Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ. Α΄ ΜΕΡΟΣ

Ευστάθιος Γ. Πιπέρας
Ιστορία  της Πολυδρόσου Παρνασσού
Πολύδροσος 2014

Γραφή 3η


Τα καινούργια κεφάλαια είναι:
  • Το δημοτικό τραγούδι
  • Μετά τον Αγώνα

Ευχαριστώ τους :

Λαογραφικό Σύλλογο Πολυδρόσου,
και ιδιαίτερα τους κυρίους Αλέξανδρο Βαλάσκα και Χρήστο Παπαθανασίου, για την παραχώρηση φωτογραφικού υλικού.

Πατέρα Ζαφείρη Ηλία,
για την παραχώρηση του χειρογράφου του Σπύρου Παπαδήμα, από το αρχείο της εκκλησίας.

Κο Θάνο Θεόδωρο,
για την προσωπική του μαρτυρία.

Κο Θάνο Λουκά (Καραθάνο),
για την βοήθειά του.

Οικογένεια Κυρίτση Ηλία,
για την παραχώρηση φωτογραφικού και έντυπου υλικού


ΑΥΤΗ Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΜΙΑΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ 3 ΕΤΩΝ, Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΗΘΕΛΑ (ΩΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟ, ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΟΜΟΡΦΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑΝ ΕΔΩ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ - ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ -) ΝΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΝΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΩ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΜΑΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ.  




Στον Γιώργο μου




"Ακάθεκτος κυλάει ο χρόνος και στην αέναη κίνηση του
παρασύρει και παραλλάζει τα πάντα
και τα καταποντίζει στο βυθό της αφάνειας.
Πότε πράγματα ασήμαντα και πότε μεγάλα και αξιομνημόνευτα
και όπως λέει ο τραγικός ποιητής,
φέρνει στο φως τα άδηλα και κρύβει τα φανερά.
Αλλά ο λόγος της ιστορίας γίνεται φράγμα πανίσχυρο
για το ρεύμα του χρόνου
και σταματάει κατά κάποιον τρόπο την ακάθεκτη ροή του
κι απ' όσα συμβαίνουν στο κύλισμα του,
συγκρατεί και περισφίγγει όλα όσα επιπλέουν
και δεν τ' αφήνει να ξεγλιστρήσουν σε λήθης βυθούς."

Άννα Κομνηνή, Αλεξιάδα, 12ος αιώνας




 Ο μυθικός Παρνασσός

Οι αρχαίοι Έλληνες δημιουργώντας τον μύθο του θεού Ποσειδώνα και της νύμφης Κλεοδώρας, συνέδεσαν το θεϊκό κάλλος του γιου τους Παρνασσού, με την ομορφιά της μητέρας φύσης που αγκάλιαζε την ύπαρξή τους. Έδωσαν έτσι το όνομά του στον τόπο που ζούσαν. Την χαρά αυτής της συνύπαρξης, την έκαναν τραγούδι και χορό, αφιερώνοντας το βουνό στον Απόλλωνα και τον Διόνυσο.  Ανάγοντας το σε ιερό.    
Η ανάλυση της λέξης "Παρνασσός", αποτελεί ένα στοιχείο ενδεικτικό της πανάρχαιας σχέσης του ανθρώπου με αυτό τον τόπο. Η ρίζα "Παρν-" έχει Πελασγική γλωσσική προέλευση (από το Φαραν- ή Παραν-) και σημαίνει "κορυφές ορέων". Την χρήση της δε, συναντάμε και σε άλλα βουνά της Ελλάδας, όπως ο Πάρνωνας και η Πάρνηθα. Επίσης η κατάληξη "-σσος" χρησιμοποιήθηκε ως δηλωτικό τοπωνυμίων.
Είναι πολλές οι ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας που διαδραματίστικαν στον χώρο  αυτό. Το βουνό ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα, τον Διόνυσο, τις Μούσες και τις Νύμφες. Ένας από τους μύθους διηγείται ότι ο Δίας, θέλοντας να καταστρέψει την διεφθαρμένη ανθρωπότητα, προκάλεσε έναν φονικό κατακλυσμό. Οι κάτοικοι του Παρνασσού στην προσπάθεια τους να σωθούν, άρχισαν να ανεβαίνουν στο βουνό, ακολουθώντας τις κραυγές των λύκων που είχαν καταφύγει στην κορυφή του. Έτσι αυτή ονομάστηκε Λυκώρεια (σημερινή Λιάκουρα) από τις λέξεις λύκος και όρος. Μετά την καταστροφή ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, με την συμβουλή της Θέμιδας, δημιούργησαν το νέο ανθρώπινο γένος από τα "κόκκαλα της μητέρας γης", τις πέτρες. Έτσι από την "λάα" (πέτρα) γεννήθηκε ο λαός.
"Αι δε Θυιάδες γυναίκες μεν είσιν Αττικαί,
φοιτώσαι δε ες τον Παρνασσόν παρά έτος
αυταί τε και αι γυναίκες Δελφών άγουσιν όργια Διονύσω."
(Παυσανίας Φωκικά 4.3)


 Κάθε δυο χρόνια, οι Θυιάδες, γυναίκες από την Αττική και τους Δελφούς, συνάζονταν στις παρυφές του βουνού. Ντυμένες με δέρματα και στεφάνια από κισσό, θυσίαζαν στον θεό και ξεχύνονταν με δάδες προς το Κωρύκειο Άντρο και τις κορφές του Παρνασσού. Χόρευαν τους οργιαστικούς χορούς τους, με την συνοδεία αυλών, κυμβάλων και τυμπάνων, κυνηγώντας τον Διόνυσο που πίστευαν πως κρυβόταν στις χαράδρες και τις πλαγιές του.

Μαινάδα


Οι τελετές οργίων που περιελάμβανε η Διονυσιακή λατρεία, ως μυστηριακή, δεν είχαν την σημερινή έννοια του όρου. Η λέξη "μυστηριακός" προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "μυέω" και σημαίνει την διαδικασία εισαγωγής στα απόκρυφα της θρησκείας. Συνεπώς οι τελετές οργίων, ήταν πράξεις κάθαρσης της ψυχής και του σώματος, μέσω της καταληψίας και της έκστασης. Η μουσική και ο χορός, οι άναρθρες κραυγές, η ορειβασία, η σωματική ελευθερία, κ.α. λειτουργούσε ως τελετουργικό "όχημα" που μετέφερε τον μυημένο σε υπερβατική κατάσταση.
Στους πρόποδες του Παρνασσού άνθισε, από την μυκηναϊκή περίοδο, ένα σημαντικό πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο. Το μαντείο των Δελφών. Την αρχαϊκή εποχή στον χώρο αυτό λατρευόταν η μητέρα Γη, αργότερα όμως εγκαταλείφθηκε και το ιερό αφιερώθηκε στον Απόλλωνα. Με το διάβα του χρόνου απέκτησε τέτοια πολιτική επιρροή, ώστε καθόριζε τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα, συχνά και εκτός της Ελληνικής επικράτειας, διαμορφώνοντας την μοίρα των ανθρώπων. 
            Φιλοξενούμενες του Απόλλωνα στον ιερό του χώρο, ήταν οι 9 κόρες του Δία. Οι Μούσες. Επινόησαν τη θεωρία και την πράξη στη μάθηση, τις χορδές της λύρας και τους μουσικούς τόνους, τα φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου, τις διαλέκτους (αττική, ιωνική, αιολική και δωρική), τις πέντε αισθήσεις, τις ουράνιες ζώνες και τους επτά πλανήτες. Ο μύθος που υφάνθηκε για να περιβάλλει αυτές τις αέρινες μορφές, ίσως εμπεριέχει όλη την θεώρηση της αισθητικής του αρχαιοελληνικού κόσμου, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την αρμονία και την τελειότητα. Αντικατοπτρίζει δε, όχι μόνο το απαύγασμα μιας ιστορικής εξέλιξης προς την κατάκτηση της γνώσης, αλλά και την λάμψη μιας υποδειγματικής κοσμοθεωρίας που δημιούργησε διαχρονικές αξίες, σταθερές, ακόμη και στον σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό.
            Δεν θα μπορούσε βέβαια, σε αυτό το σύμπαν, να μην βρει την θέση του και ο άνθρωπος. Έτσι, ο ικανότερος των Αχαιών, με τον ηρωικό αλλά και βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα, ο πολυμήχανος βασιλιάς Οδυσσέας, εντάχθηκε στην μυθολογική παράδοση του Παρνασσού.
            Ο μύθος θέλει ως ανάδοχο του Οδυσσέα τον παππού του, από την πλευρά της μητέρας του, Αυτόλυκο που ζούσε στον Παρνασσό. Ο Αυτόλυκος όταν έμαθε την γέννηση του εγγονού του ταξίδεψε στην Ιθάκη, για να επισκεφθεί την κόρη του Αντίκλεια. Εκείνη για να τιμήσει τον πατέρα της, έβαλε το μωρό στα γόνατά του και ζήτησε να του δώσει όνομα.

"γαμβρός εμός θυγάτηρ τε, τίθεσθ΄ όνομ΄ όττι κεν είπω
πολλοίσιν γαρ εγώ γε οδυσσάμενος τόδ΄ ικάνω,
ανδράσιν ηδέ γυναιξίν ανά χθόνα πολυβούτειραν.
Τω δε Οδυσσεύς όνομ΄ έστω επώνυμον."


"Γαμπρέ και θυγατέρα μου, ακούστε πιο όνομα του δίνω έφτασα εδώ εγώ συναντώντας πολλούς, άνδρες και γυναίκες, που με αντιπάθησαν κατά την πορεία της περιπλάνησης μου. Γι΄ αυτό ονομάζω το παιδί Οδυσσέα και έτσι να το φωνάζουν."
(Οδύσσεια, ιστ, 406 - 409)
  
Έτσι ο Αυτόλυκος έγινε όχι μόνο ανάδοχος, αλλά και προάγγελος του πεπρωμένου, αφού η μοίρα του μικρού αγοριού θα ταυτιστεί με το όνομά του. Θα είναι οδυσσάμενος (καταδικασμένος να μισείται) από τους θεούς.
            Μόλις ο Οδυσσέας μεγάλωσε, πήγε να βρει τους συγγενείς του. Με πολλή χαρά τον καλωσόρισαν ο παππούς του και η γιαγιά του η Αμφιθέα. Την άλλη κιόλας μέρα ο Αυτόλυκος, για να διασκεδάσει τον εγγονό του, οργάνωσε κυνήγι στα φαράγγια του Παρνασσού.
            Κατά την διάρκεια του κυνηγιού, ο νεαρός Οδυσσέας όρμηξε, για να χτυπήσει με το κοντάρι του ένα κάπρο που τα λαγωνικά είχαν βγάλει από τη φωλιά του. Το ζώο όμως πριν πέσει νεκρό, πρόλαβε και τον τραυμάτισε βαθιά, πάνω από το γόνατο. Το σημάδι αυτό δεν έφυγε ποτέ. Όταν ο Οδυσσέας, ύστερα από είκοσι χρόνια πολέμων και περιπλανήσεων θα επιστρέψει στην Ιθάκη, η τροφός του Ευρύκλεια θα τον αναγνωρίσει από αυτό.
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η ανθρώπινη φαντασία παρήγαγε τόσους μύθους, τοποθετώντας την πλοκή τους στο σκηνικό ενός συγκεκριμένου φυσικού χώρου και δραματοποίησε θεμελιώδεις υπαρξιακές έννοιες, όπως το θείο και υπερβατικό, την ίδια την γέννηση. Τις αισθήσεις, τον λόγο, την επιστήμη και τις τέχνες που διαμόρφωναν την ανθρώπινη υπόσταση, ακόμη και τους ήρωες. Τα πρότυπα ζωής που η δύναμη και οι αρετές τους, βοηθούσαν τον άνθρωπο να ξεπεράσει τις δυσκολίες της επιβίωσης.
Γεγονός είναι ότι ιστορικά, οι φυλές που έζησαν γύρω από τον Παρνασσό, αποτέλεσαν την καρδιά του ελληνισμού και  τους θεματοφύλακες του πολιτισμού του. Για πολλούς αιώνες η περιοχή αυτή ήταν εξαιρετικής σημασίας, αφού υπήρξε κέντρο πολιτισμικών ζυμώσεων, αλλά και ένα προπύργιο άμυνας, απέναντι στις καταβάσεις των βαρβάρων που τον επιβουλεύονταν.     
Η εύφορη λωρίδα γης που δημιουργεί ο Κηφισός, στριμωγμένη ανάμεσα στον Παρνασσό και τον Καλλίδρομο, αποτέλεσε και για αυτό τον λόγο, επί χιλιάδες χρόνια, πεδίο πολεμικών συγκρούσεων. Εκτός από τους επίδοξους κατακτητές που ήθελαν να προελάσουν μέσω αυτής της διόδου, προς τις νότιες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, με τις μεγάλες πόλεις και τα πλούσια ιερά, πολλές ήταν οι φορές που και ελληνικές φυλές επεδίωξαν τον έλεγχό της. Παρά το ότι ο πλούτος που παρήγαγαν δεν ήταν άξιος να θέλξει επιδρομείς, οι κάτοικοι της περιοχής, διαχρονικά υπέφεραν από συχνές καταστροφές και διώξεις εξαιτίας αυτών των συγκρούσεων.
Με την πάροδο των αιώνων, στην περιοχή της σημερινής Πολυδρόσου δημιουργήθηκαν οικισμοί και πόλεις, με γεωγραφικό και λατρευτικό σημείο αναφοράς, τον χώρο της πηγής του Κηφισού, διαγράφοντας μια ιστορική πορεία, με εκπληκτικό βάθος χρόνου ύπαρξης. Γεγονός που αποδεικνύεται από γλωσσικά και λαογραφικά στοιχεία, υπαρκτά μέχρι σήμερα, των οποίων η προέλευση χάνεται στην αχλή του παρελθόντος, καθώς και από τα μνημεία που υπάρχουν διάσπαρτα.            


 Η Λίλαια του Μυκηναϊκού κόσμου

 Την περιοχή του βορειοανατολικού Παρνασσού, διατρέχει η κοιλάδα του Κηφισού, ένας τόπος που φιλοξένησε από την αυγή της ιστορίας την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ανακάλυψη μιας ταφής παιδιού στην Ελάτεια που χρονολογείται στο 5500 π.Χ., μαρτυρά μια μόνιμη εγκατάσταση κατά την νεολιθική περίοδο. Η ευρύτερη περιοχή στην συνέχεια κατοικήθηκε από Πελασγούς και Αιολείς.
Στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ένας κλάδος της τελευταίας προελληνικής φυλής των Αιολέων, οι Αχαιοί, επικράτησαν από το 1600 π.Χ. δημιουργώντας τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Κυριότερα κέντρα εξουσίας τους στην κεντρική Ελλάδα, υπήρξαν η Θήβα, ο Ορχομενός και η πόλη Γλας, τα ερείπια της οποίας ανακαλύφθηκαν στην τοποθεσία του Κάστρου Βοιωτίας. Την στρατιωτική ισχύ όμως, συγκέντρωναν τα δύο ανακτορικά κέντρα, της Θήβας στην Στερεά και των Μυκηνών στην Πελοπόννησο. Η μοίρα αυτών των δύο πόλεων, ήταν να έλθουν σε σύγκρουση για την επιβολή της πλήρους κυριαρχίας τους. Ο επεκτατικός ανταγωνισμός τους που εξελίχθηκε σε πολεμική σύρραξη, είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή και εγκατάλειψη των Θηβών.

Αναπαράσταση της Νεκυίας στην οποία εικονίζεται ο Φώκος

Στο απόγειο της ακμής της, η υπερδύναμη των Μυκηνών επιχείρησε την επέκτασή της, προς τα πλούσια εδάφη της περιοχής του Εύξεινου Πόντου. Μια πορεία που πέρναγε από την Τροία, την οποία η πολεμική μηχανή των Αχαιών, έπρεπε να κατακτήσει. Η αναγωγή αυτού του εγχειρήματος σε "εθνικό", κινητοποίησε το σύνολο του ελληνικού κόσμου, προετοιμάζοντας την μυθική σύγκρουση που θα ακολουθούσε. Μια σύγκρουση της οποίας ο απόηχος έφτασε μέχρι το παρόν, μέσω του Ομηρικού έπους της Ιλιάδας. Η μνήμη των γεγονότων που διαδραματίστηκαν, αποκρυσταλλώθηκε στην λογοτεχνική έκφραση, διατηρώντας πολύτιμες πληροφορίες, βάση των οποίων μπορούμε να ανασυνθέσουμε το παρελθόν.     
Στην Ιλιάδα αναφέρεται η ύπαρξη ισχυρών, αυτόνομων πόλεων την μυκηναϊκή περίοδο (περ. 1300 π.Χ.). Στη β’ ραψωδία, παρατίθεται ο “κατάλογος των νεών”, ο οποίος περιγράφει την προέλευση και τον αριθμό της ναυτικής δύναμης που διέθεσαν οι Έλληνες στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Εκεί, καταγράφονται 9 Φωκικές πόλεις που συνέβαλαν με 40 πλοία. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και η Λίλαια. Ένα άμεσο συμπέρασμα που θα μπορούσαμε να εξάγουμε από αυτή την αναφορά, είναι ότι η δυνατότητα της να συμβάλλει οικονομικά και στρατιωτικά, σε ένα τέτοιο εγχείρημα, την κατατάσσει στις ισχυρές πόλεις της εποχής. Αρχηγοί της φωκικής μοίρας που ξεκίνησε από το λιμάνι της Κυπάρισσου [1] για να συμμετάσχει στην εκστρατεία, ήταν οι Σχεδίος και Επίστροφος.

[1] σημερινή Αντίκυρα
"Αυτάρ Φωκήων Σχεδίος και Επίστροφος ήρχον
υίες Ιφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο,
οι Κυπάρισσον έχον Πύθωνα τε πετρήεσσαν
Κρίσαν τε ζαθέην και Δαυλίδα καὶ Πανοπήα,
οι τ᾽ Ανεμώρειαν και Υάμπολιν αμφενέμοντο,
οι τ᾽ άρα παρ ποταμόν Κηφισόν δίον έναιον,
οι τε Λίλαιαν έχον πηγής έπι Κηφισοίο·
τοις δ᾽ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νήες έποντο."

"Ο Σχεδίος και ο Επίστροφος, γιοι του Ιφίτου [1], που ήταν
γιος του μεγαλόψυχου του Ναυβόλου[2], ήταν αρχηγοί στους Φωκείς,
που είχαν την Κυπάρισσο και την απόγκρεμη Πύθωνα
και την πανίερη Κρίσα και τη Δαυλίδα και τον Πανοπέα,
και σ᾿ αυτούς που κατοικούσαν στην Ανεμώρεια και την Υάμπολη,
και σ᾿ αυτούς που ζούσαν κοντά στο θείο ποταμό Κηφισό,
και που είχαν τη Λίλαια πάνω στις πηγές του Κηφισού.
Μαζί μ᾿ αυτούς ακολουθούσαν σαράντα μαύρα καράβια."

(Ιλιάδα, β’ 517 – 524)

Ο Σχεδίος σκοτώθηκε στον Τρωϊκό Πόλεμο από τον Έκτορα, στην μάχη γύρω από το πτώμα του Πατρόκλου (Ιλιάδα, ρ’ 306). Ο Παυσανίας γράφει γι’ αυτόν, ότι στη ζωγραφιά του Πολυγνώτου, στον Θησαυρό των Κνιδίων στους Δελφούς, απεικονιζόταν στεφανωμένος και κρατώντας μαχαίρι. Ο πίνακας του Πολυγνώτου κοσμούσε την Λέσχη των Κνιδίων και ήταν γνωστός ως Νεκυία ή Κατάβασις Οδυσσέως. Αναπαριστούσε σκηνή εμπνευσμένη από την λ ραψωδία της Οδύσσειας, όπου ο ήρωας κατήλθε στον Άδη για να ζητήσει χρησμό από την σκιά του μάντη Τειρεσία. Εκεί απεικονίζεται ο Σχεδίος στεφανωμένος και κρατώντας ξίφος να κοιτάζει τον Ορφέα. Στον ίδιο πίνακα, εικονιζόταν σε παιδική ηλικία και ο προπάτορας των Φωκέων, Φώκος, να δίνει ένα δαχτυλίδι στον Ιασέα.   
Το όνομα του Επίστροφου στην σύγχρονη εποχή, το 1973, δόθηκε σε ένα αστεροειδή του Δία, με τον κωδικό 23382 Epistrophos (4536 T-2).

         Αναπαράσταση της Νεκυίας στην οποία εικονίζεται ο Σχεδίος

[1] Ο Ίφιτος ήταν μυθικός ηγεμόνας των Φωκέων και είχε λάβει μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία.
[2] Ο Ναύβολος, κατά τον Ηρόδοτο, ήταν γιός του Φώκου και ιδρυτής της Δρυμαίας.

  
"Λίλαιαν δε των καλουμένων Ναίδων και θυγατέρα είναι του Κηφισού και από της νύμφης το όνομα τεθήναι τη πόλει φασί.."

(Παυσανία, Φωκικά, ΧΧΧΙΙΙ, 4)

            Η μυκηναϊκή πόλη της Λίλαιας που μνημονεύεται στο έπος της Ιλιάδας, βρισκόταν στον λόφο "Θεοτόκος" που συμπίπτει σήμερα γεωγραφικά, με την σημερινή Κάτω Αγόριανη [1]. Οφείλει το όνομά της στην ομώνυμη ναϊάδα νύμφη, κόρη του θεοποιημένου Κηφισού. 
Ο τρόπος δόμησης των τειχών που διασώζονται, είναι κυκλώπειος στην βάση, ενώ στα ανώτερα επίπεδα έχει τραπεζιόσχημη μορφή, κάτι που υποδεικνύει διαφορετικές φάσεις και χρονολογικές περιόδους κατασκευής τους. Η πρώιμη φάση της τεχνικής, οδηγεί τους αρχαιολόγους στο να τοποθετούν σε αυτή την περιοχή, τον μυκηναϊκό οικισμό.

Ο λόφος Θεοτόκος


[1] Δεν υπάρχει ιστορική ταύτιση μεταξύ των δυο οικισμών, αφού ο σημερινός δημιουργήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, από κατοίκους της Άνω Αγόριανης.


Μια δεύτερη αναφορά στην Λίλαια, γίνεται στον Ομηρικό "Ύμνο στον Πύθιο Απόλλωνα", όπου ο ποιητής περιγράφει το πως ο Απόλλωνας ίδρυσε το ναό στους Δελφούς, αφού περιπλανήθηκε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα αναζητώντας ένα κατάλληλο μέρος.

"ένθεν δέ προτέρω έκιες, εκατηβόλ' Άπολλον:
Κηφισσόν δ' άρ' έπειτα κιχήσαο καλλιρέεθρον,
ός τε Λιλαίηθεν προχέει καλλίρροον ύδωρ."

"Κι άλλο προχώρησες μπροστά εκατηβόλε Απόλλων.
Στον Κηφισό ευρέθηκες με την ωραία κοίτη
που απ᾿ τη Λίλαια το καλλίρροο νερό του αναβρύζει."

Η πηγή του Κηφισού, στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω, βρίσκεται 1700 μ. ανατολικά της πόλης. Σε όλα τα κείμενα της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, ακόμη και αυτών που γράφτηκαν πολύ μεταγενέστερα, η πόλη και η πηγή, παρουσιάζονται πάντα μαζί. Ο ποταμός Κηφισός ήταν και παραμένει, εξαιρετικά σημαντικός για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, αφού αρδεύει τον κάμπο που ξεκινά από την πηγή του και καταλήγει στον Ορχομενό και την Κωπαΐδα. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που η Λίλαια, δεν χάθηκε ποτέ από τα λογοτεχνικά και γεωγραφικά συγγράμματα, από την εποχή του Ομήρου, έως και τον 19ο αιώνα.   

  
Η Δωρική κατάβαση

 Η πίεση της μυκηναϊκής κυριαρχίας στον Ελλαδικό χώρο, προκάλεσε μεταξύ των άλλων και την μετακίνηση κάποιων φυλών - τμημάτων του. Μια φυλή που θα έπαιζε κυρίαρχο ρόλο τους επόμενους αιώνες, στην διαμόρφωση της ιστορικής εξέλιξης ήταν οι Δωριείς.

"φεύγοντες δουλοσύνην προς Μηκηναίων"

(Ηροδότου, Ιστορικά, ΙΧ, 27)

Οι Δωριείς αρχικά ζούσαν σε ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου. Κατά τον Ηρόδοτο αναγκάστηκαν να αυτοεξορισθούν, εγκαταλείποντας την γενέτηρά τους, για να γλιτώσουν από την τυραννία των Μυκηναίων. Τότε ξεκίνησε γι' αυτούς μια περιπλάνηση αιώνων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Μετά από μια αρχική εγκατάσταση στην Ιστιαιώτιδα (Όλυμπος), κατέληξαν στην Πίνδο και συγκεκριμένα στην περιοχή του σημερινού Μετσόβου. Εκεί έλαβαν την ονομασία Μακεδνοί. Μια ομάδα της φυλής, σε μεταγενέστερο χρόνο, θα εξαπλωθεί προς τον βορά, δημιουργώντας το Μακεδονικό έθνος.
Σε άγνωστη χρονική στιγμή, κατά την διέλευσή τους από την Στερεά Ελλάδα με προορισμό τον Όλυμπο, ο μύθος θέλει τον Φώκο, γιο του Ορτυνίωνα και αρχηγό Δωριέων προερχόμενων από την Κόρινθο, να δίνει το όνομά του στην περιοχή της Φωκίδας. Η αρχική ομάδα που εγκαταστάθηκε σε αυτή την γη, έμελλε να αναπτυχθεί γύρω από τον Παρνασσό και κυρίως στην πεδιάδα του Βοιωτικού Κηφισού, δημιουργώντας την φυλή των Φωκέων.
Μετά τον Τρωϊκό πόλεμο αρχίζει η φθίνουσα πορεία της Μυκηναϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Δωριείς μέχρι τότε, περίμεναν στην σκιά της ιστορίας, να αδράξουν την ευκαιρία για να επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη. Λόγω της απομόνωσης, είχαν διατηρήσει τα χαρακτηριστικά της φυλής. Τον πρωτόγονο τρόπο ζωής, όπου η επιβίωση στο σκληρό ηπειρωτικό έδαφος, τους ανάγκαζε να ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και την υλοτομία (δωριεύς σημαίνει υλοτόμος), καθώς και τον αρχαϊκό γλωσσικό ιδιωματισμό. Λόγω αυτών των δύο χαρακτηριστικών, οι υπόλοιποι Έλληνες τους κατέτασσαν στις υποδεέστερες πολιτισμικά φυλές. Έτσι αυτοί οι ορεσίβιοι, όταν οι "λαοί της θάλασσας" έκαναν την επίθεση τους στον μυκηναϊκό κόσμο προκαλώντας την κατάρρευσή του, άρχισαν από το 1200 π.Χ. με "το πέρασμα της Δεσκάτης", να κατακλύζουν την νότια Ελλάδα. Πρώτος σταθμός στην πορεία τους, ήταν η Δρυοπίδα στην περιοχή των σημερινών Καστελλίων όπου ίδρυσαν την περίφημη Δωρική Τετράπολη.   
Το 1100 π.Χ., στο τέλος της εποχής του χαλκού, η κάθοδος, η πιο σωστά η επιστροφή των σιδεροφόρων Δωριέων, εγκαινίαζε την μετάβαση στην περίοδο των "σκοτεινών αιώνων".  Από το 1050 π.Χ. έως το 900 π.Χ. το μυκηναϊκό σύστημα αποδομείται πολιτικά και οικονομικά. Η γραμμική Β ως γραφή, εγκαταλείπεται. Οι τέχνες και σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες, όπως το εμπόριο που είχε αναπτυχθεί μέσω των θαλάσσιων οδών στην Ανατολή, παρακμάζουν. Η ερήμωση των μυκηναϊκών αστικών κέντρων, η δημογραφική συρρίκνωση και η απαξίωση της μοναρχικής εξουσίας που ακολούθησαν ως συνέπειες της φθίνουσας πορείας, δήλωνε την οριστική ρήξη με το παρελθόν.
            Το κενό που άφησε πίσω του ο Μυκηναϊκός πολιτισμός και η μετακίνηση των  Δωριέων, πυροδότησαν στην αρχή της γεωμετρικής περιόδου (1100 π.Χ.) μια ακολουθία γεωγραφικής ανακατανομής των Ελληνικών φυλών, η οποία καταλάγιασε στην αρχαϊκή (700 - 500 π.Χ.). Η παρακμή των "σκοτεινών αιώνων", οδήγησε σε ένα μαζικό ρεύμα φυγής και στον εποικισμό άλλων περιοχών. Μεταξύ των άλλων και οι Φωκείς, ίδρυσαν αποικία τον 9ο αιώνα π.Χ. στα παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Χίο. Η νέα πόλη ονομάστηκε Φώκαια και εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Δημιούργησε έναν νέο τύπο πλοίου, την πεντηκόντορο, που της έδωσε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει τα πρώτα μακρινά θαλάσσια ταξίδια και να ιδρύσει αποικίες στην Μεσόγειο. Γνωστότερη όλων είναι η σημερινή Μασσαλία, στην Γαλλία, που ιδρύθηκε το 600 π.Χ.



Πεντηκόντορος



Το Κοινό των Φωκέων

 Σταδιακά, από τον 8ο αιώνα, οι φυλετικές ομάδες άρχισαν να συνθέτουν αστικά κέντρα, γύρω από μία ισχυρή θέση, την ακρόπολη. Περιφερειακά και σε χαμηλότερο επίπεδο συναθροίστηκαν κατοικίες και επαγγελματικοί χώροι. Παράλληλα δημιουργήθηκαν τείχη που προστάτευαν την ζωή και την περιουσία του ατόμου, καθώς και η οπλιτική φάλαγγα που ως ένα στρατιωτικό μέσο, διασφάλιζε την ελευθερία του. Η εξουσία που κατείχε ο μυκηναίος "άνακτας", ο μονάρχης, πέρασε μέσω ενός νέου ιεραρχικού συστήματος, στην δικαιοδοσία των ευγενών, εγκαινιάζοντας την αρχή του αριστοκρατικού πολιτεύματος. Έτσι από αυτό τον οικιστικό πυρήνα, δημιουργήθηκε η πόλη - κράτος, της αρχαϊκής περιόδου.  

Κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η οποία οδήγησε στην δημιουργία των πόλεων κρατών, φαίνεται ότι η Λίλαια των μυκηναϊκών χρόνων εγκαταλείφθηκε και δημιουργήθηκε μια νέα πόλη, σε απόσταση 900 μ. νοτιοανατολικά της παλιάς. Η  τοποθεσία που επιλέχθηκε, στο δυσπρόσιτο ύψωμα "Πύργος" ή ¨Παλαιόκαστρο", προσέφερε μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά και τον έλεγχο της κοιλάδας που ανοιγόταν μπροστά της. Η πόλη εξαπλώθηκε αμφιθεατρικά, στην ανατολική πλευρά του υψώματος και σε μικρή απόσταση από την πηγή του Κηφισού.
Σήμερα, στα ερείπια της, μπορούμε να διακρίνουμε την δυτική πλευρά της οχύρωσης που περιλαμβάνει ορθογώνιους πύργους, καθώς και τμήμα της ακρόπολης. Ο Παυσανίας όμως, μας προσφέρει στο κείμενό του μια στοιχειώδη περιγραφή της, προφανώς στην περίοδο ακμής.
  
στι δε εν Λιλαία θέατρον και αγορά τε και λουτρά : έστι δε και θεών ιερά Απόλλωνος, το δε Αρτέμιδος : αγάλματα δε ορθά εργασίας τε της Αττικής και της Πεντελήσι λιθοτομίας."

“Στη Λίλαια υπάρχει θέατρο, αγορά και λουτρά, καθώς και ένα ιερό του Απόλλωνα και ένα της Άρτεμης με αγάλματα όρθια, Αττικής εργασίας, από μάρμαρο Πεντέλης..”

(Παυσανία, Φωκικά, ΧΧΧΙΙΙ, 4)



Πύργος των τειχών της πόλης κράτους της Λίλαιας


Λόγω των προτερημάτων του, το οικιστικό μοντέλο της πόλης κράτους έγινε πόλος έλξης για τους ανθρώπους της εποχής και σύντομα η αύξηση του πληθυσμού έφτασε σε σημείο κορεσμού. Αυτός, καθώς και άλλοι παράγοντες, όπως η έλλειψη καλλιεργήσιμης γης που θα κάλυπτε της αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες των κατοίκων, συγκυριακά φαινόμενα, όπως περίοδοι δυσμενών κλιματικών συνθηκών (ανομβρία), αλλά και η αναζήτηση νέων δρόμων για την διεξαγωγή εμπορίου, προκάλεσε το δεύτερο μεγάλο κύμα του ελληνικού αποικισμού. Στην περίπτωση της Λίλαιας όμως, το πρόβλημα της δημογραφικής αύξησης, ίσως βρήκε έναν άλλο τρόπο επίλυσης. Την δημιουργία μιας κώμης, η οποία βρίσκεται σε απόσταση 2 χλμ. ανατολικά της Λίλαιας, γνωστή με την ονομασία Έρωχος.   

Το 601 π.Χ., ξέσπασε ο Α΄ Ιερός Πόλεμος. Οι Θεσσαλοί που έλεγχαν την Δελφική Αμφικτιονία, κήρυξαν τον πόλεμο και τελικά κατέστρεψαν την Κρίσσα και την Κίρρα, προβάλλοντας σαν αιτία την εκμετάλλευση των προσκυνητών του μαντείου των Δελφών από τους κατοίκους αυτών των πόλεων. Οι υπόλοιπες Φωκικές πόλεις που φυσικά είχαν συνταχθεί με τις ομόφυλες τους, υποδουλώθηκαν. Το γεγονός αυτό έδρασε καταλυτικά, οδηγώντας τους Φωκείς στην συνειδητοποίηση των κοινών δεσμών και της φυλετικής τους ταυτότητας και τελικά το 590 π.Χ. στην συγκρότηση του "Φωκικού Κοινού". Μιας ομοσπονδίας των πόλεων κρατών που είχε ως σκοπό να αντιμετωπίσοει τους επικυρίαρχους. Η απελευθέρωση ήρθε το 571 π.Χ., όταν οι Βοιωτοί νίκησαν τους Θεσσαλούς και ο στρατός τους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα φωκικά εδάφη. Το 510 π.Χ. οι δυνάμεις, των ενωμένων πλέον Φωκέων, κατανίκησαν τους Θεσσαλούς στην μάχη της Υάμπολης και εγκαθίδρυσαν την ανεξαρτησία τους.
Στην συμπολιτεία προσχώρησε ένας μεγάλος αριθμός πόλεων. Από το βόρειο μέρος της επικράτειας η Λίλαια, ο Έρωχος και η Χάραδρος. Εκατέρωθεν του Κηφισού, η Ελάτεια, η Τιθορέα, η Αμφίκλεια, η Δρυμαία, το Τεθρώνιο, η Νεών, οι Παραποτάμιοι, η Τριταία, οι Πεδιείς, ο Λέδων, οι Άβες και η Υάμπολη. Από τα νότια του Παρνασσού η Δαυλίδα και ο Πανοπέας, ενώ από τις βόρειες πλαγιές του Ελικώνα το Φλυγόνιο, η Στείριδα και η Άμβροσσος. Από τα δυτικότερα οι πόλεις Κρίσσα, Κυπάρισσος, Εχεδάμεια και Ανεμώρεια, καθώς και οι παραθαλάσσιες Κίρρα, Αντίκυρα, Μεδεώνας και Βούλις. Έτσι η ένωση αυτή, είχε στην κυριαρχία της ένα μεγάλο κομμάτι της ανατολικής Στερεάς που εκτεινόταν από τον Κορινθιακό έως τον Ευβοϊκό κόλπο. Στα σύνορά της είχε ανατολικά τους Λοκρούς, νότια την Βοιωτία και βόρεια τους Δωριείς.

Οι πόλεις της Φωκικής συμπολιτείας


 Η Ελάτεια ως πρωτεύουσα της συμπολιτείας και το Δελφικό Ιερό, υπήρξαν δυο σημεία αναφοράς στην ιστορία του Φωκικού Κοινού. Όπως μας περιγράφει ο Στράβωνας :

“επιφανέσταται δύο πόλεις, Δελφοί τε και Ελάτεια”
(9, 417)

      Το Ιερό των Δελφών, υπήρξε ένα κορυφαίο θρησκευτικό κέντρο. Η Δελφική Αμφικτιονία, που θεσμοθετήθηκε από τις Ελληνικές φυλές για την εποπτεία του, εξελίχθηκε σε ένα όργανο με τεράστια πολιτική επιρροή. Η επιδίωξη των φυλών να την έχουν υπό τον έλεγχό τους, στάθηκε αφορμή για σφοδρές πολεμικές συγκρούσεις, πρωταγωνιστές των οποίων ήταν κυρίως οι Φωκείς.        
       Η Ελάτεια ήταν η πρωτεύουσα της συνομοσπονδίας. Το διοικητικό κέντρο όμως, ήταν το “Φωκικόν”. Ένα ιδιότυπο οικοδόμημα που είχε την μορφή κλειστού σταδίου και στο οποίο συνεδρίαζαν τα συλλογικά όργανα των Φωκέων, όπως η εκκλησία του δήμου και η βουλή των πρυτανευόντων. Εκεί εκλέγονταν επίσης, οι τρεις Φωκάρχες. Τα ερείπια του βρίσκονται 4 χλμ. νοτιοανατολικά της σημερινής Δαύλειας.

Τριόβολο νόμισμα που κόπηκε στην Λίλαια το 480 π.Χ.

 Νόμισμα της Λίλαιας του 300 π.Χ.

Η Λίλαια ήταν μια από τις τέσσερις πόλεις των Φωκέων που έκοψε νόμισμα στην περίοδο της ακμής της (περ. τον 5ο αιώνα). Σε ασημένια τριόβολα [1] που έχουν βρεθεί σε θησαυρό στην Άμφισσα, εικονίζεται η νύμφη Λίλαια με την συλλαβή ΛΙ ως ενδεικτικού της προέλευσης του, στην πρόσθια όψη και ένα βούκρανο [2] στην οπίσθια. Ο ταύρος αποτελούσε ιερό σύμβολο για τους Φωκείς και θυσιαζόταν προς τιμή του ήρωα και προπάτορα Φώκου. Μια όμορφη αναφορά που συνδέει νοητά το σύμβολο του ταύρου με την πηγή, άρα υποδηλώνει τον ισχυρό δεσμό του Κοινού των Φωκέων με την Λίλαια, περιγράφει στα κείμενο του ο Παυσανίας, γράφοντας ότι τα νερά που ανάβλυζαν από την πηγή του Βοιωτικού Κηφισού, ιδίως το μεσημέρι, ακούγονταν σαν μούγκρισμα ταύρου.

"...ο ποταμός ενταύθα έχει τας πηγάς : άνεισι δε εκ της γης ου τα πάντα μεθ' ησυχίας, αλλ' ως τα πλείω συμβαίνειν μεσούσης μάλιστα τής ημέρας παρέχεται φωνήν ανερχόμενος : εικάσαις αν μυκωμένῳ ταύρω τον ήχον του ύδατος."

[1] Νομισματική υποδιαίρεση, ίση με το 1/3 της αξίας του οβολού
[2] Κεφαλή ταύρου



Έρωχος


            Το 480 π.Χ. ο Ξέρξης, μετά την μάχη των Θερμοπυλών, κατακλύζει την κοιλάδα του Κηφισού και ισοπεδώνει τις Φωκικές πόλεις. Αιτία αυτής της καταστροφής, ήταν το ότι οι Φωκείς, μαζί με τους Οπούντιους Λοκρούς, τους Θεσπιείς και τους Σπαρτιάτες, δεν παραδόθηκαν στους Πέρσες και αντιστάθηκαν. Στην μάχη των Πλαταιών που ακολούθησε, οι πόλεις που είχαν μηδίσει αναγκάστηκαν να πολεμήσουν με την πλευρά των Περσών. Οι υπόλοιπες δυνάμεις που είχαν απομείνει, παρά την καταστροφή που είχαν υποστεί, έδωσαν το παρών στο πεδίο της μάχης, ενισχύοντας το ελληνικό στρατόπεδο.

“Πορευόμενοι γαρ ταύτη παρά τον Κηφισόν ποταμόν εδηίουν πάντα,
και κατά μέν έκαυσον Δρυμόν πόλιν,
κατά δε Χαράδραν και Έρωχον και Τεθρώνιον..”

