλλοι εκμεταλλευτές του.
Σχολεία δεν υπήρχαν, γράμματα δεν μάθαινε, ζούσε σε τρώγλες και έκλαιγε τη μοίρα του... Όλα του ήταν μαύρα και σκοτεινά, γι΄ αυτό άμα άνοιξε της Αμερικής ο δρόμος, εκπατριζόταν. Η μετανάστευση ήταν η μόνη σανίδα σωτηρίας."

("Ιστορία του αγροτικού κινήματος" Γιάννης Κορδάτος)


Αφίσα πρακτορείου μετανάστευσης


Η απαστράπτουσα φαντασίωση, φτιαγμένη από αφίσες και "νέα από τας Ηνωμένας Πολιτείας", κατέκλυσε κάθε χωριό. Φυσικά οι πρώτοι που επιδίωκαν την δημοσιοποίηση τους, καθώς είχαν άμεσα οφέλη από αυτό, ήταν οι πράκτορες των μεταναστευτικών γραφείων και των ατμοπλοϊκών εταιρειών. Έτσι ξεκίνησε το κύμα της μεταναστευτικής φυγής, όπου η Ελλάδα έχανε σε ετήσια βάση 25000 νέους ανθρώπους, στεγνώνοντας από κάθε ζωντανό και παραγωγικό κύτταρο της.
            Οι υποψήφιοι μετανάστες, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δε διέθεταν άλλα προσόντα. Πολλοί από αυτούς, φτάνοντας στο λιμάνι, αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και πλοία. Ήταν αγράμματοι, αθώοι και στερημένοι, δίχως συνείδηση της δύναμης ή των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή, το ιδανικό ανθρώπινο υλικό για εκμετάλλευση που ξεκινούσε από αυτήν ακόμη την απόφασή τους να μεταναστεύσουν.
Το ταξίδι απαιτούσε αρκετά χρήματα, αφού μόνο το εισιτήριο κόστιζε από 100 έως 400 δραχμές, έτσι πράκτορες και τοκογλύφοι, ήταν πρόθυμοι να δανείσουν το ποσό για τα ναύλα, με εξασφάλιση όμως, την υποθήκευση μικροχώραφων. Βέβαια υπήρχαν και οι τελείως φτωχοί, για τους οποίους βρισκόταν ο τρόπος. Τους δέσμευαν με συμβόλαια εργασίας και ξεχρέωναν τα ναύλα τους δουλεύοντας, στην ουσία σαν σκλάβοι, στους σιδηροδρόμους ή στα ορυχεία του Κολοράντο.








Οι Σουβαλιώτες δεν αποτέλεσαν εξαίρεση σε αυτό το κύμα φυγής και ήταν αρκετοί αυτοί που ακολούθησαν τον δρόμο της ξενιτιάς. Στα αρχεία του νησιού Ellis, υπάρχει καταχωρημένη μια από τις ομάδες Σουβαλιωτών μεταναστών που ταξίδεψε το 1909. Τα στοιχεία τους παρουσιάζονται όπως καταγράφηκαν από τις Αμερικανικές αρχές. Το νησί Ellis (Ellis island) ή "Καστιγγάρι", όπως ήταν γνωστό μεταξύ των μεταναστών, βρίσκεται στην είσοδο του λιμανιού του Μανχάταν στην Νέα Υόρκη. Λειτουργούσε ως κέντρο υποδοχής, όπου η Αμερικανική Υπηρεσία Αλλοδαπών, τους υπέβαλε σε εξονυχιστικό ιατρικό και διοικητικό έλεγχο, ώστε να δώσει την τελική έγκριση για την είσοδό τους στην χώρα.

Ας ακολουθήσουμε όμως την βασανιστική πορεία, των μεταναστών στο ταξίδι τους. Ένα ταξίδι που το όνειρο της "γης της επαγγελίας", μετατρεπόταν σε εφιάλτη.

Στις 14 Απριλίου του 1909, μια παρέα Σουβαλιωτών ξεκινάει το μεγάλο ταξίδι. Έχουν ήδη ειδοποιηθεί από τον πράκτορα, ότι το βαπόρι φεύγει από την Πάτρα στις 19 του μηνός. Αποχαιρέτησαν φίλους, συγγενείς, αδέλφια, μάνα, πατέρα φορτώθηκαν τον μπόγο, λίγα ρούχα, μπομπότα, λίγες ελιές και δυο κρεμμύδια και ξεκίνησαν. Δεν μίλαγε κανείς. Όλοι σκεφτικοί, φοβισμένοι για το άγνωστο. Μα δεν υπήρχε πλέον πισωγύρισμα.
Κάνανε τρεις μέρες με τα πόδια για να φτάσουν. Αγόρασαν λίγα φαγώσιμα όπως τους είχαν συμβουλεύσει, για τις πρώτες μέρες, έως ότου να τακτοποιηθούν στο βαπόρι και πήγαν στο λιμάνι. Το σιδερένιο θεριό ήταν δεμένο στον ντόκο και ο κόσμος, ήσαμε 1000 άνθρωποι, περίμενε να δραπετεύσει σε μια καινούργια ζωή. Βρήκαν μια γωνιά και κούρνιασαν απάνω στους μπόγους, να περάσει το βράδυ. Ποιος να κοιμηθεί όμως... η αλμύρα και το αγιάζι της θάλασσας τους τσάκιζε τα κόκαλα.




Το πλοίο S.S. Martha Washington
  

Με το χάραμα, το θεριό άρχισε να ουρλιάζει. Οι σκάλες του Martha Washington έπεσαν και ο κόσμος άρχισε να ανεβαίνει. Πέρασαν από ένα γραφείο, τους σφράγισαν τα χαρτιά, από ένα άλλο, τους έλεγξαν για ψείρα, τους εμβολίασαν και ένα τρίτο που τους έδωσαν ένα κουτάλι, ένα πιρούνι και μια τενεκεδένια καραβάνα. Μετά ένας θαλαμηπόλος μάζεψε καμιά τριανταριά ανθρώπους και τους πήγε στο τρίτο κατάστρωμα. Καρέκλες, σκαμνιά ή τραπέζια δεν υπήρχαν. Μόνο σιδερένια κρεβάτια, ίσα ίσα να χωράει ένας άνθρωπος ξαπλωτός. Εκεί θα έπρεπε να τακτοποιήσουν και τον μπόγο. Σε λίγη ώρα το κατάστρωμα γέμισε και το βαπόρι σήκωσε άγκυρα.

 Μετανάστες στο κατάστρωμα πλοίου

Τρεις μέρες βολόδερναν στην θάλασσα. Στο αμπάρι ο κόσμος στοιβαγμένος, με την μυρωδιά των σωμάτων και του εμετού από την ναυτία, να περιφέρεται παντού. Για τους τυχερούς, οι λιγοστοί ανεμοδόχοι έφερναν λίγο φρέσκο αέρα. Οι άτυχοι που είχαν τις κουκέτες κοντά τους, μούσκευαν από το παγωμένο νερό που έμπαζαν στις φουρτούνες της ανοιχτής θάλασσας.
Για πλύσιμο ούτε λόγος, αφού ζεστό νερό και σαπούνι δεν υπήρχε. Μόνο κρύο αλμυρό νερό. Και η ψείρα θέριευε. Όταν καλούσαν για φαγητό, ο κόσμος συνωστιζόταν σε ένα χώρο με δύο πάγκους που συνήθως μοίραζαν παλιάλογο ή σκουλικιασμένες ρέγγες. Το "φαγητό" ήταν τόσο άσχημο που το πέταγαν στα ψάρια.
Έζησαν σε αυτό το ανήλιαγο και βρωμερό αμπάρι για 16 μέρες. Στις 4 Μαΐου έβλεπαν να περνάει από μπροστά τους το άγαλμα της Ελευθερίας. Όταν έπεσαν οι σκάλες, ο κόσμος φορτώθηκε στις βάρκες τις Υπηρεσίας Αλλοδαπών που θα τους οδηγούσαν στο Ellis island.

  

Η κεντρική αίθουσα συγκέντρωσης μεταναστών στο νησί Ellis

Εκεί, συγκεντρώθηκαν στις στοές των γραφείων απογραφής για να περάσουν τον εξουθενωτικό "έλεγχο". Μέσα στην βοή και τον συνωστισμό, ξεχώριζαν οι λυγμοί και τα ξεφωνητά, αυτών που κρίνονταν ανεπιθύμητοι και θα έπρεπε να ξαναγυρίσουν πίσω. Αυτοί που φαίνονταν γέροι για να δουλέψουν ή είχαν μολυσματικές ασθένειες ή φαίνονταν ύποπτοι για την δημόσια τάξη ή αν ακόμη, δεν είχαν κάποιον συγγενή που θα τους εξασφάλιζε ένα πιάτο φαΐ και ένα κρεββάτι, δεν είχαν ελπίδα.
Με το πρώτο τους βήμα στο Μανχάταν, άρχιζε η πραγματική ζωή στην Αμερική.
Η πρώτη επιλογή τους ήταν να συνεχίσουν στην ενδοχώρα, όπου θα δούλευαν στον σιδηρόδρομο ή στα μεταλλεία. Εκεί τους περίμενε, εκτός από την σκληρή δουλειά, η έχθρα των Αμερικανών εργατών [1] ή άλλων μεταναστών, λίγα δολάρια και μια γωνιά σε ένα βαγόνι ή μια ξύλινη καλύβα ενός εργατικού στρατοπέδου, για να αφήσουν τα κουρασμένα τους κορμιά. Η δεύτερη επιλογή, ήταν να μείνουν σε μεγάλες πόλεις με βαριά βιομηχανία. Η ζωή στο ανήλιο και βρωμερό υπόγειο με ντανιασμένους άλλους έξι πατριώτες, οδηγούσε κατά κανόνα στην φυματίωση.
Βέβαια υπήρχε και η χειρότερη εκδοχή, των παράνομων μεταναστών. Όπως μας διηγείται ένας εξ αυτών : "...έζησα δυόμισι χρόνια αγωνίας και τρόμου από τα κυνηγητά των κλητήρων της μεταναστευτικής υπηρεσίας. Δούλεψα σαν ζώο κυνηγημένο, μια στους σιδηροδρόμους και μια στους φούρνους των ορυχείων, από το να μέρος στο άλλο, σε αποστάσεις χιλιάδων μιλίων. Πιάστηκα όμως και στάλθηκα πίσω στην Ελλάδα...."

Και το ταξίδι συνεχιζόταν...


[1] Οι Έλληνες εργάτες χρησιμοποιήθηκαν πολλές φορές ως απεργοσπάστες.
  



Ονόματα Σουβαλιωτών καταχωρημένα στα αμερικανικά αρχεία μεταναστών.