(Ηρόδοτος, Ιστορικά, VIII, 33)

Το γεγονός της καταστροφής του Ερώχου από τους Πέρσες, αποτέλεσε και την αφορμή για την πρώτη ιστορική καταγραφή την ύπαρξης του. Σχηματίζεται όμως το ερώτημα, του γιατί ο ιστορικός αναφέρει αυτό τον οικισμό αντί της Λίλαιας. Σε παλαιότερα κείμενα οι ερευνητές υπέθεσαν ότι, είτε η Λίλαια εκείνη την εποχή, είχε καταληφθεί από τους αντιπάλους Δωριείς της γειτονικής Τετράπολης, οι οποίοι είχαν μηδίσει ή ότι κάποια χρονική στιγμή έπεσε σε παρακμή και ο πληθυσμός της ενσωματώθηκε στον γειτονικό Έρωχο. Η τελευταία άποψη φαίνεται να είναι και η επικρατέστερη, διότι ανάμεσα στα ευρήματα των ανασκαφών του Ιερού της Δήμητρας, που χρονολογούνται στο 800 π.Χ., υπάρχουν κεραμίδια από την στέγη του ναού που αναγράφουν την λέξη “ΛΙΛΑΙΕΩΝ”, ως δηλωτικό της προέλευσης τους. Συνεπώς αφού ο Έρωχος βρίσκεται ανάμεσα στο ιερό και την Λίλαια και λόγω της εγγύτητας τους, αποδεικνύεται ότι οι δύο πόλεις ήταν συγγενείς. Δεν θα μπορούσε λοιπόν, να διαχωρίσουν την τακτική τους απέναντι στην περσική απειλή και να έχουν διαφορετική τύχη. Τα αιτία που προκάλεσαν αυτή την περίοδο παρακμής της Λίλαιας, είναι άγνωστα. Μια πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να είναι, ότι αυτό το γεγονός είχε σχέση με την μείωση του πληθυσμού που βίωσε η ελληνική περιφέρεια εκείνη την περίοδο, εξαιτίας του αποικισμού.


 Ο λόφος του Αγίου Βασιλείου από ανατολικά


Τα ερείπια του Ερώχου βρίσκονται στον λόφο του Αγίου Βασιλείου, σε απόσταση 1 χλμ. βορειοανατολικά της πηγής του Κηφισού, πάνω από το νεκροταφείο της σημερινής Πολυδρόσου. Στον χώρο διακρίνονται η βάση της οχύρωσης που περιβάλλει ένα τετράγωνο κτίσμα και άνδηρα, όπου εκτεινόταν η πόλη. Η ανάλυση του ονόματος του, έρως και χους (σε ελεύθερη απόδοση έρωτας για την γη), υποδηλώνει και την ψυχοσύνθεση των κατοίκων του. Άνθρωποι που η ειρηνική ενασχόλησή τους με την γη, τους ενέπνευσε, κάνοντάς μας μέσω της ιστορίας, κοινωνούς των όμορφων πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους. Ενδεικτικό του τρόπου ζωής τους αποτελεί επίσης, το ότι μαζί με τους Οπουντίους Λοκρούς, ήταν οι μόνοι Έλληνες που δεν χρησιμοποιούσαν σκλάβους.






 Οι Ιεροί Πόλεμοι


Οι Φωκείς ήταν μέλη της Δελφικής Αμφικτυονίας, μιας ομοσπονδίας στην οποία συμμετείχαν δώδεκα Ελληνικές φυλές. Το Αμφικτυονικό Συνέδριο γινόταν δυο φορές το χρόνο, το φθινόπωρο στην Ανθήλη και την άνοιξη στους Δελφούς, με την ονομασία "Πυλαία εαρινή". Οι εργασίες του Συνεδρίου περιελάμβαναν την ψήφιση θεμάτων που σχετίζονταν με την εποπτεία της περιουσίας και της λειτουργίας του ιερού, τον ορισμό των ιερέων και την διοργάνωση Πυθικών αγώνων. Ο ρόλος της Αμφικτυονίας ήταν αρχικά θρησκευτικός, αλλά αργότερα απέκτησε τεράστια πολιτική δύναμη. Έτσι η προσπάθεια για τον έλεγχο αυτού του οργάνου από τις φυλές, δημιούργησε συγκρούσεις που έμειναν γνωστές στην ιστορία ως Ιεροί Πόλεμοι.
Στον Α΄ Ιερό Πόλεμο (601 - 591 π.Χ.), όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι Θεσσαλοί αναδείχθηκαν νικητές απέναντι στις Φωκικές πόλεις κράτη.
            Στον Β' Ιερό Πόλεμο το 457 π.Χ., οι Αθηναίοι, για την στάση που κράτησαν οι Φωκείς απέναντι στους Πέρσες, τους βοήθησαν να πάρουν τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών. Αυτό βέβαια ήταν το πρόσχημα, διότι ουσιαστικά επιχειρούσαν εκμεταλλευόμενοι την συμμαχία τους, να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη στην Αμφικτιονία. Έτσι η Φωκική συμπολιτεία εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο και άρχισε να παίζει σημαίνοντα ρόλο στις Ελληνικές υποθέσεις, κρατώντας τον έλεγχο του ιερού μέχρι το 421 π.Χ..
            Τα επόμενα χρόνια η Θήβα κυριάρχησε στον ελλαδικό χώρο. Οι Φωκείς που είχαν υποχρεωθεί να προσχωρήσουν σε συμμαχία, κλήθηκαν το 362 π.Χ. να στείλουν στρατό, όταν η Θήβα θέλησε να επεκταθεί στην Πελοπόννησο. Η άρνηση τους να συμμετάσχουν σε αυτή την εκστρατεία προκάλεσε την μήνη των "συμμάχων", οι οποίοι για τιμωρία, τους κατηγόρησαν ως ασεβείς προς το Δελφικό Ιερό. Επέβαλλαν ένα εξοντωτικό πρόστιμο που προκάλεσε την αντίδραση των Φωκέων και οδήγησε στην ένοπλη αντιπαράθεση.
            Το 356 π.Χ. οι Φωκείς εξέλεξαν στρατηγό τον Φιλόμηλο και συμμαχώντας με την Σπάρτη,  δημιούργησαν ένα στρατό 5000 ανδρών και 500 ιππέων, με στόχο να καταλάβουν το Μαντείο και να ανατρέψουν την απόφαση. Με την συμμαχία επίσης συντάχθηκαν η Αθήνα και η Κόρινθος, διευρύνοντας τον αριθμό των εμπλεκομένων. Έτσι ξέσπασε ο Γ΄ ιερός πόλεμος.
            Δυο χρόνια αργότερα, ο φωκικός στρατός βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θηβαϊκό κοντά στον οικισμό  Νέων [1]. Κατά την διάρκεια της μάχης ο Φιλόμηλος τραυματίζεται και μπροστά στο ενδεχόμενο σύλληψης του, αυτοκτονεί. Για τους Φωκείς διαμορφώνεται μια ζοφερή κατάσταση που προδιαγράφει την τραγική κατάληξη. Την κρίσιμη εκείνη ώρα ο αδελφός του στρατηγού Ονόμαρχος, ξεδιπλώνοντας τις ηγετικές του αρετές, καταφέρνει να διασώσει ένα μέρος του στρατού, αλλά και την συμπολιτεία, αφού η διάλυση του θα σήμαινε και το τέλος της.

"ο δε Φιλόμηλος εκθύμως αγωνισάμενος και πολλοίς τραύμασι περιπεσών εις τινα κρημνώδη τόπον συνεκλείσθη: ουκ έχων δε διέξοδον και φοβούμενος την εκ της αιχμαλωσίας αικίαν εαυτόν κατεκρήμνισε και τούτον τον τρόπον δους τω δαιμονίω δίκας κατέστρεψε τον βίον. Ο δε συνάρχων αυτώ στρατηγός Ονόμαρχος διαδεξάμενος την ηγεμονίαν και μετά της ανασωζομένης δυνάμεως αναχωρήσας ανελάμβανε τους εκ της φυγής επανιόντας."

(Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16, 31, 4)

            Ο Ονόμαρχος στην συνέχεια αναδείχθηκε αρχιστράτηγος και του παραχωρήθηκαν αυξημένες εξουσίες. Ως απόλυτος πλέον άρχοντας, ξεκινάει την εφαρμογή ενός σχεδίου ανασύνταξης και αντεπίθεσης. Αφαιρώντας αναθήματα από το θησαυρό των Δελφών, κόβει νομίσματα και συγκροτεί ένα μισθοφορικό στρατό 20000 οπλιτών και 1000 ιππέων. Παράλληλα επισκευάζει τις οχυρώσεις των φωκικών πόλεων, θωρακίζοντας τις και εξασφαλίζοντας την προστασία των κατοίκων τους. Οι προετοιμασίες, ακολουθώντας φρενήρεις ρυθμούς, ολοκληρώνονται τον ίδιο χρόνο. Τότε εξαπολύει μια τρομερή επίθεση που παρασύρει στην πορεία της το Θρόνιο, την Άμφισσα, τον Ορχομενό. Η δύναμη του στρατεύματος αποδεικνύεται ασυγκράτητη και η στροφή της προς την Θεσσαλία, αρχίζει να ανησυχεί σοβαρά την ηγέτιδα δύναμη του μακεδόνα Φιλίππου του Β΄ [2]. Ο Ονόμαρχος διάγει δυο νίκες, αναγκάζοντας τον μακεδονικό στρατό να υποχωρήσει στα εδάφη του. Επίτευγμα που τον κατατάσσει ως μια μοναδική στρατιωτική προσωπικότητα, αφού κατάφερε να δρέψει τις δάφνες τέτοιου εύρους νίκης, έναντι της μακεδονικής φάλαγγας.  
            Ωστόσο οι ικανότητες του Ονόμαρχου, δεν στάθηκαν ικανές για να αλλάξουν το πεπρωμένο. Το 353 π.Χ. ο μακεδονικός στρατός νικάει τους Φωκείς στο Κρόκιο Πεδίο, της Μαγνησίας. Ο Φίλιππος εκτονώνει όλη του την οργή κρεμώντας τον Ονόμαρχο, ενώ τους 3000 άνδρες που διασώθηκαν από την μάχη, έδωσε την διαταγή να τους πνίξουν στην θάλασσα. Στο παρασκήνιο αυτής της πολύ σκληρής πράξης, διαγραφόταν η πολιτική σκοπιμότητα που δεν ήταν άλλη, από την εμπλοκή των αμέτοχων μέχρι τότε Μακεδόνων, στις υποθέσεις της νότιας Ελλάδας. Ο μακεδόνας βασιλιάς, προέβαλε την πολιτικοστρατιωτική του ισχύ και παρουσιαζόταν ως ο τιμωρός των ιερόσυλων του Ιερού των Δελφών.       
            Μετά την καταστροφή στο Κρόκιο, οι Φωκείς αναδεικνύουν στρατηγό τον Φαύλλο, ο οποίος όμως πεθαίνει σύντομα από φυματίωση. Η ηγεσία δίνεται στον γιο του Ονόμαρχου, Φάλαικο που όμως, όχι μόνο δεν διέθετε τις ικανότητες του πατέρα του, αλλά έπαιξε και ένα μοιραίο ρόλο στην ιστορία της συμπολιτείας.
            Ο Φίλιππος αυτή την φορά χρησιμοποιεί την διπλωματία, αντί της στρατιωτικής ισχύος και απομονώνει τους Φωκείς από τους συμμάχους τους, συνάπτοντας την Φιλοκράτειο ειρήνη. Ο Φάλαικος συνειδητοποιώντας την άσχημη τροπή, προχωρά σε συμφωνία με τον Φίλιππο και λιποτακτεί με το στράτευμα των 8000 μισθοφόρων στην Πελοπόννησο, εγκαταλείποντας τους Φωκείς στο έλεος των εχθρών τους.

"ο δε Φάλαικος εν τη Νικαία διατρίβων και θεωρών αυτόν ουκ αξιόμαχον όντα διεπρεσβεύσατο προς τον βασιλέα περί διαλύσεων. γενομένης δε ομολογίας ώστε τον Φάλαικον μετά των στρατιωτών απελθείν όποι βούλοιτο, ούτος μεν υπόσπονδος εις την Πελοπόννησον απεχώρησε μετά των μισθοφόρων, όντων οκτακισχιλίων, οι δε Φωκείς συντριβέντες ταις ελπίσι παρέδωκαν εαυτούς τω Φιλίππω."

(Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16, 59, 2)
[1] Κοντά στην σημερινή Τιθορέα
[2] Πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου
  
            Το 346 π.Χ. μετά από μια μακρά περίοδο εχθροπραξιών, οι Μακεδόνες ως θριαμβευτές εισβάλλουν στην Φωκίδα και καταστρέφουν τις πόλεις της, ανάμεσα σε αυτές και τον Έρωχο. Στην Αμφικτιονία που πλέον οι Φωκείς δεν είχαν κανένα σύμμαχο, καταδικάζονται ως ιερόσυλοι και τους επιβάλλονται εξοντωτικές ποινές που περιλαμβάνουν, την αφαίρεση των δύο ψήφων τους, οι οποίες περνούν στους Μακεδόνες, την επιβολή ετήσιου προστίμου 60 ταλάντων, ως αποπληρωμή για την αφαίρεση των αναθημάτων από το Μαντείο των Δελφών και ίσως η σκληρότερη όλων, ο διοκισμός των φωκικών πόλεων.

"έδοξεν ουν τοις συνέδροις μεταδούναι τω Φιλίππω και τοις απογόνοις αυτού της Αμφικτυονίας και δύο ψήφους έχειν, ας πρότερον οι καταπολεμηθέντες Φωκείς είχον: ...τας δε πόλεις απάσας των Φωκέων κατασκάψαι και μετοικίσαι εις κώμας, ων εκάστην μη πλείον έχειν οικιών πεντήκοντα, μηδ΄ έλαττον διεστάναι σταδίου τας κώμας απ΄ αλλήλων: έχειν δε Φωκείς την χώραν και φέρειν κατ΄ ενιαυτόν τω θεώ φόρον τάλαντα εξήκοντα, μέχρις αν εκτίσωσι τα απογραφέντα χρήματα κατά την ιεροσυλίαν: "

(Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16, 60, 1)

            Η λέξη διοκισμός, προέρχεται από το ρήμα "διοκίζω" που σημαίνει διασκορπίζω και χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει την πολιτική πράξη, του διασκορπισμού του πληθυσμού μιας πόλης. Ως ιστορικό προηγούμενο, αναφέρεται μόνο ο διοκισμός που επέβαλαν το 385 π.Χ. οι Σπαρτιάτες στην Αρκαδική πόλη της Μαντινείας, όπου οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν. Στην περίπτωση των φωκικών πόλεων, η ποινή, εκτός από την εγκατάλειψη των πόλεων, απαγόρευε στους κατοίκους τον συνοικισμό σε κοινότητες μεγαλύτερες των 50 ατόμων, την εκτροφή αλόγων και την οπλοφορία. Έτσι οι Φωκείς, όχι μόνο έχασαν την ασφάλεια που τους παρείχε η πόλη κράτος, αλλά και την ικανότητα αυτοάμυνας. Ο κατακερματισμός των πόλεων, δημιούργησε μικρότερες κοινότητες, οι οποίες αναγκάστηκαν να ζήσουν στην ύπαιθρο, υποβαθμίζοντας την ποιότητα της ζωής, αλλά και την πιθανότητα επιβίωσης. Οι κάτοικοι του Ερώχου, ίσως να δημιούργησαν τότε την πρώτη οικιστική εγκατάσταση, στην χαράδρα που σχηματίζει το ρέμα Ξηριάς [1]. Μια περιοχή που όπως θα δούμε παρακάτω, η συλλογική μνήμη θα χρησιμοποιήσει και αργότερα, όταν υπάρξει η ανάγκη προφύλαξης του πληθυσμού.   


[1] Η τοποθεσία Μαντάμια που βρίσκεται εκεί, είχε την ονομασία Παλιοχώρι. Στην περιοχή μέχρι και τον 20ο αιώνα υπήρχαν επαγγελματικές δραστηριότητες, άμεσα εξαρτημένες με τις δυνατότητες του φυσικού περιβάλλοντος.

            Ο Δημοσθένης που επισκέφθηκε ως απεσταλμένος των Αθηναίων την περιοχή το 343 π.Χ., περιγράφει ότι η κατάσταση ήταν τραγική, αφού ο λαός που είχε εκδιωχθεί από τις πόλεις, υπέφερε.

"...τούτων, ω άνδρες Αθηναίοι, δεινότερ᾽ ου γέγονεν ουδέ μείζω πράγματ᾽ εφ᾽ ημών εν τοις ελλησιν, οίμαι δ᾽ ουδ᾽ εν τω πρόσθεν χρόνω. τηλικούτων μέντοι και τοιούτων πραγμάτων κύριος εις ανήρ Φίλιππος γέγονεν δια τούτους, ούσης της Αθηναίων πόλεως, η προεστάναι των Ελλήνων πάτριον και μηδὲν τοιούτον περιοράν γιγνόμενον. ον μεν τοίνυν τρόπον οι ταλαίπωροι Φωκείς απολώλασιν, ου μόνον εκ των δογμάτων τούτων έστιν ιδείν, αλλὰ και εκ των έργων α πέπρακται, θέαμα δεινόν, ω άνδρες Αθηναίοι, και ελεινόν ότε γαρ νυν επορευόμεθ᾽ εις Δελφούς, εξ ανάγκης ην οράν ημίν πάντα ταύτα, οικίας κατεσκαμμένας, τείχη περιηρημένα, χώραν έρημον των εν ηλικία, γύναια δε και παιδάρι᾽ ολίγα και πρεσβύτας ανθρώπους οικτρούς ουδ᾽ αν εις δύναιτ᾽ εφικέσθαι τω λόγω των εκεί κακών νυν όντων. αλλά μην ότι τήν εναντίαν ποτέ Θηβαίοις ψήφον έθενθ᾽ ούτοι περί ημών υπέρ ανδραποδισμού προτεθείσαν, υμών έγωγ᾽ ακούω πάντων."

"Φοβερότερα από αυτά και σοβαρότερα, άνδρες Αθηναίοι, δεν συνέβησαν επί των ημερών μας στους Έλληνες, αλλά ούτε, νομίζω, κατά τον προηγούμενο χρόνο. Γι' αυτές όμως τις  σοβαρές υποθέσεις ένας μόνο άνδρας, ο Φίλιππος, έκρινε αποφασιστικά, ενώ υπάρχει ακόμη η Αθήνα, η οποία είναι πατροπαράδοτο να προΐσταται των Ελλήνων και να μην ανέχεται να γίνονται τέτοια πράγματα. Με ποιο λοιπόν τρόπο καταστράφηκαν οι δυστυχείς Φωκείς, μπορεί κανείς να το αντιληφθεί όχι μόνον από τις αποφάσεις αυτές, αλλά και από τις πράξεις που έγιναν. Θέαμα φοβερό και αξιοθρήνητο, άνδρες Αθηναίοι! Διότι τώρα τελευταία, όποτε πηγαίνουμε στους Δελφούς, είμαστε υποχρεωμένοι να βλέπουμε όλα αυτά, οικίες κατεστραμμένες, τείχη γκρεμισμένα, χώρα ερημωμένη από τους άνδρες, λίγες γυναίκες και μικρά παιδιά και γέροντες ανθρώπους σε ελεεινή κατάσταση. Κανείς δεν μπορούσε με τα λόγια του να εκφράσει το μέγεθος των κακών που συνέβησαν τώρα εκεί."

(Δημοσθένη, περί της Παραπρεσβείας, 64 - 65)
  
Όπως είδαμε, στους Φωκείς επιβλήθηκε ποινή, ετήσιας καταβολής 60 ταλάντων, ως αποζημίωση για την αφαίρεση του θησαυρού του Μαντείου των Δελφών, η οποία καταβάλονταν σε δυο δόσεις των 30 ταλάντων σε κάθε Πυλαία. Η αξία των αναθημάτων που αποτιμήθηκαν στα 10000 αργυρά τάλαντα, ήταν τεράστια για την εποχή. Ως μέτρο σύγκρισης, θα μπορούσαμε να λάβουμε τον ετήσιο προϋπολογισμό της Αθήνας που ανερχόταν στα 400 τάλαντα ή του μακεδονικού βασιλείου που έφτανε τα 1000. Τα αναθήματα ήταν χρυσά, αργυρά, χάλκινα και σιδερένια, από τα οποία τα μεν πολύτιμα μέταλλα χρησιμοποιήθηκαν από τους Φωκείς για να κοπεί νόμισμα που χρηματοδότησε τον στρατό τους και την κατασκευή οχυρωματικών έργων, ενώ τα υπόλοιπα θα μετατράπηκαν σε όπλα.  

"..Φωκείς [κατέβ]αλον τριάκοντα τάλαντα εν Δελ[φ]ο[ύς] εν τα εαρινάν πυλαίαν,
άρχον[τ]ων Φω[κεύ]σι Αρχεδάμου Ελατειέος, Κρίτωνος Ερωχού, Μελίτωνος Ελατειέος, Κρίτωνος Πο[...]ου, γραμ ατέοντος Τιμαρίνου Ερωχού.Άρχον[τ]ος Δελφοίς Παλαίου Ευάνθεος, βρυτανευόντων Θηβαγόρας Ελίνιος, Ε[ύ]δοκος Επη[ρ]άτου, Αρίστων [...]ητος, Εύπολις Κλεοδάμου, Κλέω[ν] Αινησιδάμου, [Μ]νασέας Ευανγέλου, Θεόδωρος Κρατείδα, Τε[λ]έδ[αμ]ος Αλέξωνος. Μάρτυρες. Δελφών Θέρ[σ]ανδρος Ασχ[ρι]ώ[νδα], Αγέστρατος Δάρκεος, Λ[ύ]σων [Χ]α[ρ]μα[ντ]ίδ[α, ...]χίδας, Φωκέων Τυδ[εύ]ς Ελατεύς, Νικόδωρος Λιλαιεύς, Ξενοπείθ[η]ς Ερωχός, Λάκριτος Ελατεύ , Νικόβουλος Ελατεύς"

"..οι Φωκείς κατέβαλαν τριάντα τάλαντα στους Δελφούς κατά την διάρκεια της εαρινής πυλαίας, με τους άρχοντες των Φωκέων Αρχεδάμου από την Ελάτεια, Κρίτωνα από τον Έρωχο, Μελίτωνα από την Ελάτεια, Κρίτωνα Πο[...]ου και τον γραμματέα Τιμαρίνο από τον Έρωχο, στον άρχοντα των Δελφών Παλαίου του Ευάνθεος και στους πρυτάνεις Θηβαγόρα του Ελίνιου, Εύδοκο του Επηράτου, Αρίστωνα του [...]ητος, Εύπολη του Κλεοδάμου, Κλέωντα του Αινησιδάμου, Μνασέα του Ευανγέλου, Θεόδωρο του Κρατείδα, Τελέδαμο του Αλέξωνα. Μάρτυρες ήταν από τους Δελφούς ο Θέρσανδρος του Ασχριώνδα, ο Αγέστρατος του Δάρκεος, ο Λύσων του Χαρμαντίδα, [...]χίδας και από τους Φωκείς ο Τυδεύς από την Ελάτεια, ο Νικόδωρος από την Λίλαια, ο Ξενοπείθης από τον Έρωχο, ο Λάκριτος από την Ελάτεια και ο Νικόβουλος από την Ελάτεια"

(Δελφοί, επιγραφή, 336 π.Χ.)

         Από αυτή την επιγραφή που ουσιαστικά αποτελεί ένα πρακτικό παράδοσης, των χρημάτων της ποινής, μπορούμε να εξάγουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Πρώτον ότι το χρηματικό ποσό ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, αφού ένα τάλαντο αντιστοιχούσε σε έξι χιλιάδες ασημένιες αττικές δραχμές. Ποσό που τότε ήταν ικανό να καλύψει την μηνιαία μισθοδοσία 200 ανδρών που στελέχωναν μια Αθηναϊκή τριήρη. Αυτό σημαίνει ότι τα τριάντα τάλαντα που πλήρωσαν οι Φωκείς, ισοδυναμούσαν με 180000 δραχμές ή τον μηνιαίο μισθό 6000 ανδρών. Το συνολικό ποσό που τελικά κατεβλήθει είναι άγνωστο, υπάρχει όμως δεύτερη επιγραφή, στην οποία καταγράφεται η ενδέκατη καταβολή χρημάτων. Από το 338 π.Χ., μετά την μάχη της Χαιρώνειας, ο Φίλιππος τελικά μείωσε την ποινή στα 10 τάλαντα, αφού οι Φωκείς είχαν κρατήσει τότε φιλομακεδονική στάση.

"πρόσοδος δε εγένετο [..] παλαι[ού ... επί της]
ηρινής πυλαίας, μηνός Ενδυσπο[ιτροπίου],
επί Δαμοχάρεος άρχοντος εν Δε[λφοίς, πρυτανευ]όντων
Νικοδάμου, Ηρακλείδα, Χα[ριξένου, Αλκ..ιμά]χου,
Αισχύλου, Χαιρεφάνους, Πυθ[οδώρου, Θράσωνος],
ιερομνημονούντων τώμ μετά Δα[όχου καὶ Θρασυδάου]·
[..] ενδεκάτην καταφοράν οι Φωκ[είς απήνεγκαν].."

(Δελφοί, επιγραφή, 333 π.Χ.)

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με την σύνθεση της επιτροπής των Φωκέων που είχε αναλάβει την παράδοση των δεδικασμένων. Οι εκπρόσωποι του Κοινού προέρχονται από τον Έρωχο και την Ελάτεια και ένας εξ αυτών από την Λίλαια. Με αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, ότι ο Έρωχος είχε ισχυρή θέση μέσα στο Φωκικό Κοινό, καθώς και σημαντική επιρροή από το 457 έως το 346 π.Χ. στο ιερό των Δελφών και την Αμφικτιονία. Συνυπήρχε δε με την Λίλαια, η οποία το 333 π.Χ. δεν έχει μεν εγκαταλειφθεί, αλλά σαφώς είχε χάσει την παλιά της ισχύ. Αποδεικνύεται παράλληλα ότι, εφόσον τα προνόμια που κατείχε, ήταν απόρροια της στάσης του κατά την Περσική εισβολή, ο Έρωχος δεν είχε μηδίσει.  


Η ακρόπολη και τείχη της Λίλαιας στην θέση Παλαιόκαστρο



Αιτωλική συμπολιτεία

 Το 311 π.Χ., οι έριδες των διαδόχων του Αλεξάνδρου για τον έλεγχο της περιοχής και του περάσματος των Θερμοπυλών, οδήγησαν στην απελευθέρωση της φωκικής συμπολιτείας. Όμως ο Κάσσανδρος, ένας εκ των διεκδικητών, εισέβαλε και τελικά κατέλαβε την κοιλάδα του Κηφισού το 300 π.Χ., αποκόπτοντας την Λίλαια και τον Έρωχο. 
Από το 356 π.Χ. οι Φωκείς βρίσκονταν σε κατάσταση πολέμου και βίωναν ολοκληρωτικές καταστάσεις, όπως η καταστροφή των πόλεων τους. Έτσι όταν το 290 π.Χ. η Αιτωλική συμπολιτεία πρόβαλε ως κυρίαρχη δύναμη, δεν αρνήθηκαν να συμμαχήσουν με αυτή. Παρά όμως την προσχώρηση στο νέο Κοινό, δεν δέχθηκαν να απολέσουν την αυτοδιοίκηση και την ανεξαρτησία τους.   
 Η νέα Αιτωλική συμπολιτεία αντιμετώπισε το 279 π.Χ., στους Δελφούς, την μεγάλη γαλατική επιδρομή κατά την οποία 300000 Κέλτες, με αρχηγό τον Βρέννο, εισέβαλαν στην ηπειρωτική Ελλάδα, με στόχο τον θησαυρό του Δελφικού Μαντείου. Η σφοδρή σύγκρουση, στην οποία συμμετείχαν και οι Λιλαιείς, ανέδειξε νικητές τους Έλληνες. Αυτό το γεγονός, αποτέλεσε και την τελευταία αναλαμπή στην στρατιωτική ιστορία των Φωκέων. 

"...τούς δε ενταύθα ανθρώπους, και επειδή ανῳκίσθη αυτοίς η πόλις, ατύχημα εκ Μακεδονίας δεύτερον σφάς έμελλεν επιλήψεσθαι. πολιορκηθέντες γαρ υπο Φιλίππου του Δημητρίου παρέστησαν κατά συνθήκας, και εσήχθη φρουρά σφισιν ες την πόλιν, έως ου ανήρ επιχώριος - όνομα δε οι ην Πάτρων - τούς τε εν ηλικία των πολιτών συνέστησεν επί την φρουράν και κρατήσας τους Μακεδόνας μάχη ηνάγκασεν απελθείν σφάς υποσπόνδους : Λιλαιείς δὲ αυτόν αντί της ευεργεσίας ταύτης ανέθεσαν ες Δελφούς."

“Τους κατοίκους της Λίλαιας και μετά τον επανοικισμό της πόλης τους, ήταν γραφτό να τους βρει δεύτερο ατύχημα από τους Μακεδόνες. Είχαν πολιορκηθεί από τον Φίλιππο γιο του Δημητρίου και αναγκάστηκαν να παραδοθούν με συμφωνία. Εγκαταστάθηκε στην πόλη τους φρουρά, μέχρις ότου ένας ντόπιος ονομαζόμενος Πάτρων, μάζεψε τους κατοίκους που ήταν σε στρατεύσιμη ηλικία, νίκησε σε μάχη τους Μακεδόνες και τους ανάγκασε να φύγουν. Οι Λιλαιείς για την υπηρεσία του αυτή ανάθεσαν στους Δελφούς ανδριάντα του.”

(Παυσανία, Φωκικά, ΧΧΧΙΙΙ, 3)

Η Λίλαια πολιορκήθηκε από τον Φίλιππο τον Ε΄ (238 – 179 π.Χ.), όταν το 220 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς κηρύττει τον πόλεμο [1], στην Αιτωλική Συμπολιτεία. Ο Φίλιππος, ως ιστορική προσωπικότητα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής. Κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του, ο ελληνικός κόσμος έγινε, για πρώτη φορά στην ιστορία, μάρτυρας της εμπλοκής μιας ξένης δύναμης, της Ρώμης, στα εσωτερικά πολιτικοστρατιωτικά ζητήματα του.

[1] Συμμαχικός Πόλεμος 220 - 217 π.Χ.

Η Αθήνα στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την μακεδονική απειλή, συμμαχεί με τον Άτταλο τον Α΄ βασιλέα της Περγάμου. Παράλληλα ζητά βοήθεια από τη νέα υπερδύναμη, τους Ρωμαίους. Η Σύγκλητος τότε αποφασίζει να αναμειχθεί, αποστέλλοντας δύο τελεσίγραφα [1] και εμφανιζόμενη ως προστάτιδα δύναμη της Αθηναϊκής συμμαχίας. Έτσι οι επιχειρήσεις του ρωμαϊκού στρατού το φθινόπωρο του 200 π.Χ., ξεκινούν τον Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο.
Οι Λιλαιείς εκμεταλλευόμενοι την συγκυρία, προσχώρησαν σε αυτή την συμμαχία, στασίασαν με αρχηγό τον Πάτρωνα κατά του Φιλίππου και κατεδίωξαν την Μακεδονική φρουρά. Το βάθρο του ανδριάντα που του αφιέρωσαν οι Λιλαιείς για την απελευθέρωση της πόλης, σώζεται σήμερα στο Μουσείο Δελφών, με επίγραμμα :

“στάσε Λίλα[αια Πάτρ]ωνα, αντιδιδο[ύσα θεώι]”

Λίλαια στάσου απέναντι στον Πάτρωνα ανταποδίδοντας του τιμές θεού.


Νόμισμα με την μορφή του
Τίτου Φλαμίνινου

Τον Ιούνιο του 197 π.Χ., οι αντιμαχόμενοι στρατοί, ο μακεδονικός και ο ρωμαϊκός συναντήθηκαν στην τοποθεσία Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας. Ο Φίλιππος συνετρίβη από τον Τίτο Φλαμίνινο (Titus Quinctius Flamininus) και βάση των σκληρών όρων που επιβλήθηκαν, η Μακεδονία έχασε όλες τις κτίσεις της. Έτσι οι Έλληνες, με την αυγή της Ρωμαϊκής εποχής θα βίωναν, για πρώτη φορά στην ιστορία, την υποτέλεια τους σε ένα ξένο κατακτητή.


[1] Το 200 και το 198 π.Χ.


Μνημεία και τεχνουργήματα


Η πηγή του Κηφισού ή πηγή Αγίας Ελεούσας

Η πηγή του Κηφισού, ήταν το σημείο αναφοράς για όλες τις πόλεις που δημιουργήθηκαν γύρω της, από την μυκηναϊκή έως την κλασσική περίοδο. Όπως φανερώνουν τα αρχαία κείμενα, οι δοξασίες και ο αρχαίος ναός που υπάρχει εκεί, κατείχε εξέχουσα θέση ως λατρευτικός χώρος του ποτάμιου θεού Κηφισού και της κόρης του ναϊάδας νύμφης Λίλαιας,
Οι ναϊάδες ήταν θεότητες του γλυκού νερού. Μαζί με την Άρτεμη, θεωρούνταν προστάτιδες των κοριτσιών μέχρι την ενηλικίωση τους. Ομοίως ο Απόλλωνας και οι ποτάμιοι θεοί, ήταν προστάτες των αγοριών. Χάρισαν το όνομα τους σε πόλεις, αφού η ύδρευση της κοινότητας ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της. Στα νερά των πηγών τους προσδίδονταν ιαματικές ιδιότητες, ενώ ενέπνεαν την ποιητική έκφραση και την μαντική ικανότητα.  
Αξιόλογη είναι η έμμεση σύνδεση της πηγής του Κηφισού με το Δελφικό Ιερό που αναφέρει ο Παυσανίας, καταγράφοντας την πεποίθηση της εποχής που θέλει τον Κηφισό να τροφοδοτεί από κοινού τις κόρες του, Κασταλία στους Δελφούς και Λίλαια, με το ζωογόνο νερό του.

"...το ύδωρ τη Κασταλία ποταμού δώρον είναι του Κηφισού..."

(Παυσανία Φωκικά, VIII, 10)
  
Ο ναός του Κηφισού


Ωστόσο ο Οβίδιος, παρουσιάζει μια όμορφη ποιητική εκδοχή για την νύμφη Λίλαια που είναι διαφορετική. Την ταυτίζει με την νύμφη Λειριώπη, την οποία ερωτεύτηκε παράφορα ο Κηφισός. Το όνομά της σημαίνει "το πρόσωπο του νάρκισσου", αφού λείριον ήταν μια ονομασία του λουλουδιού νάρκισσος. Ο μύθος την θέλει μητέρα ενός αγοριού που γεννήθηκε από την ένωση της με τον ποτάμιο θεό. Όταν αυτό το αγόρι έγινε άνδρας, ερωτεύτηκε με το ίδιο του το είδωλο και τελικά μην αντέχοντας τον ανεκπλήρωτο πόθο, μεταμορφώθηκε σε λουλούδι.
Αναπαράσταση ναϊάδας του 480 π.Χ.

"Εκείνος [1], που η φήμη του γιορτάζεται σε όλες τις πόλεις της Αονίας [2],
έδινε αλάθητες απαντήσεις στους ανθρώπους που ζήταγαν τη συμβουλή του.
Η γαλάζια Λειριώπη, ήταν η πρώτη που προκάλεσε την άμεμπτη φωνή του.
Κάποτε ο Κηφισός την κύκλωσε στο τύλιγμα της ροής του
και βίαια της προσέφερε την υδάτινη αγκαλιά του.
Σε λίγο καιρό από τότε η ομορφότερη των Νυμφών
γέννησε ένα αξιαγάπητο αγόρι που ονόμασε Νάρκισσο.
Γι΄ αυτόν ζήτησε συμβουλή, αν έμελλε να δει την μακρινή εποχή της ώριμης ηλικίας
και εκείνος προοιωνίζοντας αποκρίθηκε, "αν θα αναγνωρίζει τον εαυτό του..".
Για πολλά χρόνια η απάντηση έμοιαζε ανεξήγητη,
όμως τα γεγονότα, η ερωτική μανία και ο παράξενος θάνατος του, την επιβεβαίωσαν."

(Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 3, 342)




[1] Ο μάντης Τειρεσίας
[2] Η Βοιωτία



Βάθρα αγαλμάτων και δομικά μέλη

Σήμερα στον χώρο της πηγής του Κηφισού ή "Αγίας Ελεούσας", είναι ορατά τα υπολείμματα των αρχαιοελληνικών κατασκευών. Μπορούμε να δούμε τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη του κρηναίου οικοδομήματος, την αρχαία πλακόστρωτη δεξαμενή, λαξευμένα καθίσματα και βάθρα αγαλμάτων καθώς και τον μεγάλο αναληματικό τοίχο που στήριζε τον αρχαίο ναό του Κηφισού, ο οποίος αργότερα μετατράπηκε σε παλαιοχριστιανική βασιλική, αφιερωμένη στον Άγιο Χριστόφορο.
            Λαϊκοί θρύλοι υποστηρίζουν την ύπαρξη καθαρτηρίου, που λειτουργούσε εδώ υποδεχόμενο τους επισκέπτες των βόρειων ελληνικών περιοχών, στην πορεία τους προς το Μαντείο των Δελφών. Η θέση με το τοπωνύμιο “Αϊ Καθάρα” που βρίσκεται πλησίον της πηγής, με μια μετατροπή του ονόματος της, Καθάρα – Καθάρια – Καθαρή – Καθαρτήριο,  πιθανά να προδίδει την τελετουργική χρήση της. Η διαδικασία της κάθαρσης, με βασικά συστατικά το νερό και το αίμα των θυσιαζόμενων ζώων, αποτελούσε μέρος πολλών θρησκευτικών τελετών. Σε σχέση μάλιστα με το θυσιαστήριο που υπάρχει σε κοντινή απόσταση, αλλά και το γεγονός ότι οι Φωκείς για μεγάλη περίοδο είχαν στον έλεγχο τους το Δελφικό Ιερό, ίσως δίνει μια δόση αλήθειας στον μύθο.



Πινάκιο με μορφή Νύμφης (Λίλαια), 6ος αιώνας π.Χ. Λίλαια
Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας


Το παιδί με την χήνα

Από τα αρχαία οικοδομήματα υπάρχουν ελάχιστα αρχιτεκτονικά μέλη, διότι το υλικό τους χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του παρακείμενου βυζαντινού ναού. Ανάμεσα στα ευρήματα που κατά καιρούς ήρθαν στο φως, είναι το μοναδικού ύφους γλυπτό που βρέθηκε το 1908. Πρόκειται για ένα εράσμιο έργο του 3ου αιώνα π.Χ., που εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (αρ. 2772) και είναι γνωστό ως “το παιδί με την χήνα”. Εικάζεται ότι φιλοτεχνήθηκε σε αθηναϊκό εργαστήριο, από τον γιο του Πραξιτέλη, Κηφισόδοτο και είναι κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο. Το γλαφυρό σχόλιο μιας επισκέπτριας, που παρατηρεί ότι εξακολουθεί να ειρωνεύεται με το παιδικό του χαμόγελο, ακόμη και μετά από 2500 χρόνια, αναδεικνύει την ποιότητα της τεχνικής και την εκφραστικότητα του γλυπτού. Η ύπαρξη του γλυπτού στο χώρο των πηγών, συνδέεται με την συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να αφιερώνουν τα μικρά παιδιά τους σε ποτάμιες θεότητες. Γεγονός που αναφέρει και ο Όμηρος για τον Αχιλλέα, ότι δηλαδή ήταν ταμένος στον Σπερχειό (Ιλιάδα, ψ’ 141). Παράλληλα στον ίδιο χώρο ήρθε στο φως και η επιγραφή :

“Ξενοφάνης, Ξενοδώρα, Ανδρίσκον Καφισώι”


Χαρακτηριστικό της ευρύτερης περιοχής, είναι η διαχρονική παρουσία πόλεων με ισχυρή οχύρωση, αλλά και η έλλειψη σημαντικών μνημείων ή ναών. Αυτό προδίδει τα ολέθρια, για την ζωή των κατοίκων, αποτελέσματα των συνεχών πολέμων και λεηλασιών. Από τα λίγα, αλλά σημαντικά λόγω της σπανιότητας τους οικοδομήματα, είναι το ιερό της Δήμητρας. Βρίσκεται στην πλαγιά της “μεγάλης ράχης” και στη βόρεια έξοδο της Πολυδρόσου.


Σχέδιο των ανασκαμμένων μερών του ιερού της Δήμητρας


Η περίοδος λειτουργίας του ξεκινάει από τους αρχαϊκούς χρόνους και διατηρείται έως τους ελληνιστικούς. Το οικοδόμημα που είναι μερικώς ανασκαμμένο σήμερα, ήταν μία κλειστή, πιθανά τετράγωνη κατασκευή, της οποίας το σχήμα θυμίζει το Τελεστήριον, στην Ελευσίνα. Περιελάμβανε εξωτερικό περίβολο με δωμάτια, που έβλεπε εσωτερικά σε αίθριο. Εικάζεται ότι εκεί υπήρχε ναΐσκος ή βωμός, στον οποίο οδηγούσε πρόπυλο με κλίμακα. Η δυτική πλευρά του εξωτερικού περιβόλου, που έχει αποκαλυφθεί, έχει μήκος 74,20 μέτρα. 

Η κλίμακα του ιερού ναού της Δήμητρας


            Η ανακάλυψη του τεμένους έγινε τυχαία, με την εύρεση αναθηματικής πλάκας που αναφέρεται στην Δήμητρα και την κόρη της Περσεφόνη, με την τρίστιχη επιγραφή, του 4ου αι. π.Χ. :

“ΜΝΑΣΙΚΛΕΣ
ΔΑΜΑΤΡΙ
Κ[ΑΙ ΚΟΡ]ΑΙ”

Μερική ανασκαφή του χώρου πραγματοποιήθηκε από το 1928 έως το 1934, από τον τότε έφορο Θηβών και μετέπειτα διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας, Χρ. Καρούζο, ο οποίος καταγόταν από την Πολύδροσο. Περίληψη των ευρημάτων της ημιτελούς ανασκαφής και το σχέδιό της με αριθμό 451 του 1936 που είχαν συνταχθεί από τον Ιωάννη Τραυλό, δημοσιεύτηκαν από τον Β. Πετράκο στο Αρχαιολογικό Δελτίο του 1972. Ανάμεσα στα ευρήματα ήταν ένα χάλκινο αναθηματικό αγγείο, με την υστεροαρχαϊκή επιγραφή του 5ου αι. π.Χ. :

“ΔΑΜΑΤΡΙ ΕΝ ΕΡΟΧ[ΟΙ”

που πιστοποιεί ότι το ιερό ανήκε στον Έρωχο, πήλινα ειδώλια με παραστάσεις γυναικών, ζώων και θεοτήτων, πόρπες, σκουλαρίκια χάλκινα και ασημένια και λύχνοι.

Τάλαντα από τον ναό της Δήμητρας
Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας

Στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου Άμφισσας, παρουσιάζονται σπάνια προκερματικά χρήματα (τάλαντα), με την μορφή κρίκων, που ανακαλύφθηκαν στο ιερό της Δήμητρας και χρονολογούνται τον 8ο αι. π.Χ., σιδερένια καρφιά και βίδα της ίδιας περιόδου. Από τον Έρωχο, εκτίθενται δύο μελανόμορφοι κύλικες του 6ου αι. π.Χ. Ο πρώτος αναπαριστά μαινάδα και ο δεύτερος πολεμική σκηνή. Από την Λίλαια, ιδιαίτερη θέση κατέχει ένα χάλκινο περίαπτο (κόσμημα λαιμού) με πτηνόμορφες λεπτομέρειες, του 8ου αι. π.Χ., ένα μαρμάρινο ανάθημα με την μορφή κοριτσιού, προσφορά στον ποτάμιο θεό, του 3ου αι. π.Χ. και ένα χάλκινο διάδημα της γεωμετρικής περιόδου (περίπου 1000 – 700 π.Χ.).


Κύλικα με αναπαράσταση πολεμικής σκηνής, 6ος αιώνας π.Χ., Λίλαια
Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας

            Την λατρεία της θεάς Δήμητρας ασκούσαν γυναίκες και η κυριότερη γιορτή της πανελλαδικά, άρα και στο ιερό του Ερώχου, ήταν τα Θεσμοφόρια. Κατά τον Ηρόδοτο, η τελετή διδάχθηκε την εποχή των Πελασγών στις γυναίκες από τις Δαναΐδες, σε ανάμνηση των νόμων που υπέδειξε η θεά, η "φέρουσα τους θεσμούς", στους ανθρώπους ώστε να διάγουν ένα πολιτισμένο βίο, αποβάλλοντας τον πρότερο βάρβαρο και άγριο τρόπο ζωής. Όπως σχολίαζε και ο Κικέρων, "από τότε ο άνθρωπος απέκτησε την δυνατότητα όχι μόνο να ζει ευτυχισμένος, αλλά και να πεθαίνει ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο". Στα δρώμενα συμμετείχαν μόνο παντρεμένες γυναίκες, ενώ αποκλείονταν οι παρθένες, οι εταίρες, οι σκλάβες και οι άνδρες. Παράλληλα λοιπόν ο εορτασμός, λάμβανε και τον χαρακτήρα μιας αρχαίας εκδοχής της "ημέρας της γυναίκας", η οποία συμβόλιζε τον σημαντικό τους ρόλο στην ζωή της κοινότητας και την παράκληση τους για γονιμότητα και ευφορία.
            Ως κορυφαία κέντρα λατρείας της Δήμητρας θεωρούνταν η Αθήνα και η Ελευσίνα, σημαντικές όμως ήταν και άλλες πόλεις στην Ελλάδα, όπως η Σπάρτη, η γειτονική Δρυμαία, η Θήβα, η Μίλητος, οι Συρακούσες, η Ερέτρια, η Δήλος, η Έφεσος, κ.α.
            Ο αποκλεισμός των ανδρών από την γιορτή αποτελούσε μια ιδιομορφία, η οποία ενέπνευσε τον Αριστοφάνη να γράψει το περίφημο θεατρικό έργο "Θεσμοφοριάζουσες". Παρά όμως την προσέγγιση του κορυφαίου αρχαίου κωμικού, στην πραγματικότητα οι άνδρες ήταν υποχρεωμένοι να επιτρέπουν την συμμετοχή των γυναικών, να χορηγούν τα έξοδα της γιορτής και να τηρούν το άβατο που σημειωτέον η παραβίαση του, τιμωρούνταν με την θανατική καταδίκη.
          Τα Θεσμοφόρια διαρκούσαν τρεις μέρες, με αρχή την 11η του μήνα Πυανεψιώνος, δηλαδή στις 27 Οκτωβρίου του σημερινού ημερολογίου. Οι προετοιμασίες περιελάμβαναν τον ορισμό γυναικών που είχαν τελετουργικό ρόλο, όπως οι δυο τελετάρχες που ονομαζόντουσαν "άρχουσαι", οι "αντλήτριες" και οι "ατθίδες", στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω, καθώς και πράξεις καθαρμού, όπως η αποχή των συμμετεχουσών από κάθε ερωτική επαφή.  
             Την πρώτη ημέρα, την λεγόμενη "Άνοδο", γινόταν η πομπή των Θεσμοφόρων προς το ιερό της θεάς, η οποία σηματοδοτούσε και την αρχή του εορτασμού. Όπως περιγράφει ο Οβίδιος, γυναίκες ντυμένες με χιονόλευκους μανδύες και ξυπόλυτες, πορεύονταν φέροντας τους θεσμούς, δηλαδή τα νομικά βιβλία που συμβόλιζαν την μετάβαση του ανθρώπου στον πολιτισμένο βίο και άλλα αντικείμενα που συνδέονταν με τον μύθο της Περσεφόνης ή την γονιμότητα και προορίζονταν για αναθήματα, όπως πήλινα ομοιώματα χοίρων και φιδιών, στάχυα στολισμένα με χρυσές κορδέλες, ζυμαρένιους φαλλούς και κλαδιά πεύκου. Επίσης τελετουργικά σκεύη και ζωντανά χοιρίδια που θα προσφέρονταν ως θυσία. Τα αναθήματα ρίχνονταν σε φρεάτιο που διέθεταν οι ναοί της Δήμητρας, το οποίο κατέληγε σε ένα άδυτο υπόγειο χώρο.
            Από εκείνη την στιγμή άρχιζε η "Νηστεία". Οι γυναίκες διέμεναν στον χώρο του ιερού, τρώγοντας μόνο "σησαμούντας" που παρασκευάζονταν από μέλι και σουσάμι, όπως τα σημερινά παστέλια. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η νηστεία, ως δοκιμασία, συνέτεινε στη προσέγγιση του θείου. Οι Θεσμοφοριάζουσες κοιμόντουσαν στο έδαφος, πάνω σε κλαδιά λυγαριάς και άλλων ιεροβοτάνων με αντιαφροδισιακές ιδιότητες. Έτσι μέσω της μελαγχολικής διάθεσης που προκαλούσαν οι στερήσεις, συμμετείχαν στο πένθος της Δήμητρας για την αρπαγή της Περσεφόνης. Την νύχτα γινόταν η μύηση των γυναικών, που περιελάμβανε πυρσοφορία, επίδειξη των ιερών συμβόλων της θεάς και ομαδικό χορό. Επίσης οι "αντλήτριες", σε μια πράξη χθόνιου συμβολισμού, κατάλοιπου της προελληνικής πελασγικής λατρείας της Γαίας, αναλάμβαναν την συλλογή των αναθημάτων από τα φρεάτια. Μετά τον εξαγνισμό τους, η τέφρα αναμειγνύονταν με σπόρους δημητριακών, δημιουργώντας ένα υλικό με μαγικές ιδιότητες που εξασφάλιζε τη γονιμότητα των χωραφιών.
 Η τρίτη ημέρα λεγόταν "Καλλιγένεια" και την ευθύνη της διοργάνωσης της είχαν οι «ατθίδες». Ήταν η ημέρα πανηγυρισμού της ευφορίας της γης, της ευτεκνίας και πολυτεκνίας των γυναικών. Χαρακτηριστικό μέρος της αποτελούσε η θυσία των χοιριδίων, σε ανάμνηση του χοιροβοσκού Ευβουλέως, τον οποίο κατάπιε η γη μαζί με το κοπάδι του, όταν ο Πλούτων άρπαξε την Περσεφόνη. Ακολουθούσε κρεατοφαγία, σε κλίμα ξεφαντώματος και ευθυμίας, όπου οι γυναίκες κορόιδευαν, έσκωπταν, λοιδορούσαν και μιλούσαν άσεμνα η μία την άλλη. Αυτό εξηγείται διότι κατά τον μύθο, όταν η Δήμητρα, απελπισμένη και κουρασμένη από την αναζήτηση της Κόρης, κάθισε να αναπαυτεί στο Καλλίχορο Φρέαρ της Ελευσίνας, βρέθηκε μια γριά, η Ιάμβη που κατόρθωσε με αστεία και παντομίμες, να κάνει την θλιμμένη θεά να μειδιάσει. 

Η Δωρική γλώσσα

Η γλώσσα που μιλούσαν οι Λιλαιείς, ήταν μια παραλλαγή της Δωρικής διαλέκτου που σήμερα οι γλωσσολόγοι την διακρίνουν με τον όρο Βορειοδυτική. Ο Όμηρος, από τα φύλα της Στερεάς που μιλούσαν αυτή την διάλεκτο, αναφέρει τους Φωκείς, τους ανατολικούς Λοκρούς και τους Αιτωλούς. Η σύγχρονη επιστήμη έχει αποδείξει την χρήση της στην Ήπειρο, την  Ακαρνανία, καθώς και την άμεση συγγένειά της με την μακεδονική διάλεκτο.
Η Δωρική διατήρησε πολλούς αρχαϊσμούς στο λεξιλόγιο της, δίνοντας την αίσθηση μιας βαριάς, μονότονης, σταθερής και αριστοκρατικής γλώσσας. Η Βορειοδυτική που κατατάσσεται στην ήπια Δωρική (Doris mitior) είχε τρία κύρια χαρακτηριστικά. Την δοτική πληθυντικού που αλλάζει την κατάληξη -σι σε -οις (π.χ. από μείοσι σε μειόνοις), την χρήση της αρχαιότερης πρόθεσης εν αντί του εις (εν Δελφοίς) και την μετατροπή του -ερ- σε -αρ- (από μητέρα σε ματάρα). Ειδικά στην Φωκική ή Δελφική, όπως είναι γνωστή, λόγω της εκτενούς χρήσης της στις επιγραφές από τον 6ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ., υπάρχει η αλλαγή στην κατάληξη του απαρέμφατου από -ειν σε -εν (από φέρειν σε φάρεν). Χαρακτηριστικό παράδειγμα της Βορειοδυτικής Δωρικής στην περιοχή της Λίλαιας, αποτελεί η επιγραφή

" ΔΑΜΑΤΡΙ ΕΝ ΕΡΟΧ[ΟΙ "

που ανακαλύφθηκε στο Ιερό της Δήμητρας.
Υπάρχουν αρκετές λέξεις που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα στην ντοπιολαλιά της Πολυδρόσου και προέρχονται από την αρχαία διάλεκτο. Η λέξη "ούφλο", που χρησιμοποιείται περιγράφοντας το αυγό που ψήνεται στην χόβολη με τον φλοιό του, προέρχεται από το "έμφλοιον", δηλαδή "με την φλούδα του", ο "χαλός" (σιδερένιο κλαδευτήρι) από το δωρικό "χαλή", το "λ΄βί" (φρέσκο τρυφερό φασόλι) από το "λοβός", το "λατσούδ΄" (κλαδί ελάτου) από το "ελατίδιον", το "δραμάω" (τρέχω) από το "έδραμον", κ.α.
Εντυπωσιακή επίσης είναι και η προέλευση του σπάνιου γυναικείου ονόματος "Αλεφάντω" που χρησιμοποιείται ως σήμερα στην Πολύδροσο. Προέρχεται από την λέξη ανυφάντρα (υφαίνω - υφάντρια - υφάντρα). Η κατάληξη "-τρια" στα θηλυκά ονόματα είναι δηλωτικό επαγγέλματος και η προέλευσή της είναι μυκηναϊκή. Στην λαογραφία μας, είναι καταγεγραμμένος ο διαχωρισμός μεταξύ υφάντριας και ανυφάντρας, ως μια διαφορά στο επίπεδο άσκησης αυτής της τέχνης. Δηλαδή μια υφάντρα μπορεί να υφάνει, όμως η ανυφάντρα μπορεί και να διορθώσει τα λάθη της, με το να χαλάσει την ύφανση και να την ξαναπιάσει από το σημείο του λάθους. Έτσι είναι εύκολο να κατανοήσουμε την έννοια της επανύμφανσης και του προσώπου που την ασκεί, της ανα - υφάντρας.
Την πρώτη αναφορά της, έχουμε στα ομηρικά έπη, όπου η Πηνελόπη είναι ουσιαστικά μια ανυφάντρα, όχι κατ’ επάγγελμα, αλλά προκειμένου να καθυστερήσει τους επίδοξους μνηστήρες, που καραδοκούσαν να αρπάξουν το βασίλειο της Ιθάκης. Την ημέρα ύφαινε στον αργαλειό, ενώ όλη τη νύχτα ξήλωνε όσα είχε υφάνει.

"...ένθα και ηματίη μεν υφαίνεσκεν μέγαν ιστόν,
νύκτας δ' αλλύεσκεν, επήν δαΐδας παραθείτο..."
(Ομήρου Οδύσσεια)

Η λέξη ανυφάντρα λοιπόν, μετατράπηκε γλωσσικά με τον χρόνο, με την συνηθισμένη αλλαγή του ν σε λ και έγινε αλυφάντρα - αλυφάντρω - αλυφάντω - αλεφάντω (στην Πολύδροσο προφέρεται Αλιφάντου). Ανάλογη είναι και η προέλευση της λέξης "παστή" που ονομάζεται η μάλλινη υφαντή κουβέρτα. Αυτές οι κουβέρτες, αποτελούσαν ένα πολύτιμο κομμάτι στα προικιά της νύφης, κατά το εθιμοτυπικό του γάμου και προορίζονταν για την συζυγική κλίνη. Κατά τον Λουκιανό (Νεκρικοί Διάλογοι, 23,3), "παστός" ονομαζόταν το νυφικό δωμάτιο. Η ρίζα της λέξης διατηρήθηκε ακόμη και κατά την βυζαντινή περίοδο, όπου με την ίδια έννοια υπήρχε η ονομασία "παστοπήγιον".  

Η Βορειοδυτική Δωρική διάλεκτος θα δεχθεί επιρροές τον 3ο αι. π.Χ., εποχή κατά την οποία η αιτωλική συμπολιτεία θα προσαρτήσει τα εδάφη των Φωκέων, ενώ αργότερα θα αντικατασταθεί πλήρως από την αττική διάλεκτο.


Μυθολογικές μορφές της πηγής του Κηφισού


“Γη δε διακεκριμένη αρίστη της Φωκίδος εστίν ή παρά τον Κηφισόν και φυτεύσαι και σπείρειν και ανείναι νομάς”

(Παυσανία, Φωκικά, ΧΧΧΙΙΙ, 7)

Στις πηγές που έδιναν ζωή σε αυτόν τον εύφορο κάμπο, οι Λιλαιείς λάτρευαν τον Κηφισό. Η τοποθεσία σήμερα δεν έχασε τίποτα, από την μαγεία και τον μυστικισμό που αποπνέει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Σε αυτό τον τόπο, η ναϊάδα νύμφη Λίλαια λατρευόταν, παράλληλα με τον πατέρα της Κηφισό, ως θεότητα της πηγής και του νερού.
Ο άνθρωπος, στενά συνδεδεμένος με το περιβάλλον, κατανοούσε την αμοιβαία εξάρτηση της ζωής και σεβόταν τα αγαθά που αυτή του παρείχε για την επιβίωση του. Έτσι τα στοιχεία της φύσης έπαιρναν θέση στη συνείδησή του και υπόσταση στην φαντασία του. Τα θεωρούσε ζώντες οργανισμούς, με μυθική διάσταση. Στο πρόσωπο της Λίλαιας, οι άνθρωποι τιμούσαν συμβολικά την θηλυκή δύναμη της φύσης και την σημασία του υδάτινου στοιχείου, ως μιας δύναμης ζωής και γονιμότητας.


Ύμνος των Νυμφών

Νύμφαι, θυγατέρες μεγαλήτορος Ωκεανοίο,
υγροπόροις γαίης υπό κεύθεσιν οικί' έχουσαι,
κρυψίδρομοι, Βάκχοιο τροφοί, χθόνιαι, πολυγηθείς,
καρποτρόφοι, λειμωνιάδες, σκολιοδρόμοι, αγναί,
αντροχαρείς, σπήλυγξι κεχαρμέναι, ηερόφοιτοι,
πηγαίαι, δρομάδες, δροσοείμονες, ίχνεσι κούφαι,
φαινόμεναι, αφανείς, αυλωνιάδες, πολυανθείς,
συν Πανί σκιρτώσαι αν' ούρεα, ευάστειραι,
πετρόρυτοι, λιγυραί, βομβήτριαι, ουρεσίφοιτοι,
αγρότεραι κούραι, κρουνίτιδες υλονόμοι τε,
παρθένοι ευώδεις, λευχείμονες, εύπνοοι αύραις,
αιπολικαί, νόμιαι, θηρσίν φίλαι, αγλαόκαρποι,
κρυμοχαρείς, απαλαί, πολυθρέμμονες αυξίτροφοί τε,
κούραι αμαδρυάδες, φιλοπαίγμονες, υγροκέλευθοι,
Νύσιαι, μανικαί, παιωνίδες, ειαροτερπείς,
συν Βάκχωι Δηοί τε χάριν θνητοίσι φέρουσαι·
έλθετ' επ' ευφήμοις ιεροίς κεχαρηότι θυμώι
νάμα χέουσαι υγεινόν αεξιτρόφοισιν εν ώραις.

Νύμφαι θυγατέρες του μεγαλόκαρδου Ωκεανού.
Εσείς πού έχετε τις κατοικίες σας στα βάθη της γης σε δρόμους υδάτινους,
και κατοικείτε σε κρυφούς τόπους, που αναθρέψατε τον Βάκχο γήινες,
πού παρέχετε μεγάλη χαρά, πού τρέφετε τους καρπούς και ζείτε στα λιβάδια
Εσείς πού γυρίζετε στα λοξοειδή μονοπάτια, οι αγνές που χαίρεστε τα σπήλαια
και περιπλανάστε στον αέρα, ζείτε στις πηγές και κινείστε γρήγορα,
έχετε την δροσιά για φόρεμα και πόδια ελαφρά, φανερώνεστε, αλλά και δεν φαίνεστε,
ζείτε στις κοιλάδες και έχετε πολλά άνθη
μαζί με τον Πάνα πηδάτε επάνω στα βουνά,
ενθουσιαστικές, πού βγαίνετε από τις πέτρες, είστε λυγερόφωνες
προέρχεστε από τις βρύσες, και ζείτε στα δάση
είστε αρωματισμένες παρθένες, ντυμένες στα λευκά,
αποπνέετε ωραίες αύρες, έχετε σχέση με τους αιγοβοσκούς, με τους ποιμένες,
είστε φίλες των θηρίων, φέρετε ωραίους καρπούς, χαίρεστε τους δρυμούς, είστε απαλές,
τρέφετε πολλούς, βοηθάτε την γεωργία,
είστε κόρες που γεννηθήκατε μαζί με τις βελανιδιές,
αγαπάτε τα παιγνίδια, περπατάτε στα νερά,
Νύσιες, μανιακές, θεραπευτικές, ευχαριστείστε με την άνοιξη
μαζί με τον Βάκχο και την Δηώ φέρνετε χαρά στους ανθρώπους.
Ελάτε με χαρούμενη καρδιά στις ιερές θυσίες
και χύστε νερό υγιεινό σε εποχές πού βοηθούν την καρποφορία.

(Ύμνος Ορφικών Μυστηρίων)


Στην αρχαία τέχνη, οι Ναϊάδες αποτυπώθηκαν ως νέες όμορφες γυναίκες, καθισμένες ή ξαπλωμένες δίπλα σε πηγές, κρατώντας μια υδρία ή πλαισιωμένες από πλούσια φυλλώματα. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία είχαν θεϊκή καταγωγή και τους αποδίδονταν μαντικές και ιαματικές ιδιότητες. Αποτελούσαν μαζί με τους Σάτυρους, την τιμητική συνοδεία του Διονύσου, ενώ συμμετείχαν στις γιορτές των θεών που ευνοούσαν την γονιμότητα. Έδιναν τον έρωτα τους σε θεούς και σε ωραίους νέους, ενώσεις από τις οποίες γεννιόντουσαν ήρωες, μεγάλοι καλλιτέχνες, ποιητές και σοφοί. Τιμωρούσαν όμως σκληρά τις απιστίες, όσων είχαν συνδεθεί μαζί τους.
Στην μεταγενέστερη λαϊκή μας παράδοση τις συναντάμε ως νεράιδες, με φανερή την λεκτική και εννοιολογική τους συνάφεια (ναϊάδες - νεράιδες) και με ονομασίες όπως Αστέρω, Γαρέφω, Μηλίτσα, Ζαφείρα, Ασήμω, κ.α. Ο θρύλος τις θέλει τόσο όμορφες που άμα τις δει κανείς τρελαίνεται από αγάπη. Έχουν μακριά ξανθά μαλλιά που τα χτενίζουν με χρυσό χτένι και ωραία καταγάλανα αμυγδαλωτά μάτια. Φορούν χρυσοΰφαντα φορέματα, με λευκό αραχνοΰφαντο πέπλο καμωμένο από τις ίδιες. Πλένουν στο ποτάμι τα ρούχα τους και τα απλώνουν στους γύρω θάμνους, για να στεγνώσουν. Αν τότε κάποιος τύχει να περάσει από εκεί, τον γητεύουν και μόνο με μαγικά ξόρκια θεραπεύεται.
Ζουν τραγουδώντας και χορεύοντας και τα ανεμοσούρια (ανεμοστρόβιλοι) που δημιουργούνται ξαφνικά, είναι αποτέλεσμα των δαιμονικών χορών τους. Αν θέλει κανείς τότε να τις δει, πρέπει να ρίξει αλάτι και οι νεράιδες θα εμφανιστούν. Μπορεί μέσα στην αναστάτωση του αέρα, να αρπάξει το λευκό πέπλο που φοράει μια νεράιδα στο κεφάλι και να ζητήσει ότι χάρη θέλει. Μετά αυτή θα τον αφήσει να γυρίσει στο σπίτι του. Το καλύτερο απ’ όλα είναι να της γυρέψει το "αθάνατο νερό" ή κάποιο ρούχο, γιατί αυτό γιατρεύει κάθε λογής αρρώστια. Μπορούν επίσης, να τις δούνε σαββατογεννημένοι και αλαφροΐσκιωτοι, ενώ αν κάποιος τους μιλήσει του παίρνουν την λαλιά.
Έχουν ασυνήθιστες δυνάμεις, αφού γίνονται αόρατες, μεταμορφώνονται σε άλλα αερικά και μεταμορφώνουν. Διευθύνουν την ανθρώπινη τύχη και την καθορίζουν μάλιστα, με τις καλές ή κακές ευχές τους. Άμα δούνε κανέναν πολύ ωραίο νέο τον αρπάζουν και γεννάνε τα παιδιά του, τα οποία αφήνουν στα κλαδιά των δέντρων ντυμένα με ολόλευκα μεταξωτά ρούχα, για να τα βρει ο πατέρας τους. Όταν κάποιος νέος κατορθώσει να αρπάξει το πέπλο της νεράιδας, την σκλαβώνει και γίνεται σύζυγός του. Αν όμως η νεράιδα, μπορέσει να το πάρει πίσω, εξαφανίζεται και γυρίζει στο κόσμο της. Όταν φεύγει ο σύζυγός της, πηγαίνει μυστικά στο σπίτι και περιποιείται τα παιδιά της που λέγονται νεραϊδογεννημένα. Αν ο άντρας της κάψει το μαντήλι, την έχει δική του μέχρι να πεθάνει.


"Ο αγαπητικός των νεράιδων"

"Ήταν μια φορά ένας πολύ όμορφος νέος, σαββατογεννημένος που δούλευε σαν ξυλοκόπος. Μία ημέρα, εκεί που έκοβε ξύλα δίψασε και πήγε να δροσιστεί στην πηγή. Εκεί παρουσιάστηκαν εφτά πολύ όμορφες γυναίκες που του είπαν ότι για την ομορφιά του, θα τον βοηθούσαν να κόψει πολλά ξύλα και να τα φορτώσει. Το ίδιο έγινε και τις επόμενες μέρες. Οι νεράιδες τον συμπάθησαν τόσο που τον βοήθησαν πολύ και με τον καιρό, τον έκαναν πλούσιο.
Μια μέρα εκεί που κόβανε ξύλα, τον ρώτησαν να τους πει ποια είναι η ομορφότερη απ' όλες. Αυτός όμως είχε πονηρέψει και τους είπε ότι έτσι όπως τις έβλεπε όλες μαζί, δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν η ομορφότερη. Έπρεπε λοιπόν να έρχεται μια νεράιδα κάθε μέρα, για να την παρατηρεί και ύστερα να τους πει. Το δέχθηκαν οι νεράιδες και συμφωνήσανε να πηγαίνει από μία κάθε μέρα σ' αυτόν και αφού τελείωσαν με τα ξύλα, φύγανε.
Κάθε μέρα, λοιπόν, ερχόταν μία - μία οι νεράιδες, και τις εξέταζε γυμνές με όλη την ελευθερία. Όταν όμως τελείωσε αυτό, ήρθαν όλες μαζί, και τον ανάγκασαν να τους πει ποια είχε τα περισσότερα κάλλη. Αυτός προσπαθώντας να τις αποφύγει, τις παρακάλεσε να περάσουν μια άλλη φορά, γιατί τις έβρισκε όλες καλές και δεν ήξερε ποια να ξεχωρίσει. Οι νεράιδες όμως θύμωσαν, γιατί κατάλαβαν τον σκοπό του και τον τρέλαναν. Από τότε, οι συγχωριανοί του τον έβλεπαν να γυρνά σαν το αγρίμι στο βουνό και να ουρλιάζει, ώσπου μια μέρα χάθηκε εντελώς."



Ρωμαιοκρατία



Μετά το Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο, η Αιτωλική Συμπολιτεία αν και υποστήριξε τη Ρώμη στον πόλεμο κατά του Φιλίππου Ε', άρχισε να αποκτά εχθρική στάση απέναντι της. Αιτία αυτής της αλλαγής ήταν οι όροι της συνθήκης παράδοσης, οι οποίοι προέβλεπαν την προσάρτηση στην ρωμαϊκή κυριαρχία εδαφών που είχαν καταλάβει οι Μακεδόνες κατά την διάρκεια του πολέμου, αλλά πριν την εισβολή τους, ανήκαν στους Αιτωλούς. Απέστειλαν πρεσβεία στη Ρώμη για να τροποποιήσουν την συμφωνία, όμως η προσπάθεια τους απέτυχε. Η συμπολιτεία αποφασίζει τότε να διώξει τους Ρωμαίους από την Ελλάδα. Η πρωτοβουλία αυτή δεν βρήκε υποστηρικτές στις ελληνικές πόλεις και ως έσχατη λύση στράφηκαν στο Νάβι, τύραννο της Σπάρτης και στον Αντίοχο Γ' το Μέγα, ηγεμόνα των Σελευκιδών.
Το 192 π.Χ. ο Αντίοχος φτάνει στην ηπειρωτική Ελλάδα και καταλαμβάνει την Εύβοια. Το επόμενο έτος οι Ρωμαίοι τον κατανικούν στις Θερμοπύλες, αναγκάζοντας τον Αντίοχο να αποσύρει την προστασία του. Οι Αιτωλοί φοβισμένοι από την εξέλιξη προσπαθούν να συνθηκολογήσουν, αλλά οι Ρωμαίοι δεν δείχνουν καμία επιείκεια. Ως επιλογές έχουν την υποταγή τους στη ρωμαϊκή κυριαρχία ή την καταβολή υπέρογκων φόρων. Τελικά το 189 π.Χ., η Ρώμη και η Αιτωλική Συμπολιτεία συνάπτουν μια ειρηνευτική συνθήκη, η οποία όμως ουσιαστικά την καθιστά υποτελή, αφού πλέον απαιτείται η συγκατάθεση της Συγκλήτου σε οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Έκτοτε, αν και συνέχισε να υφίσταται κατ’ όνομα, δεν θα αποτελούσε ξανά υπολογίσιμη δύναμη. Με αυτό τον τρόπο γράφτηκε το τέλος μιας εποχής, κατά την οποία άνθισαν τα Κοινά των πόλεων κρατών, όπως αυτό των Φωκέων.
Το 146 π.Χ. οι Ρωμαίοι ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της ελληνικής χερσονήσου. Την άνοιξη αυτού του έτους, η αχαϊκή συμπολιτεία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Σπάρτης. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε ότι στρεφόταν εναντίον της Ρώμης, αφού οι Λακεδαιμόνιοι ήταν σύμμαχοι της. Μετά την ήττα του στρατού της αχαϊκής συμπολιτείας όσα κράτη τήρησαν φιλική ή ουδέτερη στάση έναντι της Ρώμης, όπως η Σπάρτη, η Αθήνα και μερικά Κοινά τα οποία ήταν ήδη υποτελή, όπως των Αιτωλών, διατήρησαν την αυτοδιοίκηση τους. Όσοι συντάχθηκαν με την αχαϊκή συμπολιτεία, μεταξύ αυτών και οι Φωκείς, υπάχθηκαν στην αρμοδιότητα του ανθυπάτου της Μακεδονίας.
Οι Ρωμαίοι θέλησαν από την πρώτη στιγμή να κυβερνήσουν με ένα σκληρό τρόπο. Εφάρμοσαν τη διοικητική πρακτική του  divide ut regnes, δηλαδή "διαίρει και βασίλευε" και εκμεταλλευόμενοι την διάσπαση των Ελλήνων, πέτυχαν να τους κρατούν αποδυναμωμένους. Διέλυσαν τα Κοινά, κατάργησαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα των πόλεων κρατών και εγκαθίδρυσαν Ρωμαίους αξιωματούχους ή φιλορωμαίους Έλληνες κυβερνήτες. Με την κατάργηση της δημοκρατίας, οι Έλληνες έχασαν την ελευθερία τους και τα πολιτικά τους δικαιώματα.
Σε οικονομικό επίπεδο, επιβλήθηκε βαριά φορολογία που έγινε η αιτία να εκτοξευθεί η φτώχεια. Η πολιτική και οικονομική καταπίεση προκάλεσε την γενικότερη παρακμή και αυτή με την σειρά της, την σοβαρή μείωση του πληθυσμού από τις αρρώστιες και την φτώχεια.
            Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να ζήσουν σε μία πραγματικότητα, όπου η ανέχεια αυξανόταν εξαιτίας της λεηλασίας των καλλιεργειών της υπαίθρου από τις λεγεώνες, οι κοινότητες εξασθενούσαν από την δημογραφική συρρίκνωση, αποτέλεσμα των στρατολογήσεων και της αιχμαλωσίας για την κατασκευή δημόσιων έργων και η απομόνωση, λόγω της επιβολής απαγόρευσης της επικοινωνίας μεταξύ των ελληνικών πόλεων, περιόριζε τον ζωτικό χώρο.
            Τη δυσαρέσκεια από τη σκληρή διοίκηση των Ρωμαίων, εκμεταλλεύτηκε ο βασιλιάς του Πόντου, Μιθριδάτης ΣT′, ο οποίος καλώντας τους Έλληνες να επαναστατήσουν, κήρυξε το 88 π.Χ. στη Μικρά Ασία, τον πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων. Η Αθήνα, η Βοιωτία και άλλες πόλεις, υπολογίζοντας στη βοήθεια του Μιθριδάτη, ανταποκρίθηκαν και επαναστάτησαν. Τότε ο βασιλιάς του Πόντου, ξεκίνησε μια εκστρατεία στην Ελλάδα, κερδίζοντας την υποστήριξη αρκετών άλλων. Η σύγκρουση με τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα ήταν αναπόφευκτη και οι μάχες που θα ακολουθούσαν, έμελλε να μετατρέψουν την καρδιά της κεντρικής Ελλάδας σε ερείπια.
           

Το πρώτο πλήγμα δέχθηκαν οι πόλεις της κοιλάδας του Κηφισού, λόγω της νευραλγικής τους θέσης, αλλά όπως όλα δείχνουν και της φιλορωμαϊκής στάσης τους. Ο Πόντιος στρατηγός Ταξίλης, στην κατάβαση του προς την νότια Ελλάδα, κατέλαβε την μακεδονική Αμφίπολη και στην συνέχεια χωρίς να συναντήσει άλλη αντίσταση, προέλασε δια μέσου της Θεσσαλίας, προς την Φωκίδα. Εκεί ξεκίνησε τις επιχειρήσεις του πολιορκώντας την Ελάτεια.
            Οι δυο στρατοί που η συνολική τους δύναμη υπερέβαινε τους 200000 άνδρες, συγκρούστηκαν αρχικά στην μάχη της Χαιρώνειας το 86 π.Χ. και εν συνεχεία στην μάχη του Ορχομενού το 85 π.Χ. Οι Ρωμαίοι κατέπνιξαν την επανάσταση και η τιμωρία για τις επαναστατημένες πόλεις ήταν βαριά, αφού προχώρησαν σε βάρβαρες λεηλασίες και καταστροφές στην Αθήνα το 86 π.Χ. και στη Θήβα την επόμενη χρονιά. Όσο για τους κατοίκους των Φωκικών πόλεων, η μοίρα φαίνεται ότι στάθηκε το ίδιο τραγική. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα, οι περιοχές τους υπέφεραν όχι μόνο από τον πόλεμο, αλλά και από την καταστροφή της γεωργικής παραγωγής, αφού το σύνολο των δυο στρατευμάτων συντηρούνταν από την λεηλασία της.
Ότι όμως οι Έλληνες δεν κατάφεραν με τα όπλα, το πέτυχαν με το πνεύμα. Οι Ρωμαίοι παρά την σκληρή στάση που υιοθέτησαν, σταδιακά άρχισαν να εκτιμούν τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής των Ελλήνων. Γοητεύτηκαν από τους ναούς, τα αγάλματα, τα θέατρα αλλά και τις γιορτές. Γνώρισαν δασκάλους, λόγιους και δημιουργούς των καλών τεχνών. Στην αρχή θέλησαν με τις αρπαγές έργων τέχνης, να φωτίσουν με το κλέος του ελληνικού πολιτισμού την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τους. Στην συνέχεια όμως, μελέτησαν και εφάρμοσαν την αισθητική προσέγγιση και την τεχνική τους σε δημόσια κτίρια, αγάλματα κ.α. Εμπλούτισαν τον πολιτισμό τους υιοθετώντας την ελληνική παιδεία και τους διδασκάλους της, μαθαίνοντας την ελληνική γλώσσα, η οποία μιλιόταν σε όλες τις ανατολικές επαρχίες και τα εμπορικά κέντρα, μεταφράζοντας λογοτεχνικά έργα, εισάγοντας την τραγωδία και την κωμωδία στο θέατρο, και αναπτύσσοντας την ρητορική.
            Έτσι μέσα από την συνύπαρξη των δυο λαών και την πολιτιστική ανταλλαγή, δημιουργήθηκε ένα νέο μείγμα που ονομάστηκε ελληνορωμαϊκός πολιτισμός.   
Τον 1ο αιώνα μ.Χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν κοσμοκράτειρα. Η έλλειψη εμφύλιων συγκρούσεων και η ανυπαρξία εχθρών εκτός συνόρων, έδωσαν την ευκαιρία στο κράτος να αναδιοργανωθεί σε τομείς όπως η οικονομία, το δίκαιο, ο στρατός και η διοίκηση. Οι μεταρρυθμίσεις βοήθησαν στο να επικρατήσει τάξη, ασφάλεια, δικαιοσύνη, καθώς και στο να εξομαλυνθούν οι μεγάλες κοινωνικές διαφορές. Δημιούργησαν δηλαδή τις προϋποθέσεις για να ανθίσουν όλες οι ειρηνικές, επαγγελματικές και κοινωνικές, ασχολίες.
Αυτή η περίοδος γαλήνης και ευμάρειας ονομάστηκε Pax Romana [1] και διήρκεσε περίπου από το 27 π.Χ. μέχρι το 180 μ.Χ. Στην διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελλάδα σταδιακά άρχισε να αποκτά την παλιά της αίγλη, κυρίως κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ελληνόφιλου αυτοκράτορα Αδριανού. Από κοινού με το λόγιο Ηρώδη τον Αττικό, ο Αδριανός προχώρησε σε εκτεταμένα έργα ανοικοδόμησης. 


[1] Ρωμαϊκή ειρήνη


            Το 150 μ.Χ. ο Έλληνας φυσικός και φιλόσοφος Κλαύδιος Πτολεμαίος, συγγράφει το εξάτομο έργο "Γεωγραφική Υφήγησις". Μια χαρτογράφηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εκεί καταγράφει την Λίλαια, η οποία εντάσσεται στην περιοχή Δωρίδας. Η ελληνική χερσόνησος, κατά την ρωμαϊκή διοικητική διαίρεση, αποτελεί την επαρχία Αχαΐας (Provincia Achaia), με έδρα την Κόρινθο.  


Μεταφρασμένη σελίδα της "Γεωγραφικής Υφηγήσεως" από μεσαιωνικό αντίγραφο.


Τμήμα χάρτη του Πτολεμαίου με την θέση της Λίλαιας (Lilea), από μεσαιωνικό αντίγραφο.


Στην περιοχή της Πολυδρόσου, από την ρωμαϊκή περίοδο, υπάρχουν ταφικά μνημεία στην θέση Σεντούκα, του αρχαίου λατομείου, καθώς και στην περιοχή  Μαντάμια. Δύο επιγραφές οι οποίες βρέθηκαν, η πρώτη στην Πολύδροσο και η δεύτερη στην Λίλαια, δίνουν το στίγμα της ύπαρξης της και μαρτυρούν μια σύντομη άνθιση που συμπίπτει με την ευδαιμονέστερη περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Η πρώτη επιγραφή βρίσκεται σήμερα στην κεντρική πλατεία της Πολυδρόσου και αποτελεί μάλλον, βάθρο αγάλματος :

[..]ΕΒΑΣΤΩΗ ΑΝΤΩ[..]

Σεβαστό Αντωνίνο (;)
(Πολύδροσος, ίσως του 2ου αι. μ.Χ.)