Κατάλογος Σουβαλιωτών μεταναστών στην Αμερική

Όνομα
Ηλικία
Ημ. Άφιξης
Πλοίο
                                                           
Αδαμάκος Αθανάσιος
22
1 Νοεμβρίου 1911
Oceania
Αδαμάκος Γεώργιος
20
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Αδαμάκος Ιωάννης
31
18 Σεπτεμβρίου 1916
Regina d’ Italia
Αυγέρης Αναστάσιος
18
21 Οκτωβρίου 1907
Neustria
Αυγέρης Αναστάσιος
35
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Αυγέρης Γεώργιος
28
21 Οκτωβρίου 1907 
Neustria
Αυγέρης Δημήτριος
19
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Αυγέρης Ευθύμιος 
39
1914
Martha Washington
Αυγέρης Ιωάννης
19
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Βαλάσκας Αλέξανδρος
23
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Βαλάσκας Γεώργιος 
18
15 Απριλίου 1909
Laura
Βαλάσκας Χρήστος 
19
1907
Sicilian Prince
Βελέντζας Κωνσταντίνος
20
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Βλάχος Δημήτριος
25
11 Ιουνίου 1911
Martha Washington
Βλάχος Κωνσταντίνος
20
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Γεωργούσης Ηλίας
24
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Γεωργούσης Ιωάννης 
37
1 Ιανουαρίου 1945
Gripsholm
Γεωργούσης Λουκάς 
34
1 Ιανουαρίου 1945
Gripsholm
Γεωργούσης Χρήστος
20
28 Σεπτεμβρίου 1907
San Giorgio
Γλυμιτζής Νικόλαος
34
17 Ιουνίου 1913
Pannonia
Δαούτης Λουκάς
19
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Δεληγιάννης Γεώργιος
27
8 Ιουνίου 1913
Martha Washington
Δεληγιάννης Κωνσταντίνος
40
17 Ιουνίου 1913       
Pannonia
Δρίβας Νικόλαος
23
28 Σεπτεμβρίου 1907
San Giorgio
Θάνος Αριστείδης
19
28 Σεπτεμβρίου 1907
San Giorgio
Θάνος Γεώργιος
18
28 Σεπτεμβρίου 1907
San Giorgio
Θάνος Δημήτριος
38
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Θάνος Ιωάννης                    
32
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Θάνος Κωνσταντίνος
19
3 Απριλίου 1910      
Principe di Piemonte
Ιωάννου Γεώργιος  
40
17 Ιουνίου 1913       
Pannonia
Καλλιμάνης Δημήτριος
31
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Καλλιμάνης Κωνσταντίνος
33
5 Σεπτεμβρίου 1916
America
Καλλιμάνης Κωνσταντίνος
38
18 Σεπτεμβρίου 1916
Regina dItalia
Καραχρήστος Αθανάσιος   
20
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Καραχρήστος Γεώργιος
28
7 Ιουνίου 1920
Pannonia
Καραχρήστος Παναγιώτης
19
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Κατσαρός Γεώργιος
22
18 Οκτωβρίου 1906
Konigin Luise
Κατοίκος Παναγιώτης
20
9 Ιουνίου 1912
Columbia
Κοπανάκης Ευστάθιος
19
12 Απριλίου 1910    
Manuel Calvo
Κούσουλας Αθανάσιος       
26
4 Νοεμβρίου 1907   
Napolitan Prince
Κούσουλας Γεώργιος 
27
3 Απριλίου 1910      
Principe di Piemonte
Κυρίτσης Γεώργιος 
19
24 Νοεμβρίου 1913
Carpathia [1]
Λαγός Ιωάννης
32
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Λιάκος Ιωάννης
31
15 Απριλίου 1909
Laura
Λιάρτης Αθανάσιος 
20
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Λιάρτης Ιωάννης     
20
1 Νοεμβρίου 1911   
Oceania
Μάρος Δημήτριος
32
19 Ιουνίου 1912
Oceania
Μαστροκώστας Χρήστος
27
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Νικολόπουλος Χριστόφορος
18
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Ντόρμας Ιωάννης
27
28 Σεπτεμβρίου 1907
San Giorgio
Παναγιώτου Δημήτριος
18
15 Απριλίου 1909
Laura
Παπαγεωργίου Παναγιώτης 
25
22 Οκτωβρίου 1912  
Patris
Παπαργυρόπουλος Αργύριος
33
23 Αυγούστου 1912
Themistocles
Παπαργυρόπουλος Κωνσταντίνος
24
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Πλατιάς Αθανάσιος
20
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Πλατιάς Δήμος
17
24 Νοεμβρίου 1913
Carpathia [1]
Πλατιάς Ευστάθιος
19
4 Απριλίου 1911
Themistocles
Ρέβας Αθανάσιος
19
1 Νοεμβρίου 1911
Oceania
Ρίζος Λουκάς
24
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Ρίζος Ταξιάρχης
26
4 Νοεμβρίου 1907
Napolitan Prince
Σβίγγος Θωμάς
26
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Σουραυλής Παναγιώτης
36
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Σοφιανός Αθανάσιος
28
3 Απριλίου 1910
Principe di Piemonte
Σταματίου Σταμάτιος
23
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Σταματίου Φ. Σταμάτιος
34
19 Ιουνίου 1912
Oceania
Στύλιας Αθανάσιος
20
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Στύλιας Κωνσταντίνος
20
28 Σεπτεμβρίου 1907
San Giorgio
Τζιβάρα Αθανασία
21
4 Οκτωβρίου 1920
Megali Hellas
Τζιβάρας Α.       
36
17 Ιουνίου 1913
Pannonia
Τζιβάρας Γεώργιος
21
4 Μαΐου 1909
Martha Washington
Τζιβάρας Παναγιώτης
19
3 Απριλίου 1910
Principe di Piemonte
Τοπάλης Γεώργιος
40
17 Ιουνίου 1913
Pannonia
Τοπάλης Δημήτριος
19
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Τοπάλης Κωνσταντίνος
26
5 Σεπτεμβρίου 1916
America
Τσαρμακλής Αθανάσιος
42
17 Ιουνίου 1913
Pannonia
Τσατήρας Αθανάσιος
26
3 Μαΐου 1907
Bulgaria
Τσατήρας Γεώργιος
25
12 Απριλίου 1910
Manuel Calvo
Τσόκας Αθανάσιος
35
23 Αυγούστου 1912
Themistocles
Τσόκας Ευστάθιος
35
17 Ιουνίου 1913
Pannonia

(Πηγή : Ellis Island Immigration Archives)




Το πλοίο RMS Carpathia
  


[1] Στις 14 Απριλίου 1912 το RMS Carpathia, το οποίο έπλεε από τη Νέα Υόρκη προς το Φιούμε, ήταν το πρώτο πλοίο που έφθασε στο σημείο του ναυαγίου του Τιτανικού και κατάφερε να περισυλλέξει 705 ανθρώπους.



Εκπαίδευση και σχολεία

Τον 15ο αιώνα η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας συμπαρασύρει και το πνευματικό της οικοδόμημα, εγκαινιάζοντας για τους Έλληνες μια μακρά περίοδο κατά την οποία θα κυριαρχούσε ο σκοταδισμός. Οι Βυζαντινοί λόγιοι μαζί με τα χειρόγραφα τους, καταφεύγουν στην Δύση και εκεί με βάση την πλούσια παρακαταθήκη της ελληνικής γραμματείας, ξεκινούν να μεταφράζουν κείμενα στα λατινικά. Στην γόνιμη εκείνη περίοδο των αρχών της αναγέννησης, η ελληνική γραμματεία βρίσκει το ιδανικό έδαφος για να αναπαραχθεί. Έτσι άνοιξε ένας νέος δρόμος στην ευρωπαϊκή διανόηση που αναζητούσε όλο και περισσότερα έργα, οδηγώντας κάποιους τυπογράφους στην έκδοση βιβλίων με αρχαιοελληνικά λογοτεχνικά, ιστορικά, ρητορικά και θεολογικά κείμενα. Η μελέτη αυτών των έργων από τους δυτικούς όχι μόνο καθόρισε την εξέλιξη του αναγεννησιακού ρεύματος, αλλά και έγειρε πολλά φιλοσοφικά ζητήματα τα οποία οδήγησαν την δυτική κοινωνία σε πολυεπίπεδες αλλαγές. Παρότι όμως το πνεύμα τους έγινε αιτία, ίσως της συναρπαστικότερης στην δυτική ιστορία, μεταστροφής προς τον ουμανισμό, το φως της αναγέννησης δεν έφτασε ποτέ στους σκλαβωμένους Έλληνες.
Μετά την Άλωση ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ορίστηκε από τους Οθωμανούς ως επικεφαλής του έθνους, αναλαμβάνοντας την θρησκευτική, πνευματική και πολιτική ηγεσία. Μέσα στο σύνολο των καθηκόντων του συμπεριλαμβανόταν και η εκπαίδευση, την οποία το πατριαρχείο κλήθηκε να ανασυστήσει μέσα από ένα σωρό προβλημάτων και κακών συγκυριών. Τα αντικειμενικά προβλήματα όπως η δουλεία, η συμμόρφωση προς τον ισλαμικό νόμο, η έλλειψη πόρων και δασκάλων, το ανύπαρκτο μορφωτικό επίπεδο του λαού, κ.α. δρούσαν αθροιστικά προς την αρνητική κατεύθυνση. Γιγαντώνονταν δε και από την έλλειψη χαρισματικών προσωπικοτήτων, τόσο στους κόλπους της εκκλησίας όσο και στην κοινότητα των εναπομεινάντων ανθρώπων του πνεύματος που ίσως μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Αυτά τα δεδομένα διαμόρφωσαν μια εκπαιδευτική πολιτική, η οποία περιοριζόταν στην διδασκαλία κειμένων που θεωρούνταν απαραίτητα μόνο για την ανανέωση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Έτσι η εκπαίδευση των ελληνόπουλων περιορίστηκε στην ανάγνωση θρησκευτικών κειμένων όπως το Ψαλτήρι, η Οκτάηχος και ο Απόστολος, τα οποία δίδασκαν ιερείς σε τοπικές εκκλησίες. Τους "κευθμώνες των γραμμάτων" όπως παραστατικά περιγράφει τους παρηκμασμένους και σκοτεινούς ναούς της Ορθοδοξίας, ο λόγιος Μ. Παρανίκας. Σε απομακρυσμένα χωριά, όπως η Σουβάλα, οι γονείς ήταν φυσικό να ιεραρχούν τις ανάγκες με γνώμονα την επιβίωση, συνεπώς η μόρφωση ερχόταν τελευταία. Η εργασία των παιδιών στα χωράφια ή στα βοσκοτόπια, δεν επέτρεπε κατά την διάρκεια της ημέρας την ενασχόληση με τα γράμματα, έτσι μόλις νύχτωνε και υπό το φως των κεριών οι μαθητές συγκεντρώνονταν στον ναό για το μάθημα. Αυτό άλλωστε επιβαλλόταν και για να μην προκαλείται η τοπική οθωμανική διοίκηση και ο μουσουλμανικός πληθυσμός. 
Οι Οθωμανοί αδιαφόρησαν για την παιδεία, είτε σε εθνικό επίπεδο, αφού μέχρι τον 19ο αιώνα απουσίαζε ένα θεσμικό σύστημα εκπαίδευσης, είτε σε σχέση με τα υποτελή έθνη που βρίσκονταν στην επικράτεια τους, στα οποία δεν επέβαλαν επίσημη απαγόρευση για την λειτουργία σχολείων. Χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση του ιστορικού και αγωνιστή του 1821 Ιωάννη Φιλήμωνα, στο "Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας" του 1834 που αναφέρει ότι :