Πιθανά το άγαλμα ήταν αφιερωμένο σε αυτοκράτορα της δυναστείας των Αντωνίνων. Στον Αντωνίνο Πίο (Πίος σημαίνει ευσεβής) που κυβέρνησε από το 138 έως το 161 μ.Χ. ή στον Μάρκο Αυρίλιο Αντωνίνο Αύγουστο που ήταν αυτοκράτορας από το 161 έως το 180 μ.Χ. Οι Αντωνίνοι ακολούθησαν μια φιλειρηνική πολιτική που δημιούργησε ευημερία στην ρωμαϊκή επικράτεια. Εκείνη την περίοδο υπήρξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ελληνικό πολιτισμό και μια περιρρέουσα πνευματική ανάταση που εκφραζόταν με εξαίρετα δείγματα τέχνης και διάνθιση των φιλοσοφικών τάσεων.
Τα αυτοκρατορικά αγάλματα, όπως αυτό της Λίλαιας, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από απλές απεικονίσεις του ηγεμόνα. Εξέφραζαν μέσω ενός εικονιστικού προτύπου, το οποίο υπαγορευόταν απευθείας από αυτόν, το πολιτικό και ηθικό σύστημα αξιών της ιδεολογίας του και αποτελούσε το ισχυρότερο μέσο προπαγάνδας στην αχανή ρωμαϊκή επικράτεια. Οι Αντωνίνοι αυτοκράτορες, με δηλωμένη την προτίμηση τους προς τον ελληνικό πολιτισμό και τρόπο ζωής, απεικονίστηκαν γενειοφόροι, όπως οι Έλληνες φιλόσοφοι και με ελληνικό ένδυμα. Οι ανδριάντες ήταν τοποθετημένοι σε δημόσιους χώρους, υπενθυμίζοντας καθημερινά την παντοδυναμία του αυτοκράτορα και αντικαθιστώντας την φυσική του παρουσία. Μπροστά τους έδιναν όρκο πίστης οι στρατιώτες, παρείχαν άσυλο σε όποιον κατέφευγε δίπλα τους, ενώ η καταστροφή τους συνεπαγόταν πολύ αυστηρές ποινές.
Χρηματοδότες και αναθέτες των αυτοκρατορικών ανδριάντων ήταν συνήθως οι επίσημες αρχές της πόλης, διάφοροι αξιωματούχοι, ιερείς, αλλά και ιδιώτες, αφού πρώτα είχαν λάβει την κατάλληλη άδεια. Με την ανίδρυση ενός αγάλματος επιδίωκαν να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους προς τον ηγεμόνα, για την εύνοια που πιθανόν τους είχε δείξει ή και να κερδίσουν το ενδιαφέρον του.
            Πως όμως μια φτωχή πολίχνη, όπως η Λίλαια εκείνης της εποχής, θα μπορούσε να χορηγήσει την κατασκευή ενός τέτοιου αγάλματος ; Οι εκδοχές που ίσως θα πρέπει να εξετάσουμε είναι δύο. Η πρώτη είναι ότι πράγματι η πόλη κατάφερε να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό. Η δεύτερη έχει να κάνει με την ιδιωτική χορηγία που επίσης ήταν ένας συνηθισμένος θεσμός εκείνη την περίοδο. Αρκετές φορές και επιβαλλόμενος, ως ηθική πίεση του κοινωνικού συνόλου προς ένα πλούσιο πολίτη.
            Ο Ρωμαίος ιστορικός Δίων Κάσσιος (163-235 μ.Χ), αναφέρει στο έργο του  "Ρωμαϊκά" ότι ο Αντωνίνος ο Ευσεβής, συγκρότησε τρεις λεγεώνες, την 5η, την 6η και την 7η, στρατολογώντας γηγενείς της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Κεντρικής Ελλάδας. Η κάθε λεγεώνα αποτελούνταν από 16.000 βαριά οπλισμένους στρατιώτες, που υπηρετούσαν σε αυτή για 25 εως 30 συνεχή χρόνια. Στο σώμα είναι πολύ πιθανό να υπηρέτησαν και Λιλαιείς. Έτσι κάποιος από αυτούς, ίσως στάθηκε τόσο τυχερός, ώστε κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά να αναρριχηθεί στην ιεραρχία και με την ολοκλήρωση της θητείας του να επιστρέψει στην Λίλαια. Η οικονομική άνεση που είχε αποκτήσει, του έδωσε την δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα για την κατασκευή του αγάλματος. Το 212 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Καρακάλλας, έδωσε στους επίλεκτους στρατιώτες των λεγεώνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Την περίοδο αυτή πάνω από 150.000 Έλληνες λεγεωνάριοι με τις οικογένειες τους, έγιναν ισότιμοι πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. 

Αδι[αβηνικόν]
Παρθικό[ν Ευ]σεβή
Ευτυχή μέγιστον Λιλαιέων η πόλις

(Λίλαια, επιγραφή, τέλος 2ου αι. μ.Χ.)

Η επιγραφή της Λίλαιας αναφέρεται τιμητικά στον Σεπτίμιο Σεβήρο, επονομαζόμενο και Παρθικό. Ο Σεβήρος που κυβέρνησε από το 193 - 211 μ.Χ., πήρε το προσωνύμιο λόγω της νικηφόρας εκστρατείας του, αρχικά κατά των Πάρθων, όπου το 197 μ.Χ. κατέλαβε την πρωτεύουσά τους Κτησιφώντα. Στην συνέχεια, λόγω της κυριαρχίας του σε ολόκληρη την περιοχή της Μεσοποταμίας, προήλθε ο χαρακτηρισμός "Αδιαβηνικός", από την ομώνυμη περιοχή της.  
            Μετά την ακτινοβολία που χάρισε η εποχή της Pax Romana στον ρωμαϊκό κόσμο, ο 3ος αιώνας μ.Χ. βρίσκει την αυτοκρατορία να κλονίζεται από σοβαρά προβλήματα. Γερμανικές φυλές από τον βορά, οι Γαλάτες δυτικά και το βασίλειο των Σασανιδών στην ανατολή, άρχισαν να πιέζουν ασφυκτικά απειλώντας την εδαφική της ακεραιότητα. Οι αυτοκράτορες χρειαζόντουσαν όλο και περισσότερο στρατό και χρήματα, για να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς. Οι στρατηγοί έτσι αποκτούσαν μεγάλη δύναμη και συχνά διεκδικούσαν την εξουσία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πολιτικό χάος. Για να συντηρηθεί ο τεράστιος αριθμός στρατιωτών, ήταν αναγκαίο να βρεθούν οικονομικοί πόροι, γεγονός που προκάλεσε την αύξηση της φορολογίας και την υποτίμηση του νομίσματος. Οι μικροϊδιοκτήτες γεωργοί στρατεύονταν, εγκαταλείποντας τις καλλιέργειες. Άρα μην μπορώντας να πληρώσουν τους φόρους, παραχωρούσαν τα χωράφια τους στους μεγάλους γαιοκτήμονες, οι οποίοι με αυτό τον τρόπο συγκέντρωναν την γη στην κατοχή τους. Δρώντας αθροιστικά, αυτοί οι λόγοι, οδήγησαν την αυτοκρατορία σε βαθιά κρίση.
            Η έντονη αυτή περίοδος ταραχών και πολέμων, οδήγησε σε καθοριστικά γεγονότα για την ευρωπαϊκή ιστορία. Η προσωπικότητα που διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο εκείνα τα χρόνια, ήταν ο Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας. Τρεις περίφημες αποφάσεις που έλαβε σε διάστημα 12 ετών, από το 313 μ.Χ. έως το 325 μ.Χ., άλλαξαν για πάντα την πορεία της ανθρωπότητας. Η πρώτη ήταν το διάταγμα των Μεδιολάνων, με το οποίο θεσπίστηκε η αρχή της ανεξιθρησκείας. Σύμφωνα με αυτή, η άσκηση της χριστιανικής λατρείας κηρύχθηκε επιτρεπτή, τερματίζοντας έτσι τους αιματηρούς διωγμούς αιώνων που είχαν υποστεί οι χριστιανοί. Ο Κωνσταντίνος με αυτό τον τρόπο έδωσε ένα νόμιμο χώρο στον οποίο ο Χριστιανισμός θα μπορούσε να ανθίσει, ανάμεσα στις άλλες αρχαίες θρησκείες που εξακολουθούσαν να μένουν ακόμη ζωντανές. Προχώρησε μάλιστα στην έμπρακτη υποστήριξη του, αφού ενίσχυσε οικονομικά τις χριστιανικές κοινότητες, επέστρεψε τις δημευμένες περιουσίες των χριστιανών, κ.α.
            Η πρώτη μεγάλη κρίση που αναπτύχθηκε στους κόλπους της νέας θρησκείας, στάθηκε η αφορμή για την δεύτερη σημαντική παρέμβαση του. Όταν η αίρεση του Αρειανισμού άρχισε να κερδίζει όλο και μεγαλύτερο έδαφος, κλονίζοντας επικίνδυνα τα θεμέλια της εκκλησίας, συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ. Πρόθεση του Κωνσταντίνου, ήταν να μην παρεκκλίνει η φιλοσοφική προσέγγιση της πίστης, από τα διδάγματα της εκκλησίας. Η απόφαση αυτή θα μορφοποιούσε το χριστιανικό δόγμα, διατηρώντας το μέσα στους αιώνες, μέχρι σήμερα.    
 Το ίδιο έτος, στη μικρή πόλη του Βυζαντίου, το όραμα του Κωνσταντίνου για την ίδρυση μιας νέας πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, είχε ξεκινήσει να υλοποιείται. Στα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης το 330 μ.Χ. θα χαράξει η αυγή μιας νέας εποχής, κατά την οποία η βασιλεύουσα "Πόλη" έμελλε να κυριαρχήσει στην Μεσόγειο για τα επόμενα 1000 χρόνια. Έτσι η μεταφορά του κέντρου βάρους στην ανατολή, θα σημάνει και την αρχή του τέλους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.


Βυζαντινή Αυτοκρατορία


           Ο οριστικός διαχωρισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επήλθε το 395 μ.Χ., όταν ο Θεοδόσιος Α΄ μοίρασε στους γιους του την διοίκηση του ανατολικού και του δυτικού μέρους της. Εκείνη την περίοδο η σημερινή Φωκίδα, υπαγόταν στην Provincia Achaia (Επαρχία Αχαΐας), η οποία ανήκε στην Dioecesis Moesiae (Διοίκηση Μοισιών), ενώ τον 5ο αιώνα, η επαρχία ενσωματώνεται στην Dioecesis Macedoniiae (Διοίκηση Μακεδονίας).

            Στις αρχές του 6ου αιώνα, ένας βυζαντινός διοικητικός, ο Ιεροκλής, συντάσσει τον περίφημο κατάλογο του, με τίτλο "Ιεροκλέους Γραμματικού Συνέκδημος", στον οποίο απαριθμούνται οι 64 επαρχίες και 935 πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Συνέκδημος αποτελεί την σημαντικότερη πηγή για την διοικητική, πολιτική και εν μέρει την εκκλησιαστική γεωγραφία των μέσων του 5ου και του 6ου αιώνα. Από αυτό το κείμενο προκύπτει ότι η περιοχή της Φωκίδας υπάγεται στην Διοίκηση Ιλλυρικού [1] και στην "Επαρχία Ελλάδος ήγουν Αχαΐας" με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Σύμφωνα με μια σύγχρονη μελέτη, ο πληθυσμός της επαρχίας εκείνη την περίοδο, προσδιορίστηκε στις 600.000 ανθρώπους. Στην περιοχή του νοτιοανατολικού Παρνασσού καταγράφονται οι πόλεις "Βοέ και Δρυμία" [2], ως σημαντικά αστικά και εκκλησιαστικά κέντρα της εποχής. Στην επικράτεια τους τύγχανε μάλιστα να συνδέονται δύο κύριοι οδικοί άξονες. Ο πρώτος, ακολουθώντας τον ρου του Κηφισού, ένωνε την Κόρινθο με την Θεσσαλία, ενώ ο δεύτερος, περνώντας από το Βόϊον, την Λαμία και την Σκάρφεια, σημαντικό λιμάνι και μεγάλο αποθηκευτικό κέντρο σιτηρών της επαρχίας, με την Άμφισσα και το κομβικό λιμάνι της Ιτέας.

Αντίγραφο σελίδας του Συνέκδημου

[1]  περιλαμβάνει την Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια, την Πελοπόννησο και την Κρήτη  
[2] Το Βόϊον βρισκόταν στην σημερινή Μαριολάτα, ενώ η ονομασία Δρυμία αναφέρεται στην Αμφίκλεια
  
Την εποχή της συγγραφής του Συνέκδημου, ο Έρωχος δεν είχε πάψει να υφίσταται, αφού η ανακάλυψη νομισμάτων του Βασιλείου Α΄ [1] πιστοποιεί ότι κατοικούνταν, δεν αναφέρεται όμως στον κατάλογο, διότι λόγω της μείωσης του πληθυσμού είχε υποβιβαστεί σε έναν μικρό αγροτικό οικισμό, ένα "χωρίον". Σε αντίθεση με την πόλη που διέθετε διοικητικές και θρησκευτικές δομές και οικονομικούς φορείς, το "χωρίον" θεωρείτο η κατώτερη οικονομική και νομική οικιστική μονάδα. Η τυπική κοινωνική διαστρωμάτωση του, την βυζαντινή περίοδο, κατατάσσει τα μέλη του κυρίως βάση του εύρους της ιδιοκτησίας καλλιεργούμενων εκτάσεων, των "κτήσεων". Έτσι περιελάμβανε τους "μειζότερους", δηλαδή τους πλούσιους προύχοντες, οι οποίοι ταυτόχρονα ασκούσαν και δημόσια λειτουργήματα, τους "κτήτορας", εύπορους ιδιοκτήτες γης, τους "εμφυτευτάς" οι οποίοι δεν κατείχαν γη και εργαζόντουσαν στα κτήματα και τέλος τους "ανδράποδες", δηλαδή τους σκλάβους. Εμβόλιμα κατατάσσονταν στην ιεραρχία και άλλες κοινωνικές ομάδες, όπου υπήρχαν, όπως στρατιωτικοί, κληρικοί [2], βιοτέχνες και μισθωτοί εργάτες.

Βυζαντινή μικρογραφία χειρογράφου με σκηνή θερισμού


[1] Περίοδος βασιλείας 867 - 886 μ.Χ.
[2] Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, ήταν σπάνια στην περιοχή η ύπαρξη χριστιανικών κοινοτήτων, άρα και κληρικών.




            Τον 6ο αιώνα ο Ιουστινιανός εφάρμοσε μια επεκτατική πολιτική, προσηλωμένη στην αντίληψη της Reconquista, της επανάκτησης των εδαφών της παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία παρά την επιτυχία της θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα. Κυρίως διότι απαιτούσε την διάθεση τεράστιων ποσών από τα κρατικά ταμεία, για την συντήρηση του απαιτητικού μισθοφορικού στρατεύματος. Ο αυτοκράτορας, δεν άργησε να συνειδητοποιήσει την περιδίνηση στην οποία είχε περιπέσει η αυτοκρατορία και προσπάθησε να εξοικονομήσει πόρους, αντιμετωπίζοντας με νομοθετήματα τους ισχυρούς γαιοκτήμονες, οι οποίοι με την τακτική τους στερούσαν το κράτος από φορολογικά έσοδα. Όμως οι απαιτήσεις των στρατιωτικών επιχειρήσεων και η εσωτερική αναταραχή που προκλήθηκε από την αύξηση της φορολογίας που αποφασίστηκε για την υποστήριξη τους, ουσιαστικά ακύρωσαν την προσπάθεια οικονομικής σταθεροποίησης. Παράλληλα η δημιουργία μιας αχανούς αυτοκρατορίας, η ανέγερση του ναού της Ύπατης Σοφίας του Ένσαρκου Λόγου του Θεού ή Αγίας Σοφίας, καθώς και η κατασκευή οχυρωματικών έργων σε όλη την επικράτεια, χάρισαν λάμψη και μεγαλοπρέπεια στο Βυζάντιο. Άφησαν όμως ένα κράτος αδύναμο οικονομικά και ταυτόχρονα ένα βάρος που οι επερχόμενοι αυτοκράτορες θα αποδεικνύονταν ανίκανοι να σηκώσουν.
            Το τεράστιο πρόγραμμα αμυντικής θωράκισης της αυτοκρατορίας, αποτύπωσε ο ιστορικός της εποχής Προκόπιος, στο έργο του "Περί κτισμάτων". Το στρατηγικής σημασίας πέρασμα των Θερμοπυλών και η περιοχή της κοιλάδας του Κηφισού, ήταν από τις περιοχές οι οποίες επιλέχθηκαν για να ενισχυθούν με ένα δίκτυο οχυρωματικών έργων.

" Και πόλεις δε της Ελλάδος απάσας αίπερ εντός εισι των εν Θερμοπύλαις τειχών, εν τω βεβαίω κατεστήσατο είναι, τους περιβόλους ανανεωσάμενος άπαντας. Κατερηρίπεσαν γαρ πολλώ πρότερον, εν Κορίνθω μεν σεισμών επιγενομένων εξαισίων, Αθήνησι δε και Πλαταιάσι καν τοίς επί Βοιωτίας χωρίοις χρόνου μεν μήκει πεπονηκότες, επιμελησαμένου δε αυτών ουδενός των πάντων ανθρώπων. Επίμαχον δε ή αφύλακτον ουδέν είασεν, επεί αυτώ προεγρηγορότι των κατηκόων έννοια γέγονεν ως οι βάρβαροι καταθέοντες, αν ούτω τύχη, τά γε αμφί Θερμοπύλας χωρία, επειδάν τάχιστα πύθωνται ουδέν αυτοίς όφελος έσεσθαι υπερβεβληκόσι το έρυμα τούτο, τειχήρους πανταχόθι γεγενημένης της άλλης Ελλάδος, εθελοκακήσουσιν αυτίκα δη μάλα εξεπιστάμενοι ως πολιορκείν σφίσι πόλιν εκάστην επάναγκες έσται. Προσδοκία γαρ μηκυνομένη ταλαιπωρείν ουκ ανέχεται, ουδέ αναβαλλομένης ωφελείας εφίεται, αλλ΄ αποδίδοται της περί ταύτα οκνήσεως την μέλλουσαν τύχην."

" Επίσης κατέστησε ασφαλείς όλες τις πόλεις της Ελλάδας, η οποίες είναι εντός των τειχών των Θερμοπυλών, επισκευάζοντας τα τείχη τους. Είτε γιατί είχαν καταστραφεί καιρό πριν από φοβερούς σεισμούς, όπως στην Κόρινθο, ή γιατί, όπως στην Αθήνα, τις Πλαταιές και τις πόλεις της Βοιωτίας, είχαν υποστεί φθορές από το πέρασμα του χρόνου, αφού κανένας δεν φρόντισε ποτέ για αυτά. Ο αυτοκράτορας δεν άφησε τίποτα ευάλωτο ή αφύλακτο, φροντίζοντας άγρυπνα για την ασφάλεια των υπηκόων του, αφού ήταν πεπεισμένος ότι ακόμα και αν οι βάρβαροι κατάφερναν να περάσουν την περιοχή γύρω από τις Θερμοπύλες, θα αντιλαμβανόντουσαν ότι ξεπερνώντας αυτό το εμπόδιο, δεν θα είχαν αποκτήσει κανένα πλεονέκτημα, αφού η υπόλοιπη Ελλάδα ήταν οχυρωμένη σε κάθε σημείο. Έτσι θα απελπιζόντουσαν και θα εγκατέλειπαν την προσπάθεια, διότι θα έπρεπε να πολιορκήσουν κάθε πόλη ξεχωριστά. Όταν η προσδοκία τους παρατεινόταν και το κέρδος που επιθυμούσαν καθυστερούσε, δεν θα μπορούσαν να αντέξουν στην πίεση και η αναμονή αυτή, απλά θα καταργούσε την πιθανότητα επιτυχίας τους. "

(Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Βιβλίο Δ΄, α΄.2.23)
    
      Ο πύργος των Μανταμιών


Όπως σημειώνει και ο καθηγητής Χ. Ενισλείδης :

"Τα στενά των Θερμοπυλών τότε και πάλι γίνονται το θέατρον μεγάλων μαχών και σφοδρών επιθέσεων. Δια τούτο και οχυρώνονται με νέα τείχη από τους αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως και μάλιστα από τον Ιουστινιανόν. Τώρα όμως ο δρόμος προς την Βοιωτίαν δεν διέρχεται πλέον από την Ελάτειαν. Οι επιδρομείς προτιμούν την συντομοτέραν δια της Μενδενίτσης. Δια τούτο όλη η κοιλάς των πηγών του Κηφισού οχυρώνεται επιμελέστερον...Νέα φρούρια κτίζονται και νέα οχυρά κατασκευάζονται. Ίσως εις την εποχήν αυτήν ανήκει ο πύργος της Αμφίκλειας και οι πύργοι της Λίλαιας, της Τιθορέας και λοιπών οχυρών σημείων..."

            Στην νοτιοανατολική πλευρά του Παρνασσού υπάρχει μια σειρά πύργων, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε στρατηγικά σημεία εκατέρωθεν της κοιλάδας του Κηφισού. Οι φρουρές που τους στελέχωναν, ήταν μονάδες βαρέως πεζικού, οι άνδρες των οποίων ήταν εξοπλισμένοι με ατσάλινους θώρακες, τσεκούρια, ακόντια, σπαθιά και ασπίδες. Καλούνταν να υπερασπίσουν από τις άγριες βαρβαρικές επιδρομές, τα στενά ορεινά περάσματα και τον πληθυσμό παραπλήσιων οικισμών. Οι πύργοι μεταξύ τους επικοινωνούσαν με ένα σύστημα πυρσών, γνωστό από την αρχαιότητα.
            Ένας από αυτούς είναι ο "Πύργος των Μανταμιών". Το 10 μέτρων ύψους οικοδόμημα, βρίσκεται σε οχυρό σημείο, επάνω σε απόκρημνο βράχο του χειμάρρου Ξηριάς, που διασχίζει την περιοχή Μαντάμια. Ο ρόλος του στην περιοχή ήταν πιθανά ο έλεγχος, σε συνεργασία με τους πύργους της Λίλαιας και της Δρυμαίας, της στενής διόδου της πεδιάδας του Κηφισού, του αρχαίου μονοπατιού που οδηγούσε στους Δελφούς, καθώς και η προστασία του πληθυσμού του Ερώχου, ο οποίος σε περίπτωση κινδύνου έβρισκε καταφύγιο στην πλαγιά του Παρνασσού. Ο Χρ. Ενισλείδης αναφέρει σχετικά με τους πύργους της περιοχής :

“...οι βίγλες αυτές τις Φωκίδος υπήρχον και προ της εποχής αύτης επί Ρωμαίων και παλαιότερον. Διότι ο ιστορικός Πολύβιος εις την Ιστορία του λέγει προκειμένου περί του Φιλίππου του Ε βασιλέως της Μακεδονίας, 200 π.Χ. ότι κατάτον πόλεμον τούτου προς τους Ρωμαίους, ούτος διέταξεν τους Φωκείς να τον καθιστώσιν ενήμερον των κινήσεων του εχθρού δια των πυρσών, τους οποίους έπρεπε να ανάβουν ιδίως την νύχτα εις ορισμένους τόπους, τας πυρσείας, όπως ελέγοντο τότε οι βίγλες. Εγένετο δε η συνεννόησις δια ορισμένων συνθημάτων. Αι πυρσείαι αύται παλαιότερον ελέγοντο φρυκτώρια, διότι έδιδον σήματα την ημέραν με καπνόν και την νύκταν με την λάμψιν των φανών ή πυρσών, τους οποίους κατασκεύαζαν κυρίως από δαδί. Τα σήματα δε εξέπεμπε ειδική φρουρά η οποία έμενε μονίμως εις τα φρυκτωρία, οι φρυκτωροί ή βιγλάτορες των Βυζαντινών...”

Αναπαράσταση βυζαντινού βιγλάτορα

            Η αυτοκρατορία μετά τον Ιουστινιανό εισήλθε σε μία περίοδο σοβαρής κρίσης, την οποία τροφοδοτούσαν η τραγική οικονομική κατάσταση και οι ανίκανοι ή άτυχοι ηγέτες της. Η βασιλεία του Μαυρικίου [1] αποτέλεσε μια περίοδο κατά την οποία, ήταν πλέον έκδηλη η αδυναμία του ηγέτη να προστατεύσει την λαό του. Η οικονομική δυσπραγία, η αναξιοπιστία των απλήρωτων μισθοφορικών στρατευμάτων και η διαφθορά των πολιτικών παραγόντων, ώθησε σε λύσεις απελπισίας. Έτσι στην προσπάθεια να αποφύγει την πτώχευση, ο Μαυρίκιος πέφτει σε μοιραία λάθη, μειώνοντας τον μισθό του συνοριακού στρατού ή πολλές φορές, εγκαταλείποντας τον στην τύχη του. Αυτές οι ενέργειες προκάλεσαν  ανταρσία, χαλαρώνοντας την φύλαξη των συνόρων και έδωσαν τον χώρο στις βαρβαρικές φυλές του βορά, να εισβάλουν σε μια ανυπεράσπιστη βαλκανική χερσόνησο.



[1] 582 - 602 μ.Χ




            Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ηράκλειος θα ανασχέσει την καταστροφική πορεία της αυτοκρατορίας, με την εισαγωγή ενός νέου συστήματος που θα άλλαζε την αμυντική φιλοσοφία και τελικά την διοικητική διάρθρωση του Βυζαντίου. Ο θεσμός των Θεμάτων, θα εξασφάλιζε για πολλούς αιώνες, την ύπαρξη αξιόμαχων στρατευμάτων και ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης στους υπηκόους. Τα Θέματα, δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπίσουν αρχικά την Αραβική επιδρομή στις ανατολικές επαρχίες, αργότερα στην Μακεδονία, για την προστασία από την Σλαβική κατάβαση και τους Βουλγάρους, ενώ στην συνέχεια εφαρμόστηκαν σε όλη την επικράτεια. Η πρώην Διοίκηση Μακεδονίας, στην οποία υπαγόταν η Στερεά Ελλάδα, περίπου το 690 μ.Χ. μετατράπηκε στο Θέμα της Ελλάδας.
            Αρχικά η ονομασία Θέματα αναφερόταν σε περιοδεύουσες στρατιωτικές μονάδες και αργότερα, με την μόνιμη εγκατάσταση τους σε μια περιοχή, ως Θέμα νοούνταν η διοικητική περιφέρεια στην οποία επιχειρούσαν. Στην τελική τους μορφή, ο στρατηγός του Θέματος, συγκέντρωνε στην δικαιοδοσία του την στρατιωτική και την πολιτική εξουσία της περιφέρειας.
            Η διάρθρωση του Θέματος περιελάμβανε σε πρώτο επίπεδο, δυο ή τρεις τούρμες, με αρχηγούς τους τουρμάρχες. Η κάθε μια από αυτές χωρίζονταν σε τρεις μοίρες, με επικεφαλής τους δρουγγάριους (δούκες). Αυτές με την σειρά τους υποδιαιρούνταν σε δέκα βάνδα που στο καθένα υπηρετούσαν 300 έως 400 στρατιώτες, υπό την διοίκηση ενός τριβούνου (κόμητα). Ένα ενδιαφέρον στοιχείο, αποτελεί το γεγονός ότι τα ορεινά περάσματα μεγάλης στρατηγικής σημασίας, οι "κλεισούρες" όπως ονομάζονταν, διοικούνταν με διαφορετικό καθεστώς και με αρχηγό τον κλεισουράρχη. Ίσως η τοποθεσία Κλεισούρα της Μενδενίτσας, την οποία διαβαίνει κανείς στο πέρασμα από τις Θερμοπύλες προς τον κάμπο του Κηφισού, ήταν η έδρα μιας τέτοιας μονάδας του βυζαντινού στρατού. Αυτό το διοικητικό πρότυπο θα διατηρούνταν για αρκετά χρόνια, αφού οι Φράγκοι με τον ερχομό τους, θα επέλεγαν την τοποθεσία ως έδρα της φεουδαρχικού τύπου ηγεμονίας τους, με την οικοδόμηση κάστρου και την εγκαθίδρυση μαρκιωνίας.   
            Στο παρελθόν ο βυζαντινός στρατός αποτελούνταν από ένα συνονθύλευμα μισθοφόρων που συχνά και για διάφορους λόγους, αποδεικνύονταν αναξιόπιστοι. Όμως με την επικράτηση των Θεμάτων η σύνθεση του άλλαξε και οι μονάδες του στελεχώθηκαν με ελεύθερους χριστιανούς αγρότες, οι οποίοι διαμόρφωσαν ένα ομοιογενές σύνολο με εθνικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα το κράτος τους παραχώρησε κτήματα και μισθό. Με αυτές τις μετατροπές επιτεύχθηκαν δύο σημαντικά αποτελέσματα. Πρώτον ότι οι στρατευμένοι αγρότες, ουσιαστικά υπερασπίζονταν την γη και την ελευθερία τους. Άρα είχαν ένα σοβαρό αγωνιστικό κίνητρο, με συνέπεια την συνολική αναβάθμιση του αξιόμαχου και της φερεγγυότητας του βυζαντινού στρατού. Και δεύτερον, ότι τα έσοδα που αποκόμιζαν, στήριζαν τα μικρομεσαία αγροτικά στρώματα της περιφέρειας και κατ΄ επέκταση την οικονομία της αυτοκρατορίας. Ένα σύστημα που καθιστούσε δικαιότερη την κατανομή του πλούτου και συνεπώς περιόρισε τις εξεγέρσεις.
            Η γεωργική παραγωγή αποτέλεσε την κύρια βάση της βυζαντινής οικονομίας, έτσι οι διάφορες νομικές διατάξεις που όριζαν την λειτουργία της ήταν εξαιρετικά σημαντικές αφού επηρέαζαν την ζωή της πλειονότητας των κατοίκων της υπαίθρου. Μια ριζική αλλαγή επήλθε το 726 μ.Χ., όταν ο Λέοντας ο Γ΄ εισήγαγε ένα σύνολο νόμων, ανάμεσα τους και τον "Νόμον Γεωργικόν" ο οποίος όριζε το δίκαιο της αγροτικής ζωής, της ιδιοκτησίας και των αδικημάτων. Πέρα από την νομοθετική του διάσταση, ο Λέων μέσω αυτού επιχείρησε και μια σαφή παρέμβαση στην ταξική διαστρωμάτωση, αλλά και στην ποιότητα ζωής του αγροτικού πληθυσμού. Συγκεκριμένα ο νόμος προέβλεπε ότι οι γεωργοί ήταν κύριοι της γης, με κληρονομική κυριότητα της περιουσίας τους. Τους καθιστούσε δηλαδή ελεύθερους καλλιεργητές και όχι “πάροικους”. Ο σκοπός αυτού του νομικού πλαισίου ήταν να περιορίσει την ανάπτυξη των μεγάλων ιδιοκτησιών σε βάρος των ελεύθερων μικροϊδιοκτητών και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των αγροτών.

            Σε βάθος χρόνου όμως, οι πλουσιότεροι εκμεταλλεύτηκαν μια από τις διατάξεις, η οποία προέβλεπε ότι οι γεωργοί ενός χωριού ήταν συλλογικά υπεύθυνοι για την καταβολή του φόρου που είχε οριστεί και υποχρεωμένοι να καταβάλλουν και τα ποσά αυτών που αδυνατούσαν. Έτσι συγκέντρωσαν στην κατοχή τους, την γη αυτών που δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους φόρους, αλλοιώνοντας το δίκαιο σύστημα, μεταβάλλοντας το σε ένα φεουδαρχικού τύπου ιδιοκτησιακό καθεστώς. Η δίψα των γαιοκτημόνων για συγκέντρωση πλούτου και δύναμης, σύντομα αποδείχθηκε ακόρεστη και εξελίχθηκε σε μια επικίνδυνη μάστιγα. Ο λαός άρχισε να υποφέρει από την κατάχρηση της εξουσίας των “Δυνατών” [1] που ασκούνταν μέσω εκβιασμών, καταπίεσης και αρπαγών. Το κράτος πλησίαζε με γοργά βήματα την χρεοκοπία, εξαιτίας της καταλήστευσης των φόρων και της περιουσίας του. Η ζοφερή κατάσταση οδήγησε σε πτώση της γεωργικής παραγωγής που προκάλεσε λιμούς, εξεγέρσεις και τέλος την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Σε αυτή την διαδικασία ερήμωσης, συνετέλεσαν εκείνη την περίοδο και αστάθμητοι παράγοντες, όπως η εξάπλωση επιδημιών, οι οποίες αποδεκάτισαν τον πληθυσμό και καταστροφικοί σεισμοί που ιδιαίτερα στην περιοχή της κεντρικής Στερεάς Ελλάδας, εξαφάνισαν ολόκληρες πόλεις. Από τον 7ο έως τις αρχές του 9ου αιώνα οι άνθρωποι θα βίωναν μια περίοδο που έμεινε στην ιστορία ως οι σκοτεινοί χρόνοι του Βυζαντίου.
            Με τα δεδομένα που προαναφέρθηκαν, διαμορφώθηκε και στην περιοχή του Ερώχου η αγροτική ζωή. Η πλειονότητα των ανθρώπων ζούσε σε ισόγεια σπίτια δύο ή τριών δωματίων, με δάπεδο από πατημένο χώμα και αχυρένια στέγη. Οι λίγοι εύποροι είχαν διώροφα σπίτια, στα οποία το ισόγειο χρησίμευε σαν αποθήκη και στάβλος για τα ζώα και κάποια διέθεταν μύλο για το άλεσμα του σιταριού. Οι αγρότες είχαν μια ποικίλη διατροφή, στην οποία το ψωμί ήταν το κυρίαρχο είδος και συμπληρωνόταν από όσπρια, ελιές και ελαιόλαδο, λαχανικά, φρούτα, μέλι και καρύδια. Τα ζώα ήταν σημαντικά για την παραγωγή γάλακτος, τυριού και κρέατος, ενώ τα πουλερικά κατείχαν περίοπτη θέση με τα αυγά και το κρέας τους. Οι γεωργοί καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, βρόμη, σίκαλη, καθώς και βαμβάκι.
Παρά τις προσπάθειες κάποιων βυζαντινών ηγετών να ενισχύσουν την τάξη των μικρών γεωργών, αναγνωρίζοντας το πόσο σημαντική ήταν για την οικονομία, η ιδιοκτησία της γης συγκεντρώθηκε στα χέρια των Δυνατών και στην εκκλησία. Ένα καθεστώς που θα γινόταν δυσμενέστερο όταν πολύ αργότερα, στις αρχές του 13ου αιώνα, η φράγκικη κυριαρχία θα επέβαλε το δυτικό φεουδαρχικό σύστημα, αρπάζοντας ουσιαστικά την γη και καθιστώντας τους ελεύθερους αγρότες, δουλοπάροικους. Η αλλαγή αυτή θα έφερνε σοβαρές κοινωνικές ανακατατάξεις, με συνέπεια όπως θα δούμε παρακάτω, ακόμη και την φυγή του πληθυσμού από τον Έρωχο.                   


[1] Οι επαρχιώτες αριστοκράτες μεγαλογαιοκτήμονες.

Βαρβαρικές καταβάσεις

Σε όλη την διάρκεια ύπαρξης της, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν απειλούμενη από τους λαούς που περιέβαλαν τα σύνορα της. Στην ελληνική χερσόνησο οι βαρβαρικές επιδρομές προέρχονταν κυρίως από τον βορά. Ο καθηγητής Χρ. Ενισλείδης στην εργασία του με τίτλο “Η Αμφίκλεια κατά τους αρχαίους χρόνους” (1938) γράφει :
“...οι χρόνοι από του Μ. Κωνσταντίνου (4ος αι. μ.Χ.) μέχρι το 1200, είναι χρόνοι συνεχών επιδρομών εις την Ελλάδα... Πρώτοι επιδρομείς ήσαν οι Γότθοι. Από το 250 μ.Χ. έως το 400 μ.Χ. λεηλατούν κατά καιρούς την Ελλάδα...Το έτος 395, με επί κεφαλής τον βασιλέα τους Αλάριχον, συν γυναιξί και τέκνοις πλημμυρίζουν την κοιλάδα του Κηφισού”

Ο Αλάριχος Α' ή Ulrich, γνωστός και ως Μέγας (370-410 μ.Χ.), υπήρξε βασιλιάς των Βησιγότθων και ο πρώτος ηγέτης γερμανικού φύλου που κατέκτησε την Ρώμη. Εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο, όταν διοικώντας μια μισθοφορική ομάδα Βησιγότθων, ως σύμμαχος των Βυζαντινών στον αγώνα κατά των Ούννων, διέπρεψε και αναρριχήθηκε στην στρατιωτική ιεραρχία. Το 395 μ.Χ. κατά την προσφιλή βαρβαρική τακτική, εξαπέλυσε από την περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας σειρά λεηλασιών, σαρώνοντας όλη την Ελλάδα, με σκοπό να εκβιάσει τον αυτοκράτορα, αποκομίζοντας προνόμια. Κάτι που όπως φαίνεται κατάφερε, αφού ο Αρκάδιος, τον ανακήρυξε Magister militum per Illyricum, δηλαδή διοικητή Ιλλυρικού [1].
            Όμως η εξέλιξη εκείνης της επιχείρησης, από στρατιωτική άποψη, ήταν τόσο ραγδαία που προκαλεί απορία. Το καλοκαίρι του 395 μ.Χ. ο Αλάριχος ξεκίνησε από την έδρα του, πέρασε διαμέσου της Μακεδονίας, το φθινόπωρο λεηλάτησε την Θεσσαλία, το Νοέμβριο έφτασε στις Θερμοπύλες, κατακτώντας την ευρύτερη περιοχή και το καλοκαίρι του 396 μ.Χ. εισέβαλε στην Πελοπόννησο. Σε όλη αυτή την ξέφρενη, για τις δυνατότητες της εποχής πορεία, η αντίσταση των βυζαντινών δυνάμεων ήταν μηδενική. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η παθητική στάση που τήρησε η βυζαντινή ηγεσία προκαλεί έκπληξη. Κάτω όμως από την επιφάνεια των γεγονότων, θα διακρίναμε ότι αυτή η αντίδραση ήταν απόρροια συμφερόντων και δολοπλοκιών που πήγαζαν από δύο βασικούς λόγους. Ο αρχικός στόχος του Αλάριχου ήταν η Κωνσταντινούπολη, έτσι το πρώτο μέλημα της βυζαντινής διπλωματίας, ήταν να εκτονώσει την πίεση των βαρβάρων με την εξώθηση τους προς την ελληνική χερσόνησο. Η επιλογή αυτή βέβαια δεν ήταν τυχαία. Μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή, ο πληθυσμός της Ελλάδας, ήταν Έλληνες του τύπου που είχε γνωρίσει ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος. Τα αρχέγονα χαρακτηριστικά τους όπως η γλώσσα, η θρησκεία, οι συνήθειες και οι νόμοι, είχαν μείνει σχεδόν αναλλοίωτα. Παρά το γεγονός ότι η ειδωλολατρία είχε τεθεί σε διωγμό [2] και ο Χριστιανισμός είχε αναγνωριστεί ως η επίσημη θρησκεία του κράτους, η αρχαία ελληνική λατρεία κυριαρχούσε, κυρίως λόγω της λειτουργίας των σημαντικών θρησκευτικών κέντρων της αρχαιότητας. Οι βαρβαρικές ορδές στο πέρασμα τους από τον ελληνικό χώρο επικεντρώθηκαν σε μια δίχως προηγούμενο καταστροφή των αρχαιοελληνικών μνημείων, επιφέροντας έναν πολιτιστικό όλεθρο. Μια πράξη εξυπηρετούσε από την μια την βασική επιδίωξη της βυζαντινής πολιτικής που ήταν η εξάλειψη της δωδεκαθεϊσμού και από την άλλη είχε ένα πρακτικό όφελος για τους βαρβάρους. Η συστηματική λεηλασία των θρησκευτικών κέντρων απέδιδε πλούσια λάφυρα, τα οποία ήταν απαραίτητα για να ικανοποιηθεί ο όχλος και συνεπώς να διατηρήσει ο Αλάριχος την ηγετική του θέση.
            Για τους Έλληνες η περίοδος αυτή άφησε πίσω της κατεστραμμένα, σημαντικά θρησκευτικά κέντρα του αρχαίου κόσμου και έναν πληθυσμό σοβαρά καταπονημένο. Μια κατάσταση που αποτέλεσε την απαρχή της πολιτιστικής, οικονομικής και κοινωνικής υποβάθμισης που θα βίωνε ο ελληνικός κόσμος τους επόμενους αιώνες. Από την καταστροφική μανία των βαρβάρων του Αλάριχου, όπως προαναφέρθηκε από τον καθηγητή Χρ. Ενισλείδη, δεν εξαιρέθηκαν οι πόλεις της κοιλάδας του Κηφισού. Ίσως μάλιστα έναντι άλλων περιοχών οι επιπτώσεις γι’ αυτές να ήταν πιο σοβαρές, λόγω της πυκνής οικιστικής τους σύνθεσης και της εγγύτητας τους με σημαντικά θρησκευτικά και αστικά κέντρα. 
[1] Ελλάδας
[2] Διάταγμα του Μεγάλου Θεοδοσίου το 393 μ.Χ. για την κατάργηση των αρχαίων ναών.