"Η ελεύθερη σύσταση ελληνικών σχολείων οφειλόταν στη αμάθεια των Τούρκων,
οι οποίοι αγνοούσαν ποια μέτρα θα ωφελούσαν το πολιτικό σύστημα τους"

υπονοώντας ότι η απαγόρευση της ίδρυσης σχολείων, θα εξαφάνιζε μακροπρόθεσμα την εθνική συνείδηση των υποτελών τους, άρα και την διεκδίκηση της ελευθερίας τους μέσω των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.
Ο σκοταδισμός και η αμάθεια με την οποία η οθωμανική διοίκηση αντιμετώπιζε διάφορα ζητήματα, δημιούργησε παροιμιώδη ιστορικά ευτράπελα. Ενδεικτική είναι η προσπάθεια λογοκρισίας του Ευαγγελίου, όπου λέξεις όπως "ελθέτω η Βασιλεία Σου", "στρατιώτες του Χριστού", κ.α. θεωρήθηκαν συνωμοτικές και επικίνδυνες και περικόπηκαν. Η "προς Γαλάτας επιστολή" κάποτε θεωρήθηκε ότι απευθυνόταν σε κάτοικο του Γαλατά της Κωνσταντινούπολης και ο Έλληνας κομιστής του εντύπου φυλακίστηκε. Σε σχολείο της Σμύρνης επίσης, ένας δάσκαλος διώχθηκε, επειδή θεωρήθηκε ότι τα μαθηματικά και η φιλοσοφία, αφορούσαν πολεμικές τακτικές.
Φαίνεται όμως ότι παρά την επίσημη ανοχή που τηρούσε το κράτος στο ζήτημα της εκπαίδευσης, στην πραγματικότητα οι τοπικοί αξιωματούχοι την χρησιμοποιούσαν ως ένα μοχλό πίεσης. Όταν ξεσπούσαν επαναστατικά κινήματα, τα αντίποινα περιελάμβαναν καταστροφή σχολείων και θανάτωση δασκάλων.
Τον 16ο αιώνα ένας Έλληνας λόγιος που κατοικούσε στην Βενετία, ο Νικόλαος Σοφιανός, ταξιδεύει στην Ελλάδα με σκοπό να συλλέξει αρχαιοελληνικά χειρόγραφα από το Άγιο Όρος. Το ταξίδι του όμως αποδεικνύεται καθοριστικό, αφού διακρίνει την βαθιά αγραμματοσύνη που διακατέχει τον λαό. Το γεγονός αυτό δρα τόσο καταλυτικά, ώστε αποφασίζει να εκδώσει αρχαία έργα στην καθομιλουμένη, με σκοπό την παροχή βιβλίων που θα καταπολεμούσαν την αμάθεια. Η αντίδραση αυτή βέβαια δεν ήταν τυχαία αφού ο Σοφιανός, εργαζόμενος ως αντιγραφέας ελληνικών χειρογράφων για λογαριασμό του Πάπα Παύλου του Γ΄, είχε βαθιά γνώση του ένδοξου πολιτιστικού παρελθόντος της πατρίδας του και διαισθάνθηκε την ιστορική λήθη και την πνευματική πενία στην οποία είχαν περιπέσει οι συνεχιστές του. Στον πρόλογο άλλωστε ενός βιβλίου του αναφέρει :

"Βλέποντας ότι δια την μακράν και πικροτάτην δουλοσύνην το ημέτερον γένος εξέπεσε και ουδέ καν αναθυμάται την προκοπήν όπου είχαν οι πρόγονοί μας, με την οποίαν άφησαν εις όλην την οικουμένην λαμπράν και αθάνατον δόξαν, ηθέλησα να συμβουλευθώ και να κοινολογήσω το πράγμα με όσους σοφούς και πεπαιδευμένους … με ποίον τρόπον ήθελεν διορθωθή το πάθος τούτο της απαιδευσίας και να γυρίσουν εις το καλόν. Και όλοι από μίαν γνώμην ήσαν ότι, αν ήθελαν διαβάσει και γρικήσουν τα βιβλία όπου αφήκαν εκείνοι οι παλαιοί και ενάρετοι άνδρες, εύκολα ήθελεν διορθωθή η απαιδευσία όπου πλεονάζει εις τους πολλούς. Δια τούτο λοιπόν ώρμησα και εγώ, με γνώμην και παρακίνησιν των ειρημένων ελλογίμων και ευγενών ανδρών, από όσον δύναμαι, θεού οδηγούντος να μεταγλωττίσω και να πεζεύσω από τα βιβλία όπου να είναι χρήσιμα και ωφέλιμα εις το ανακαινισθή και να αναπτερυγιάσει από την τόσην απαιδευσίαν το ελεεινόν γένος."

(Σοφιανός Ν., Γραμματική της Κοινής των Ελλήνων Γλώσσης, 1544)

Και πράγματι ο Σοφιανός συντάσσει το 1544 την πρώτη γραμματική της Νέας Ελληνικής, με τίτλο "Γραμματική της Κοινής των Ελλήνων Γλώσσης" βασισμένη στο έργο "Περί παίδων αγωγής" του Πλουτάρχου και στην συνέχεια ιδρύει το τρίτο κατά σειρά Ελληνικό τυπογραφείο στην Βενετία, για την αναπαραγωγή των βιβλίων του.
Έτσι η εκπαίδευση στην Ελλάδα μπήκε σε μια διαφορετική τροχιά. Στην βασική εκπαίδευση που παρείχαν αρχικά τα "σχολεία των ιερών γραμμάτων" προστέθηκε τον 17ο αιώνα μια δεύτερη βαθμίδα, τα "Φροντιστήρια", ενώ τον 18ο αιώνα εισήχθησαν τα πρώτα αλφαβητάρια. Στις αρχές του 19ο αιώνα οι πλούσιοι Έλληνες έμποροι των δυτικών παροικιών, άρχισαν να χρηματοδοτούν την ίδρυση και λειτουργία σχολείων, γεγονός που επέφερε ραγδαία αύξηση των μαθητών. Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη καθηγητών που δεν μπορούσε πλέον να καλύψει τις διδακτικές ανάγκες, υιοθετήθηκε το αλληλοδιδακτικό σύστημα. Σύμφωνα με αυτή την μέθοδο ο δάσκαλος χώριζε τους μαθητές σε 8 κλάσεις (τάξεις), από τις οποίες επέλεγε τους ικανότερους για να τον βοηθήσουν στο έργο του. Οι μαθητές αυτοί ονομάζονταν "πρωτόσχολοι" και αναλάμβαναν να διδάξουν άλλους μαθητές που ήταν λιγότερο ικανοί ή ανήκαν σε χαμηλότερες κλάσεις. Όλα όμως σταμάτησαν βίαια όταν η φλόγα της ελευθερίας άναψε στην Ελλάδα.

 Αλφαβητάριο, 1820

Τον αμέσως επόμενο χρόνο από την επανάσταση, το 1822, η Συνέλευση του Άστρους κρίνει αναγκαία την λήψη μέτρων, όχι μόνο για την καθολική μόρφωση του λαού αλλά και για την εξυπηρέτηση των αναγκών του νέου κράτους και αποφασίζει την συστηματική οργάνωση της εκπαίδευσης, με την εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Έτσι άρχισε να σχηματοποιείται ο οραματισμός των Ελλήνων διαφωτιστών, κατά τον οποίο οι "ραγιάδες" έπρεπε μέσω της παιδείας να γίνουν πολίτες και να αποβάλουν τα "ελαττώματα" της τουρκοκρατίας.
Σταθμοί στην ιστορία της εκπαίδευσης της ανατολικής Στερεάς, αποτέλεσαν η ίδρυση της "Δημόσιας Αλληλοδιδακτικής Σχολής" της επαρχίας Σαλώνων, το 1830 από τον Καποδίστρια και των δύο τριτάξιων "Ελληνικών σχολείων", στην Άμφισσα και την Λαμία που θεσμοθετήθηκαν με το βασιλικό διάταγμα τις 25ης Μαρτίου του 1835. Σε συνδυασμό με την δημιουργία τετραταξίου "Γυμνασίου" που πραγματοποιήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, το 1838, αλλά και με την απόφαση περί υποχρεωτικής και δωρεάν επταετούς φοίτησης, δόθηκε η δυνατότητα σε πολλά παιδιά της περιοχής, να έχουν πρόσβαση στην μέση εκπαίδευση. Το πρώτο Γυμνάσιο της περιοχής λειτούργησε στην Λαμία το 1850. Παράλληλα η ίδρυση του πρώτου "Διδασκαλείου" το 1834 που ως σκοπούς είχε την εκπαίδευση δασκάλων και των δύο φύλων, καθώς και την εξέταση των υποψηφίων δημοδιδασκάλων, συνέβαλε στην ποιοτική και την ποσοτική ενίσχυση του διδακτικού προσωπικού. Ο θεσμός αυτός μάλιστα αναπτύχθηκε τόσο, ώστε το 1892 δημιουργήθηκαν "Υποδιδασκαλεία" σε πολλές πόλεις της τότε Ελλάδας, των οποίων οι απόφοιτοι ονομάστηκαν "γραμματισταί" και στελέχωσαν κατώτερα δημοτικά σχολεία των απομακρυσμένων χωριών. 
Η πρόοδος που σημειώθηκε στην εκπαίδευση όλα αυτά τα χρόνια, έδωσε την δυνατότητα στο φως της γνώσης, να φθάσει ακόμη και στα απομονωμένα χωριά της ελληνικής υπαίθρου. Στην Σουβάλα οι πρώτες αναφορές σχετικά με την ύπαρξη σχολείου, εμφανίζονται περί τα μέσα του 19ου αιώνα [1] και πριν την καταστροφή του ορεινού οικισμού το 1870, οι οποίες κάνουν λόγο για ένα δάσκαλο με το όνομα Καστρίτης που δίδαξε για περίπου μια πενταετία στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Το πραγματικό όνομα αυτού του ανθρώπου όμως, ίσως μας μείνει για πάντα άγνωστο, αφού η καταγωγή του που ήταν από τους Δελφούς [2], χάρισε και το υποκοριστικό με το οποίο έμεινε στην ιστορία. Ο Καστρίτης έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο σχολείο που διέθεταν από το 1723 οι Δελφοί [3] και στην συνέχεια με τον ορισμό του ως δημοδιδάσκαλος, απασχολήθηκε στα χωριά της περιοχής. 
Οι θεσμικές αλλαγές που έγιναν από την Αντιβασιλεία την δεκαετία του 1830, επηρέασαν και την Σουβάλα, της οποίας μετά την καταστροφή του 1870 και την μετεγκατάσταση στον οικισμό της σημερινής Πολυδρόσου, το σχολείο λειτούργησε ως "Γραμματοδιδασκαλείο" και στελεχώθηκε με αποφοίτους του "Διδασκαλείου" της Αθήνας. Οι δάσκαλοι που ανέλαβαν το εκπαιδευτικό έργο εκείνης της περιόδου, μέχρι και το 1895, ήταν κατά σειρά οι Παναγιώτης Δρίβας, Λάμπρος Χριστόπουλος, Γεώργιος Παπαθανασίου και ο ιερέας Θεόδωρος Παπαργυρόπουλος. Οι δάσκαλοι αυτοί δίδαξαν με την συνδιδακτική μέθοδο, δηλαδή παρέδιδαν σε όλους τους μαθητές όλα τα μαθήματα, αφού η αλληλοδιδακτική είχε αρχίσει να εγκαταλείπεται από το 1862.
Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, οι Σουβαλιώτες δάσκαλοι που φοίτησαν στο Διδασκαλείο της Αθήνας, ήταν οι ακόλουθοι :