            Από τον 6ο αιώνα, ξεκίνησε μια μαζική φυλετική μετακίνηση που θα τάραζε για πάνω από τρεις αιώνες τον ελληνικό χώρο. Σε αντίθεση με προγενέστερες εισβολές, των οποίων τα κίνητρα ήταν η ληστρική δράση και ο εκβιασμός, με σκοπό την απόσπαση λύτρων και προνομίων από τον αυτοκράτορα, η Αβαροσλαβική κατάβαση προκλήθηκε από την πίεση άλλων λαών προς αυτούς. Αυτό σήμαινε ότι οι νέοι επιδρομείς, αναζητούσαν κάτι πολύ πιο σημαντικό από την αρπαγή τιμαλφών. Διεκδικούσαν καινούργιο ζωτικό χώρο στην ελληνική χερσόνησο. 
            Ήδη από τα σπάργανα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, επί βασιλείας του Ιουστινιανού, Αβαρικές και Σλαβικές φυλές επιχείρησαν μεμονωμένες επιδρομές, περνώντας περιστασιακά το φυσικό όριο του Δούναβη. Μέσα σε έναν αιώνα όμως, οι επιθέσεις αυξήθηκαν σε τέτοιο βαθμό που οι Σλάβοι κατέκλυσαν την Βαλκανική. Το 690 μ.Χ. ο Ιουστινιανός Β΄, αναγκάζεται να ιδρύσει το Θέμα Ελλάδας με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της περιοχής. Παρόλα αυτά, τον 8ο αιώνα καταφέρνουν να εισχωρήσουν ως την Πελοπόννησο.
            Είναι γεγονός ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, δεν αντιμετώπισαν δυναμικά την εισβολή των σλαβικών φυλών. Οι λόγοι που υπαγόρευσαν αυτή την στάση, ήταν η αδυναμία διάθεσης στρατιωτικών δυνάμεων, αφού αυτές διατίθονταν για την αντιμετώπιση της μεγάλης αραβικής εισβολής που εξελισσόταν στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, η οικονομική αδυναμία σε συνδυασμό με την έλλειψη ικανής ηγεσίας, αλλά και μια διαφαινόμενη αδιαφορία για την τύχη των "εθνικών". Δηλαδή των δωδεκαθεϊστών Ελλήνων που συνέχισαν να συντηρούν, τις λατρευτικές παραδόσεις της αρχαίας θρησκείας. Η επαπειλούμενη όμως απώλεια του, ζωτικού για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, χώρου της ελληνικής χερσονήσου από τον βαρβαρικό εποικισμό, θα λειτουργούσε ως ένα σοβαρό κίνητρο, για την αντεπίθεση που θα ξεκινούσε μερικά χρόνια αργότερα.     
            Μέχρι τότε όμως, η τακτική των βαρβάρων ήταν να σπάνε τα σύνορα και μπαίνοντας στο χώρο της αυτοκρατορίας, ακολουθούμενοι από τις οικογένειες και τα κοπάδια τους, να εγκαθίστανται σε νέες περιοχές. Για να το πετύχουν αυτό χτυπούσαν τις τοπικές βυζαντινές δυνάμεις κατά προτίμηση των ημιορεινών περιοχών, αποφεύγοντας τα μεγάλα αστικά κέντρα και τα παράλια που λόγω της εμπορικής τους δραστηριότητας, ελέγχονταν από ισχυρές δυνάμεις του στρατού. Τον πληθυσμό της περιοχής δεν τον πείραζαν, διότι όταν εδραίωναν την εξουσία τους υποχρέωναν τα γύρω χωριά, ακόμα και πόλεις, να τους πληρώνουν φόρους, ενώ οι ίδιοι συντηρούσαν την δική τους παραγωγική βάση και κοινωνική δομή.
            Σε περιοχές της Μακεδονίας και της Ηπείρου, οι οργανωμένες κοινότητες δημιούργησαν μόνιμους οικισμούς που ονομάστηκαν Σκλαβηνίες. Αυτοί λειτουργούσαν με ένα ιδιότυπο καθεστώς, βάσει του οποίου τυπικά αναγνώριζαν την βυζαντινή επικυριαρχία, αλλά ουσιαστικά ήταν αυτοδιοίκητες. Παρά την προσπάθεια τους να ανεξαρτητοποιηθούν η οποία εκφράστηκε συχνά με εξεγέρσεις και άρνηση της καταβολής φόρων, δεν κατάφεραν να φτάσουν στην δημιουργία ενός κράτους, κυρίως λόγω της παντελούς έλλειψης εθνικής τους συνοχής. Απεναντίας η βυζαντινή πολιτική, μέσω της διάσπασης των φυλετικών ομάδων, της πνευματικής επίδρασης που ασκήθηκε δια μέσω της εκκλησίας και της ένταξης στον κρατικό μηχανισμό, κατάφερε σε βάθος χρόνου, να τους αφομοιώσει πλήρως. 
            Στην νότια Ελλάδα οι σλαβικές κοινότητες δεν ανέπτυξαν ανάλογες τάσεις αυτονόμησης, πιθανά διότι δεν ήταν τόσο ισχυρές όσο βόρεια. Αυτό άλλωστε, αποδεικνύεται από την κατανομή των 2123 σλαβικής προέλευσης τοπωνυμίων στην επικράτεια. Στην Μακεδονία υπάρχουν 730, στην Ήπειρο 412, Θεσσαλία 165, Αιτωλοακαρνανία 98, Ευρυτανία 48, Φθιώτιδα 55, Φωκίδα 45, Βοιωτία 22, Αττική 18, κ.α.
Στη Στερεά Ελλάδα οι Σλάβοι κατέλαβαν τοποθεσίες, είτε εκτοπίζοντας με επιδρομές τις βυζαντινές δυνάμεις, είτε με την διείσδυση μικρών ποιμενικών ομάδων. Το Βυζάντιο σύντομα ανακατέλαβε αυτές τις περιοχές και σε κάποιες αναγνώρισε την σλαβική κατοχή. Ποτέ όμως αυτές οι κοινότητες δεν διεκδίκησαν την αυτονόμηση τους, όπως έγινε στην περίπτωση των Σκλαβηνιών.

            Η ανάμνηση αυτής της εποχής διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας, στα σλαβικής προέλευσης τοπωνύμια, που υπάρχουν σε ορισμένες περιοχές. Ένα κοντινό παράδειγμα αποτελεί η γειτονική Αράχωβα, της οποίας η ονομασία προέρχεται από την ρίζα όρεχ που σημαίνει καρύδι. Στην Βουλγαρία, βρίσκεται μέχρι σήμερα, χωριό με την ονομασία Οριάχοβο. Μια άλλη σλαβογενής ονομασία, είναι επίσης το Ζητούνι που δόθηκε στην Λαμία.
            Ίδιας προέλευσης είναι και η ονομασία Σουβάλα που χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως γεωγραφικός προσδιορισμός, για την ευρύτερη περιοχή του Ερώχου και στην συνέχεια επικράτησε μέχρι και τις ημέρες μας, ως ονομασία πλέον του οικισμού. Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της Αράχωβας και του Ζητουνίου, στις οποίες η υπεροχή του σλαβικού στοιχείου επέβαλε την ονοματοδοσία τους, στην Σουβάλα χρησιμοποιήθηκε μια έννοια που ήταν κοινή στην καθομιλουμένη, αφού η λέξη süvala, είχε εισαχθεί κατά τον μεσαίωνα στο ελληνικό λεξιλόγιο. Γνωστές άλλωστε είναι η Σουβάλα της Αίγινας, καθώς και η Σουβάλα Πελασγίας, ενώ μέχρι και στις αρχές του 19ου αιώνα, κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, εντοπίζονται στην γύρω περιοχή διάφορες θέσεις με το ίδιο τοπωνύμιο, όπως η Σουβάλα Μενδενίτσας, όπου βρίσκεται η λίμνη του Καλλιδρόμου, η παραλία Σουβάλα Αρκίτσας, η Σουβάλα Χαλκίδας, η Σουβάλα Λεονταρίου Θηβών, η Σουβάλα ή Μεσοβούνι Θηβών. Συνεπώς, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι σε αυτή την περίπτωση η ονομασία προέκυψε λόγω της εγκατάστασης Σλάβων. Το τοπωνύμιο επικράτησε λόγω του ότι προσδιόριζε έναν τόπο με έλος που είναι γνωστό ότι υπήρχε ανάμεσα στις πηγές του Κηφισού και τις παρυφές της Λίλαιας ή σε μια πιο ελεύθερη απόδοση, ένα τόπο με πολλά νερά, όπως αυτή η περιοχή αυτή που ευλογήθηκε να συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο όγκο υδάτων του Παρνασσού.
            Η πρώτη ιστορικά τεκμηριωμένη αναφορά στον όρο "Σουβάλα", παρατηρείται τον 12ο αιώνα όταν ο βυζαντινός λόγιος Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς, προσπαθεί λανθασμένα, να ετυμολογήσει την λέξη από το αρχαίο ρήμα "συμβάλλω" :

"..παρ΄ οίς η των υδάτων σύρροια συμβολή λέγεται, βαρβαριζομένη μεν,
κατ΄ εκείνους ειπείν, εις σουβάλαν.."

             Ο σλαβικός πληθυσμός που εγκαταστάθηκε στην ελληνική χερσόνησο, προερχόταν είτε από κατάλοιπα στρατιών που κατά καιρούς εξαπέλυαν επιδρομές στην ηπειρωτική χώρα, είτε όταν με πρωτοβουλία του κράτους, συστάθηκαν κοινότητες Σλάβων αιχμαλώτων πολέμου που ως δουλοπάροικοι ενίσχυσαν περιοχές με οξύ δημογραφικό πρόβλημα,  είτε από μικρότερες ομάδες κτηνοτρόφων που αναζητούσαν νέα βοσκοτόπια. Η περιοχή Βουλγαρόρεμα που βρίσκεται στα βόρεια της σημερινής Πολυδρόσου, πιθανά φιλοξένησε εκείνη την εποχή την πρόσκαιρη εγκατάσταση μιας τέτοιας ομάδας που η ανάμνηση της έμεινε στην λαϊκή μνήμη μέσω αυτής της ονομασίας. 
            Η ιστορική μνήμη διατηρήθηκε έμμεσα και με άλλους τρόπους. Ένας από αυτούς είναι τα επώνυμα. Την βυζαντινή περίοδο και ιδιαίτερα από τον 9ο αιώνα, δημιουργούνται πολλά παρωνύμια που χρησιμοποιούνται ως οικογενειακά ονόματα. Τα παρωνύμια δίδονται στους κατόχους τους βάση σωματικών χαρακτηριστικών, επαγγελμάτων, βαφτιστικών ονομάτων, εμπνευσμένα από το φυσικό περιβάλλον, κ.α.      
            Επώνυμα που σήμερα συναντάμε στην Πολύδροσο, όπως Βρανάς, Γκόλφης, Ρίζος είναι κλασσικά βυζαντινά. Το Γκόλφης προέρχεται από το εγκόλπιον, όπως λεγόταν το συνήθως πολύτιμο, αρχιερατικό επιστήθιο με την εικόνα του Χριστού. Με την δημώδη παράφραση της λέξης τροποποιήθηκε από εγκόλπιον, σε εγκόλφιον, γκόλφιον και τελικά γκόλφι. Το Ρίζος προέρχεται από την ευχή που δινόταν στο νέο βρέφος, να ριζώσει. Ένα άλλο γνωστό επώνυμο, υπαρκτό από τον 11ο αιώνα, είναι το Κυρίτσης, το οποίο υποδηλώνει τον τιμητικό τίτλο αξιωματούχων του κλήρου, των "κυριτσάδων". Πολλά επώνυμα όπως είπαμε, ήταν δοσμένα από ασχολίες ή επαγγέλματα, όπως το Βελέντζας ή το Ματαράς που λεγόταν το μικρό δερμάτινο ασκί για νερό, το οποίο χρησιμοποιούσαν αγρότες και κυνηγοί. Άλλα ήταν εμπνευσμένα από την φύση, όπως το Τσάρας από το πουλί τσίχλα ή το Καλλιμάνης, από το μικρό αποδημητικό πουλί την καλλιμάνα. Βαφτιστικά, όπως για παράδειγμα το Μπότης, υποκοριστικό του Παναγιώτης, προερχόμενο από την Β. Ελλάδα.
            Όταν η Ελλάδα άρχισε να δέχεται την εισβολή ξένων λαών, παρατηρούμε ότι τα παρωνύμια άρχισαν να έχουν διαφορετικές ρίζες. Για παράδειγμα το Σβίγγος είναι σλαβικό, ενώ το Τσιπούγιας προέρχεται από την βουλγαρική έκφραση "τζα μπόγα" που σημαίνει "για τον Θεό". Υπάρχουν επίσης λατινογενή, όπως το Φούρλας που συνδέεται με το frullo, την σβούρα στα ιταλικά και το Καρούζος. Το τελευταίο, θεωρείται ότι εμφανίστηκε στην Ελλάδα κατά την εποχή της βενετοκρατίας, με την μετοίκιση της οικογένειας του Χριστόφιλου Καρούσο, στην Κεφαλλονιά το 1502. Το επώνυμο Caruso στην Ιταλία είναι χαρακτηριστικό σικελικό. Στην τοπική διάλεκτο σημαίνει νεαρός και λέγεται ότι η ρίζα του βρίσκεται στην αρχαιοελληνική λέξη κούρος. Άλλα είχαν αρβανίτικη προέλευση, όπως το Λιάπης που υπονοεί τον κάτοικο της Λεπουριάς, περιοχής της Χειμάρας ή το Λιάμτζας, παράγωγο του λιάμε που σημαίνει αλώνι.
            Βέβαια όπως είναι φυσικό, ένα μεγάλο ποσοστό έχει τουρκική ρίζα, αφού η επί τέσσερις αιώνες υποδουλωμένη Ελλάδα δέχθηκε πολλές γλωσσικές επιρροές, εισάγοντας στην δημώδη μορφή της, την καθομιλουμένη, εξελληνισμένες τουρκικές λέξεις. Έτσι συναντάμε το Κότσιας το οποίο προέρχεται από την λέξη koca που σημαίνει μεγαλόσωμος, το Καραχάλιος, σύνθετο επώνυμο που προκύπτει από το καρά, δηλαδή μαύρος και το βαπτιστικό Μιχάλης, το Κιουρτζής, με γεωγραφικό προσδιορισμό, αφού στα τουρκικά Gurcu είναι ο Γεωργιανός, το Κονταξής από το kundakçi, δηλαδή ο πυρπολητής, το Κασσαβέτης από το kasavet, όπως ονομάζεται ο λυπημένος, το Βαλάσκας από το palaska, την δερμάτινη θήκη για φυσίγγια, το Ντάκας από το dag, το βουνό, το Τοπάλης από το topal, που σημαίνει κουτσός, το Χαλβατζής από τον halva, που εννοεί τον κατασκευαστή του γλυκού, το Πιπέρας από το piper, το μπαχαρικό, κ.α. Έτσι θα λέγαμε ότι τα επώνυμα, χαρτογράφησαν την ιστορική πορεία του ελληνισμού από την βυζαντινή περίοδο.              
            Στα τέλη του 7ου αιώνα, η μετακίνηση της ουννικής φυλής των Βουλγάρων στην περιοχή του Δούναβη, θα αναζωπύρωνε τις πολεμικές συγκρούσεις. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του Κωνσταντίνου του Δ΄ το 679 μ.Χ. να τους αντιμετωπίσει, ισχυροποίησαν την θέση τους στην ανατολική Βαλκανική. Έτσι προσεταιρίζοντας τους σλαβικούς πληθυσμούς, δημιούργησαν το 681 μ.Χ. ένα βασίλειο που θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά επικίνδυνο για την αυτοκρατορία και πολύ περισσότερο για τους κατοίκους της ελληνικής χερσονήσου. Αν και οι Βούλγαροι κατάφεραν να ενώσουν διάφορες σλαβικές φυλές, όπως τους Σλοβένους, τους Κροάτες και τους Σέρβους, κάτω από την σκέπη ενός κράτους, οι ίδιοι, λόγω της αριθμητικής τους υστέρησης μέσα σε αυτό το σύνολο, άρχισαν να χάνουν την ουννική τους ταυτότητα, με αποτέλεσμα τον πλήρη εκσλαβισμό τους.
            Το Βυζάντιο για άλλη μια φορά, προσπάθησε να αντιμετωπίσει με διπλωματικά μέσα τον εχθρό. Κύριο εργαλείο του ήταν ο εκχριστιανισμός, αρχικά με την περίφημη αποστολή των Κυρίλλου και Μεθοδίου το 862 μ.Χ. και στην συνέχεια το 864 μ.Χ. με την βάπτιση του Βούλγαρου ηγεμόνα Βόρη.
            Στους αιώνες που ακολούθησαν η βουλγαρική απειλή κλιμακωνόταν και οι συγκρούσεις με τους βυζαντινούς αυτοκράτορες την τροφοδοτούσαν με νίκες. Στα τέλη του 9ου αιώνα ο Βούλγαρος ηγέτης Συμεών Α΄, θα αναρριχηθεί στην εξουσία. Την περίοδο της βασιλείας του, από το 893 έως το 927 π.Χ. το έθνος του θα έφτανε στο απόγειο της στρατιωτικής του δύναμης και του εδαφικού του εύρους. Ένα γεγονός που σε συνδυασμό με τον διακαή πόθο του Συμεών, την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, φούντωνε τις διεκδικήσεις των Βουλγάρων, οι οποίοι εξαπέλυαν σφοδρές επιθέσεις στον ελλαδικό χώρο. Ο τρόμος που έσπερναν τα βαρβαρικά στρατεύματα σε κάθε επιδρομή τους, διαφαίνεται στους στίχους του βυζαντινού ποιητή Ιωάννη του Γεωμέτρη :

         " Σκυθών μεν πλήθος διατρέχουσι τας επαρχίας ταύτας απανταχού διασπειρόμενοι, ωσεί ήσαν εν τη ιδία αυτών πατρίδι. Πρόρριζον δ' εκτέμνουσιν αυτής την ευγενή βλάστησιν ανδρών ακάμπτων και σιδηρών την φύσιν και το ξίφος θερίζει τας γενεάς των νηπίων. Και κρατούσι μεν ταύτα εν ταίς αγκάλαις αυτών αι μητέρες, αλλ' εξαρπάζουσιν αυτά οι πολέμιοι δια των βελών θανατούντες. Κόνις λεπτή νυν κείνται αι το πριν οχυρώταται πόλεις. Και τα κτήνη νέμονται σήμερον το έδαφος, εν ω άλλοτε άνθρωποι έζων. Ταύτα βλέπων οίμοι ! πως νυν θα παύσω δακρύων ; ούτω πυρπολούνται οι αγροί ημών και αι πόλεις ! "


            Λίγα χρόνια αργότερα ένας άλλος ηγέτης, ο Σαμουήλ Β΄, επιχείρησε να καταλύσει την βυζαντινή κυριαρχία στον ελλαδικό χώρο. Το 995 μ.Χ. εισέβαλαν στην Μ. Ασία οι Άραβες και ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄, αναγκάστηκε να μεταφέρει τον κύριο όγκο του στρατού στην ανατολή. Έτσι ο Σαμουήλ βρήκε την ευκαιρία και εισέβαλε στην Ελλάδα. Αρχικά το 996 μ.Χ. νίκησε τους Βυζαντινούς στην Θεσσαλονίκη. Στην συνέχεια πέρασε στην Θεσσαλία και διαμέσου των Θερμοπυλών, κατευθύνθηκε στην Πελοπόννησο. Σε όλη αυτή την πορεία του, προκάλεσε τόσο φοβερές καταστροφές και σφαγές, ώστε κατάφερε να αφήσει στην ιστορία, το αποτύπωμα ενός από τους πιο αιμοσταγούς ηγέτες.       
            Τόσο ανεξίτηλο που θα το συναντήσουμε αρκετούς αιώνες αργότερα, όταν το 1703 ο μοναχός Ευθύμιος, θα περιγράψει την ανάμνηση αυτών των γεγονότων.

" Τον καιρόν της Βασιλείας Κωνσταντίνου Ρωμανού, αγριωποί και χριστομάχοι άνθρωποι, Μπολγάροι λεγάμενοι, εμπήκασι στην Ελλάδα και από σπαθίου και κονταρίου εχαλάσασι τους Χριστιανούς και ετραβήξασι ίσα στον Μωρέα."
    Στην σκέψη του Ευθυμίου ο στρατός του Σαμουήλ, φαντάζει ως : "ένα αμέτρητο φουσάτο, αρματωμένο με κοντάρια μακρυά, και σαΐταις περίσσαις και περικεφαλαίαις, που ελάμπασι ωσάν τον ήλιο, εξεκινήσασι να χορτάσουν την μαύρη ψυχή τους από γαίμα Χριστιανικό"


(Χρονικόν Ανέκδοτον Γαλαξειδίου)

Ο Νικηφόρος Ουρανός κατατροπώνει τους Βούλγαρους στον Σπερχειό
Ι. Σκυλίτζη. Σύνοψις, μικρογραφία 12ου αι.

            Κατά την επιστροφή τους όμως, οι Βούλγαροι συναντούν στον πλημμυρισμένο Σπερχειό ένα αξεπέραστο εμπόδιο. Όχι μόνο λόγω της φύσης αλλά και μιας βυζαντινής στρατιάς, η οποία με επικεφαλής τον στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό παρατάχθηκε για να τους αντιμετωπίσει. Εκεί οι Βούλγαροι στις 19 Ιουλίου του 996 υφίστανται την πρώτη μεγάλη τους ήττα. Ενδεικτικό της καταστροφής που υπέστησαν, είναι το ότι ο Σαμουήλ βαριά πληγωμένος και με τα απομεινάρια του στρατού, αναγκάστηκε να περπατήσει 400 χλμ. στην φυγή προς την Βουλγαρία. Η οριστική νίκη για τους Βυζαντινούς ήρθε στις 29 Ιουλίου 1014, όταν στην θέση Κλειδί, τα στρατεύματα του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, συνέτριψαν τον βουλγαρικό στρατό. 




Οι Έλληνες και η μετάβαση στον χριστιανισμό

            Ο ελληνικός πολιτισμός, όπως εκφράστηκε διαχρονικά μέσα από τις τέχνες, τις επιστήμες, την φιλοσοφία, κ.α., επηρέασε βαθιά την ρωμαϊκή και κατ' επέκταση την βυζαντινή αυτοκρατορία. Ενδεικτική είναι η επιρροή της ελληνικής γλώσσας, η οποία χρησιμοποιούνταν από τους λογίους και τους μορφωμένους αστούς της ανώτερης τάξης, ενώ η δημώδης ελληνική, ήταν η κυρίαρχη εμπορική γλώσσα των μεγάλων κέντρων της ανατολής.
            Ο πολιτισμός, κατάφερε να αντισταθμίσει τις σοβαρές και πολυεπίπεδες απώλειες που δέχθηκε για μια μεγάλη χρονική περίοδο ο ελληνισμός, με την υποταγή στους Ρωμαίους, την έλευση του χριστιανισμού, την κατάβαση των διάφορων βαρβαρικών φυλών, κ.α. Έτσι θα λέγαμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες με το πνευματικό κληροδότημα τους, διασφάλισαν την ύπαρξη του ελληνικού έθνους, ακόμη και όταν αυτό έχασε την εδαφική κυριαρχία, την πολιτική ανεξαρτησία, υπέστη μείωση πληθυσμού και φυσικές καταστροφές. Ακόμη και όταν συναντήθηκε με νέα φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα τόσο ισχυρά που θα άλλαζαν για πάντα τον ρου της ανθρωπότητας. Και ήταν πράγματι θαυμαστό το ότι οι νέες αυτές θεωρίες, όχι μόνο δεν εξαφάνισαν το περιεχόμενο του, αλλά τελικά συμπορεύτηκαν με αυτόν.
            Από την σύσταση της, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αναγνώρισε ως επίσημη θρησκεία της τον Χριστιανισμό. Η πολιτική όμως που επέλεξαν οι αυτοκράτορες και το περιβάλλον τους, στην προσπάθεια να επιβάλουν την νέα θρησκεία, τους έφερε σε ρήξη με τις ισχυρές παραδόσεις που είχαν δημιουργήσει οι Έλληνες, στα χιλιάδες χρόνια ύπαρξης τους. Ο δωδεκαθεϊσμός αντιμετωπίστηκε με εχθρικότητα και οι υποστηρικτές του, στην πλειοψηφία τους κάτοικοι της ελληνικής χερσονήσου, απαξιώθηκαν από τα κέντρα εξουσίας της Κωνσταντινούπολης. Χαρακτηριστική είναι η προσωνυμία "εθνικός" που τους είχε δοθεί, σε αντικατάσταση του εθνικού τους προσδιορισμού. Διατάγματα όπως αυτό που εξέδωσε ο Μεγάλος Θεοδόσιος το 393 μ.Χ. περί κατάργησης των ειδωλολατρικών κέντρων και οι διωκτικές πρακτικές που εφάρμοσε ο διάδοχος του Αρκάδιος, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα.
            Η Οικουμενική Σύνοδος του 692, αναγκάστηκε να θεσπίσει κανόνες για να εξαλείψει την παγανιστική λατρεία. Σύμφωνα με αυτούς, απαγορεύτηκε η λειτουργία των θεάτρων, η προσφορά μελιού και γάλακτος κατά τη Θεία Ευχαριστία, οι γιορτές προς τιμήν του Πανός και του Διονύσου, στους σπουδαστές της νομικής, απαγορεύτηκε η τήρηση των αρχαίων ηθών και η ένδυση με προχριστιανικές φορεσιές, κ.α.
            Αυτή η πολιτική, καθώς και η αδυναμία υπεράσπισης της ελληνικής χερσονήσου από τις σαρωτικές βαρβαρικές επελάσεις, σε συνδυασμό με την φτωχοποίηση και την ερήμωση, αποτέλεσμα της μείωσης του πληθυσμού που προκλήθηκε από επιδημίες και καταστροφές, οδήγησαν το 727 στο ξέσπασμα μιας σοβαρής εξέγερσης. Τότε με αφορμή την μαινόμενη εικονομαχική έριδα, οι πληθυσμοί του Θέματος Ελλάδας [1] και των Κυκλάδων, επαναστάτησαν κατά του Λέοντα Ισαύρου, με αρχηγούς τον τουρμάρχη Αγαλλιανό και τον Στέφανο. Στην συνέχεια ανακήρυξαν ως βασιλέα τον Κοσμά, ο οποίος με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και στόλο, κατέπλευσε στις 18 Απριλίου μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, απειλώντας την. Η εξέγερση όμως είχε τραγική κατάληξη, αφού ο στόλος καταστράφηκε με υγρό πυρ, ο Αγαλλιανός αυτοκτόνησε, ενώ ο Στέφανος και ο Κοσμάς παραδόθηκαν και αποκεφαλίσθηκαν. Μέχρι τότε η περιοχή της Στερεάς Ελλάδας, εκκλησιαστικά, ανήκε στην δικαιοδοσία του Πάπα που ασκούσε την εξουσία του ως "πρώτος μεταξύ ίσων" (primus inter pares) μέσα στην Πατριαρχική ιεραρχία. Μετά την στάση, η περιοχή αποσπάστηκε βίαια και υπάχθηκε στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
            Οι Σλάβοι ήταν όμως αυτοί που άθελα τους μερικά χρόνια αργότερα, κατάφεραν να εξομαλύνουν την έκρυθμη κατάσταση. Μετά την εισβολή τους, εξαπλώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που έφτασαν να διεκδικούν την αυτονόμηση βυζαντινών εδαφών. Έτσι αναπτύχθηκαν στον ελλαδικό χώρο έντονες εθνικές διαφοροποιήσεις. Μπροστά στην σοβαρή απειλή που διαγραφόταν, το πρόβλημα της ειδωλολατρίας άρχισε να χάνει την σπουδαιότητα του και η έννοια των “εθνικών” να φθίνει. Η ιστορική συγκυρία απαιτούσε έναν καθαρά εθνικό προσδιορισμό, για τους γηγενείς κατοίκους της ελληνικής χερσονήσου.
[1] Περιελάμβανε τις περιοχές της Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας

             Παρά την αρχική ρήξη με τις θρησκευτικές αντιλήψεις της εξουσίας, ο ελληνισμός κατάφερε να συνδυάσει τις αξίες και παραδόσεις του με τον Χριστιανισμό, διαμορφώνοντας ένα νέο ξεχωριστό δόγμα, την Ορθοδοξία. Η ελευθερία της Ορθόδοξης θεώρησης, επηρεασμένη από το δημοκρατικό πνεύμα του αρχαίου ελληνικού κόσμου, εκφράστηκε με διάφορους τρόπους. Την μετάφραση του Ευαγγελίου σε άλλες γλώσσες, την συνεχή αναζήτηση που προκάλεσε ατελείωτες δογματικές έριδες και αιρέσεις, την αυτονόμηση εκκλησιών, κ.α., Διαχώρισε επίσης την πορεία της από τον παπικό ολοκληρωτισμό. Θα διαμορφώσει μια φιλοσοφία ανθρωποκεντρική και βαθιά πνευματική, σε αντίθεση με τον ωφελιμιστικό, αυστηρό και τιμωρητικό χαρακτήρα των δυτικών.
            Θα προτιμήσει να αναδείξει ως υψηλότερο αγαθό, την ησυχία ενός θεατή που παρατηρεί τον ορατό κόσμο. Ένα μοναδικό αριστούργημα, μέσα στο οποίο ο Θεός αναγνωρίζεται από μία σιωπηλή αποκάλυψη. Σε ένα τέτοιο σύμπαν όπου οτιδήποτε υπάρχει είναι "Θεοφάνια", κάθε ον είναι ένα αγαθό και το κακό δεν είναι παρά μια εξωπραγματική σκιά.
             Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Έλληνες θα δημιουργούσαν ένα νέο τρόπο ζωής, δίχως όμως να ξεχάσουν τις παλιές τους συνήθειες. Πολλές αρχαίες παραδόσεις και τελετουργίες, με τα χρόνια προσαρμόστηκαν στο χριστιανικό εορτολόγιο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα "πολυσπόρια". Ο τέταρτος μήνας του αρχαιοελληνικού ημερολογίου που κάλυπτε το διάστημα από 16 Οκτωβρίου έως τις 15 Νοεμβρίου, ονομαζόταν Πυανεψιών. Η λέξη είναι σύνθετη, αποτελούμενη από τον πύανο που είναι το κουκί και το έψω που σημαίνει βράζω. Προήλθε δε, από την συνήθεια της προσφοράς ενός πιάτου με κουκιά και σιτάρι, στον Απόλλωνα, ως παράκληση για την προστασία των σπαρτών. Αυτή η τελετουργία λάμβανε χώρα κατά την διάρκεια της ομώνυμης γιορτής που γινόταν στις 7 του μηνός, δηλαδή την 23η Οκτωβρίου. Τα Πυανέψια μοιάζουν αρκετά με την σημερινή γιορτή της Μεσοσπορίτισσας που γίνεται στις αρχές του χειμώνα, κοντά στα Εισόδια της Θεοτόκου, στις 21 Νοεμβρίου. Ο λαός με αυτό τον τρόπο έθεσε την Παναγία, ως προστάτιδα της γονιμότητας της γης, αφού τότε ολοκληρώνεται η σπορά των δημητριακών. Οι νοικοκυρές εκείνη την ημέρα φτιάχνουν τα "πολυσπόρια", μια σύβραση διαφόρων οσπρίων, την οποία μοιράζουν όπως τα κόλλυβα, με την ευχή για καλή σοδειά. Στο αρχαίο τελετουργικό έχει τις ρίζες του και το "έθιμο της βρύσης" που αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο.
            Μια άλλη γιορτή, στην οποία θα βρούμε κοινά στοιχεία με παγανιστικά έθιμα, είναι τα Χριστούγεννα. Οι Ρωμαίοι στις 17 Δεκεμβρίου διοργάνωναν τα Σατουρνάλια που προέρχονταν από τα ελληνικά Κρόνια, μια αρχαία γιορτή προς τιμή του πατέρα των θεών. Εκείνη η ημέρα είχε οριστεί ως δημόσια αργία, ενώ στο εθιμοτυπικό της περιλαμβάνονταν η περιβολή με επίσημα ενδύματα, η ανταλλαγή δώρων, η κοινωνική συνεύρεση αφεντικών και δούλων, τα τυχερά παιχνίδια, η οινοποσία, το ξέφρενο γλέντι, κ.α.
            Τα αναστενάρια που μας θυμίζουν οργιαστικά τελετουργικά, οι καλένδες της αρχαιοελληνικής πρωτομηνιάς που έδωσαν το όνομα τους σε εύηχα τραγούδια, γνωστά ως κάλαντα, ακόμη και η νηστεία που και στα ειδωλολατρικά μυστήρια χρησίμευε για κάθαρση, εξιλασμό και προσέγγιση του θείου, καθώς και άλλα έθιμα, προέρχονται από την αρχαία λατρεία. 



Χριστιανικός Έρωχος


            Ο Έρωχος κατά την βυζαντινή περίοδο, όπως προαναφέρθηκε, είχε υποβιβαστεί πληθυσμιακά σε ένα χωριό. Σε θρησκευτικό επίπεδο, οι όποιες αλλαγές συντελέστηκαν, ακολούθησαν το γενικότερο γίγνεσθαι. Παρά την ύπαρξη της επισκοπής Βοίου και Δρυμίας, η οποία αποτέλεσε ένα πρώιμο χριστιανικό κέντρο στην περιοχή, το ειδωλολατρικό στοιχείο επικράτησε για πολλούς αιώνες και αντίθετα από την βούληση της κεντρικής εξουσίας. Ως ένα ορόσημο για την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού στον Έρωχο, θα μπορούσαμε να θέσουμε την μετατροπή του αρχαίου ναού του Κηφισού σε χριστιανικό. Δυστυχώς δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής επιστημονικά στοιχεία, για τον χρόνο και τις συνθήκες που έγινε αυτό. Η εκδοχή ότι ο ναός είχε αφιερωθεί στον Άγιο Χριστόφορο, τον "φέροντα τον Χριστό", είναι ένα στοιχείο που παραπέμπει σε προσπάθειες όπως αυτές των Θεοδοσίου τον 4ο αιώνα, Ιουστινιανού τον 6ο και άλλων αυτοκρατόρων, για κατάργηση και μετατροπή των αρχαίων ναών που συντηρούσαν τον δωδεκαθεϊσμό.  Πάντως μέχρι και την ανέγερση του σημαντικού ναού της Παναγίας Ελεούσας τον 12ο αιώνα, ο πληθυσμός δεν πρέπει να ήταν αμιγώς χριστιανικός.
            Στην αρχή του 11ου αιώνα, η βασιλεία του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε η αυτοκρατορία να γνωρίσει μεγάλη ευημερία. Το Βυζάντιο αναγνωρίστηκε ως το πιο εύπορο και καλά διοικούμενο βασίλειο του χριστιανικού κόσμου, αφού στην οικονομία, η συνετή διαχείριση είχε γεμίσει τα κρατικά ταμεία και η νίκη επί των Σλάβων, είχε διασφαλίσει τα σύνορα. Ακόμη και οι κάτοικοι του Ερώχου, φαίνεται ότι απόλαυσαν την άνεση που παρείχε η διάχυτη οικονομική ευμάρεια, αφού βρέθηκαν νομίσματα εκείνης της περιόδου στην περιοχή.
            Η συνέχεια όμως δεν θα ήταν ανάλογη, αφού το τέλος αυτής της εποχής έμελλε να φέρει δύο γεγονότα καταλυτικής σημασίας, για το μέλλον του Βυζαντίου. Το πρώτο είναι η διαίρεση της χριστιανικής εκκλησίας με το "Σχίσμα", όπως είναι γνωστό, το οποίο επήλθε το 1054. Αφορμή στάθηκε η απαίτηση του Πάπα να έχει εξουσία ανώτερη των τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής και να ασκεί δικαιοδοσία πάνω τους. Ουσιαστικά όμως, το Σχίσμα ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου αποξένωσης που είχε ξεκινήσει τον 5ο αιώνα. Τότε οι Βυζαντινοί κατηγορήθηκαν ότι είχαν εγκαταλείψει την Ρώμη απροστάτευτη στις επιθέσεις των Γότθων, με αποτέλεσμα την κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έκτοτε τα δύο μέρη ακολούθησαν διαφορετικές πορείες σε θεολογικά ζητήματα, δημιουργώντας ένα αγεφύρωτο χάσμα. Πάντως μετά  τον οριστικό διαχωρισμό, οι δυτικοί είχαν την ευκαιρία να πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα τους Βυζαντινούς, αρχικά με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και τελικά με την εγκατάλειψη της στους Τούρκους. Το δεύτερο μεγάλο γεγονός, ήταν η τραγική ήττα των Βυζαντινών από τους Τούρκους το 1071 στο Μάτζικερτ, η οποία αποτέλεσε την αρχή του τέλους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
            Την ίδια εποχή, στην περιφέρεια της ανατολικής Στερεάς, παρατηρείται μια άνθιση στην ναοδομία, με την ανέγερση χριστιανικών μνημείων εξαιρετικής αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής αξίας. Δύο κυρίως λόγοι, συνέτειναν στο να δημιουργηθεί αυτή η περίοδος πολιτιστικής αναλαμπής, σε μια αυτοκρατορία που κατά τα άλλα έγερνε προς την δύση της.
            Η απώλεια μεγάλου μέρους της μικρασιατικής ενδοχώρας, ως επακόλουθο της ήττας στο Μάτζικερτ, έστρεψε το ενδιαφέρον της κεντρικής διοίκησης, στις μέχρι τότε απαξιωμένες βαλκανικές επαρχίες, ενώ η άνοδος της δυναστείας των Κομνηνών στην εξουσία, θα αναδείκνυε ηγέτες ικανούς που θα χάριζαν στην αυτοκρατορία μια τελευταία περίοδο ακμής.
            Η πόλη της Θήβας, είχε στο μεταξύ εξελιχθεί σε ένα κορυφαίο αστικό κέντρο που η ακτινοβολία του φώτιζε την περιοχή της Στερεάς Ελλάδας κατά τον Μεσαίωνα. Από τις αρχές του 9ου αιώνα, είχε συντελεστεί στον ελληνικό χώρο μια μεγάλη διοικητική αλλαγή, όταν η πρωτεύουσα του Θέματος της Ελλάδας, μεταφέρθηκε από την Κόρινθο στην Θήβα. Η πόλη τότε έγινε έδρα στρατηγού και πρωτοσπαθάριου, ενώ αναβαθμίστηκε και εκκλησιαστικά, με την σταδιακή προαγωγή της από επισκοπή σε μητρόπολη . Ταυτόχρονα η ευημερούσα οικονομία της που οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην καλλιέργεια και το εμπόριο μεταξιού, αλλά και στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων, την ώθησε στο να ξεπεράσει τις έτερες ακμάζουσες πόλεις της Κορίνθου και των Πατρών. Δεδομένων λοιπόν των οικονομικών, πολιτιστικών και εκκλησιαστικών δυνατοτήτων της, φαίνεται ότι η Θήβα υποστήριξε τις τοπικές χριστιανικές κοινότητες της ευρύτερης περιοχής και ανέλαβε πρωτοβουλίες για την ανέγερση ναών. Άλλωστε μια πλούσια κοινωνική τάξη, όπως οι μεταγενέστεροι φεουδάρχες που θα ήταν μπορούσαν να χορηγήσουν τέτοια έργα, έλλειπε από την κοινωνική διάρθρωση της εποχής. Συνεπώς το βάρος της εκτέλεση τους έπεφτε στο παλάτι, την εκκλησία ή τους ισχυρούς των αστικών κέντρων.

            Η ιστορία του Μητροπολίτη και Εξάρχου Βοιωτίας Ιωάννη Καλοκτένη, είναι ενδεικτική του πνεύματος της εποχής. Ο Ιωάννης καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και έφτασε στην περιοχή στα μέσα του 12ου αιώνα, όταν ορίστηκε στον εκκλησιαστικό θρόνο των Θηβών. Στην διάρκεια του βίου του παρήγαγε ένα τεράστιο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο, το οποίο έγινε αιτία για την μετά θάνατον αγιοποίηση του. Εκτός από τις κοινωνικές ανάγκες, τις οποίες αντιμετώπισε με την ανέγερση νοσοκομείου, γηροκομείου, πτωχοκομείου και ξενώνα, προέβη σε πρωτοποριακές για την εποχή δράσεις, όπως η προσπάθεια αναβάθμισης της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία, μέσω της ανέγερσης σχολής θηλέων. Παρενέβη ακόμη και στην παραγωγική διαδικασία, όταν για παράδειγμα άλλαξε τον ρου του Ισμηνού ποταμού, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως κινητήρια δύναμη των υδρόμυλων της πόλης ή όταν κατασκεύασε γέφυρα για το πέρασμα του Ασωπού. Στο αμιγώς εκκλησιαστικό του έργο, φαίνεται ότι ανέπτυξε την Μητρόπολη Θηβών, στην οποία κατά την περίοδο εκείνη, υπάγονταν πέντε επισκοπές. Είναι εμφανές ότι η βούληση της κεντρικής εξουσίας ενθάρρυνε την ανέγερση ναών και  μοναστηριών στην ανατολική Στερεά, ακόμη και πολύ πριν την ανάδειξη του Ιωάννη στον μητροπολιτικό θρόνο. Ανάμεσα σε αυτών και της Ελεούσας, ενός λαμπρού έργου για την περιοχή της Σουβάλας. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ανακάλυψη, του μολυβδόβουλου του Ιωάννη, στην ανασκαφή των ερειπίων του αρχαίου ναού της Κραναίας Αθηνάς στην Ελάτεια. Ένα στοιχείο που προδίδει το ενδιαφέρον του ανώτερου κλήρου για την περιοχή και την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού σε αυτήν. 

Ο ναός της Παναγίας Ελεούσας ή Μαυρομαντήλας

Παναγία Ελεούσα ή Μαυρομαντήλα

            Η Παναγία Ελεούσα ή Μαυρομαντήλα, ανεγέρθηκε τον 12ο αιώνα, κατά την διάρκεια της δυναστείας των Κομνηνών. Βρίσκεται στον ευρύτερο χώρο των πηγών του Κηφισού και στα 100 μέτρα ανατολικά από αυτές. Ταυτόχρονα με την Ελεούσα, όπως προκύπτει από την ομοιότητα της τεχνικής, οικοδομήθηκε στις παρυφές του Ερώχου, το ναΐδριο του Αγίου Ιωάννη.
            Η επιλογή αυτή όμως, γεννά ένα ερώτημα. Το γιατί επιλέχθηκε η ανέγερση ενός ναΐσκου για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του οικισμού, ενώ η τόσο αξιόλογη, για τα δεδομένα της περιοχής Ελεούσα, τοποθετήθηκε σε ένα χώρο εκτός οικισμού, αφιερωμένου από την αρχαιότητα, στην παγανιστική λατρεία. Μια απάντηση ίσως δίνει το σκεπτικό του αρχιτέκτονα της Ελεούσας, ο οποίος σχεδίασε τον ναό, βάση φαινομενικά ξεπερασμένων για την εποχή εκείνη, προτύπων. Προέβλεψε δηλαδή στην κατασκευή, την ύπαρξη νάρθηκα, ο οποίος απομονωνόταν από τον κυρίως χώρο με βήλα [1].



[1] κουρτίνες

Βραχίονας στήριξης του ξύλινου άξονα ανάρτησης των βήλων

            Αυτή η παλαιοχριστιανικής προέλευσης αρχιτεκτονική διάταξη, κατά το τελετουργικό τυπικό, χρησίμευε στο να διαχωρίζει τους κατηχούμενους, δηλαδή τους υπό ένταξη στο εκκλησιαστικό σώμα πρώην ειδωλολάτρες, από το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας. Ο συνδυασμός των δύο αυτών παρατηρήσεων, δηλαδή η θέση του ναού και η ύπαρξη νάρθηκα, μας οδηγεί, στην κοινή για τις ορεινές περιοχές της Ελλάδας διαπίστωση, ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους, ακόμη και τον 12ο αιώνα δεν ήταν χριστιανοί. Ένα δεδομένο που ίσως εξηγεί και την σκοπιμότητα της ανέγερσης και αποστολής της Ελεούσας, το να αποτελέσει δηλαδή ένα σημαντικό χριστιανικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.
Το βυζαντινό ναΐδριο του Αγίου Ιωάννη



            Για την ονομασία της εκκλησίας, ο Σουβαλιώτης λόγιος Αντ. Αντωνίου παραπέμπει στον θρύλο που την περιβάλει, ο οποίος καταγράφεται στο Εθνικόν Ημερολόγιον του Κων. Σκόκου το 1908 (σελ. 300) :

¨ Εις παλαιοτέραν εποχήν, καθ΄ ήν η πόλις εστερείτο ύδατος και ναών, δύο νέοι ανδρειωμένοι ηράσθησαν εμμανώς κόρης τινός Ελεούσης ονόματι. Αύτη αμφιρρέπουσα ποίον να προτιμήσει έθηκεν ως όρον, είς μέν τον ένα να διατρήση τον βράχον μέχρις αναβλύσεως αφθόνου διά την πόλιν ύδατος είς τον έτερον δε την ίδρυσιν ναού καλλιμαρμάρου της Παναγίας.
Ο πρώτος δε όστις περατώσει το αναληφθέν έργον θα την ενυμφεύετο. Παρήρχοντο μήνες και χρόνοι και τα δύο ανδρειωμένα παλληκάρια ειργάζοντο ακούραστα. Τέλος, μίαν ημέραν, αναπήδησε μετά βοής από τα στέρνα του βράχου ύδωρ και ο νέος περιχαρής ώρμησε να ριφθεί είς τάς αγκάλας της επιδίκου νύμφης. Ταυτοχρόνως όμως, κατά πεπρωμένην ανεξιχνίαστον σύμπτωσιν ορμά και ο άλλος εκ του ετέρου μέρους, αφού ήδη έθεσε και τον τελευταίον λίθον επί του ωραίου ναού! Έν τη θυελλώδει δε φιλονικεία περί του τις επεράτωσε πρώτος το εαυτού έργον, συμπλέκονται και εβρίσκουν αμοιβαίως τον θάνατον υπό τα όμματα της καταπλήκτου κόρης. Έκτοτε η μέν πηγή ονομάζεται Αγία Ελεούσα, ο δε ναός φέρει το όνομα της Μαυρομαντήλας ως εκ του πένθους της κόρης¨

Ξέχωρα όμως από τους όμορφους θρύλους και τα λογοτεχνήματα, το αρχέτυπο της Παναγίας Ελεούσας, στην οποία αφιερώθηκε ο ναός της Σουβάλας, έχει μια πολύ διαφορετική προέλευση.


Η Υπεραγία Θεοτόκος Ελεούσα του Βλαντιμίρ.
Πιθανά μια παρόμοια εικόνα κοσμούσε την Ελεούσα Σουβάλας.

Η παράδοση αποδίδει την αγιογράφηση της Θεοτόκου Ελεούσας στον Ευαγγελιστή Λουκά. Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η πεποίθηση είναι αληθής, υποδεικνύει εντούτοις την ανατολική καταγωγή του εικονογραφικού προτύπου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι μέχρι και τον 12ο αιώνα, το εορταστικό τυπικό των θρησκευτικών ιδρυμάτων που λάμπρυναν από την παρουσία της, ακολουθούσε το παλαιστινιακό ημερολόγιο. 
 Η εικόνα υπήρχε από παλιά στην Κωνσταντινούπολη, σε ναό αφιερωμένο σε Αυτή, αλλά φαίνεται ότι καθιερώνεται ως λατρευτικό πρότυπο μετά τα χρόνια της Εικονομαχίας, στα τέλη του 9ου αιώνα. Τον 11ο αιώνα όμως, αναδεικνύεται ως ένα από τα κορυφαία, εκφράζοντας μέσω της καλλιτεχνικής του προσέγγισης, τις αναγεννησιακές και ουμανιστικές τάσεις της εποχής των Kομνηνών. Ο βαθιά ανθρώπινος και συναισθηματικά φορτισμένος εικονογραφικός τύπος της Eλεούσας, θέλει τις δυο μορφές που απαρτίζουν την σύνθεση, να βρίσκονται πολύ κοντά, με τον μικρό Χριστό να πιέζει τρυφερά το πρόσωπο της μητέρας του, σπάζοντας τα αυστηρά πρότυπα της βυζαντινής παράδοσης. Η υιοθέτηση του από τους ίδιους τους αυτοκράτορες, όταν αφιέρωσαν στην χάρη Της ένα κορυφαίο εκκλησιαστικό ίδρυμα, βοήθησε στην διάδοση του στον ελληνικό χώρο. Ένας από αυτούς τους ναούς, αφιερωμένους στην Θεοτόκο Ελεούσα, ήταν και ο ναός της Σουβάλας.


Η παλαιότερη εικόνα του τύπου αυτού, είναι ένα αντίγραφο του 11ου αιώνα, γνωστή ως η "Θεοτόκος του Βλαντιμίρ". Αρχικά βρισκόταν στον ναό της Ελεούσας, στο συγκρότημα της μονής του Χριστού Παντοκράτορος, στην Κωνσταντινούπολη. Το 1131 μεταφέρθηκε στο Κίεβο, ως γαμήλιο δώρο προς τον πρίγκιπα Βλαδίμηρο και αρχικά τοποθετήθηκε στη γυναικεία μονή του Βόσγκοροντ. Από το 1395 η εικόνα μεταφέρθηκε οριστικά στη Μόσχα, όπου τιμήθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα κειμήλια της Ρωσικής Εκκλησίας. Ενδεικτικό του σεβασμού των Ρώσων προς αυτή, είναι το ότι μπροστά της ανακηρύσσονταν οι Πατριάρχες και στέφονταν οι Τσάροι.
Το συγκρότημα της μονής του Χριστού Παντοκράτορος, βρίσκεται στο λόφο πίσω από το υδραγωγείο του Ουάλη και αποτέλεσε το κορυφαίο εκκλησιαστικό ίδρυμα την εποχή της βασιλείας του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118 - 1143), γιου και διαδόχου του Αλεξίου του Α΄. Οικοδομήθηκε σταδιακά από το 1118 έως το 1136, από τον ίδιο και την σύζυγο του Ειρήνη και περιελάμβανε την εκκλησία του Χριστού Παντοκράτορα στα νότια, την Παναγία Ελεούσα στα βόρεια και το παρεκκλήσιο του αρχάγγελου Μιχαήλ στο κέντρο. Το μεγαλόπρεπο αυτοκρατορικό ίδρυμα ήταν το πλουσιότερο και μεγαλύτερο εκτός των ανακτόρων, προβάλλοντας με τον καλύτερο τρόπο, την υπεροχή του αυτοκράτορα έναντι των αντιπάλων του και το γεγονός ότι έχει επιλεγεί για να βασιλεύει. Ήταν τέτοια δε η δυναστική σημασία του, ώστε αποτέλεσε το μαυσωλείο της αυτοκράτειρας Ειρήνης, του ιδίου του Ιωάννη και αργότερα του Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού και του Μανουήλ Β΄ του Παλαιολόγου. Μετά την άλωση του 1453 η μονή μετετράπη σε ιεροδιδασκαλείο, μένοντας μέχρι σήμερα γνωστό με την ονομασία Ζεϋρέκ τζαμί [1].



 Κάτοψη της Παναγίας Ελεούσας Πολυδρόσου


[1] Molla Zeyrek Camii

Όπως προείπαμε, η τραγική ήττα του Μάτζικερτ και η απώλεια ενός μεγάλου μέρους της Μ. Ασίας, ήταν γεγονότα τα οποία συγκλόνισαν τον βυζαντινό κόσμο. Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν, η τέχνη εξέφρασε όλο το πάθος και την οδύνη του διαφαινόμενου τέλους. Η καλλιτεχνική δημιουργία άρχισε να πλημμυρίζει με συναίσθημα, ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής στροφής προς τον ουμανισμό και η αρχαία σοφία αναβίωνε στην διανόηση και την τεχνική. Τα χαρακτηριστικά αυτά, δημιούργησαν την υστεροβυζαντινή περίοδο μια ιδιαίτερη αισθητική προσέγγιση που ονομάστηκε κομνήνεια τέχνη.
Ως αναφορά την ναοδομία, το νέο αυτό ρεύμα δεν θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τα χαρακτηριστικά της. Και αυτό, διότι η εκκλησία εκείνη την περίοδο, είχε μια πλήρως αποκρυσταλλωμένη λειτουργία και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία των ναών, ήταν εναρμονισμένα με τις επιταγές της Ορθοδοξίας. Οι τεχνίτες που έζησαν και εργάστηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα, είχαν ως πρότυπα τους τα υψηλής ποιότητας και αισθητικής έργα των αρχαίων συναδέλφων τους, τα οποία βρισκόντουσαν διάσπαρτα παντού. Το ύφος της τεχνικής τους, επηρεάστηκε είτε από τις δογματικές ζυμώσεις που κατά καιρούς ταλάνιζαν την εκκλησία ή από την βαριά περιρρέουσα ατμόσφαιρα των αρνητικών ιστορικών εξελίξεων και φυσικά από την οικονομική δυσπραγία.
Στην Ελεούσα της Σουβάλας, μπορούμε να διακρίνουμε πολλά από τα στοιχεία αυτής της περιόδου. Η δωρικότητα των κιόνων, αποκαλύπτει την στροφή προς τα αρχαϊκά πρότυπα, ενώ η τεκτονικότητα των σχημάτων, σκιαγραφεί την ψυχολογία των ανήσυχων εκείνων χρόνων. Η αντίθεση στην τοιχοδομία, μεταξύ των φινιρισμένων μονόλιθων της αρχαιότητας, στο εξωτερικό και της βυζαντινής λιθοδομής στο εσωτερικό, προδίδει την πενία των πόρων, τα σκαλιστά χριστιανικά μοτίβα, είναι απομεινάρια της Εικονομαχικής έριδας, ακόμη και η τοποθεσία που θεμελιώθηκε η Ελεούσα, στον ίδιο λατρευτικό χώρο και αντίθετα από τον ειδωλολατρικό ναό, δηλώνει την αποφασιστικότητα για την επικράτηση του χριστιανισμού. Ο ναός διαθέτει επίσης ένα σπάνιο αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό, του οποίου η προέλευση δεν έχει εξηγηθεί. Παρατηρώντας την κάτοψη του, διακρίνουμε ότι η εγκάρσια κεραία του σταυρού προεκτείνεται προς τα δυτικά, με την προσθήκη δυο κιόνων. Το μόνο που γνωρίζουμε γι’ αυτή την ιδιομορφία, είναι το ότι ανάλογες διαφοροποιήσεις, παρατηρούνται κυρίως στην Μ. Ασία και σε νησιά του Αιγαίου. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε, ότι αυτό είναι ένα στοιχείο που ίσως σχετίζεται με την καταγωγή ή την εργασιακή εμπειρία του πρωτομάστορα και αρχιτέκτονα της. Έτσι ανακαλύπτουμε ότι οι τεχνίτες της Ελεούσας, αποτύπωσαν ακούσια στα δημιουργήματα τους και αφηγούνται μέσω αυτών, την ιστορία της εποχής τους.


Η σύγκριση των κατόψεων, ενός προτύπου του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού στα αριστερά, με την Παναγία Ελεούσα.


Αναστάσιος Ορλάνδος

Η Ελεούσα μετά την βυζαντινή περίοδο εγκαταλείφθηκε και παρήκμασε. Σε αυτό συνέτειναν διάφορα γεγονότα, όπως η είσοδος των Δυτικών στον ελληνικό χώρο που συνοδεύτηκε από την εκδίωξη των Ορθόδοξων και την εγκατάλειψη ή μετατροπή των ναών τους σε Καθολικούς και την μετοίκηση του πληθυσμού από τον Έρωχο, στην Σουβάλα. Η έντονη σεισμική δραστηριότητα της περιοχής, ήταν ένας ακόμη παράγοντας, αφού έγινε αιτία να καταστραφούν ακόμη και μεγάλες πόλεις, όπως το Ζητούνι.    
Θα λέγαμε ότι ο σημαντικός, για την περιοχή ναός, εξαφανίστηκε όχι μόνο από την κοινωνική και θρησκευτική ζωή του τόπου αλλά και ως ιστορική αναφορά. Έτσι βρέθηκε στην αφάνεια, ώσπου τον επισήμανε ο Αναστάσιος Ορλάνδος, διευθυντής αναστηλώσεως αρχαίων και ιστορικών μνημείων της Ελλάδας (1920 – 1958), καθηγητής αρχιτεκτονικής και βυζαντινής αρχαιολογίας και ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Με πρωτοβουλία του, ο χώρος ανασκάφηκε πρόχειρα και καθαρίστηκε τον Μάιο του 1965 από την Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεων, με την βοήθεια και των Σουβαλιωτών.


Αναμνηστική φωτογραφία από τις ανασκαφικές εργασίες του 1965

Σουβαλιώτες επιδεικνύουν κιονόκρανα της Ελεούσας κατά την διάρκεια των εργασιών


Οι εργασίες αυτές αποκάλυψαν έναν σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό του ελλαδικού τύπου, με εξωτερικές διαστάσεις 19,95 x 10,40 μέτρα, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των δομικών του στοιχείων, όπως κίονες και κιονόκρανα, λαξευτά υπέρθυρα, με περίτεχνα χριστιανικά μοτίβα και εντυπωσιακούς μονόλιθους, οι οποίοι αποτελούσαν την εξωτερική τοιχοδομία.
Η πλειονότητα των μελών αυτών προήλθαν από τον αρχαιοελληνικό ναό και εφαρμόστηκαν στον βυζαντινό σε δεύτερη χρήση. Χαρακτηριστική, είναι η ύπαρξη ενός κιονόκρανου που εικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία και δεν ανήκει στο σύνολο του ναού. Ο διάκοσμος του φέρει τα λογχοειδή φύλλα ενός υδροχαρούς φυτού, του καλάμου. Το παλαιότερο δείγμα του σπάνιου αυτού καλλιτεχνικού θέματος, το συναντάμε στα κιονόκρανα που κοσμούσαν τις εισόδους του Ωρολογίου του Κυρρήστου ή τους "Αέρηδες", όπως είναι γνωστό το κτήριο που κοσμεί την ρωμαϊκή αγορά της Πλάκας, στην Αθήνα. Το κιονόκρανο αυτό προέρχεται από τον αρχαίο ναό του Κηφισού και αφέθηκε από τους μάστορες της Ελεούσας, λόγω των δεισιδαιμονικών αντιλήψεων της εποχής περί αποτροπής του κακού. Τα υπόλοιπα μέλη, όπως οι κίονες και τα κιονόκρανα, κατασκευάστηκαν επί τόπου από μονόλιθους που εξήχθησαν στο αρχαίο λατομείο που βρίσκεται στην θέση Σεντούκα.  


Σχέδιο κιονόκρανου από το Ωρολόγιον του Κυρρήστου
J. Stuart, N. Revett, Les Antiquités d’ Athènes mesurées et dessinée, vol Ι, Paris, 1808.

            Από το πλακόστρωτο δάπεδο του ναού, αποκαλύφθηκαν ελάχιστα τμήματα. Αυτό είχε καταστραφεί παλαιότερα από λαθρανασκαφείς, οι οποίοι βασιζόμενοι σε μύθο που λεγόταν μέχρι πρόσφατα, θεωρούσαν ότι εκεί υπήρχε θαμμένη η χρυσή άμαξα του Ηνίοχου των Δελφών. Τελικά η κατάσταση των ευρημάτων, έδωσε την δυνατότητα στην ανασκαφική ομάδα, να αποκαταστήσει την Αγία Ελεούσα στην σημερινή της μορφή.
Την ίδια περίοδο μια μαθήτρια του Ορλάνδου, η Χαρίκλεια Μπάρλα, θέλοντας να τιμήσει τον δάσκαλό της εκπόνησε μια εκτενή μελέτη του ναού, η οποία δημοσιεύτηκε το 1967 με τίτλο “Χαριστήριον εις Α. Κ. Ορλάνδον – Ο Βυζαντινός Ναός της Σουβάλας”
            Στην μελέτη της, παρά την απόκλιση ορισμένων επιστημονικών της διαπιστώσεων, σε σχέση με τα σύγχρονα δεδομένα, παρουσιάζει εκτενώς το οικοδόμημα και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του όπως, η κάτοψη, η τοιχοποιία, τα γλυπτά διακοσμητικά στοιχεία, τα λαξευτά θυρώματα και υπέρθυρα. Από την σύγκρισή τους με ανάλογα δημιουργήματα της περιόδου, εξάρει την καλλιτεχνική ανωτερότητα, καθώς και το γενικότερο ύφος του ναού που παραπέμπει στην κλασική λιτότητα και σε μία σπάνια, θεολογικής φιλοσοφίας, ατμοσφαιρικότητα που διακρίνει την αισθητική του.
Σήμερα η Παναγία η Μαυρομαντήλα, είναι στην κατάσταση που αφέθηκε το 1965. Η Χ. Μπάρλα στον επίλογο της μελέτης της τελειώνει :

“Παρουσιάζοντας το ωραίον τούτο μνημείον της Φωκίδος, διατυπούμεν την θερμήν ευχήν και συγχρόνως τονίζομεν την ανάγκην να αναστηλωθή και συντηρηθή το αξιόλογον τούτο μνημείον όσον το δυνατόν ταχύτερον”
Είσοδος του κυρίως ναού

Άνω, υπέρθυρο και βάση θυρώματος



Στην μέση το εσωτερικό του ναού και κάτω λαξευτό υπέρθυρο




Οι Φράγκοι
  
            Τον 11ο αιώνα η εξάπλωση των Τούρκων και οι συνεχείς πολεμικές τους επιχειρήσεις, έθεταν σε μεγάλο κίνδυνο την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, οι Κομνηνοί στράφηκαν προς τη Δύση, αναζητώντας συμμαχίες. Αναγκάστηκαν τότε να παραχωρήσουν με χρυσόβουλα, σημαντικά προνόμια σε Βενετούς και άλλους εμπόρους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν η άρση των δασμολογικών επιβαρύνσεων στα προϊόντα τους. Σε αντάλλαγμα αυτών, οι Δυτικοί παρείχαν προστασία μέσω του στόλου τους, ο οποίος υπερασπιζόταν σημαντικά εμπορικά κέντρα μέσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.  Δυστυχώς, η πολιτική των Κομνηνών συνέτεινε στην οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση της παραγωγικής βάσης της αυτοκρατορίας, αφού οι βυζαντινοί έμποροι μην μπορώντας να αντέξουν τον ανταγωνισμό των δυτικών, εκτοπίστηκαν. Ως αποτέλεσμα ήταν η Βενετία και η Γένοβα στα τέλη του 12ου αιώνα, να διαχειρίζονται όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο της αυτοκρατορίας, να έχουν δημιουργήσει εμπορεία και κοινότητες σε όλα τα βασικά σημεία της και με τα προνόμια που έχουν αποκτήσει, να αναδειχθούν σε κράτος εν κράτει.
Έτσι οι Δυτικοί πήραν υπό τον έλεγχο τους τις σημαντικότερες περιοχές της αυτοκρατορίας, θέτοντας τις βάσεις για την επερχόμενη κυριαρχία τους. 

Θυρεός του Δουκάτου των Αθηνών

            Την ίδια εποχή, οι ευγενείς της Ευρώπης συγκέντρωναν τις δυνάμεις τους για να εξαπολύσουν την Δ΄ Σταυροφορία. Σκοπός, η απελευθέρωση των Ιεροσολύμων από τους μωαμεθανούς. Ευκαιρία, η τακτοποίηση των δευτεροκλασάτων γόνων και ευγενών με την δημιουργία νέων ηγεμονιών. Μια αστραφτερή στρατιά Βουργούνδιων, Φλαμανδών και Λομβαρδών ευγενών, Γερμανών ιπποτών, βάρβαρων τυχοδιωκτών, Καταλανών και Ναβαρραίων στρατιωτών, Φλωρεντινών τραπεζιτών, Ναπολιτάνων αυλικών, πονηρών Βενετσιάνων και Γενουατών μεγαλεμπόρων, ακολουθούμενων από ένα πλήθος Γαλλίδων ευγενών κυριών που θα διασφάλιζε την διαιώνιση των οίκων και των τίτλων, συνάντησε μια ημέρα του 1204 στο διάβα του, την Κωνσταντινούπολη. Από εκείνη την στιγμή, άρχισε να εκτυλίσσεται η ιστορία της Λατινοκρατίας που επί 250 χρόνια θα προκαλούσε μια ανεπανόρθωτη τραγωδία.
            Οι Σταυροφόροι καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη, λεηλατούν τον χιλιόχρονο πολιτισμό της και καταλύουν την αυτοκρατορία. Η πρώτη επίσημη πράξη των νικητών, ήταν φυσικά η διανομή των βυζαντινών εδαφών που έμεινε στην ιστορία με την ονομασία Partitio Terrarum Imperii Romania. Σύμφωνα με αυτή, ο Φράγκος Βονιφάτιος, μαρκήσιος του Μομφερά (Bonifacio del Montferrato) χρίζεται ηγεμόνας του βασιλείου της Θεσσαλονίκης. Σχεδόν αμέσως οργανώνει την κατάληψη της ελληνικής χερσονήσου προς το νότο. Οι Βυζαντινοί στερημένοι μιας φυσικής ηγεσίας, προβάλουν ανεμική έως και ανύπαρκτη αντίσταση, έτσι η στρατιωτική επιχείρηση μετατρέπεται σε ένα ένοπλο περίπατο. Σε αυτό το εγχείρημα είχε συμμάχους και άλλους ευγενείς, στους οποίους ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους, θα διένειμε σύμφωνα με το φεουδαρχικό σύστημα, τις κατακτημένες περιοχές. Φυσικά οι νέες ηγεμονίες, θα διατηρούσαν την υποτέλεια τους στον Βονιφάτιο.
Έτσι δημιουργήθηκαν τα λατινικά κρατίδια στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Η ανατολική Στερεά μοιράστηκε σε τρεις ευγενείς. Ο Othon de la Roche, ανακηρύχθηκε "Sire d' Athenes" [1], αναλαμβάνοντας το Δουκάτο των Αθηνών και Θηβών, ο Guy Pallavicini ορίστηκε ηγεμόνας της Μαρκιονίας της Βοδονίτσας [2], ενώ στα όρια με την Θεσσαλία δημιουργήθηκε το φέουδο των Νέων Πατρών [3]. Οι τίτλοι που απονεμήθηκαν δεν ήταν τυχαίοι. Ο τίτλος του Δούκα κατά το δυτικό αξιακό σύστημα, εννοούσε και τον στρατιωτικό διοικητή, ενώ ο υποδεέστερος τίτλος του Μαρκησίου, προερχόταν από τον βυζαντινό τίτλο του Ακρίτα και αποδίδονταν τιμητικά σε διοικητές παραμεθόριων περιοχών, στους οποίους εμπιστεύονταν την ασφάλεια των συνόρων. Και πράγματι η Μαρκιονία της Βοδονίτσας, αποτέλεσε το αμυντικό προπύργιο των νότιων ηγεμονιών, αφού αρκετές φορές στην ιστορία της απέτρεψε τις επιδιώξεις των εχθρών τους.
 Το πέρασμα από την βυζαντινή στην φράγκικη κυριαρχία, οι Έλληνες το βίωσαν με ειρηνικό τρόπο, αφού δεν υπήρξε αντίσταση. Οι Φράγκοι με την εγκαθίδρυση τους κατέλυσαν τις βυζαντινές αρχές και έθεσαν υπό τον έλεγχο τους, περιοχές με γεωστρατηγικό, παραγωγικό ή εμπορικό ενδιαφέρον. Στα στενά όρια της περιοχής του ανατολικού Παρνασσού, στην οποία δεν υπήρχαν αστικά κέντρα με βιοτεχνική παραγωγή, εμπορικά λιμάνια ή άλλη πλουτοπαραγωγική πηγή, κατέλαβαν την λιγοστή καλλιεργούμενη γη του κάμπου του Κηφισού. Παραχωρώντας την ως αποζημίωση σε σταυροφόρους ευγενείς χαμηλότερων βαθμίδων, δημιούργησαν δυο μικρότερα φέουδα, υποτελή στο Δουκάτο Αθηνών και Θηβών, με πρωτεύουσα την Θήβα. Ένα στην Γραβιά και ένα αγροτικό φέουδο στην Αμφίκλεια.
Το φέουδο της Γραβιάς, αρχικά ανήκε στην δικαιοδοσία των Νέων Πατρών και στον οίκο των Saint Omer. Πρώτος ηγεμόνας του ήταν ο Ιάκωβος, ο οποίος έλαβε την Γραβιά, ως αποζημίωση για την συμμετοχή του στην Δ΄ Σταυροφορία. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Νικόλαος Α΄, μέσω του οποίου η οικογένεια των de la Roche απέκτησε κληρονομικό δικαίωμα στον τίτλο, αφού ο Νικόλαος νυμφεύθηκε ένα μέλος της.
Άλλαξε όμως χέρια πολλές φορές, αφού η θέση του έτυχε να βρίσκεται στα όρια της πολεμικής γραμμής, μεταξύ του βυζαντινού Δεσποτάτου της Ηπείρου και των Φράγκων. Έτσι επανακτήθηκε από το Δεσποτάτο, πέρασε στην ηγεμονία της Μεγάλης Βλαχίας, όταν αυτή αποσπάστηκε από το βυζαντινό κρατίδιο, καταλήγοντας οριστικά στον οίκο των de la Roche, Δουκών της Αθήνας και της Θήβας. Η έδρα του ηγεμόνα, βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα είναι κτισμένο το χωριό Καστέλια. Μια ονομασία η οποία προέρχεται από την λατινική castellia και δόθηκε αργότερα, κατά την διάρκεια της Καταλανικής κυριαρχίας, όταν τον φράγκο ηγεμόνα αντικατέστησε Καταλανός φρούραρχος, ο castellanus.
Η έτερη ηγεμονία, είχε ως έδρα της τον πύργο που βρίσκεται στην σημερινή Αμφίκλεια. Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο η κατοπινή κωμόπολη, πήρε την ονομασία Δαδί, από το λατινικό Dado που σημαίνει κλουβί.
Δεν γνωρίζουμε αν η Σουβάλα υπήρξε εκείνη την εποχή στην υποτέλεια κάποιου φέουδου. Στην οποιαδήποτε περίπτωση όμως, αυτή θα ήταν μιας ελάσσονος σημασίας ηγεμονία. Το πιο πιθανό, είναι ο κάμπος της να υπάχθηκε στην εκμετάλλευση κάποιου φεουδάρχη και ο πύργος των Μανταμιών να χρησιμοποιήθηκε ως φυλάκιο, το οποίο στρατιωτικά υπαγόταν στην Βοδονίτσα. Όπως φαίνεται, οι Φράγκοι διατήρησαν το βυζαντινό αμυντικό σύστημα της περιοχής. Γεγονός που αποδεικνύεται από τις επιλογές της κεντρικής ηγεσίας, η οποία προχώρησε στην επισκευή των πύργων που διέτρεχαν την κοιλάδα του Κηφισού, χρησιμοποιώντας άλλους ως φυλάκια και άλλους ως κατοικίες τοπικών αρχόντων. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν οι πύργοι της ακρόπολης της Λίλαιας, της Δρυμαίας, της Αμφίκλειας και της Βελίτσας. Ανήγειραν δε το κάστρο Βοδονίτσας, ως εποπτεύον στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο.             
  
[1] Κύριος των Αθηνών
[2] Μενδενίτσας
[3] Υπάτης

 Ο Βονιφάτιος, επέλεξε την τοποθεσία της Βοδονίτσας, που δέσποζε από την κορυφή του όρους Καλλίδρομος, για να ιδρύσει την μαρκιονία. Αιτία αυτής του της απόφασης, ήταν η πανάρχαια ανάγκη ελέγχου, του νευραλγικού σημείου των Θερμοπυλών και του κάμπου του Κηφισού, με σκοπό την δημιουργία ενός αμυντικού προμαχώνα των νότιων περιοχών. Το πόσο σημαντική ήταν η θέση και η αποστολή του νέου κρατιδίου, φάνηκε και από την επιλογή του μαρκήσιου Guy Pallavicini ως τοπικού άρχοντα. Έμπιστου όχι μόνο του ιδίου, αλλά και αργότερα αποκλειστικού συμβούλου της χήρας του.
            Και πράγματι, η προνοητικότητα του Βονιφατίου, αλλά και οι στρατιωτικές ικανότητες του Guy δεν άργησαν να επιβεβαιωθούν. Σχεδόν αμέσως μετά την εγκαθίδρυση των Φράγκων, το βυζαντινό Δεσποτάτο της Ηπείρου ξεκινά μια πολυετή προσπάθεια, ανακατάληψης της ελληνικής χερσονήσου, με τελικό στόχο την ανάσταση της χαμένης αυτοκρατορίας. Ο Θεόδωρος Α΄ από το 1211 σαρώνει τα λατινικά φέουδα της κεντρικής Ελλάδας, με αποκορύφωμα την κατάληψη της Θεσσαλονίκης το 1224. Επόμενος στόχος του ήταν οι ηγεμονίες του νότου. Στην Βοδονίτσα όμως ο Guy προβάλει λυσσαλέα αντίσταση, ακυρώνοντας τα σχέδια του Θεόδωρου και σώζοντας ουσιαστικά, το δουκάτο της Αθήνας, το πριγκιπάτο της Αχαΐας και την βαρονία Σαλώνων.      Οι συγκρούσεις μεταξύ  βυζαντινών και λατινικών κρατιδίων διήρκεσαν μέχρι το 1311, όταν η Καταλανική Κομπανία υποχρέωσε τους Φράγκους σε μία οδυνηρή ήττα. Σε εκείνη την μάχη εξοντώθηκε σχεδόν το σύνολο των δυτικών ηγεμόνων του ελληνικού χώρου, ανάμεσα σε αυτούς και ο τελευταίος του οίκου των Pallavicini. Η χήρα του στην συνέχεια νυμφεύθηκε τον άρχοντα της Καρπάθου Andrea Cornaro, ο οποίος με αυτό τον τρόπο κληρονόμησε την Βοδονίτσα. Η μαρκιονία κατέληξε στην βενετική οικογένεια των Zorzi, οι οποίοι την κράτησαν τον τίτλο μέχρι την πλήρη προσάρτηση της στην Οθωμανική αυτοκρατορία.  

Η επικράτεια του Δουκάτου των Αθηνών το 1300,
στον χάρτη διακρίνεται το κάστρο της Βοδονίτσας.


            Η σειρά των ηγεμόνων που εξουσίασαν την περιοχή, αναφέρεται στο έργο ενός Γαλαξιδιώτη λογίου, του Κωνσταντίνου Σαθά, στο ακόλουθο κείμενο : 

"Επειδή δ΄ ανεφέρομεν, εν τω περί κομητείας των Σαλόνων,
και την κατά τους αυτούς χρόνους συσταθείσαν μαρκιωνίαν
της Βουδονίτσης, επισυνάπτομεν τα ονόματα των γνωστών
ημίν μαρκιώνων` και του εν Ελλάδι Φραγκικού τούτου τιμαρίου.

α) Γουΐδος Παλλαβίκιος, πρώτος, υπό του Βονιφατίου Μομφεράτου,
μαρκίων της Βουδονίτσης, αναρρηθείς` εν έτει 1210 κατέλαβε
το Ζητούνιον.

β) Ουβερτίνος, αποστατήσας εν έτει 1258,
μετά του αυθέντου των Αθηνών` εν δε έτει 1264 βοηθήσας
τον Βιλλαρδουΐνον εις τον κατά των Ελλήνων πόλεμον.

γ) Αντώνιος Φλαμίγγος, αυθέντης εν πρώτοις του Γαρδικίου
(Carditzae)` νυμφεφθείς δε την Ισαβέλλαν, θυγατέρα του
Γουΐδου, πρώτου μαρκίωνος, εκληρονόμησε και το φρούριον
της Βουδονίτσης.

δ) Ιωάννης, υιός του προρρηθέντος, εν έτει 1301 βαΐλος των
Νέων Πατρών διορισθείς.

ε) Αλβέρτος Παλλαβικίνος, εν έτει 1310.

ς) Γουλιέλμος, 1310 - 1358.

ζ) Ιάκωβος, εκδιωχθείς υπό των Τούρκων (1413)` εν δ΄ έτει
1416, υπό των Ενετών ανεκαθιδρύθη μαρκιών της Βουδονίτσης.

η) Νικόλαος, αποθανών εν έτει 1436.

θ) Όθων, υπό των Ενετών εν έτει 1436, τιμαριούχος της
Καρύστου διορισθείς.

ι) Ιωάννης Β΄, τελευταίος μαρκιών της Βουδονίτσης` εκδιωχθείς
προεχειρίσθη έπαρχος (rector) της Ίμβρου` εν δ΄ έτει 1470
υπό των Τούρκων καθηρέθη και εσφάγη."

(Σαθάς Κ., Χρονικόν Ανέκδοτον Γαλαξειδίου)
  
            Με την βοήθεια όμως της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας, η σειρά της διαδοχής των ηγεμόνων της Βουδονίτσας, διαμορφώθηκε ως εξής : 

Guido Pallavicini (1204-1237). Ιδρυτής της μαρκιονίας της Βουδονίτσας.

Ubertino Pallavicini (1237-1278). Διαδέχθηκε τον πατέρα του.

Isabella Pallavicini (1278-1286). Διαδέχθηκε τον αδελφό της Ubertino.

Tomaso Pallavicini (1286-1309). Κατέλαβε το κάστρο της Βουδονίτσας, μετά το θάνατο της άτεκνης εξαδέλφης του Ισαβέλλας, όταν ο σύζυγος της προσπάθησε να σφετεριστεί τον τίτλο.

Alberto Pallavicini (1309-1311). Γιος του Tomaso. Σκοτώθηκε στη μάχη Κηφισού το 1311.

Andrea Cornaro (1312-1327). Έλαβε τον τίτλο ως δεύτερος σύζυγος της Maria dalle Carceri, χήρας του Alberto. Πέθανε άτεκνος.

Guglielma Pallavicini (1311-1358). Έλαβε τον τίτλο ως κόρη του Alberto.  

Nicolo Zorzi (-1334). Έλαβε τον τίτλο ως σύζυγος, από τον δεύτερο γάμο της Guglielma Pallavicini. 

Francesco Zorzi (1335-1388). Διαδέχθηκε τον πατέρα του. Επί εποχής του η μαρκιονία γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή της.

Giacomo Zorzi (1388-1410). Διαδέχθηκε τον πατέρα του. Σκοτώθηκε από τον πασά Musa το 1410, όταν το φρούριο της Βοδονίτσας κατελήφθη από τους Τούρκους. 

Nicolo Zorzi (1410-1436). Γιος του Giacomo. Κρατήθηκε ως αιχμάλωτος στην αυλή του σουλτάνου στην Αδριανούπολη, μετά την κατάληψη της Βουδονίτσας. Όμως αφέθηκε ελεύθερος και αποκαταστάθηκε με παρέμβαση των Ενετών. Όταν η μαρκιονία ξαναέπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1414, κατέφυγε στη Βενετία. Η αποκατάσταση του, αποτελούσε όρο της συνθήκης που συνάφθηκε από τον Σουλτάνο και τους Ενετούς, αλλά ο Nicolo παραχώρησε τον τίτλο στον συνονόματο θείο του.

Nicolo Zorzi (1436-1440). Γιος του Francesco. Ο τίτλος του παραχωρήθηκε από τον ανιψιό του. Ορίστηκε ως πρέσβης της Βενετίας στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Sigismund και του σουλτάνου Μουράτ Β΄. Δολοφονήθηκε με δηλητήριο, κατά παραγγελία το σουλτάνου.

Giacomo II Zorzi (1440-1447). Διαδέχτηκε τον πατέρα του.