Όνομα
Έτος
γέννησης
Έτος
Αποφοίτησης

Βαθμός
Δρίβας Παναγιώτης
1841
1863
Δημοδιδάσκαλος Γ’
Παπαργυρόπουλος Θεόδωρος
1848
1872
Δημοδιδάσκαλος Γ’
Παπαθανασίου Α. Γεώργιος
1849
1877
Δημοδιδάσκαλος Γ’
Χριστόπουλος Λάμπρος
1854
1878
Δημοδιδάσκαλος Γ’
Δρίβας Ι. Αλέξανδρος
1857
1877
Δημοδιδάσκαλος Γ’
Δρίβας Π. Θεμιστοκλής
1869
1893
Ελληνοδιδάσκαλος Β’






[1] Δίχως να αποκλείεται η ύπαρξη κάποιας μορφής διδασκαλίας και προγενέστερα.
[2] Οι Δελφοί εκείνη την περίοδο ονομαζόντουσαν Καστρί.
[3] Παρανίκας Ματθαίος, Σχεδίασμα περί της εν τω Eλληνικώ έθνει καταστάσεως των    
     γραμμάτων, Kωνσταντινούπολη, 1867.


 Οι δάσκαλοι Παπαργυρόπουλος (1877-1895) και Σουφλής (1895-1925)

Μια σημαντική μαρτυρία για την κατάσταση που επικρατούσε τότε, είναι το πόρισμα της έκθεσης των επιθεωρητών εκπαίδευσης του 1879, η οποία πλαισίωνε το νομοσχέδιο του Ανδρέα Αυγερινού, τότε υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως της κυβέρνησης Α. Κουμουνδούρου. Ένας εκ των υπογραφόντων είναι και ο "Βλάσιος Σκορδέλης, Διδάκτωρ και Παιδαγωγός, ω ανετέθη η επιθεώρησις των εν τω Νομώ Φθιώτιδος και Φωκίδος σχολείων". Τα προβλήματα αναφέρονταν ως εξής :

"Γενική επιθεώρησις των Δημοτικών Σχολείων κατά το έτος 1879

Α' Το των διδασκάλων απαράσκευον προς παιδαγωγικήν και πεφωτισμένην διδασκαλίαν.
Β' Η των πλείστων κοινοτήτων και μάλιστα των αγροτικών απαιδευσία, εξ ης τε παντελής έλλειψις εποπτείας επί της λειτουργίας του σχολείου και η των γονέων προς αυτό αδιαφορία, και
Γ' Η των διοικητικών και δημοτικών αρχών μεγίστη περί των σχολείων αφροντισία, εξ ης η των διδακτηρίων ακαταλληλότης και πενιχρότης και η παντελής έλλειψις διδακτικών οργάνων και σκευών, οις επιπροστίθεται πολλαχού και η του απρόθυμου διδασκάλου αμέλεια."

Η ίδια έκθεση μας πληροφορεί για τα μαθήματα που διδάσκονταν οι μαθητές των γραμματοδιδασκαλείων, εν προκειμένω και της Σουβάλας, τα οποία ήταν :

Ανάγνωση
Γραφή
Στοιχειώδης ιερά ιστορία και κατήχηση
Ανάγνωση περικοπών του Ευαγγελίου
Στοιχεία ελληνικής ιστορίας και γεωγραφίας

Ενώ η διδακτική ύλη ενός πλήρους δημοτικού σχολείου περιελάμβανε :

Ανάγνωση και ερμηνεία περικοπών του ιερού Ευαγγελίου
Ανάγνωση και ερμηνεία εκλεκτών συγγραφέων της νέας Ελληνικής γλώσσας
Διδασκαλία των στοιχείων της γραμματικής της αρχαίας ελληνικής
Ερμηνεία αποσπασμάτων των ομαλών πεζών συγγραφέων της αρχαίας ελληνικής
Ασκήσεις επίλυσης πολύπλοκων αριθμητικών προβλημάτων
Διδασκαλία στοιχείων γεωμετρίας, χημείας και φυσικής ιστορίας
Καλλιγραφία
Ζωγραφική
Μουσική

Εκείνη την περίοδο οι δάσκαλοι αμείβονταν σε χρήμα, αλλά όταν αυτό δεν ήταν εφικτό δεχόντουσαν και παροχές σε είδος, από τους γονείς των μαθητών. Αργότερα οι αποδοχές μοιράστηκαν μεταξύ του Δήμου και των γονέων, οι οποίοι επιβαρύνονταν με 20 λεπτά το μήνα για τους μαθητές της Α΄ και Β΄ τάξης, 30 λεπτά για της Γ΄ τάξης και 40 για τους μαθητές της Δ΄ τάξης. Από το 1885 τη μισθοδοσία των δασκάλων ανέλαβε εξολοκλήρου ο Δήμος Δωριέων. Οι γραμματιστές α΄ τάξης το 1889 λάμβαναν 70 δραχμές, ενώ το 1913 ο μισθός τους αυξήθηκε στις 90 δρχ. Αντίστοιχα το 1889 η αμοιβή των διδασκάλων α΄ τάξης ανερχόταν στις 150 δρχ., ενώ της γ΄ τάξης στις 110 δρχ.
Ενδιαφέρουσες είναι επίσης οι αναφορές, στα παιδιά των ευπόρων οικογενειών της Σουβάλας, οι γονείς των οποίων προτιμούσαν το σχολείο της Άνω Αγόριανης. Αυτό πιθανά συνέβαινε διότι η Αγόριανη ως έδρα τότε του Δήμου Δωριέων ίσως διέθετε, ένα "πλήρες δημοτικό σχολείο". Η διδακτέα ύλη αυτών των σχολείων ήταν πολλαπλάσια των πρωτοβάθμιων "γραμματοδιδασκαλείων", συνεπώς μπορούσαν να προσφέρουν ανώτερη μόρφωση. Όμως το γεγονός ότι βρίσκονταν μακρυά από τα χωριά, στα διοικητικά κέντρα της περιφέρειας, καθώς και ότι η οικονομική επιβάρυνση ήταν μεγαλύτερη για τους γονείς, σήμαινε ότι σε αυτά δεν μπορούσαν να φοιτήσουν παιδιά φτωχών οικογενειών.



Το 1895 διορίστηκε στο σχολείο της Σουβάλας ως δάσκαλος ο Αθανάσιος Σουφλής, ο οποίος φρόντισε να καταγράψει τις εμπειρίες του, αφήνοντας μαζί με τις διηγήσεις του τα μόνα τεκμήρια για την εκπαίδευση εκείνης της εποχής. Σε ένα κείμενο του καταγράφει τα πρώτα προβλήματα που συνάντησε :

"...Όταν ανέλαβον δημοδιδάσκαλος ως σχολείον εχρησιμοποιείτο η εκκλησία των Ταξιαρχών, άνευ ταβανίου και με ολίγα σεσαθρωμένα θρανία. Πρώτη μου φροντίς ήτο να προστατεύσω τα παιδιά από το ψύχος. Προς τούτο περιμένω κατάλληλον μέραν, όταν είχε πέσει χιόνι [1], καλώ τους γονείς και μεταβαίνομεν και θέτουμε το ζήτημα εις την Διοίκησην της ανοργανώτου Κοινότητος...εντός του μηνός ετακτοποιήθησαν όλαι σχεδόν αι ελλείψεις του σχολείου..."

Το 1899 το σχολείο προάχθηκε σε διτάξιο και τοποθετήθηκε δεύτερος δάσκαλος, ο Ιωάννης Ντούτσιας από την γειτονική Κάτω Αγόριαννη. Αντικαταστάθηκε όμως σύντομα από τον επαναδιορισθέντα Λάμπρο Χριστόπουλο. Οι δύο αυτοί δάσκαλοι ο  Α. Σουφλής και ο Λ. Χριστόπουλος συνυπηρέτησαν μέχρι το 1904. Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο δεύτερος, στη θέση του τοποθετήθηκε ο Δημήτρης Κονταξής.
Εν τω μεταξύ, η κοινωνία είχε αρχίσει από το 1870 να μεταλλάσσεσαι. Η είσοδος της χώρας στην βιομηχανική εποχή δημιουργούσε θεαματικές ανακατατάξεις, όπως την ανάδυση νέων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, την αστικοποίηση του αγροτικού πληθυσμού και τη δημιουργία μιας νέας αστικής τάξης. Το εκπαιδευτικό σύστημα όμως βρέθηκε τόσο απροετοίμαστο να συγχρονιστεί με αυτές τις αλλαγές που έγινε το επίκεντρο σοβαρών προβληματισμών και επικρίσεων. Η μονολιθική φιλοσοφία του, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την προσήλωση στον κλασικισμό, την επιμονή στην ομοιομορφία και την περιφρόνηση κάθε χειρωνακτικής εργασίας, με την υποτίμηση της πρακτικής, τεχνικής και εμπορικής εκπαίδευσης, δεν μπορούσε πλέον να ικανοποιήσει ούτε τις βιοποριστικές ανάγκες του λαού, ο οποίος είχε μετατραπεί σε "ένα σμήνος αέργων θεσιθηρών", αλλά ούτε και του κράτους, το οποίο αναγκαζόταν να εισάγει πολλά είδη βασικής ανάγκης, να αυξάνει τον δημόσιο τομέα του και να χάνει τις ευκαιρίες που προσέφερε η νέα εποχή.



[1] Σε μια προσπάθεια για να συγκινήσει τους γονείς και να κινητοποιήσει την κοινοτική αρχή.


"Εν άλλοις λόγοις το παρόν εκπαιδευτικόν σύστημα:

1. Αφήνει μέγα μέρος του λαού εντελώς αγράμματον.
2. Εις το υπόλοιπον μέρος του πληθυσμού παρέχει μόνον ψιχία τινά γενικής   
   μορφώσεως ουδεμίαν δε επαγγελματικήν.
3. Ως εκ της ελλείψεως κατωτέρων επαγγελματικών σχολείων παρασύρει πολλούς εις 
  την Μέσην εκπαίδευσιν και τους αποδίδει εις την κοινωνίαν ανικάνους προς δημιουργικήν
  εργασίαν.

Διότι οι μεν αποφοιτώντες εκ των ελληνικών σχολείων ουδεμίαν εχουν προπαρασκευήν
δια το επάγγελμα εις ο επιδίδονται. Απεναντίας μάλιστα ως εκ του περιεχομένου και του πνεύματος της μορφώσεως των φέρουν εν αυταίς τα σπέρματα ποιάς τινός περιφρονήσεως της παραγωγικής εργασίας. Εκ δε των αποφοιτώντων εκ των γυμνασίων οι πλείστοι αποδίδονται εις την κοινωνίαν όχι μόνον απροετοίμαστοι δι΄ εν οιονδήποτε επάγγελμα, αλλά και μένουν παραστρατισμένοι διαρκώς αποτελούντες την μεγάλην τάξιν των θεσιθηρών. Τοιουτοτρόπως ? Ελληνική Παιδεία διά της μονομερεστάτης αυτής οργανώσεως όχι μόνον δεν ανταποκρίνεται εις την σύνθεσιν της κοινωνίας μας, όχι μόνον δεν συντελεί εις την βελτίωσιν των όρων της υλικής ημών ζωής, αλλά και φέρει θετικήν ζημίαν απομακρύνουσα πολλούς νέους από την παραγωγικήν εργασίαν, την βάσιν της αυθυπαρξίας και προκοπής μας"

(Γενική Εισηγητική Έκθεση επί των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων)

Ο καταστροφικός για την Ελλάδα πόλεμος του 1897 με τους Οθωμανούς, διαμόρφωσε ένα αρνητικό κλίμα και συνέτεινε στην δρομολόγηση εξελίξεων, κάτω από το βάρος της αυξανόμενης οικονομικής δυσχέρειας. Έτσι οι φωνές που ζητούσαν την σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγική διαδικασία και μάλιστα της μεταστροφής της προς την τεχνική εκπαίδευση, πλήθαιναν και έδιναν στην παιδεία τον πρωτεύοντα ρόλο στην προσπάθεια επανόρθωσης. Υπέρμαχοι αυτών των αντιλήψεων, ήταν δύο εκ των σημαντικότερων πνευματικών τέκνων της Ρούμελης, ο Αθανάσιος Ευταξίας και ο Αλέξανδρος Δελμούζος, οι οποίοι πρωταγωνίστησαν στις διεκδικήσεις αυτές.
Ο Α. Ευταξίας είχε γεννηθεί στην Αμφίκλεια και το 1899 θήτευε ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Θεοτόκη [1]. Χαρακτήριζε το ζήτημα της παιδείας ως άμεσης προτεραιότητας και εφάμιλλο του οικονομικού, πρεσβεύοντας ότι ήταν αδύνατη οποιαδήποτε "ανορθωτική εν ημίν εργασία άνευ αληθούς παιδείας" και ότι όχι μόνο η οικονομική πρόοδος, αλλά και η "πολεμική αντοχή" εξαρτώνται από τη γενική μόρφωση του λαού. Η εκπαίδευση μπορούσε να βοηθήσει, ώστε να διαμορφωθούν χρηστοί πολίτες αλλά και να ανακάμψει το έθνος

"εκ της νυν καταπτώσεως και να επίδη ποτέ κρείττους ημέρας, άρα οφείλομεν ν' αρξώμεθα του έργου της ανορθώσεως του και της μεταρρυθμίσεως των της παιδείας".

[1] Το 1926 έγινε για βραχύ χρονικό διάστημα και πρωθυπουργός.
Έτσι προχώρησε στην σύνταξη μιας σειράς νομοσχεδίων, τα οποία απέβλεπαν στην μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, με την οργάνωση της εκπαίδευσης σε επιστημονική βάση, την καθιέρωση συστήματος τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και τη θεσμοθέτηση ενός σχολείου για όλους τους πολίτες και των δυο φύλων. Η τύχη όμως αυτής της μεταρρύθμισης, θα προσέκρουε στις, κατώτερες των περιστάσεων, πολιτικές αντιλήψεις της εποχής. Τα νομοσχέδια καταψηφίστηκαν στην Βουλή των Ελλήνων, με το επιχείρημα ότι εξυπηρετούσαν νέες οικονομικές και κοινωνικές καταστάσεις που δεν είχαν αποσαφηνιστεί και παγιωθεί ακόμη στο νεοελληνικό κράτος. Ουσιαστικά δηλαδή, για το ότι ήταν πολύ προοδευτικά για την εποχή τους. Αυτή η αντιμετώπιση προκάλεσε και την παραίτηση του Ευταξία.
            Την ίδια περίπου εποχή, μια άλλη προσωπικότητα των γραμμάτων θα έδινε την δική του μάχη. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1880 και σπούδασε αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στην Γερμανία. Ακολουθώντας το λειτούργημα του εκπαιδευτικού, διορίστηκε το 1908 διευθυντής στο Παρθεναγωγείο του Βόλου. Ως υπέρμαχος των ανανεωτικών αντιλήψεων, άδραξε την ευκαιρία να δοκιμάσει τις καινούργιες αυτές ιδέες στην πράξη, εισάγοντας μεταξύ των άλλων για πρώτη φορά την δημοτική γλώσσα στην διδασκαλία. Και όπως αποδείχθηκε, ήταν μια κίνηση τόσο ορθή παιδαγωγικά, ώστε "άλλαξε την ατμόσφαιρα του φόβου στην τάξη, σε ατμόσφαιρα συνεργατικής προσπάθειας". Οι πρωτοβουλίες του όμως προκάλεσαν την μήνη των αρχών, οι οποίες διέκοψαν την λειτουργία του Παρθεναγωγείου και παρέπεμψαν τον Δελμούζο σε δίκη το 1914 στο Ναύπλιο. Εκεί όμως αθωώθηκε πανηγυρικά.
Το 1900 η Σουβάλα αποκτά το πρώτο της σχολικό κτήριο, το οποίο ανεγέρθηκε με δαπάνη του κληροδοτήματος Συγγρού και με σκοπό να στεγάσει το Γραμματοδιδασκαλείο. Γι' αυτό το σκοπό οι αδελφοί Καρούζου παραχώρησαν στο δημόσιο, οικόπεδο εκτάσεως 0,5 στρέμματος, στο οποίο κατασκευάστηκε κτήριο δύο αιθουσών, με διάδρομο, γραφείο διδασκάλων, αποχωρητήρια, ενώ διέθετε και εξωτερικό υπόστεγο. Εκείνη την περίοδο η Σουβάλα άρχισε να αυξάνει τόσο τον πληθυσμό της, ώστε σε λίγα μόλις χρόνια οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις ήταν ήδη ανεπαρκείς.


Δελτίον προβιβασμού με την υπογραφή του Α. Σουφλή











Δημοσίευμα της εφημερίδας Υπερωκεάνειος Ακρόπολις της 5ης Ιουλίου 1905,
σχετικά με την πρόοδο των μαθητών του Ελληνικού Σχολείου Δαδίου.
Διακρίθηκαν οι Γ. Στύλιας και Γ. Παπαχρήστος από την Σουβάλα.





Δημοσίευμα εφημερίδας για την ανέγερση σχολείου στην Σουβάλα





Παρά τις πιέσεις της τοπικής κοινωνίας, όπως αναφέρεται και στα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής, η Σουβάλα δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ένα νέο κτήριο για την κάλυψη των αναγκών της και ως λύση αποφασίστηκε η ενοικίαση ιδιόκτητων οικημάτων. Η αρχή έγινε το 1904 όταν σε ένα από αυτά, στεγάστηκε το μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων. Το 1919 σε έναν άλλο χώρο, λειτούργησε για πρώτη φορά ένα σχολείο Μέσης εκπαίδευσης, το "Σχολαρχείο". Η σχολική νομοθεσία προέβλεπε 4ετή φοίτηση στο Δημοτικό, 3ετή σε προγυμνασιακό σχολείο με την ονομασία Ελληνικό ή Σχολαρχείο και τέλος 4ετή στο Γυμνάσιο. Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του Σχολαρχείου, εγγράφηκαν σε αυτό ο  εντυπωσιακός αριθμός των 150 μαθητών από την Σουβάλα, αλλά και τα γύρω χωριά.

Μαθητές Δημοτικού σχολείου Σουβάλας, 1923

Το 1927 το δημόσιο κτήριο του Δημοτικού διαρρυθμίστηκε σε τριτάξιο και δυο χρόνια αργότερα συγχωνεύθηκε σε αυτό το Δημοτικό Θηλέων. Η συγχώνευση είχε νομοθετηθεί από το 1913, φαίνεται όμως ότι λόγω ελλείψεως κτιριακών υποδομών, αυτό κατέστη δυνατό 14 χρόνια αργότερα. Τις ίδιες δυσκολίες αντιμετώπισε κατά το έτος 1935 το Δημοτικό, όταν προάχθηκε σε τετραθέσιο, με αποτέλεσμα το τέταρτο τμήμα να στεγαστεί σε αίθουσα της οικίας του Αθ. Σουφλή. Δημοσιεύματα της δεκαετίας του 1930, αναφέρουν ως καθηγητές και δημοδιδασκάλους τους Τ. Καινούριο, Κ. Νιτσιούλη, Θ. Δρίβα, Θ. Στύλια, Γ. Βελέντζα, Σ. Κουρούμαλη και Ι. Μάρο. Το Δημοτικό σχολείο το 1952 κρίθηκε ακατάλληλο και κατεδαφίστηκε. Μέχρι και την ανέγερση του νέου κτηρίου το 1961, οι αίθουσες στεγάστηκαν σε ιδιωτικούς χώρους.