Antonio Zorzi (1447-1470). Διαδέχτηκε τον πατέρα του και διατήρησε τυπικά τον τίτλο, έως το 1470.

           Οι Φράγκοι, όπως ελέχθη, αρχικά έγιναν δεκτοί από τον λαό με ανακούφιση, αφού το διοικητικό κενό στο οποίο είχε περιπέσει η αυτοκρατορία, πριν την κατάλυση της από τους Σταυροφόρους, είχε δώσει χώρο σε τοπικούς ηγεμόνες να εκμεταλλεύονται τον λαό και να επιβάλλουν ληστρική φορολόγηση. Τους "θρασείς", όπως ονόμασε σε έργο του ο Μητροπολίτης Μιχαήλ Ακομινάτος, πραίτορες και φορολόγους. Παράλληλα οι κατακτητές δεν επεδίωξαν να καταστρέψουν τις υπάρχουσες δομές, έτσι παρά το ότι συνέβαιναν ιστορικές αλλαγές, η ζωή συνεχιζόταν ομαλά.
Σύντομα όμως άρχισαν να δημιουργούνται σοβαρές κοινωνικές ανακατατάξεις, όταν για παράδειγμα, οι Έλληνες αποκλείστηκαν από κάθε διοικητική αρμοδιότητα ή οι μέχρι τότε ανεξάρτητοι καλλιεργητές των βυζαντινών τιμαρίων, μετατράπηκαν σε δουλοπάροικους, σύμφωνα με το δυτικό φεουδαρχικό σύστημα. Ταυτόχρονα γίνονταν αισθητές και οι θρησκευτικές διαφορές. Ορθόδοξοι Αρχιεπίσκοποι, Μητροπολίτες, ακόμη και κληρικοί εξορίστηκαν και στην θέση τους ορίστηκαν Καθολικοί, ενώ δυτικά ιερατικά τάγματα, όπως οι Ιωαννίτες και οι Ναΐτες, κατέλαβαν περιοχές και μοναστήρια. Εντούτοις, παρά την έκπτωση που υπέστησαν οι Έλληνες σε κοινωνικά και θρησκευτικά ζητήματα, η φράγκικη κυριαρχία εξασφάλισε ένα σχετικά ειρηνικό περιβάλλον, στο οποίο άνθισε το εμπόριο και η αγροκτηνοτροφική παραγωγή. Ως αποτίμηση θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η παρουσία τους δεν άφησε κάτι αξιόλογο στην κοινωνία και ως εκ τούτου ξεχάστηκε γρήγορα. 

      
   Η Καταλανική εκδίκηση

Θυρεός της Καταλανικής Εταιρείας

       Η Φραγκική κυριαρχία θα λήξει στις 15 Μαρτίου 1311, όταν στην φοβερή μάχη του Κηφισού, που διεξήχθη μεταξύ του Μεγάλου Δούκα των Αθηνών Walter de Brienne και της Καταλανικής Εταιρείας (Societate Catallanorum) ή Μεγάλης Καταλανικής Κομπανίας, οι Ισπανοί αναδείχθηκαν νικητές.
       Η Μεγάλη Καταλανική Εταιρεία ή Κομπανία, κατά την απόδοση του όρου στα Ισπανικά, ήταν ένα μισθοφορικό στρατιωτικό σώμα Ισπανών που έδρασε, αρχικά στην Μικρά Ασία και στην συνέχεια στην ηπειρωτική Ελλάδα. Δημιουργήθηκε το 1302 από τον Roger de Flor (Ροζέ ντε Φλορ), με σκοπό να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο, για να αντιμετωπίσει την ολοένα αυξανόμενη απειλή των Οθωμανών.
      Η Κομπανία φτάνει το 1303, με 36 πολεμικές γαλέρες, οι οποίες μεταφέρουν 2500 στρατιώτες και 4500 αμάχους και εγκαθίσταται στην Μ. Ασία. Στα επόμενα δύο χρόνια, αποδεικνύουν τις στρατιωτικές τους ικανότητες, συντρίβοντας σε πολυάριθμες μάχες τους Οθωμανούς. Όμως οι Καταλανοί, αντιλαμβανόμενοι το στρατιωτικό κενό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, υιοθετούν μια στάση επικυρίαρχου. Αποσπούν με βία αμοιβές από τις πόλεις που απελευθερώνουν, ενώ αυτές που δεν υποκύπτουν στις απαιτήσεις τους τις λεηλατούν. Φτάνει μάλιστα σε τέτοιο σημείο η επιρροή τους που εμπλέκουν στα σχέδια τους κάποιους τοπικούς άρχοντες, με σκοπό να δημιουργήσουν ανεξάρτητο καταλανικό κρατίδιο στην Μ. Ασία.
  Σύντομα η ηγεμονική συμπεριφορά και οι εδαφικές αξιώσεις των Καταλανών, τους κατέστησαν επικίνδυνους για την αυτοκρατορία. Τότε ο Ανδρόνικος σε μια προσπάθεια να τους αντιμετωπίσει, τους ανακαλεί στην Κωνσταντινούπολη και δολοφονεί τον αρχηγό τους Ντε Φλόρ, με την ελπίδα ότι οι υπόλοιποι θα διαλύονταν.
 Μετά την δολοφονία του αρχηγού τους, με ηθικό αυτουργό τον Μιχαήλ, γιο του Ανδρόνικου, τοποθετούν στην θέση του αρχηγού τον Berenguer de Entenca (Μπερενγκέρ ντε Εντένθα) και συγκρούονται με τον βυζαντινό στρατό, τον οποίο αποδεκατίζουν. Με την άμυνα της αυτοκρατορίας αποδυναμωμένη, τα εδάφη και ο πληθυσμός της βρίσκονται πλέον στο έλεος των Ισπανών. Εξαπολύουν τότε την λεγόμενη “καταλανική εκδίκηση“ (venganza catalana), λεηλατώντας με μίσος οικισμούς και σφάζοντας όποιον βρουν στο δρόμο τους, σκορπώντας τον τρόμο. Η Θράκη, η Μακεδονία, το Άγιο Όρος και η Θεσσαλία γνωρίζουν επί πέντε χρόνια την καταστροφική μανία τους.

“Η εκδίκησή μας ήταν τόσο μεγάλη, με τη βοήθεια του Θεού,
όσο ποτέ δεν είχε ξαναγίνει”

περιγράφει σε κείμενο ο Ισπανός συγγραφέας, Φρανθίσκο ντε Μονκάδα. 

Η Societate Catallanorum σε μεσαιωνική μικρογραφία

            Στο πρόσωπο αυτής της βάρβαρης δύναμης, βρήκε ο Walter de Brienne τον ιδανικό σύμμαχο που θα τον βοηθούσε να υπερφαλαγγίσει τον πολυετή αντίπαλο του, το βυζαντινό Δεσποτάτο της Θεσσαλίας. Έτσι την άνοιξη του 1310 οι Καταλανοί μπήκαν στην υπηρεσία του Βουργουνδού δούκα, κυριαρχώντας στην κεντρική Ελλάδα. Όταν όμως η επιχείρηση ολοκληρώθηκε και έφτασε το τέλος της συμφωνίας, άρα και της αμοιβής, άρχισαν οι προστριβές. Οι Καταλανοί είχαν βρει μια πηγή χρήματος που ήθελαν να απομυζήσουν μέχρι τέλους, αφού ως μισθοφόροι δεν είχαν άλλους τρόπους επιβίωσης. Οι επιλογές τους ήταν ή να μάχονται για κάποιο πάτρωνα που θα τους συντηρούσε οικονομικά ή θα στρέφονταν στην δεύτερη προσφιλή τους ασχολία, τις ληστείες, τις σφαγές, την τρομοκρατία και το δουλεμπόριο. Ο de Brienne στην αρχή αυτής της συνεργασίας, δεν θα μπορούσε ίσως να διανοηθεί το κίνδυνο στον οποίο εξέθετε την ηγεμονία του. Το μεγαλύτερο όμως λάθος, ήταν η υπεροψία με την οποία αντιμετώπισε την απειλή που διαγραφόταν. Και πράγματι αυτή η λανθασμένη εκτίμηση του, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Ο δούκας απείλησε τους Καταλανούς με στρατιωτική συντριβή, οδηγώντας στην οριστική ρήξη.
            Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν το 1311 με το σύνολο των δυνάμεων τους, για μία καθοριστική και μοιραία όπως απέδειξε η ιστορία, μάχη. Ο ιστορικός Γ. Κόλιας, όρισε την τοποθεσία, στην θέση Μεγαλοκύρη, κοντά στον σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό Λιλαίας, σχετίζοντας το τοπωνύμιο της περιοχής, με τον τίτλο “Μέγας Κύρης” που αποδίδονταν στον Δούκα των Αθηνών [1]. Υπάρχουν και άλλες εκδοχές ιστορικών που αναφέρουν ως πιθανά σημεία την Κωπαΐδα ή τον Αλμυρό Μαγνησίας.


[1] Η μεταξύ Καταλανών και Μεγάλου Δουκός των Αθηνών μάχη, Σελ. 358, 1956.
            
         Τη διεξαγωγή της μάχης περιγράφει με γλαφυρότητα ο βυζαντινός ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς :

"Οι Φράγκοι είχαν 6400 ιππείς και 8000 πεζούς, οι δε Καταλανοί 3500 ιππείς και 4000 πεζούς. Οι αντίπαλοι παρατάχθηκαν στις δύο πλευρές ενός πεδίου γεμάτου από έλη που είχαν κατάλληλα διαμορφώσει οι Καταλανοί. Οι Φράγκοι, με αλόγιστη αυτοπεποίθηση, ξεκίνησαν πρώτοι την επίθεση. Ένα τμήμα διακοσίων ιπποτών "με χρυσά σπιρούνια", με προεξάρχοντα τον δούκα και το πεζικό του, όρμησε κατά των Καταλανών που παρέμειναν ακίνητοι στις θέσεις τους. Πολύ σύντομα τα άλογα βυθίστηκαν στη λάσπη και ακινητοποιήθηκαν, ενώ οι επιβάτες τους ομοίαζαν αγάλματα πάνω στο βάθρο τους.
Σ’ αυτήν την κατάσταση, τους επιτέθηκαν οι Καταλανοί και οι Τούρκοι σύμμαχοι τους με βέλη και ακόντια. Η πανωλεθρία ήταν πλήρης. Μόνο δυο ή τρεις Φράγκοι ιππότες επέζησαν. Κι έτσι οι Καταλανοί, σαν με μια ζαριά να άλλαξε η τύχη τους. Νίκησαν αναπάντεχα και βρήκαν μέρος να μείνουν μόνιμα. Ταχύτατα προχώρησαν προς την πρωτεύουσα του δουκάτου, τη Θήβα και στη συνέχεια στην Αθήνα. Υπέταξαν τον άοπλο πληθυσμό, πήραν τις περιουσίες και παντρεύτηκαν τις γυναίκες των ηττημένων."

            Η μάχη αυτή, από στρατιωτικής άποψης, μπορεί να θεωρηθεί ως η αρχή μια επανάστασης στην μεσαιωνική πολεμική τέχνη, καθώς το πεζικό απέδειξε τον αναντικατάστατο ρόλο του και την υπεροχή του έναντι του ιππικού. Μπορεί να θεωρηθεί ισότιμης σημασίας με την διάσημη "μάχη των Χρυσών Σπιρουνιών" στο Κουρτραί της Φλάνδρας το 1302, όπου το φλαμανδικό πεζικό συνέτριψε τους Γάλλους ιππότες με τα χρυσά, πάλι, σπιρούνια.
            Αμέσως μετά την νίκη τους, οι Καταλανοί προσάρτησαν το Δουκάτο της Νέας Πάτρας (Υπάτης) και τμήματος της Θεσσαλίας, ιδρύοντας επιτέλους το καταλανικό κρατίδιο που τόσο καιρό επεδίωκαν. Από εκεί εξαπέλυσαν ένα νέο κύμα επιθέσεων, επεκτείνοντας την κυριαρχία τους. Μέσα σε οκτώ χρόνια έως το 1319, κατάκτησαν στην νότια Θεσσαλία, την Φθιώτιδα και την Φωκίδα, την Βοιωτία και την Αττική. Το μόνο κρατίδιο που αντιστάθηκε στην λαίλαπα ήταν η μαρκιονία της Βοδονίτσας που αν και φόρου υποτελής, διατήρησε την ανεξαρτησία της. Στην περιοχή της ανατολικής Στερεάς η Δαύλεια, η Λιβαδειά και η Λαμία εξελίχθηκαν σε σημαντικά διοικητικά κέντρα. Όλα αυτά τα χρόνια οι Καταλανοί επιδόθηκαν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, σε ληστρικές επιδρομές, πειρατεία στη θάλασσα, δουλεμπόριο, καταστροφή οικισμών και φρουρίων και σκληρή εκμετάλλευση του υποτελούς πληθυσμού. Κατάφεραν να γίνουν μισητοί, ακόμη και από τους ομόδοξους τους Ενετούς και Φράγκους, με αποτέλεσμα να αφοριστούν επανειλημμένα από τον Πάπα. Έγιναν δε τόσο ανεξέλεγκτοι και ακόρεστοι, ώστε πολλές φορές και οι εσωτερικές τους έριδες κατέληγαν σε εμφύλιες συγκρούσεις.
               Οι Καταλανική Εταιρεία λειτούργησε ως μια στεγανή κοινωνικά και θρησκευτικά ομάδα, για να διαφυλάξει τη φυλετική ακεραιότητα και την επιβίωση της. Σε αντίθεση με τους Φράγκους που σεβάστηκαν εν μέρη τους θεσμούς και την ζωή των κατακτημένων, οι νέοι δυνάστες δεν επέδειξαν ίχνος ανθρωπιάς. Οι Έλληνες απαγορευόταν να παντρευτούν γυναίκες καθολικού δόγματος, δεν είχαν καμιά νομική υπόσταση, δεν μπορούσαν να κατέχουν, να πωλούν, να αγοράζουν ή να κληροδοτούν οποιασδήποτε μορφής περιουσία και δεν δικαιούνταν να εξασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. Επίσης υπόκειντο σε σκληρή φορολόγηση, δουλεία και υποχρεωτική στράτευση στα βοηθητικά σώματα. Φυσικά η πνευματική ζωή ήταν ανύπαρκτη, ενώ από θρησκευτικής άποψης η Ορθοδοξία εκτοπίστηκε και διώχθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πιστοί αναζήτησαν χώρους λατρείας σε σπήλαια, όπως στην Κωπαΐδα και απρόσιτες ορεινές περιοχές.
            Στα μέσα του 14ου αιώνα οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, οι συνεχείς συγκρούσεις, οι επιδρομές, αλλά και μια επιδημία πανώλης που ξέσπασε οδήγησαν σχεδόν στο ρήμαγμα των οικισμών της υπαίθρου και την παρακμή της αγροτικής ζωής. Αυτή η κατάσταση ώθησε κάποιους πληθυσμούς, κυρίως της ηπειρωτικής ενδοχώρας, να αποτραβηχτούν σε δυσπρόσιτες περιοχές, προκειμένου να αποφύγουν τα δεινά. Έτσι δημιουργήθηκαν νέοι ορεινοί οικισμοί, μεταξύ αυτών και η Άνω Σουβάλα, όπου οι κάτοικοι εγκαταλείποντας τον μεσαιωνικό Έρωχο, βρήκαν καταφύγιο στις απομονωμένες πλαγιές του Παρνασσού.
                     Σε αυτό το κομβικό για την ιστορία της Σουβάλας σημείο, θα ήταν χρήσιμο να επισημάνουμε την πεποίθηση του Κ. Παπαχρήστου, ότι αυτή αλλά και οι μετοικίσεις που προηγήθηκαν, δηλαδή από την αρχαία πόλη της Λίλαιας, στον Έρωχο και την Σουβάλα, πραγματοποιήθηκαν από έναν ομοιογενή πληθυσμό, η ρίζα του οποίου βρισκόταν στην Λίλαια :

“..όσο και αν ο πληθυσμός των παλαιών πόλεων υφίσταται μείωση, δεν εξαφανίζεται στο σύνολό του. Συχνά μετακινείται προς γειτονικές περιοχές, πιο ασφαλείς απέναντι στους επιδρομείς ή πιο ευνοϊκές για τη συντήρησή του. Εκεί οργανώνεται σε νέους οικισμούς, που κατά κανόνα παρουσιάζονται με νέες ονομασίες... Στην περίπτωση της Λίλαιας, ο πληθυσμός της δεν εξαφανίστηκε από την περιοχή, αλλά μετακινήθηκε ανατολικότερα σε υπερυψωμένη περιοχή πέρα από το βάλτο και σε απόσταση κοντινή στα νερά των πηγών και στον τόπο αυτό αποτέλεσε τον πρώτο πυρήνα της μεσαιωνικής Σουβάλας. Δεν είναι λοιπόν αβάσιμη η λαϊκή παράδοση που θεωρεί τη Σουβάλα συνέχεια της αρχαίας Λίλαιας...”

(Παπαχρήστος, Παρνασσιώτικα, Γλωσσικά, Ιστορικά και Αρχαιολογικά, Λαογραφικά)

            Και πράγματι, αν εξαιρέσουμε την Σλαβική κατάβαση ανάμεσα στον 6ο και τον 9ο αιώνα, για την οποία δεν υπάρχουν ενδείξεις μόνιμης εγκατάστασης στην περιοχή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μέχρι το χρονικό σημείο του 14ου αιώνα που πραγματοποιήθηκε η μετεγκατάσταση στον απομονωμένο και ασφαλή ορεινό οικισμό της Σουβάλας (Άνω Πολυδρόσου), ο πληθυσμός είχε διατηρήσει όλα τα χαρακτηριστικά των αρχαίων προγόνων του. Διαμορφωμένα μεν από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που συντελέστηκαν και φυσικά δεν άφησαν ανεπηρέαστη αυτή την γωνιά του κόσμου, τόσο όμως διαφορετικά που ήταν ικανά να διατηρούν την εθνική ιδιαιτερότητα τους.  
Αυτός ο ισχυρισμός, στηρίζεται όχι μόνο στο γεγονός ότι η αρχαία θρησκεία διατηρήθηκε για το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής περιόδου, αλλά και στην λαϊκή παράδοση, η οποία ως θεματοφύλακας, κράτησε αναλλοίωτα πολλά από τα αρχαία έθιμα.
Ένα παράδειγμα αποτελεί το έθιμο που είναι γνωστό ως το "κέρασμα της βρύσης", μιας εξιλαστικής προσφοράς, προς το πνεύμα που θεωρούταν ότι κατοικούσε στα νερά. Μέχρι την σύγχρονη εποχή, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς, οι γυναίκες έριχναν στις βρύσες γλυκίσματα, όσπρια, καλαμπόκι, βαμβακόσπορο και μεταλλικά νομίσματα. Ύστερα έβαζαν τα παιδιά να καθίσουν στις “κουρίτες” (πέτρινες λεκάνες συλλογής νερού), λέγοντας :

πως τρέχ' το νιρό βρυσούλα μ', έτσ' να τρέχ' και του βιό μ΄"

για να είναι υγιείς στη διάρκεια της νέας χρονιάς και να τρέχει η σοδειά, όπως τρέχει το νερό της βρύσης. Αντίστοιχη αρχαιοελληνική τελετουργία περιγράφει ο Παυσανίας :

"...το ύδωρ τη Κασταλία ποταμού δώρον είναι του Κηφισού. τούτο εποίησε και Αλκαίος εν προοιμίω τω ες Απόλλωνα : βεβαιούνται δε ουχ ήκιστα οι Λιλαιείς, οι ες του Κηφισού την πηγήν πέμματα επιχώρια και άλλα όποσα νομίζουσιν αφιάσιν εν τισιν ειρημέναις ημέραις, και αύθις εν τη Κασταλία φασίν αυτά αναφαίνεσθαι."

“το νερό της Κασταλίας στους Δελφούς, είναι δώρο σε αυτή του Κηφισού...το επιβεβαιώνουν όμως περισσότερο οι Λιλαιείς, οι οποίοι ρίχνουν σε ορισμένες μέρες στην πηγή του Κηφισού γλυκίσματα του τόπου τους και ότι άλλο έχει καθιερωθεί από συνήθεια και λένε πως αυτά ξαναφαίνονται στην Κασταλία.”
(Παυσανία, Φωκικά, VΙΙΙ, 10)

Η ανάμνηση της κυριαρχίας των Καταλανών στην Ελλάδα και η εντύπωση που έκανε στους κατακτημένους η αγριότητα τους, έμεινε μέχρι σήμερα σε τραγούδια και τοπικές εκφράσεις. Στην περιοχή του Παρνασσού υπήρχε η έκφραση (1931) :

“από τους Τούρκους έφευγε, στους Καταλάνους πήγαινε”,

και στο τραγούδι “της Απαρνημένης” :

“..αν βουληθείς να μ' αρνηθείς και να με λησμονήσεις,
να πέσεις σε Φράγκικα σπαθιά, σε Καταλάνου χέρια”

       Τα αποτελέσματα της καταστροφής που επέφερε η δράση της Καταλανικής Εταιρείας, ήταν καταλυτικά. Με τη συντριβή των βυζαντινών και φραγκικών δυνάμεων και την λεηλασία της ελληνικής χερσονήσου, η περιοχή αποδυναμώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε μερικά χρόνια αργότερα, οι Οθωμανοί εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση, κυριαρχώντας και επιβάλλοντας την εξουσία τους για τέσσερις αιώνες.  

Το τέλος της Λατινοκρατίας

Θυρεός του οίκου των Acciaiuoli

            Τα κοινωνικά στεγανά των Καταλανών, καθώς και το μίσος που κατάφεραν να δημιουργήσουν εναντίον τους, τους άφησαν απελπιστικά μόνους, όταν βρέθηκαν μεταξύ σφύρας και άκμονος. Στον ορίζοντα εμφανιζόταν απειλητικά, η σκιά των Οθωμανών από το βορρά ενώ οι Ατζαγιόλι είχαν προσλάβει τους άσπονδους εχθρούς τους Ναβαρραίους, για να εισβάλλουν από το νότο.
Η κυριαρχία των Καταλανών καταλύθηκε σταδιακά με αρχή το 1379, από τον Φλωρεντινό τραπεζίτη και τυχοδιώκτη Νέριο Ατσαϊόλι (Acciaiuoli), ο οίκος του οποίου ηγεμόνευσε μέχρι το 1458. Από το 1391 το κρατίδιό του, περιελάμβανε όλη την περιοχή της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας από την Κόρινθο ως τη νότια Φθιώτιδα. Οι Ατσαϊόλι που στερούνταν δικού τους στρατεύματος, βασίστηκαν σε τρεις κυρίως δυνάμεις, για να κατακτήσουν την περιοχή. Στους Ναβαρρέζους (Ισπανούς) μισθοφόρους, στους ανερχόμενους τότε Οθωμανούς Τούρκους, με τους οποίους είχαν φροντίσει να συνάψουν συμμαχία και στους πολυάριθμους Αλβανούς, που από το 1382 εισήχθησαν ως μισθοφόροι πολεμιστές.
Η διπλωματία που ανέπτυξαν, αλλά και η οικονομική τους ευρωστία, τους έδωσαν την δυνατότητα να ισορροπούν ανάμεσα στις αντίρροπες δυνάμεις των Τούρκων και των Ενετών. Ακολούθησαν φιλελληνική πολιτική, ως ένα μέσο που θα τους έδινε την αναγνώριση και υποστήριξη του τοπικού πληθυσμού, για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός επεκτατισμός. Στο πλαίσιο αυτό, εγκατέστησαν Έλληνα Μητροπολίτη στην Αθήνα και καθιέρωσαν ως επίσημη γλώσσα την ελληνική. Παρά όμως το ότι οι προσπάθειες τους έδωσαν μια παράταση στην Λατινοκρατία, οι Τούρκοι έμελλε να κυριαρχήσουν. Έτσι το κρατίδιο τους άρχισε να συρρικνώνεται, μέχρι το 1460 που η δολοφονία Φράνκο Ατσαϊόλι, κατ’ εντολή του Μωάμεθ Β΄, αποτέλεσε τον επίλογο της παρουσίας τους στον ελληνικό χώρο.    
Οι Αλβανοί εισήχθησαν στον ελληνικό χώρο το 1382, όταν ο Καταλανός δούκας Αθηνών και Υπάτης Ραμόν ντε Βιλανόβα, στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει την επίθεση των μακροχρόνιων εχθρών του Ναβαρραίων, ενίσχυσε με αυτούς τον στρατό του. Σε αντάλλαγμα, τους υποσχέθηκε την παραχώρηση γεωργικής και κτηνοτροφικής γης και απαλλαγή από τη φορολογία για ένα χρονικό διάστημα.
            Μετά την ήττα των Καταλανών, έζησαν νομαδικά διαμένοντας σε εφήμερους μικροοικισμούς, τις κατούνες, στις παρυφές των χωριών. Μια από τις φάρες τους, οι Μαλακασαίοι, δημιούργησαν στα δυτικά της σημερινής Πολυδρόσου μια κατούνα, από την οποία πήρε η περιοχή το τοπωνύμιο της και διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Ο πληθυσμός αυτός μαζί με άλλες φάρες, κατέληξε οριστικά στην σημερινή Μαλακάσα Αττικής, όταν στις αρχές του 15ου αι., οι Ατσαϊόλι και οι Οθωμανοί τους παραχώρησαν εδάφη, με σκοπό να εποικίσουν ένα μεγάλο τμήμα της Βοιωτικής υπαίθρου, που είχε υποστεί ερήμωση.
Οι Οθωμανοί στο μεταξύ, αποκτούσαν όλο και περισσότερη δύναμη στον ελλαδικό χώρο και δεν άργησε να έρθει η στιγμή που πρόβαλαν ως σοβαροί διεκδικητές του. Το 1414 η ανατολική Φωκίδα περιήλθε πρόσκαιρα, στην κατοχή του Βαγιαζίτ Α’. Η κυριαρχία της περιοχής στην συνέχεια παρέμενε για πολλά χρόνια αμφισβητούμενη, παραπαίοντας ανάμεσα σε ένοπλες συγκρούσεις και βραχυπρόθεσμες συμφωνίες, μεταξύ Τούρκων, Ενετών και των Ατσαϊόλι.
            Το 1444 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, δεσπότης του Μυστρά, εισβάλει στη Στερεά Ελλάδα, κυριεύοντας την Αθήνα, την Βοιωτία και την Φωκίδα και υποχρεώνει τους Ατσαϊόλι να του καταβάλλουν ετήσιο φόρο υποτέλειας. Η προέλαση του Κωνσταντίνου, δεν είχε ως στόχο απλά την επέκταση ενός βυζαντινού κρατιδίου. Ήταν το αποτέλεσμα μιας οργανωμένης προσπάθειας που είχε ξεκινήσει πέντε χρόνια πριν, στην σύνοδο Φεράρας - Φλωρεντίας, ως αντίδραση των βυζαντινών στον τουρκικό επεκτατισμό, με την φιλοδοξία όχι μόνο να εκκαθαρίσει την ελληνική χερσόνησο, αλλά και να αναστήσει την μεγάλη αυτοκρατορία.
            Εκεί ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Παλαιολόγος, είχε συναινέσει στην αποδοχή την πρωτοκαθεδρίας του Πάπα και την ένωση των εκκλησιών, με αντάλλαγμα την χορήγηση βοήθειας από την Δύση, για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Το σχέδιο ήταν να προελάσει ο Κωνσταντίνος προς βορά, με σκοπό να οδηγήσει στους Τούρκους σε σύγκρουση με τους σταυροφόρους. Παράλληλα με τον στρατό ξηράς, οι Ενετοί είχαν υποσχεθεί την αποκοπή του οθωμανικού στρατού από την θάλασσα, ώστε οι χερσαίες δυνάμεις να μείνουν χωρίς υποστήριξη, εγκαταλείποντας τα Βαλκάνια. Τελικά οι δυο αντίπαλοι συναντήθηκαν στην Βάρνα της Βουλγαρίας τον Νοέμβριο του 1444.            

            Όμως ο χριστιανικός στρατός, εξαιτίας ουσιαστικά της αθέτησης των υποσχέσεων από τους δυτικούς, υπέστη συντριπτική ήττα, αφήνοντας τον Κωνσταντίνο εκτεθειμένο. Το Δουκάτο της Αθήνας βρήκε τότε την ευκαιρία να αποτινάξει την βυζαντινή επικυριαρχία και συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς, αναγκάζοντας τον το 1446 να υποστεί μια συντριπτική ήττα και τελικά να υποχωρήσει στην Πελοπόννησο. Αυτή, ήταν και η τελευταία βυζαντινή αναλαμπή στην Φωκίδα.

Η οθωμανική κυριαρχία


Τα τελευταία έτη του 14ου αιώνα η κυριαρχία των λατινικών κρατιδίων στον ελληνικό χώρο άρχισε να εξασθενεί. Κύριος υπαίτιος για την συρρίκνωση και τελικά την κατάλυση τους ήταν μια νέα ανερχόμενη δύναμη, οι Οθωμανοί. Αρχικά οι δυτικοί ευγενείς προσπάθησαν με διπλωματικές μεθόδους, συνήθως με συνθηκολογήσεις που τους καθιστούσαν φόρου υποτελείς, να διατηρήσουν τα προνόμια των φεουδαρχικών κρατιδίων τους. Όμως αυτή η λύση αποδείχθηκε ότι απλά έδωσε μια παράταση στο αναπόφευκτο, αφού οι φιλοδοξίες των Οθωμανών δεν ικανοποιούνταν με την επίτευξη μιας ισορροπίας μέσω διπλωματικών συμφωνιών. Ήθελαν να κυριαρχήσουν. Οι μόνοι που κατάφεραν να προβάλουν σθεναρή και μακροχρόνια αντίσταση στην επέλαση τους ήταν οι Ενετοί. Μέσω αυτής της σύγκρουσης προσπάθησαν να διατηρήσουν μέχρι το 1715, τον έλεγχο των ζωτικής σημασίας για την Γαληνοτάτη Δημοκρατία, εμπορικών οδών της ανατολικής Μεσογείου.  
Η ανατολική Στερεά Ελλάδα, δέχθηκε το πρώτο ισχυρό πλήγμα από τους Οθωμανούς το 1392, όταν ο στρατηγός Γαζή Αχμέτ Εβρενός εισέβαλε από την Θεσσαλία και κατάφερε να καταστήσει την ηγεμονία της Βοδονίτσας υποτελή του Βαγιαζήτ Α΄. Αυτή η επιτυχία αποδείχθηκε πρόσκαιρη, αφού μέσα στην δύνη των πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων της εποχής, η κυριαρχία στην περιοχή παρέμεινε αμφισβητούμενη. Στην αδυναμία ολοκλήρωσης των επεκτατικών σχεδίων των Οθωμανών, έπαιξε σημαντικό ρόλο η μεγάλη επίθεση των Μογγόλων του Ταμερλάνου, η οποία την ίδια περίοδο βρισκόταν σε εξέλιξη και μετατόπιζε το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντος στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας.
Μετά από μια σύντομη περίοδο εσωτερικών προβλημάτων, οι Οθωμανοί ανέκαμψαν και επέστρεψαν για να ολοκληρώσουν το εγχείρημα τους. Η οριστική επικράτηση τους επιτεύχθηκε στις 20 Ιουνίου του 1414 όταν ο μπέης της Θεσσαλίας Γαζή Ομέρ, κυρίευσε το κάστρο της Βοδονίτσας για λογαριασμό του σουλτάνου Μωάμεθ Α΄ και προσάρτησε την περιοχή στο σαντζάκι των Τρικάλων. Η ανατολική Στερεά ενσωματώθηκε πλήρως στον κορμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1470, με την πτώση και του τελευταίου λατινικού προπυργίου, του κάστρου του Νεγροπόντε [1].

Το σαντζάκι του Ευρίπου τον 16ο αιώνα.
Χάρτης βασισμένος στο βιβλίο της Ε. Μπαλτά,
“Rural and urban population in the Sancak of Euripos in the early 16th century”

[1] Χαλκίδα.

            Τον επόμενο χρόνο ιδρύθηκε το σαντζάκι του Εgriboz [1] με διοικητική έδρα την Χαλκίδα, το οποίο υπάχθηκε στο βιλαέτι της Ρούμελης και περιέλαβε στην επικράτεια του ολόκληρη την ανατολική Στερεά Ελλάδα. Το 1533 το σαντζάκι υπάχθηκε στο βιλαέτι της Άσπρης Θάλασσας (Μεσογείου), υπό την αρχηγία του καπουδάν πασά, αρχιναυάρχου του οθωμανικού ναυτικού. Οι νέοι ηγεμόνες διατήρησαν τον διοικητικό χάρτη της περιοχής όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά την βυζαντινή περίοδο. Έτσι η Βοδονίτσα παρέμεινε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της και ορίστηκε, σύμφωνα πλέον με την οθωμανική διοικητική διαίρεση, σε έδρα καζά. Μέσα στην δικαιοδοσία της Βοδονίτσας υπαγόταν ένα μεγάλο κομμάτι του κάμπου που βρισκόταν στον άνω ρου του Κηφισού, καθώς και η περιοχή της Σουβάλας. 
Οι Οθωμανοί με την ολοκλήρωση της κατάκτησης τους έδωσαν στην ελληνική χερσόνησο την ονομασία Ρούμελη, η οποία προήλθε από παραφθορά της σύνθετης τουρκικής λέξης Rum-ili που σημαίνει “χώρα των Ρουμ”, των Ρωμιών. Βάση αυτού ορίστηκε και η προσφώνηση του ανώτατου διοικητικού άρχοντα, του Ρούμελη βαλεσή. Στο μπεηλερμπεηλήκι της Ρούμελης ανήκαν 27 σαντζάκια, των οποίων οι διοικητές είχαν τον τίτλο του σαντζάκμπεη. Υπό αυτόν τελούσαν οι διοικητές της επόμενης υποδιαίρεσης, των καζάδων. Ο καζάς ήταν η γεωγραφική περιοχή, η οποία υπόκειντο στην νομική και διοικητική δικαιοδοσία ενός δικαστή, του καδή. Διοικητής του καζά μέχρι τον 17ο αιώνα ήταν ο σούμπασης, ένας τίτλος που προέρχονταν από το στρατιωτικό ιεραρχικό σύστημα. Στην συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον βοεβόδα, μια θέση που κατείχε ο εκάστοτε καρπωτής των φορολογικών προσόδων της περιοχής. Το πλέγμα της διοίκησης στην έδρα του καζά απάρτιζαν και άλλοι αξιωματούχοι, όπως ο στρατιωτικός διοικητής, ο δερβέναγας για τα περάσματα, ο εισπράκτορας του κεφαλικού φόρου, ο σούμπασης που είχε αστυνομικά καθήκοντα και ο όπως προαναφέραμε ο καδής που εφάρμοζε το θρησκευτικό και κοσμικό δίκαιο. Η κατώτατη βαθμίδα του καζά ήταν το χωριό (koy) που διοικούσε ο κόι μουχτάρ.
Μια τελευταία άτυπη διοικητική βαθμίδα που δημιουργήθηκε από τα τέλη του 16ου αιώνα και αφορούσε αποκλειστικά τους υπόδουλους, ήταν οι δημογέροντες και οι προεστοί. Αυτοί εκπροσωπούσαν την ελληνική κοινότητα στην οθωμανική εξουσία και συνήθως ήταν γέροντες ή μέλη πλούσιων οικογενειών που ορίζονταν με εκλογή από τον άρρενα πληθυσμό. Η ύπαρξη αυτής της βασικής αυτοδιοικητικής δομής δεν αποτελούσε φυσικά μια παραχώρηση των Οθωμανών. Γινόταν ανεκτή διότι εξυπηρετούσε την τοπική αρχή, σε φορολογικά ζητήματα, αφού οι προεστοί ήταν υπεύθυνοι για την κατανομή των υποχρεώσεων στα μέλη της κοινότητας, την συλλογή των φόρων, αλλά και για την τήρηση της τάξης, με την άσκηση μιας πρωτοβάθμιας δικαστικής αρμοδιότητας. Ο καθηγητής Π. Αργυρόπουλος γράφει σχετικά :

"Η εκλογή αυτών και η σύστασις ήτο περίεργος διά την άκραν απλότητα. Καθ΄ όλην τήν ηπειρωτικήν Ελλάδα περί την εποχήν της ανανεώσεως των αρχών εις έκαστον χωρίον, εις εκάστην πόλιν ή κωμόπολιν, συνήρχοντο όλοι οι ενήλικες πολίται υπο δένδρου πολύ υψηλού ή εντός της εκκλησίας, η οποία καθώς και εις τας ιταλικάς του Μεσαιώνος πολιτείας, ήτο στάδιον της ενεργείας των πολιτικών δικαιωμάτων. Ενταύθα χωρίς ψηφηφορίαν αλλά δι΄επιφωνήσεως, εξελέγοντο οι δημογέροντες του χωρίου. Αφού επεραιούτο η εκλογή παρουσιάζετο ο εκλεχθείς ενώπιον του Καδή, ο οποίος τω έδιδε δίπλωμα περιέχον την βεβαίωσιν ότι οι εκλογείς τω όντι παρεχώρησαν την αρχήν ταύτην εις τον παρουσιαζόμενον προς διαχείρισιν των κοινοτικών πραγμάτων.
...Τα καθήκοντα των αρχόντων ήσαν γενικά και αόριστα παντού σχεδόν υπερπηδούντα τον κύκλον της δημοτικής καί επαρχιακής διαχειρίσεως, αλλά τα κυριώτερα ήσαν η διανομή και είσπραξις των γενικών και τοπικών φόρων, η εξοικονόμησις των χρεών με τα οποία ήσαν βεβαρυμέναι όλαι σχεδόν αι κοινότητες επί Τουρκίας, διάλυσις δικαστικών διατάξεων με την σύμπραξιν του κλήρου συμβιβαστικώ τω τρόπω, αστυνομία η οποία ήτον τοσούτω μάλλον αναγκαία, καθόσον υπήρχεν αλληλεγγύη τις μεταξύ των μελών όλης της κοινότητος και επεβάλετο πρόστιμον εφ' όλην την κοινότητα δι΄ αδικήματα ιδιωτικά."

(Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική διοίκησης εν Ελλάδι, 1843)

[1] Από την απόδοση της ονομασίας Εύριπος στα τουρκικά.

Η Σουβάλα της πρώιμης οθωμανικής περιόδου

 “Γεύμα στον οντά του Τούρκου Βοεβόδα”
Λιθογραφία του Louis Dupré, 1819.

 Οι Οθωμανοί με την εγκαθίδρυση τους στην περιοχή του ανατολικού Παρνασσού, στα τέλη του 15ου αιώνα, βρήκαν την Σουβάλα σαν ένα μικρό ορεινό οικισμό, με τον λιγοστό πληθυσμό του να ζει απομονωμένος στην σχετική ασφάλεια που του παρείχε ο Παρνασσός. Οι Σουβαλιώτες είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τον Έρωχο και να αποτραβηχτούν στον νέο οικισμό, λόγω των αντίξοων συνθηκών που είχαν αναπτυχθεί κατά την διάρκεια της φράγκικης και λατινικής κυριαρχίας. Τότε ο παραγωγικός τους χώρος, η πεδιάδα του Κηφισού που απλωνόταν στα βόρεια, είχε καταληφθεί από τους δυτικούς φεουδάρχες, η ορθοδοξία τελούσε υπό διωγμό και ως ίδιοι ως άτομα δεν είχαν καμία υπόσταση. Οι άγριες πολεμικές συγκρούσεις που ξέσπασαν μεταξύ Οθωμανών και δυτικών στο τέλος αυτής της περιόδου, δημιούργησαν επιπρόσθετα στα πεδινά ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον. Η φυσική θέση της Σουβάλας, ανάγκαζε τους κατοίκους της να ζουν με έναν εσωστρεφή τρόπο και αντιμέτωποι με τις δυσκολίες της ορεινής διαβίωσης, παράλληλα όμως, διαμόρφωνε μια πιο χαλαρή σχέση με τον εκάστοτε κυρίαρχο. Και αυτό, διότι η περιοχή ήταν δύσκολο να ελεγχθεί στρατιωτικά και δεν υπήρχε κάποια αξιόλογη οικονομική δραστηριότητα που θα έδινε το έρεισμα για κάτι τέτοιο.

Αν θέλαμε να σχηματίσουμε μια εικόνα εκείνης της περιόδου, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε έναν οικιστικό χώρο ο οποίος αποτελούνταν από διεσπαρμένα μονόσπιτα, σε μια άτακτη κατανομή. Χαρακτηριστική είναι μέχρι σήμερα η απουσία μιας πλατείας, στην οποία έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε το κέντρο του οικισμού [1]. Σε αυτά τα σπίτια στεγάζονταν οι οικογένειες και τα οικόσιτα ζώα τους, ενώ ανάμεσα τους παρεμβάλλονταν κομμάτια καλλιεργήσιμης γης που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή μιας μικρής ποσότητας αγροτικών προϊόντων, η οποία προοριζόταν για την αυτοσυντήρηση τους. Οι ασχολίες των κατοίκων ήταν προφανώς, εναρμονισμένες με το φυσικό περιβάλλον και με ότι αυτό μπορούσε να τους παρέχει για την επιβίωση τους. Ανάμεσα σε αυτές κύριο ρόλο, είχαν η κτηνοτροφία και η υλοτομία. Οι συνθήκες διαβίωσης της εποχής, ιδιαίτερα σε έναν φτωχό ορεινό οικισμό όπως η Σουβάλα, ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Τα σπίτια στο εσωτερικό τους είχαν συνήθως μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, διότι η φωτιά που ήταν απαραίτητη και έκαιγε διαρκώς, γέμιζε τον χώρο με καπνό. Έπιπλα δεν υπήρχαν και οι άνθρωποι κοιμόντουσαν και έτρωγαν στο πάτωμα. Η καθημερινή διατροφή τους ήταν φτωχή. Περιελάμβανε ένα πρόχειρο και χωρίς προζύμι ψωμί, χυλό φτιαγμένο με λίγα δημητριακά, ξινόγαλο, κρεμμύδια και νερό, όσπρια, χόρτα και όταν υπήρχε η δυνατότητα, το τραπέζι “πλούτιζε”, με ελιές, ίσως λίγο λάδι, τυρί, παστό κρέας και κρασί, ως συμπλήρωμα των πάντα λειψών θερμίδων. 
            Πολύ αργότερα, στις αρχές του 17ου αιώνα, σε μια μεγάλη αλλαγή που θα πραγματοποιηθεί στην αυτοκρατορία, το τιμαριωτικό σύστημα θα παρακμάσει και η Σουβάλα θα μετατραπεί σε τσιφλίκι. Έτσι σε κάποια άγνωστη χρονική στιγμή, στο οικιστικό σύνολο της θα ενταχθεί το κονάκι (konak), η οικία του τοπικού σούμπαση, του Οθωμανού αστυνόμου και διαχειριστή της. Η θέση αυτού του οικήματος πολύ πιθανά ήταν στην τοποθεσία "Οντάς", που βρίσκεται κοντά στην πηγή της Αγίας Βαρβάρας και τότε αποτελούσε ένα περίβλεπτο σημείο του οικισμού.    


[1] Η πλατεία ως ρυμοτομικό στοιχείο εισήλθε τον 20ο αιώνα. 


Το τιμαριωτικό σύστημα


Sipahi, ξυλογραφία του M. Lorch 1576, Εθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

            Τον 15ο αιώνα η Οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση εξάπλωσης, με συνέπεια να διεξάγει συνεχείς κατακτητικούς πολέμους και να προσαρτά νέα εδάφη. Σύμφωνα με το ισλαμικό δίκαιο, όλα τα κατακτημένα εδάφη περιέρχονταν στην ιδιοκτησία του σουλτάνου. Οι μόνες εκτάσεις που είχαν διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, ήταν αυτές που χαρακτηρίζονταν ως wakf (βακούφια) τις οποίες κατείχαν θρησκευτικά ιδρύματα και τα mulk, ιδιωτικές γαίες που είχαν παραχωρηθεί από τον σουλτάνο. Η αιχμή της στρατιωτικής δύναμης που πραγματοποίησε αυτές τις κατακτήσεις, αποτελούνταν από τμήματα βαρέως ιππικού, στα οποία υπηρετούσαν ευγενείς με την επωνυμία sipahi (σπαχήδες). Το κράτος έναντι των υπηρεσιών, τους παραχωρούσε το δικαίωμα νομής μέρους των φόρων που προέκυπτε από την εκμετάλλευση μιας εδαφικής περιοχής, του τιμαρίου. Έτσι οι σπαχήδες εξασφάλιζαν πόρους για μια άνετη ζωή, σε αντάλλαγμα των υποχρεώσεων προς τον σουλτάνο που ήταν η πολεμική τους ετοιμότητα και η συντήρηση ενός μικρού στρατού από ελαφρύ ιππικό.
Οι κύριοι των τιμαρίων δεν ήταν ιδιοκτήτες της γης, αφού αυτή ανήκε στον σουλτάνο, αλλά διατηρούσαν το ισόβιο δικαίωμα χρήσης της. Τις προσόδους τους αντλούσαν από χριστιανούς αγρότες, οι οποίοι κατείχαν την γη χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας, την καλλιεργούσαν και μέσω της παραγωγής, πλήρωναν τους φόρους και εξασφάλιζαν την επιβίωση των οικογενειών τους. Οι σχέση τιμαριώτη και αγρότη δεν ήταν στα πρότυπα του δυτικού φεουδαρχισμού. Ο υφιστάμενος ήταν υποτελής στον σουλτάνο, γεγονός που διαμόρφωνε μια νομότυπη εξάρτηση, με δημόσιο χαρακτήρα.
Εκείνη την περίοδο δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις, ώστε ο πληθυσμός να επιστρέψει μαζικά στην ύπαιθρο και να στραφεί στην αγροτική παραγωγή. Η επικράτηση των Οθωμανών αν και κατέστησε υπόδουλους τους Έλληνες με ότι αυτό συνεπαγόταν, εντούτοις δημιούργησε μια περίοδο ειρήνης, σταθεροποιώντας την πολιτική και κοινωνική κατάσταση. Παράλληλα η επιβολή του νέου καθεστώτος γαιοκτησίας, η εισαγωγή ενός κυρίαρχου νομίσματος, του άσπρου [1] (akce), ο εκχρηματισμός των συναλλαγών, η εμπορευματοποίηση της παραγωγής, η σταθερή και κλιμακωτή φορολόγηση, ήταν παράγοντες που δεν θα λέγαμε ότι δημιούργησαν μια εύρωστη κοινωνία, σίγουρα πάντως προκάλεσαν μια οικονομική κινητικότητα.

[1] Νόμισμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πήρε την επωνυμία άσπρο (στα τουρκικά ak), λόγω της λευκότητας του μετάλλου του που περιείχε ασήμι.


 Έτσι οι άνθρωποι από τα αστικά κέντρα και τις απομονωμένες ορεινές περιοχές άρχισαν να συγκεντρώνονται σε πεδινούς οικισμούς, οι οποίοι επιβίωσαν των προηγούμενων ετών ή να συγκροτούν νέους. Πολλά μέχρι πρότινος ασήμαντα χωριά εμφανίζονται όχι μόνο να πληθαίνουν αριθμητικά, αλλά μέσω της αύξησης του αγροτικού τους προϊόντος, να παράγουν και πλούτο. Οι πίνακες που ακολουθούν βασίζονται σε στοιχεία οθωμανικών φορολογικών κατάστιχων και παρουσιάζουν την δημογραφική εξέλιξη μέρους της περιοχής Μενδενίτσας, όπου βλέπουμε κάποια χωριά να ενισχύονται έναντι του διοικητικού κέντρου.

Κατάλογος δημογραφικών στοιχείων και φορολογικών εσόδων έτους 1506


Χριστιανοί
Μουσουλμάνοι
Φόρος (akce)

Χανέδες [1]
Άγαμοι
Χήρες
Οικογένειες
Σουβάλα
Δεν καταγράφεται [2]
Μουδουνίτζα (Μενδενίτσα)
237
18
36
56
53688
Δαδί (Αμφίκλεια)
102
2
3
0
8965
Ντερνίτσα (Τιθρώνιο)
16
1
2
0
1355
Ξυλικοί
59
5
5
0
5966

Κατάλογος δημογραφικών στοιχείων και φορολογικών εσόδων έτους 1521


Χριστιανοί
Μουσουλμάνοι
Φόρος (akce)

Χανέδες
Άγαμοι
Χήρες
Οικογένειες
Σουβάλα
28
4
1
0
2517
Μουδουνίτζα (Μενδενίτσα)
218
42
42
66
35000
Δαδί (Αμφίκλεια)
-
-
-
-
13893
Ξυλικοί
85
7
2
0
6087

Κατάλογος δημογραφικών στοιχείων και φορολογικών εσόδων έτους 1540


Χριστιανοί
Μουσουλμάνοι
Φόρος (akce)

Χανέδες
Άγαμοι
Χήρες
Οικογένειες
Σουβάλα
48
18
6
0
5000
Μουδουνίτζα (Μενδενίτσα)
163
22
0
99
28500
Δαδί (Αμφίκλεια)
211
45
9
0
14509
Ξυλικοί
Δεν καταγράφεται [1]

(Πηγή Ε. Μπαλτά)

[1] Ο χανές (hane) ήταν μια φορολογική μονάδα που χρησιμοποιήθηκε στα οθωμανικά κατάστιχα. Ως εκ τούτου δεν θα ήταν ασφαλές να τον χρησιμοποιήσουμε για να υπολογίσουμε τον πληθυσμό ενός οικισμού. Παρόλα αυτά με έναν πρόχειρο υπολογισμό θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τον πληθυσμό της Σουβάλας στα 117 άτομα (χωρίς τα παιδιά κάτω των 12 ετών, τα οποία δεν φορολογούνταν) για το έτος 1521 και σε 216 άτομα το 1540.
[2] Η μη καταγραφή του οικισμού δεν συνεπάγεται και την ανυπαρξία του. Κάποια χωριά της περιοχής κατά καιρούς άλλαξαν διοικητικές περιφέρειες, με εξαίρεση το Δαδί (Αμφίκλεια), το οποίο από το 1640 θα αποτελέσει τμήμα του καζά Λιβαδειάς και ως βακούφι της Μέκκας θα ενταχθεί σε διαφορετικό καθεστώς. Σε μεταγενέστερο χρόνο και η Σουβάλα θα υπαχθεί στον καζά Τουρκοχωρίου (Ελάτειας). 


Οι κάτοικοι της Σουβάλας φαίνεται ότι μετά την εξάλειψη του δυτικού φεουδαρχικού συστήματος, βγήκαν από την απομόνωση τους και ξεκίνησαν πάλι να καλλιεργούν τον κάμπο του Κηφισού. Η γεωργία εκείνη την περίοδο, ακολουθούσε τον παραδοσιακό τρόπο καλλιέργειας υστερώντας σε μέσα και τεχνική και το σύνολο σχεδόν της παραγωγής της ήταν τα δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι και βρώμη για ζωοτροφή). Το βασικό εργαλείο του αγρότη ήταν το πανάρχαιο ησιόδειο άροτρο, το οποίο διατηρήθηκε σε χρήση μέχρι τον 20ο αιώνα. Το αλέτρι έφτιαχνε από ξύλο ο ίδιος, ενώ τα μεταλλικά μέρη του, καθώς και άλλων αγροτικών εργαλείων, κατασκευάζονταν από ντόπιους σιδεράδες. Ένα επάγγελμα που στην Σουβάλα αναπτύχθηκε ιδιαίτερα. Μετά τον θερισμό και το αλώνισμα, τα δημητριακά αποθηκεύονταν σε μια γωνιά του σπιτιού. Από αυτά ένα μέρος έπρεπε να φυλαχθεί ως σπόρος, ενώ το υπόλοιπο προοριζόταν για την πληρωμή της δεκάτης στον σπαχή, την πώληση του στο τοπικό παζάρι για να πληρωθούν οι προσωπικοί φόροι και άλλες υποχρεώσεις και τελικά ένα μικρό ποσοστό έμενε για τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας.


Αλέτρι, Λαογραφικό Μουσείο Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 Έχει υπολογιστεί ότι το ελάχιστο ετήσιο όριο παραγωγής δημητριακών, για την επιβίωση ενός νοικοκυριού στις αρχές του 16ου αιώνα, ήταν τα 1500 κιλά. Παραγωγή που απαιτούσε πολύ μόχθο για να εξασφαλιστεί. Οι γεωργοί εφάρμοζαν το σύστημα της αγρανάπαυσης, κατά το οποίο κάθε χρόνο έμενε ακαλλιέργητο το 1/3 της γης. Τα χωράφια δεν ήταν ιδιαίτερα εύφορα, λόγω του ότι η λίπανση του εδάφους στηριζόταν στην κοπριά των αιγοπροβάτων που έβοσκαν το καλοκαίρι ή στο κάψιμο των καλαμιών μετά τον θερισμό. Ένα μεγάλο επίσης πρόβλημα αποτελούσε η διαχείριση του νερού. Ιδιαίτερα για την περιοχή του κάμπου της Σουβάλας, οι πλημμύρες του Κηφισού αποτελούσαν συχνή αιτία καταστροφής της παραγωγής, αποζημίωναν όμως κατά ένα μέρος τους αγρότες, αφού παράλληλα εμπλούτιζαν τα χωράφια με νέο χώμα. Με μια πρόχειρη εκτίμηση θα λέγαμε ότι για να συγκεντρωθεί η απαιτούμενη ποσότητα των 1500 κιλών, ο αγρότης έπρεπε να έχει στην κατοχή του περίπου 18 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Η έκταση αυτή προκύπτει αν υπολογίσουμε, ότι η σπορά κάθε στρέμματος απαιτούσε περίπου 25 κιλά σιταριού, το οποίο απέδιδε με τις συνθήκες της εποχής περίπου 1:5, δηλαδή συνολικά 125 κιλά καρπού. Συνεπώς χρειαζόταν μια έκταση 12 στρεμμάτων για την ποσότητα των 1500 κιλών, στην οποία προσθέτονταν και 6 στρέμματα μη καλλιεργούμενα λόγω αγρανάπαυσης. Η διαχείριση όμως μιας τέτοιας έκτασης με τα τεχνικά μέσα της εποχής, αποτελούσε ένα πραγματικό κατόρθωμα. Στην πραγματικότητα η έκταση που έπρεπε να καλλιεργηθεί ήταν τουλάχιστον κατά 20 % μεγαλύτερη, αφού οι συχνές καταστροφές της παραγωγής, δεν εξασφάλιζαν ένα σταθερό ετήσιο εισόδημα, έτσι ο γεωργός για να αντεπεξέλθει έπρεπε τις αποδοτικές χρονιές, να αποταμιεύει το πλεόνασμα που προέκυπτε.             
 Από τα μέσα του 16ου αιώνα, η αύξηση του πληθυσμού προκάλεσε την μείωση της ποσότητας δημητριακών που είχε στην διάθεση της η κάθε οικογένεια, διότι το παραγόμενο προϊόν που έμενε σταθερό, έπρεπε πλέον να μοιραστεί σε περισσότερους ανθρώπους. Έτσι οι παραγωγοί στράφηκαν σε άλλες δραστηριότητες, όπως η κτηνοτροφία και καλλιέργειες όπως το βαμβάκι, τα λαχανικά και το αμπέλι, το οποίο μάλιστα το οθωμανικό κράτος υποστήριξε με ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις. Χαρακτηριστικό είναι το εδάφιο του κανουνναμέ του Ευρίπου, στο οποίο προβλέπεται η απαλλαγή από τον φόρο, τις χρονιές που δεν υπήρχε παραγωγή σταφυλιών.
Σε αυτή την περίοδο ίσως θα έπρεπε να αναζητήσουμε και τις απαρχές της συστηματικής αμπελοκαλλιέργειας στην Σουβάλα, η οποία εξελίχθηκε σε μια πρωτεύουσα αγροτική ασχολία, δημιούργησε έναν παράλληλο επαγγελματικό κλάδο, των φημισμένων βαρελοποιών και τροφοδότησε την λαϊκή παράδοση με ένα πλήθος όμορφων στοιχείων. Από την δουλειά στα αμπέλια, τον τρύγο και το πατητήρι, μέχρι τις μυθικές παρέες που με τα γλέντια, τις ιστορίες και τα χωρατά τους, διαμόρφωσαν μέσα στον χρόνο τον ιδιαίτερο σουβαλιώτικο χαρακτήρα. Περίφημες ήταν οι ντόπιες ποικιλίες σταφυλιών, όπως η ασπρούδα, το ροδάρι και ο σκυλοπνίχτης που καλλιεργούνταν στα πρανή της σημερινής Σουβάλας, στις τοποθεσίες Μαλακάσα, Μεσόκαμπος και Μπουρνιάς και απέδιδαν ένα εξαιρετικής ποιότητας κρασί. Αμπελώνες οι οποίοι διατηρήθηκαν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν τότε δυστυχώς καταστράφηκαν από επιδημία φυλλοξήρας. Η Σουβάλα καταγράφεται σε φορολογικά κατάστιχα του 1540, ως μια από τις 80 τοποθεσίες της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας που τον 16ο αιώνα διέθεταν αμπελώνες.

Καταγραφή φόρων αμπελοκαλλιέργειας ετών 1506 και 1540


1506
1540

Akce
%
Akce
%
Σουβάλα
-
-
180
3,6
Μουνδουνίτζα (Μενδενίτσα)
11902
22,2
6084
21,3
Δαδί (Αμφίκλεια)
2220
24,8
1173
8,1
Ξυλικοί
660
11,1
-
-

 (Πηγή  Ε. Μπαλτά)




Οι σημαντικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν, με την ανακατανομή του πληθυσμού, την αύξηση της παραγωγής και την εμπορευματοποίηση του αγροτικού προϊόντος, αναμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό και τον χάρτη της περιοχής. Αρχικά στην Σουβάλα, η στροφή προς τον κάμπο δημιούργησε την ανάγκη πρόσκαιρης διαμονής ανθρώπων και ζώων κοντά στον τόπο εργασίας τους, τα χωράφια, με αποτέλεσμα την δημιουργία πρόχειρων καταλυμάτων. Ένας χώρος εγκατάστασης που η χρήση του διατηρήθηκε για αρκετά χρόνια [1] και αποτέλεσε τον αρχικό οικιστικό πυρήνα της σημερινής Πολυδρόσου.
Το οθωμανικό σύστημα όπως λέχθηκε, απαιτούσε εκτός από την καταβολή της δεκάτης στον σπαχή του τιμαρίου που γινόταν σε είδος, την εμπορευματοποίηση ενός μεγάλου μέρους της παραγωγής, προκειμένου να μπορέσει ο αγρότης να πληρώσει φόρους όπως το χαράτσι, την σπέντζα, κ.α. που αποδίδονταν σε χρήμα. Έτσι άρχισαν να λειτουργούν εποχιακές τοπικές αγορές, τα “παζάρια” που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην οικονομία της υπαίθρου. Συνήθως η εμπορική αυτή δραστηριότητα διεξάγονταν παράλληλα με κάποια μεγάλη τοπική γιορτή και αποκτούσε φήμη, ξεπερνώντας τον τοπικό της χαρακτήρα. Σε αυτές τις αγορές που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την φορολογική εκμετάλλευση της περιοχής, γινόντουσαν οι αγοραπωλησίες των τοπικών αγροτικών προϊόντων, ενώ με την πάροδο του χρόνου εμπλουτίστηκαν και με το εμπόριο βιοτεχνικών ειδών. Μια δραστηριότητα που χάρισε, μέσω της τέχνης αυτών των επαγγελμάτων και του νομαδικού τρόπου ζωής των ανθρώπων της, ένα από τα ομορφότερα κεφάλαια στην ελληνική λαογραφία. Η Σουβάλα δημιούργησε σε αυτό τον τομέα την δική της παράδοση με δύο επαγγέλματα, του σιδερά – μαχαιροποιού και του τεχνίτη του ξύλου που τα προϊόντα τους ξεκίνησαν από τα παζάρια της περιοχής, όπως αυτό της Αμφίκλειας, για να γίνουν ξακουστά σε όλη την Ελλάδα.
Ένας άλλος χώρος που δημιουργήθηκε εκείνη την εποχή και έπαιξε όχι μόνο εμπορικό, αλλά και πολιτικοστρατιωτικό ρόλο όπως θα δούμε στην συνέχεια, ήταν το χάνι ή καραβάν σεράι. Ήταν εγκαταστάσεις που βρίσκονταν σε κομβικά περάσματα των βασικών μονοπατιών και προσέφεραν κατάλυμα σε μετακινούμενους εμπόρους. Πολλά είναι τα παραδείγματα τέτοιων χώρων οι οποίοι λόγω της εμπορικής δραστηριότητας και της οικονομικής σημασίας που απέκτησαν, εξελίχθηκαν σε οικισμούς. Τέτοιου είδους χάνια υπήρξαν στην Γραβιά και στην τοποθεσία "Δήμος" στα Βασιλικά Ελάτειας που υπήρχε καραβάν σεράι.
Από τα τέλη του 16ου αιώνα το τιμαριακό σύστημα άρχισε να παρακμάζει με γοργό ρυθμό, παρασύροντας στην δύση του μια εποχή σχετικής ευμάρειας για τον αγροτικό πληθυσμό. Σε αυτό συνετέλεσαν κυρίως οι τοπικοί Οθωμανοί αξιωματούχοι που όπως θα δούμε στην συνέχεια, εκμεταλλεύτηκαν διάφορες αρνητικές συγκυρίες, συγκεντρώνοντας στην δικαιοδοσία τους μεγάλες εκτάσεις γης και επιβάλλοντας τους δικούς τους νόμους.

[1] Τον συναντάμε στα ταξιδιωτικά κείμενα των δυτικών περιηγητών του 18ου και 19ου αιώνα που πέρασαν από την περιοχή.

Η φορολογία

Οι υποτελείς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ελληνική χερσόνησο, ήταν ένα μείγμα διαφόρων εθνικοτήτων και θρησκειών που στην μεγάλη του πλειονότητα ήταν Έλληνες, ενώ σε μικρότερη αναλογία Εβραίοι, Αρβανίτες και μουσουλμάνοι. Ενδεικτικά θα αναφέραμε ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός το 1520 στο σαντζάκι του Ευρίπου, έφτανε στο 2% του συνολικού. Οι Έλληνες είχαν ελάχιστα δικαιώματα και έπρεπε να είναι υποδεέστεροι των μουσουλμάνων. Ενδεικτικός ήταν ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός "ραγιάς" [1] που χρησιμοποιούσαν οι Οθωμανοί, προσδιορίζοντας την δεινή κοινωνική θέση στην οποία τους τοποθετούσαν.
Το οθωμανικό σύστημα βασίστηκε κατά κύριο λόγω στην αγροτική παραγωγή, της οποίας ο πλούτος διοχετευόταν μέσω των φόρων στην οθωμανική άρχουσα τάξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι σκλαβωμένοι ήταν χρήσιμοι, κατά κύριο λόγο διότι λειτουργούσαν ως μέσα παραγωγής πλούτου. Έτσι υπόκεινταν σε βαριά φορολόγηση που δεν τους επέτρεπε τίποτα περισσότερο από το να συντηρούν την ύπαρξη τους. Όταν μάλιστα τον 17ο αιώνα το κεντρικό κράτος άρχισε να χάνει τον έλεγχο των αξιωματούχων του, η απληστία των τοπικών αρχόντων τους εξώθησε στην επιβολή περισσότερων φόρων και έναν ήδη σοβαρά καταπονημένο λαό στις εσχατιές της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκτός όμως από τις άσχημες συνθήκες ζωής που προκαλούσε η οικονομική απομύζηση, η ισχνή ράχη των Ελλήνων υπέμεινε και βάρβαρες μεθοδεύσεις που είχαν άλλες αιτίες, όπως την αντίθεση της θεολογικής θεώρησης μεταξύ ηγεμόνων και υποτελών, με κυρίαρχη φυσικά την μουσουλμανική, τον άγριο χαρακτήρα αξιωματούχων, οι οποίοι αναδεικνύονταν μέσω ενός διεφθαρμένου συστήματος και αντλούσαν την δύναμη της εξουσίας τους από την άσκηση μιας απάνθρωπης βίας, ως μέσον εξαναγκασμού για την αποκομιδή περισσότερων φόρων και φυσικά, τα αντίποινα κατά των αποτυχημένων επαναστατικών κινημάτων. Οι Έλληνες στα 368 χρόνια της σκληρής σκλαβιάς υπέμειναν αμέτρητα βασανιστήρια, με σφαγές, βιασμούς, λεηλασίες, δήμευση περιουσιών, κ.α.
            Οι Οθωμανοί επέβαλαν φορολογία στα πάντα, ακόμη και στην ζωή των δούλων τους  Ανάμεσα στα σκληρότερα μέτρα που έλαβε η οθωμανική διοίκηση, ήταν το παιδομάζωμα και το χαράτσι. Το παιδομάζωμα ήταν ένας φόρος αίματος που διατηρήθηκε μέχρι το 1632. Κάθε χρόνο άρπαζαν περίπου 1.000 μικρά αγόρια, τα οποία ανέτρεφαν σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο και τα εκπαίδευαν στις πολεμικές τέχνες. Αυτά τα παιδιά συγκροτούσαν τα φοβερά τάγματα των Γενίτσαρων που φημίζονταν για την βαρβαρότητα τους εναντίον των Ελλήνων.

"Εις έκαστον φορολογητέον τόπον προσήρχετο λοχαγός τών γενιτσάρων
συνεπαγόμενος γραφέα, κομίζον δέ αυτοκρατορικόν φιρμάνιον.
Ο τού τόπου προϊστάμενος ώφειλε νά υποβάλη αυτώ κατάλογον όλων τών οικογενειών,
έκαστος δέ πατήρ ήτο υπόχρεως νά αναγγείλη πόσους υιούς είχε.
Αφηρούντο πάντοτε οι κάλλιστοι καί ευρωστότατοι.
Εν τοίς αρχαιτέροις χρόνοις εις μόνος ελαμβάνετο αφ' εκάστης οικογένειας παις,
προϊόντος δέ τού χρόνου καί δύο, καί τρείς, καί αυτός ο μονογενής, όστις πρότερον εξηρείτο.
Οι υπάλληλοι άρπαζαν πλειοτέρους τών απαιτουμένων καί τούς εκποιούσαν ως δούλους.
Τό σύνολον τών ανδρών όσοι αφηρέθησαν από τού χριστιανισμού τής Ανατολής γιά τή συγκρότηση τού γενιτσαρικού τάγματος ημπορεί νά υπολογισθεί εις εν περίπου εκατομμύριον."

(Παπαρρηγόπουλος Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους)




[1] Η λέξη ra`aya ήταν αραβική και σήμαινε το κοπάδι.
           
Το χαράτσι (Harac ή cizye) ήταν ένας ετήσιος κεφαλικός φόρος που κάθε Έλληνας ηλικίας άνω των 12 ετών, υποχρεωνόταν να καταβάλει σε αντάλλαγμα της ζωής του. Το ύψος του οριζόταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των υπόχρεων και προσδιοριζόταν κλιμακωτά, ξεκινώντας από το ποσό που αντιστοιχούσε σε 38 κιλά σιταριού, για την κατώτερη τάξη των ραγιάδων το χρόνο. Ήταν φόρος που βάραινε συλλογικά τον κάθε τόπο, με συνέπεια όταν μειωνόταν ο πληθυσμός, λόγω π.χ. μιας επιδημίας, να αυξάνει η επιβάρυνση των εναπομεινάντων. Έτσι ολόκληρα χωριά και πόλεις με αντάλλαγμα την κάλυψη των υποχρεώσεων τους απέναντι στο κράτος, κατέληγαν εξαρτημένα από συντεχνίες αργυραμοιβών και πλούσιων φεουδαρχών, οι οποίοι με δεδομένη την αδυναμία αποπληρωμής των χρεών, τελικά τα ιδιοποιούνταν.





Η εξέλιξη του κεφαλικού φόρου

Έτος
Ο φόρος σε γρόσια [1] κατά εισοδηματική τάξη

Πλούσιοι
Μεσαίοι
Φτωχοί
1691
9
4,5
2,25
1696
10
5
2,50
1744
11
5,5
2,75
1804
12
6
3
1816
16
8
4

(Πηγή Γ. Νικολάου)

            Ο υπόδουλος Έλληνας ήταν αναγκασμένος να αντεπεξέλθει σε πολλές άλλες υποχρεώσεις. Σε φόρους επί της παραγωγής, όπως η δεκάτη, ένα κλάσμα της παραγωγής αποδιδόμενο σε είδος ως ενοίκιο στον σπαχή του τιμαρίου, τα δικαιώματα βοσκής, αλευρόμυλων, κ.α., ατομικούς φόρους, όπως η σπέντζα και ο φόρος γάμου, σε έκτακτους φόρους γνωστούς ως αβαρίζια [2], αλλά και στις συχνές αυθαιρεσίες των αξιωματούχων που συχνά τον ανάγκαζαν να πληρώνει τον ίδιο φόρο πολλές φορές. Η καταβολή των φόρων είχε οριστεί σε δύο δόσεις τον χρόνο, στις 23 Απριλίου και στις 26 Οκτωβρίου.     
           
[1] 1 γρόσι ισοδυναμούσε με 120 άσπρα. Ενδεικτικά θα αναφέραμε ότι στο τέλος του 18ου αιώνα, ο κεφαλικός φόρος για έναν φτωχό ήταν 2,75 γρόσια ή 330 άσπρα, ενώ το μεροκάματο ενός καλλιεργητή κυμαινόταν στα 65 άσπρα, ποσό που αντιστοιχούσε σε 1,2 κιλά χοιρινό κρέας ή 470 γραμμάρια ελαιόλαδο. 

[2] Τα αβαρίζια (avariz-i) ήταν ένα σύνολο έκτακτων φόρων όπως, εκκλησιαστικά “δοσίματα”, εισφορές για κοινοτικά έξοδα, φόροι παροχής υπηρεσιών, "δώρα" και αμοιβές αξιωματούχων, εφοδιασμός της κατοικίας του τοπικού άρχοντα με τρόφιμα, ξυλεία και έπιπλα, χιόνι από δύσβατες χαράδρες βουνών το καλοκαίρι για να φτιάχνουν οι αξιωματούχοι αναψυκτικά (σερμπέτια), υποχρεωτικές εισφορές για το στρατό σε περίοδο πολέμου, για την επισκευή ή κτίσιμο οχυρών κ.α.



Οθωμανικό φιρμάνι 16ος αιώνας

 Οι Οθωμανοί είχαν καθορίσει με σαφήνεια της φορολογικές υποχρεώσεις των υποτελών τους, εκδίδοντας ανά τακτές χρονικές περιόδους νομοθετικούς κώδικες που ονομάζονταν Kanunname [3]. Παράλληλα είχαν αναπτύξει ένα λεπτομερές σύστημα καταγραφής που έφτανε μέχρι και το επίπεδο του χωριού, βάση του οποίου η κεντρική εξουσία έλεγχε τόσο τους υποτελείς, όσο και τους αξιωματούχους της. Η πλειονότητα αυτών των εγγράφων καταστράφηκε κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1821. Αυτά όμως που διασώθηκαν αποτελούν ανεκτίμητα ιστορικά στοιχεία, διότι είναι η μόνη πηγή από όπου σήμερα μπορεί κανείς να αντλήσει πληροφορίες, για να κατανοήσει τις συνθήκες ζωής εκείνης της περιόδου. Ως γνωστό κατά την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού αποτελούσαν άνθρωποι αγράμματοι, ενώ το σύνολο σχεδόν των λογίων είχε καταφύγει στην δύση. Αυτό είχε ως συνέπεια την απουσία πνευματικής δημιουργίας, άρα και την ύπαρξη ενός χάσματος ως προς την καταγραφή της ζωής.
Ανάμεσα στα έγγραφα που διασώθηκαν είναι και ένα 9 φυλλο σπάραγμα κατάστιχου που βρίσκεται στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κωνσταντινούπολης που αποτελεί τμήμα ενός κανουνναμέ που εκδόθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα, μεταξύ των ετών 1520 και 1569, το οποίο καθορίζει τις φορολογικές υποχρεώσεις των κατοίκων στο σαντζάκι του Egriboz και τους καζάδες του, Egriboz, Izdin, Istefa, Livadya, Salne, Kizil Hisar, Moudounitsa και Atina [4]. Οι διατάξεις του φυσικά ίσχυαν και για τους κατοίκους της Σουβάλας.

[3] Η λέξη κανουνναμές προήλθε από την ελληνική κανών (νόμος).
[4] Ευρίπου, Ζητουνίου, Θήβας, Λιβαδειάς, Σαλώνων, Καρύστου, Μενδενίτσας και Αθήνας


Ο κανουνναμές του σαντζακίου Ευρίπου [1]

1. Κάθε άπιστος που ενηλικιώνεται πληρώνει 25 άσπρα σπέντζα [2]. Οι ανήλικοι δεν πληρώνουν. Επίσης οι παντρεμένοι άπιστοι πληρώνουν 6 άσπρα φόρο κοπής χόρτου. Δεν πληρώνουν οι άγαμοι και οι χήρες. Οι χήρες πληρώνουν 6 άσπρα σπέντζα.
2. Οι σπαχήδες και οι άλλοι μουσουλμάνοι καλλιεργητές καταβάλλουν δεκάτη 1 κοιλό [3] στα 10 για φακές, κουκιά, ρεβύθια και φασόλια. Οι άπιστοι δίνουν δεκάτη 2 κοιλά στα 15. Το ίδιο ισχύει για το στάρι, κριθάρι και βρώμη.
3. Για το σύσπορο βαμβάκι δίνουν 2 μπάλες στις 15 ως δεκάτη. Το βάρος μιας μπάλας είναι 4 οκάδες [4].
4. Μουσουλμάνοι και άπιστοι πληρώνουν δεκάτη 1 προς 10, για τα καρύδια, αμύγδαλα και τα διάφορα φρούτα.
5. Αν κάποιος φυτέψει ένα αμπέλι πληρώνει τον πρώτο χρόνο φόρο 5 άσπρα το στρέμμα (donum) [5]. Αργότερα εφόσον το αμπέλι δεν δίνει καρπό, δεν πληρώνει τίποτα. Οι άπιστοι καταβάλουν δεκάτη μούστου, 2 μεζούρες (muzur) στις 15. Κάθε μεζούρα αντιστοιχεί σε 5,5 οκάδες, ενώ 20 μεζούρες κάνουν ένα φόρτωμα (yuk). Για τον μούστο που μπαίνει στο βαρέλι πληρώνουν 2 άσπρα φόρο σπιθαμής. Είναι νόμος στα χωριά που καταβάλλεται δεκάτη μούστου, οι τιμαριώτες να έχουν το μονοπώλιο επί δύο μήνες, προκειμένου να πωλήσουν την δεκάτη που συγκέντρωσαν. Όσο διαρκεί το μονοπώλιο, ο μούστος του τιμαριώτη πωλείται 2 άσπρα ακριβότερα από την τιμή διατίμησης. Μόνο όταν εκπνεύσει η περίοδος του μονοπωλίου επιτρέπεται στους ραγιάδες να πουλήσουν μούστο. Αν τα χωριά που δεν παράγουν μούστο, αγοράσουν από άλλα και τον μεταφέρουν στον δικό τους, όπως και αν παραγωγά χωριά μεταφέρουν φορτία μούστου σε χωριά μη παραγωγά, πληρώνουν δασμό 2 άσπρα για κάθε φορτίο.
6. Εισπράττεται κάθε Απρίλιο 1 άσπρο για δύο πρόβατα, ως φόρος προβάτων. Το ίδιο και για τα κατσίκια. 1 άσπρο για δύο χοίρους ελεύθερης βοσκής είναι ο φόρος επί των χοίρων. Οι άπιστοι όμως που εκτρέφουν χοίρους στο σπίτι τους πληρώνουν 1 άσπρο φόρο για κάθε ζώο που σφάζουν.
7. Οι άπιστοι πληρώνουν δεκάτη μποστανιών, 2 άσπρα στα 15.
8. Για μύλους που λειτουργούν όλο τον χρόνο καταβάλλεται φόρος 30 άσπρων και 15 για όσους λειτουργούν έξι μήνες. Για γναφεία [6] που λειτουργούν έξι μήνες απαιτείται φόρος 15 άσπρων και 10 γι΄ αυτά που λειτουργούν τέσσερις μήνες.




[1] Οι φορολογικές ρυθμίσεις σε ορισμένες περιπτώσεις διαφοροποιούνταν μεταξύ των καζάδων, λόγω των ιδιαίτερων παραγωγικών τους ασχολιών, όπως π.χ. το εμπόριο στα λιμάνια, η κτηνοτροφία στα ορεινά, κ.α.
[2] Ο χρηματικός φόρος που εισέπρατταν οι σπαχήδες από τους υποτελείς χριστιανούς χωρικούς που ήταν εγκατεστημένοι στα τιμάρια τους.
[3] 1 κοιλό ισοδυναμεί με 14 οκάδες
[4] 1 οκά ήταν 1,28 σημερινά κιλά
[5] 1 donum είναι 952 τ.μ.
[6] Νεροτριβές

9. Σε ότι αφορά τον φόρο διαχείμασης και βοσκής :
Αν πρόκειται για πρόβατα ή κατσίκες που έρχονται από αλλού ή από άλλα χωριά για να διαχειμάσουν και ξεκαλοκαιριάσουν στα βοσκοτόπια ενός χωριού, τότε απαιτείται η καταβολή φόρου βοσκής 17 άσπρων για κάθε κοπάδι πρόβατα ή κατσίκες. Αν όμως τα πρόβατα και οι κατσίκες ανήκουν σε κατοίκους του χωριού, τότε δεν απαιτείται φόρος βοσκής και διαχείμασης.
10. Για φόρο γάμου τα κορίτσια πληρώνουν 30 άσπρα και οι χήρες 15.
11. Ο ραγιάς που θα εγκαταλείψει τη γη του για να εγκατασταθεί σε άλλο χωριό υποχρεούται να αποζημιώσει με το ποσό των 75 άσπρων τον σπαχή του, επειδή ακριβώς εγκατέλειψε την γη του. Αν ασχοληθεί στον τόπο της νέας εγκατάστασης του με την γεωργία, τότε πληρώνει δεκάτη. Αν δεν επιδοθεί στην καλλιέργεια της γης, τότε πληρώνει 6 άσπρα καπνικό φόρο.
12. Την εποχή που συλλέγεται η σπέντζα, κάθε έγγαμος υποχρεούται να καταβάλει στον κύριο του τιμαρίου μια κότα και μια πίτα (bogaca). Τα ίδια ακριβώς δίνουν και την εποχή του αλωνίσματος.

Δασμοί επί τροφίμων, ενδυμάτων, κ.α.
1. Για κάθε φορτίο (yuk) σταριού που φτάνει στην αγορά προς πώληση, εισπράττονται 2 άσπρα δασμός αν πρόκειται για φόρτωμα αλόγου και 1 άσπρο για το φόρτωμα γαϊδάρου. Και για φορτίο κριθαριού, βρώμης, κεχριού και βίκου εισπράττεται 1 άσπρο στο φόρτωμα αλόγου και 0,5 άσπρο στο φόρτωμα γαϊδάρου.
2. Για φορτία φακής, γυφτοφάσουλων, φασουλιών και ρεβιθιών, εισπράττονται 2 άσπρα δασμός στο φόρτωμα αλόγου και 1 άσπρο στο φόρτωμα γαϊδάρου.
3. Για κάθε φόρτωμα αλόγου προκειμένου για φρούτα, κρεμμύδια και σκόρδα ο δασμός είναι 1 σολδίο. 3 σολδία κάνουν 1 άσπρο.
4. Για τα ξερά σύκα εισπράττονται 2 άσπρα δασμός στο φόρτωμα αλόγου και 1 άσπρο στο φόρτωμα γαϊδάρου.
5. Για τα κουκουνάρια, καρύδια και αμύγδαλα εισπράττονται 2 άσπρα δασμός στο φόρτωμα αλόγου και 1 άσπρο στο φόρτωμα γαϊδάρου.
6. Για ένα φορτίο αγνού βουτύρου, μελιού, ρυζιού εισπράττονται 2 άσπρα και 4 στο φορτίο λαδιού και μελισσοκεριού.
7. Για κάθε φορτίο υφάσματος, πληρώνεται δασμός 2 άσπρων. Το ίδιο για τα απλά πανιά, τις κάπες και τα αστάρια. Αν πωληθεί κιλίμι εισπράττεται 1 άσπρο.
8. Για φορτίο σανιδιών εισπράττεται 1 σολδίο. Δεν απαιτείται δασμός για φορτία κορμών δέντρων.
9. Κατά την αγοραπωλησία ανδρών και γυναικών σκλάβων, πωλητής και αγοραστής καταβάλλουν 4 άσπρα ο καθένας, δηλαδή εισπράττονται 8 άσπρα. 
10