Αθανάσιος Βαλάσκας (Tom Vallas)

Στην προσπάθεια που κατέβαλαν οι Σουβαλιώτες να στεγάσουν τα όνειρα των παιδιών τους για μια καλύτερη ζωή, βρήκαν στο πλευρό τους τον Αθανάσιο Βαλάσκα, ομογενή στην Αμερική, ο οποίος χορήγησε αρχικά το 1926, 10000 δραχμές για την προσθήκη συμπληρωματικών υποδομών στο παλαιό κτήριο του Δημοτικού, ενώ στην συνέχεια το 1956 προσέφερε 165.000 δραχμές ή 5.500 δολάρια, για την αγορά οικοπέδου και τη θεμελίωση του νέου διδακτηρίου και το 1958, 65.000 δραχμές για την ανέγερση του Γυμναστηρίου, στον εξωτερικό χώρο. Ποσά σημαντικά, αν αναλογιστούμε ότι ο μέσος βασικός μισθός στην Ελλάδα το 1955, ανερχόταν στις 9000 δραχμές.  
Όλη αυτή όμως η προσπάθεια δεν πήγε χαμένη και όπως κάθε άνοιξη, έτσι και αυτή της εκπαίδευσης απέφερε άνθη. Ανάμεσα στα παιδιά της Σουβάλας που κατάφεραν να σπουδάσουν και να διαπρέψουν, κάποια από αυτά ασχολήθηκαν με τον χώρο των γραμμάτων.

Γιάννης Μαρρές

Ο Γιάννης Μαρρές γεννήθηκε το 1925. Έζησε και εργάστηκε στην Σουβάλα μέχρι το τέλος της ζωής του το 2003. Με τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται το 1954 και το πλούσιο λογοτεχνικό του έργο αποτελούν συλλογές, ιστορικά μελετήματα, δοκίμια, τα οποία διαπερνώντας από τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο, εκφράζονται με μια αρμονική σύζευξη εμπειριών και αίσθησης ζωής.


Λουκάς Κούσουλας

Ο Λουκάς Κούσουλας γεννήθηκε το 1929. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι συνταξιούχος φιλόλογος και υπηρέτησε στη δημόσια Μέση εκπαίδευση, ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος. Παρουσιάστηκε στα γράμματα το 1955 με ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης "Νέα Πορεία". Έχει δημοσιεύσει οχτώ ποιητικές συλλογές, πεζογραφήματα, δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής και μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες "Το Βήμα" και "Η Καθημερινή" καθώς και στα περιοδικά "Νέα Εστία", "Η Λέξη", "Το Δέντρο", "Πλανόδιον", κ.α.

Γιώργος Γεωργούσης

Ο Γιώργος Γεωργούσης γεννήθηκε το 1940. Σπούδασε στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών και στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έκανε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Παρίσι (1966 - 1969) και στο Λονδίνο (1970-1973). Ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Στην λογοτεχνία ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση και δευτερευόντως, με το δοκίμιο και την μετάφραση από διάφορες γλώσσες. Εμφανίστηκε με το πρώτο του ποιητικό βιβλίο "Nυκτιλύκη" (1966), ενώ το 2010 προτάθηκε ως υποψήφιος για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας στην ποίηση, για το έργο του "Τα παλαιά χιόνια" των εκδόσεων Γαβριηλίδη.
Αυτός όμως που με βεβαιότητα αποκόμισε τις περισσότερες εμπειρίες από όλους, ήταν ο Γεώργιος Αδαμόπουλος. Γεννήθηκε στις 28 Απριλίου του 1899 και κανείς ίσως δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι το παιδί που ξεκίνησε την περιπλάνηση του στο χώρο των γραμμάτων από ένα θρανίο της Σουβάλας, θα είχε μια τόσο συναρπαστική ζωή. Ο Γεώργιος τελειώνοντας την βασική του εκπαίδευση, παρακολουθεί το Γυμνάσιο της Άμφισσας. Στην συνέχεια πηγαίνει στην Αθήνα όπου σπουδάζει για δύο χρόνια στη σχολή τηλεπικοινωνιών των ενωμένων Τ.Τ.Τ. (Ταχυδρομεία - Τηλέγραφοι - Τηλέφωνα), ενώ το 1918 εγγράφεται στην νεοσύστατη σχολή Χημείας του Πανεπιστημίου. Το 1920 διακόπτει τις σπουδές του και στρατεύεται, υπηρετώντας στα μέτωπα της Μικράς Ασίας και της Μακεδονίας. Ολοκληρώνει τελικά τις σπουδές του το 1924 και ύστερα από τρία χρόνια παίρνει την μεγάλη απόφαση, να κυνηγήσει τα όνειρα του στην Αυστραλία. Εκεί εργάστηκε αρχικά ως αρχισυντάκτης της ομογενειακής εφημερίδας "Εθνικό Βήμα", ενώ παράλληλα με την δημοσιογραφία, το 1928, ιδρύει στο Σίδνεϊ μία εταιρεία παραγωγής μεταλλικών νερών και μεταλλικών αλάτων, τη Rayospa και τον επόμενο χρόνο εργάστηκε ως τεχνικός σύμβουλος στην εταιρεία Australian Absorbent Cotton Wool Products.
Το 1930 σε ένα ταξίδι του επισκέπτεται την Μανίλα των Φιλιππινών. Εκεί γνωρίζεται με τον ομογενή οινοπαραγωγό Κυριάκο Τσουνάκο, ιδιοκτήτη της εταιρείας Mayon Distillery και καταλήγει συνέταιρος του, ιδρύοντας την εταιρεία παραγωγής χυμών Chunaco-Adamson Chemical Company.

Το Adamson University

Το πάθος του για την Χημεία τον οδηγεί το 1932 στην δημιουργία του δικού του εργαστηρίου. Διαβλέποντας τις αυξημένες ανάγκες της χώρας, η οποία εκείνη την περίοδο έμπαινε στην εποχή της εκβιομηχανοποίησης της, επεκτείνεται και στον χώρο της εκπαίδευσης. Αρχικά ιδρύει ένα μονοθέσιο σχολείο που στην συνέχεια εξελίσεται, το 1936, στο κολέγιο Adamson School of Industrial Chemistry and Engineering (ASICE) και αργότερα σε πανεπιστήμιο. Κατά την διάρκεια όμως, του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το ίδρυμα μπαίνει στο στόχαστρο των Ιαπώνων, διακόπτει την λειτουργία του και καταστρέφεται.
Τα χρόνια μετά τον πόλεμο βρίσκουν τον Γεώργιο Αδαμόπουλο να διατελεί ως διπλωμάτης, στην θέση του προξένου της Ελλάδας στις Φιλιππίνες (1946-1973). Το όνειρο του όμως για την επαναλειτουργία του πανεπιστημίου παρέμενε, έτσι με την αρωγή των Μοναχών του Τάγματος του Αγίου Βικεντίου, μιας ομάδας καθολικών ιεραποστόλων, θα δημιουργήσει ένα νέο ίδρυμα στα πρότυπα των αμερικανικών πανεπιστημίων, το Adamson University (ADU). Το 1964 αναγκάστηκε να παραχωρήσει το πανεπιστήμιο στην καθολική εκκλησία, όταν οι Φιλιππίνες απαγόρευσαν σε αλλοδαπούς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας πανεπιστημίων, διατήρησε όμως την θέση του προέδρου, έως την παραίτηση του το 1967.



Το 1973 ο Γεώργιος Αδαμόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα κι ένα χρόνο αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα. Το δημιούργημα του κατάφερε να αποκτήσει μια σεβαστή θέση στην παγκόσμια πανεπιστημιακή κοινότητα, ενώ σήμερα θεωρείται το όγδοο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο στις Φιλιππίνες, στις τάξεις του οποίου φοιτούν ετησίως περίπου 22000 σπουδαστές. Έτσι τα όνειρα ενός παιδιού στα θρανία της Σουβάλας των αρχών του 20ου αιώνα, έγιναν ένα εργαστήρι στην άκρη του κόσμου, στο οποίο σφυρηλατούνται μέχρι σήμερα οι ελπίδες χιλιάδων άλλων.



Σε αυτό το σημείο θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τα επιτεύγματα ενός άλλου Σουβαλιώτη, του οποίου οι διακρίσεις στον αθλητισμό έλαμψαν στο τέλος της δεκαετίας του 1960. Παρά το γεγονός ότι αυτές δεν επιτεύχθηκαν στο πεδίο των γραμμάτων, εντούτοις έπρεπε να συμπεριληφθούν, διότι στην ελληνική κουλτούρα ο κλασσικός αθλητισμός ήταν πάντα συνυφασμένος με την παιδεία. Ο Γιάννης Κούσουλας ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, σε μια περίοδο όπου δεν υπήρχαν τηλεοράσεις ή μεγάλες εταιρείες ως χορηγοί, για να δημιουργούν αστέρες. Δεν θα ήταν πλεονασμός να πούμε ότι στην Ελλάδα, δεν υπήρχαν ούτε καν οι κατάλληλες εγκαταστάσεις που θα βοηθούσαν τους προικισμένους αθλητές να αναδειχθούν. Ανήκε σε μια αθώα εποχή που με μόνο εφόδιο το πηγαίο ταλέντο, τα όρια του οποίου ίσως να μην μας αποκαλύφθηκαν ολοκληρωτικά, έδωσε σημαντικές διακρίσεις στον ελληνικό αθλητισμό.

Γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 1950, στην Αθήνα και ασχολήθηκε από νωρίς με το άλμα εις ύψος, με την ομάδα στίβου του Αθλητικού Ομίλου Φιλοθέης. Ήταν από τους λίγους αθλητές στην ιστορία που κατάφερε να καταρρίψει μία φορά το παιδικό, έξι φορές το εφηβικό και επτά φορές το πανελλήνιο ρεκόρ. Η πρώτη διάκριση σε αγώνες εκτός Ελλάδας, ήρθε το 1967 όταν κατέκτησε την 2η θέση στους Μεσογειακούς Αγώνες. Το 1968 αναδείχθηκε πρωταθλητής εφήβων στους Πανευρωπαϊκούς, μια επιτυχία που τον έστειλε, στο πλευρό των θρύλων του ελληνικού αθλητισμού Γαλακτόπουλο και Παπανικαλάου, στην Ολυμπιάδα του Μεξικού το 1968 όπου κατατάχθηκε 20ος με επίδοση 2,09 μέτρα. Τότε ο Ολυμπιονίκης του ύψους Dick Fosbury έμεινε στην ιστορία, διότι κέρδισε χρησιμοποιώντας το “Fosbury Flop”, μια επαναστατική τεχνική που θα υιοθετούσαν οι επόμενες γενιές αλτών. Δύο χρόνια αργότερα το 1971, ο Κούσουλας επανέλαβε την επιτυχία του στους Μεσογειακούς καταλαμβάνοντας την 2η θέση. Έλαβε μέρος για 2η φορά στην καριέρα του, στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου το 1972, αυτή την φορά παρέα με νέα αστέρια που έμελλε να λάμψουν στο αθλητικό στερέωμα, όπως ο Τζωρτζής και ο Μυγιάκης. Αυτοί οι αγώνες σημαδεύτηκαν από τα αιματηρά γεγονότα που συγκλόνισαν την υφήλιο, με την εκτέλεση 11 ισραηλινών αθλητών από τρομοκράτες. Στην Ολυμπιάδα αυτή ήρθε 26ος με 2,09 μέτρα. Σημαντικές στιγμές στην καριέρα του, ήταν επίσης η συμμετοχή του στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1969, αλλά και η επίτευξη του ατομικού του ρεκόρ το 1972 με ύψος 2,16 μέτρα. Η Σουβάλα τον τίμησε, δίνοντας το όνομα του στο στάδιο που κατασκευάστηκε μερικά χρόνια αργότερα.

Η έλευση του τραίνου

            Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα η διακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων στην ηπειρωτική  χώρα, πραγματοποιούνταν όπως στην αρχαιότητα. Οι άνθρωποι μετακινούνταν είτε πεζοί,  ακολουθώντας τα μονοπάτια του τόπου ή με την βοήθεια επιβατικών αμαξών οι οποίες έλκονταν από ζώα. Στην ευρύτερη περιοχή της Σουβάλας υπήρχαν δυο βασικά μονοπάτια που εξυπηρετούσαν τους κατοίκους. Το πρώτο, ερχόμενο από την Λιβαδειά, ακολουθούσε τον ρου του Κηφισού, στο ύψος της Αμφίκλειας διέσχιζε το ποτάμι μέσω μιας γέφυρας και από εκεί συνέχιζε προς τον Μπράλο και το Ζητούνι. Το δεύτερο μονοπάτι, ξεκίναγε από το κομβικό σημείο της Γραβιάς και διαμέσου της Μαριολάτας, της Κάτω Αγόριανης και της Άνω Αγόριανης, κατευθυνόταν προς τους Δελφούς και τα Σάλωνα.
            Σε γενικό επίπεδο, η διακίνηση προϊόντων ακολουθούσε μονοπάτια τα οποία κατέληγαν σε αστικά κέντρα ή σε λιμάνια που ήταν τα κύρια διακομιστικά κέντρα. Η μεταφορά μέσω των θαλάσσιων οδών ήταν, για πολλούς αιώνες, πιο συμφέρουσα από τις πεπερασμένες δυνατότητες των ζώων, στις οποίες στηρίζονταν οι χερσαίες μεταφορές. Το γεωλογικό ανάγλυφο της ηπειρωτικής Ελλάδας τις καθιστούσε δύσκολες, η δύναμη των ζώων ήταν μικρή για να μεταφέρει αξιόλογο βάρος και αργή σε ταχύτητα, ενώ ο στρατιωτικός έλεγχος πολλών περιοχών ήταν ελλιπής και ελλόχευε πάντα ο κίνδυνος των ληστρικών επιδρομών.   
            Στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίστηκε στην Αγγλία μια νέα εφεύρεση που υποσχόταν την επίλυση αυτών των προβλημάτων, ο σιδηρόδρομος. Σύντομα πολλά ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν να δημιουργούν τις υποδομές για την επέκταση του νέου μεταφορικού μέσου. Ανάμεσα σε αυτά και η Ελλάδα, στην οποία οι διαβουλεύσεις ξεκίνησαν το 1840, με αφορμή τις προτάσεις ξένων εταιρειών προς το ελληνικό κράτος για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής. Διάφοροι όμως λόγοι, όπως παιχνίδια των κερδοσκόπων, η ασυμφωνία στην χάραξη μιας εθνικής πολιτικής, ακόμη και η κοινωνική αντίδραση που άγγιζε τα όρια της αστειότητας [1], έριχναν τις προσπάθειες στο κενό.     
            Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, το έλλειμμα συγκοινωνιακής υποδομής άρχισε να εξελίσσεται σε μείζον ζήτημα που επιρρέαζε αρνητικά όχι μόνο σε οικονομικό, αλλά και σε στρατιωτικό επίπεδο την Ελλάδα. Η χώρα το 1869 διέθετε μόνο 350 χιλιόμετρα αμαξιτών δρόμων με συνέπεια το κόστος μεταφοράς, εξαιτίας των δυσκολιών που προαναφέραμε, να είναι ιδιαίτερα αυξημένο. Σύμφωνα με στοιχεία του ιδίου έτους, η μεταφορά μιας οκάς σιταριού σε απόσταση 50 χιλιομέτρων στην ενδοχώρα, κόστιζε από 10 έως 12 λεπτά, ενώ η μεταφορά με πλοίο από την Ρωσία στην Ελλάδα 5 λεπτά. Ομοίως η δαπάνη για μεταφορά αλευριού από την Λιβαδειά στην Αθήνα, ήταν ίδια με εκείνη από την Οδησσό.
            Τελικά το 1881 και μετά από πολλά εμπόδια, οι συνθήκες έδειχναν ώριμες ώστε ο τότε πρωθυπουργός Α. Κουμουνδούρος, να προχωρήσει στην υπογραφή των πρώτων συμβάσεων για την δημιουργία σιδηροδρόμου. Αυτές προέβλεπαν την κατασκευή γραμμών διεθνούς πλάτους [2], σε διάφορες περιοχές της επικράτειας, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλεγόταν και μια διαδρομή από το λιμάνι του Πειραιά προς την Λάρισα. Οι συμφωνίες αυτές όμως θα ακυρωθούν τον αμέσως επόμενο χρόνο, όταν ο Χ. Τρικούπης, αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία, προβάλει μια εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη για την ανάπτυξη της χώρας. Έτσι ακυρώνει τις συμφωνίες του προκατόχου του, προχωρά στην σύναψη νέων και κατασκευάζει το δίκτυο με γραμμές πλάτους ενός μέτρου που θεωρεί ότι περιορίζουν το κόστος του έργου και καταστούν βιώσιμη την λειτουργία του σιδηροδρόμου. Ο σχεδιασμός δε του δικτύου φιλοδοξούσε την εξάπλωση του στην χώρα, με στόχο την σύνδεση των περιοχών με έντονη παραγωγική δραστηριότητα, με τα λιμάνια. Έτσι συνδέθηκαν η Λάρισα με τον Βόλο, ο Πύργος με το Κατάκολο και αργότερα η Θήβα με την Χαλκίδα και το Λιανοκλάδι με την Στυλίδα.

[1] Η χρήση του ατμού, θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνη που η κοινή γνώμη χαρακτήριζε τον
σιδηρόδρομο ως  "παλιομηχανή" και "διαβολόδρομο".
[2] Πλάτος γραμμής 1,44 μέτρα





            Λίγα χρόνια αργότερα η χώρα θα δεχόταν δυο ηχηρά ραπίσματα. Το 1886 οι στόλοι Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας προκειμένου να επιβάλουν την πολιτική τους, προχώρησαν στον ναυτικό αποκλεισμό των λιμανιών, με αποτέλεσμα την διακοπή των μεταφορών και την δημιουργία μιας χαοτικής κατάστασης. Το 1897 οι Τούρκοι εισέβαλαν στην ανυπεράσπιστη Θεσσαλία, καταλαμβάνοντας την και προκαλώντας τον πανικό στον πληθυσμό της Στερεάς που απειλούνταν άμεσα. Ο ελληνικός στρατός τότε είχε σταθεί αδύνατον να αντιδράσει, εξαιτίας της ανυπαρξίας μεταφορικών μέσων που θα τον προωθούσαν έγκαιρα στο μέτωπο. Αυτά τα ατυχή γεγονότα έδειχναν καθαρά, την έλλειψη μιας σιδηροδρομικής γραμμής που θα ένωνε την Αθήνα με τα σύνορα.


Η διαδρομή της γραμμής Πειραιάς - Παπαπούλι
Διακρίνονται οι σταθμοί "Δαδί" και "Βράλος"



            Το δίδαγμα αυτής της ήττας, αποτέλεσε για τον Τρικούπη το έναυσμα, για την πραγματοποίηση ενός οράματος που ήθελε την Ελλάδα όχι μόνο οικονομικά, αλλά και στρατιωτικά, ανεξάρτητη και ισχυρή. Πράγματι, προχωρά άμεσα στον σχεδιασμό της γραμμής Πειραιάς - Παπαπούλι [1] και το 1889 αναθέτει σε μια αγγλική εταιρεία την υλοποίηση του. Ένα ιστορικό στοιχείο άξιο αναφοράς, αποτελεί η επιλογή της διέλευσης της γραμμής από την ενδοχώρα [2]. Μια απόφαση που αρχικά φαινόταν ασύμφορη, διότι το ανώμαλο ηπειρωτικό έδαφος απαιτούσε τεχνικά δύσκολα και κοστοβόρα έργα όπως κατασκευές γεφυρών, σηράγγων, κ.α., εντούτοις όμως, διασφάλιζε την απρόσκοπτη λειτουργία της σε περιόδους πολέμου, διότι βρισκόταν μακριά από το βεληνεκές των πυροβόλων πλοίων, συμμαχικών ή τουρκικών. Αυτή η γραμμή επίσης, είχε αποφασιστεί κατ΄ εξαίρεση να είναι διεθνούς πλάτους, ώστε να επιτευχθεί η σύνδεση της Ελλάδας με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Τα έργα ξεκινούν με γρήγορους ρυθμούς και μέσα στο πρώτο έτος, μεταξύ των άλλων, επιτυγχάνεται η ισοπέδωση του εδάφους του τμήματος από το Δαδί μέχρι τον Μπράλο μήκους 16 χλμ. και η έναρξη της διάτρησης της ομώνυμης σήραγγας. Ενός από τα κορυφαία έργα που μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης της εποχής.
            Σταδιακά όμως η εταιρεία άρχισε να αθετεί τις υποχρεώσεις της, με καθυστερήσεις πληρωμών και κωλυσιεργία των δυσκολότερων έργων. Χαρακτηριστική είναι η απεργία που ξέσπασε το 1893 στα έργα του Μπράλου, η οποία έφτασε μέχρι την απειλή ένοπλης σύρραξης μεταξύ των απλήρωτων εργατών και των εκπροσώπων της εταιρείας, αναγκάζοντας τον τότε αστυνόμο Δωριέων να επέμβει με στρατιωτική δύναμη για την αποτροπή της. Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση γινόταν δυσχερέστερη, μέχρι που δύο χρόνια αργότερα η εταιρεία κηρύχθηκε έκπτωτη και εγκατέλειψε το έργο, προκαλώντας παράλληλα στο ελληνικό δημόσιο ανυπολόγιστη οικονομική ζημιά.

  

[1] Ο τότε συνοριακός σταθμός
[2] Όπως το πέρασμα από την κοιλάδα του Κηφισού




Δημοσίευμα της εφημερίδας Σκριπ στις 6 Απριλίου 1904,

για τα εγκαίνια της σήραγγας του Μπράλου.

            Το 1900 η κυβέρνηση Θεοτόκη, εκτιμώντας την αναγκαιότητα του έργου, το αναθέτει εκ νέου στο "Συνδικάτο Κατασκευής Σιδηροδρόμων εν Ανατολή", θυγατρικής της γαλλικής εταιρείας "Batignolles", κατασκευάστριας του Πύργου του Άϊφελ. Η συμφωνία προέβλεπε ότι η 400 χιλιομέτρων γραμμή θα κατασκευαζόταν τμηματικά και βάση του αρχικού σχεδιασμού, ως προς την χάραξη της πορείας και το πλάτος της. Καθώς τα έργα εξελίσσονται, το 1902 συστήνεται η ελληνική εταιρία μετοχικού κεφαλαίου "Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι", ως διαχειρίστρια του δικτύου.



Το δρομολόγιο του 1904 που περιλαμβάνει και το νέο τότε τμήμα της γραμμής μέχρι το Δαδί.

        Την ίδια περίοδο το εργοστάσιο "Λευκός Άνθραξ", συνεργάζεται με την κατασκευάστρια εταιρεία, παρέχοντας κυρίως ελάτινους στρωτήρες που ήταν απαραίτητοι για την κατασκευή των γραμμών. Παράλληλα δημιουργείται ο σταθμός της Σουβάλας. Ο σχεδιασμός της εταιρείας προέβλεπε τον διαχωρισμό των επαρχιακών σταθμών σε τέσσερις τάξεις, ανάλογα με τον αριθμό των επιβατών που εξυπηρετούσαν. Έτσι σύμφωνα με τα τυποποιημένα σχέδια που υπήρχαν για κάθε τάξη, κατασκευάστηκε στον Σ.Σ. Σουβάλας ένα ισόγειο κτήριο Δ΄ τάξεως, το οποίο περιελάμβανε ένα χώρο αναμονής των επιβατών και το εκδοτήριο των εισιτηρίων.         
      Στις 6 Μαρτίου του 1904 γίνονται τα εγκαίνια του πρώτου τμήματος της γραμμής από τον Πειραιά μέχρι τη Θήβα και τη Χαλκίδα, την οποία προσεγγίζει ο συρμός στο παρθενικό του ταξίδι, σε τρεισήμισι ώρες. Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς γίνονται τα εγκαίνια της σήραγγας του Μπράλου, τον Ιούνιο αρχίζει η εκμετάλλευση του τμήματος της γραμμής Θηβών - Λιβαδειάς, ενώ τον Νοέμβριο η λειτουργία της επεκτείνεται μέχρι το Δαδί. Στις 11 Ιουλίου του 1905, με την παράδοση στην κυκλοφορία του τμήματος μέχρι τον Μπράλο, ο πρώτος σιδηροδρομικός συρμός εισέρχεται στον σταθμό της Σουβάλας, με τον
χαρακτηριστικό συριγμό της ατμάμαξας να αντηχεί στις πλαγιές του Παρνασσού. Το πρόγραμμα προέβλεπε την στάθμευση της αμαξοστοιχίας δύο φορές την ημέρα, ενώ η απόσταση μέχρι την Αθήνα διανυόταν, στον εκπληκτικό για την εποχή χρόνο, των 5 ωρών. 






Ανακοίνωση των Ελληνικών Σιδηροδρόμων στην εφημερίδα Ακρόπολη της 10ης Ιουλίου 1905,
για την έναρξη της λειτουργίας του τμήματος της γραμμής Δαδί – Μπράλος.

          


Δημοσίευμα της εφημερίδας Χρόνος στις 27 Αυγούστου 1908


“…Το πεδίον της Χαιρωνείας, ξηρόν και τούτο, με τον γιγαντώδη λέοντα ακοίμητον φρουρόν των οστών των ηρώων, παρέρχεται γοργόν και ο οφθαλμός του ρεμβώδους ταξειδιώτου αναπαύεται επί των πανυψήλων και κρημνωδών πλευρών του Παρνασσού.
               Η αμαξοστοιχία αναρριχάται προς τας κλιτύος ασθμαίνουσα, και ο ρόχθος της ο επίμονος αναπάλλεται εντός των αγρίων φαράγγων μυριόστομος, πτοών τους πτερωτούς κατοίκους των πυκνών δρυμών, οίτινες ανά σμήνη υψούνται εις τους αιθέρας και με τας κρωγμούς των αφυπνίζουσι την αιωνίαν γαλήνην των απροσίτων κρημνών.
                    Ο Παρνασσός χάνεται αποτόμως, η αμαξοστοιχία εισχωρεί εντός μεγάλων εκβραχισμών, δια να κατέλθει ορμητική εις τον κάμπον του Δαδιού. Μία 
μικρά στάσις εις Σουβάλα και κατόπιν Μπράλλο. Από του Μπράλλου αρχίζουν αι 
κλιτύες της Οίτης προς την Φωκίδα, κλιτύες όχι όπως αι προς το Λαμιακόν πεδίον από φοβερόν γρανίτην, αλλά από μαστώδεις γηλόφους ύψους 80 - 300 μέτρων. Υπό 
τους γηλόφους τούτους είνε η μεγάλη σήραγξ η μήκους 2.800 μέτρων το ύπερθεν της 
σήραγγος ύψος του όρους ποικίλλει από 38 μέτρων μέχρις 180.
Το τραίνον εισβάλλει εις την σήρηγγα αφίνον γοερούς συριγμούς, δίκην μεγαθηρίου 
ορμώντος να σχίση ή να ταφή εις τα έγκατα της γης. Σκότος πυκνόν αντικαθιστά το 
υπέρλαμπρον φως των ορέων, από δε του καύσωνος υγρασία παγερά εισβάλλει εντός 
των βαγονίων, η υγρασία εκείνη των υγρών υπογείων, ήτις επικάθηται σχεδόν 
γλοιώδης. Ο θόρυβος του σχιζομένου ανέμου και ο ρόχθος της λοκομοτίβας 
στροβιλίζονται μανιωδώς εντός και αι τολύπαι του καπνού στροβιλιζόμεναι 
αποπνίγουν τους τολμηρούς επιβάτας, οι οποίοι προβάλλουν από των παραθύρων. 7 
πρώτα και 4 δεύτερα διαρκεί η διάβασις.
Οι επιβάται παίρνουν ένα ψυχρό λουτρό ραντισμένο με πολύ ψιλοκομένο κάρβουνο, 
και κατόπιν εισβάλλουν πάλιν εις το φως και τον ήλιον, δια να αισθανθούν νέαν 
συγκίνησιν από το μεγαλείον της γέφυρας της Παπαδιάς…”

            Η έλευση του τραίνου στην επαρχία, θα άλλαζε ριζικά την ζωή των κατοίκων της. Ο ρυθμός της ζωής έμελλε να μεταβληθεί, αφού πλέον ο χρόνος διάνυσης των αποστάσεων είχε μειωθεί δραματικά, ενώ η ευκολία και η μεγαλύτερη εμβέλεια στην διακίνηση εμπορευμάτων και ανθρώπων, θα ενίσχυε αντίστοιχα την οικονομία και την επικοινωνία. Έτσι δεν θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ο σιδηρόδρομος, έφερε επαναστατικές αλλαγές στην κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα και προετοίμασε το έδαφος για την είσοδο της χώρας στην βιομηχανική περίοδο. 




Πίνακας Δρομολογίων των "Ελληνικών Σιδηροδρόμων" του 1915
που περιλαμβάνει και τον σταθμό Σουβάλας (Λιλαίας).
Σιδηροδρομικό Μουσείο Κωσταλεξίου.

            Η πρώτη φάση κατασκευής του δικτύου ολοκληρώνεται, όταν η γραμμή φτάνει στο Δεμερλί (Παλαιοφάρσαλος). Οι εργασίες όμως συνεχίζονται, όταν τον Ιούνιο του 1906 υπογράφεται η σύμβαση για την κατασκευή της προέκτασης, από το Δεμερλί μέχρι τον συνοριακό σταθμό Παπαπουλίου. Με την παράδοση στην κυκλοφορία και του νέου τμήματος, τον Ιούλιο του 1909, η διαχειρίστρια εταιρεία "Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι" αναλαμβάνει την πλήρη λειτουργία της διαδρομής Πειραιάς - Δεμερλί - Παπαπούλι. 
  

 Η ατμάμαξα που εξυπηρετούσε την γραμμή Πειραιάς - Παπαπούλι
στον σταθμό του Μπράλου το 1917

            Το 1910 βρίσκει το ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο με 1600 χιλιόμετρα ενεργών γραμμών και την χώρα να έχει εισέλθει στο κατώφλι μιας νέας εποχής. Το όραμα του Τρικούπη θα επιβεβαιωνόταν με τον καλύτερο τρόπο το 1912, όταν στην επιχείρηση για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η υποστήριξη του σιδηροδρόμου με την μεταφορά ανθρώπων και προμηθειών, υπήρξε κεφαλαιώδους σημασίας. Από το 1914, κατά τη διάρκεια του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ξεκινά η κατασκευή της γραμμής Παπαπούλι - Kατερίνη - Πλατύ, η οποία τελειώνει το 1916 με την τοποθέτηση του τελευταίου αμφιδέτη έξω από το σταθμό Λαμπανόβου (Κολινδρού) που συνέδεσε την χώρα με την Ευρώπη. Δυο χρόνια αργότερα δρομολογείται ο πρώτος συρμός με προορισμό την Θεσσαλονίκη, ενώ το 1920, όλα τα επιμέρους δίκτυα διεθνούς πλάτους ενσωματώνονται και υπάγονται στην διοίκηση της εταιρείας "Σιδηρόδρομοι Ελληνκού Κράτους" (Σ.Ε.Κ). Την ίδια χρονιά φτάνει στην Αθήνα, η Simplon Orient Express, η πρώτη διεθνής αμαξοστοιχία προερχόμενη από το Παρίσι.
            Ο σιδηρόδρομος τελικά θα χαράξει την δική του πορεία μέσα στον χρόνο, συνδέοντας την ύπαρξη του με όλες τις ιστορικές στιγμές του ελληνικού έθνους. Στο έπος του 1940, την Εθνική Αντίσταση [1], την δεκαετία του 1960, όταν οι αμαξοστοιχίες εξπρές "Ελλάς" και "Ακρόπολις" μετέφεραν τους Έλληνες μετανάστες στην Γερμανία, κ.α. Το 1971 ο σιδηρόδρομος ξεκίνησε για ένα νέο προορισμό, όταν υπάχθηκε στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας (Ο.Σ.Ε.).



[1] Στον Σ.Σ. Αμφίκλειας και στον Γοργοπόταμο οι δυνάμεις κατοχής δέχθηκαν ισχυρά 
χτυπήματα.


Συνεχίζεται...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου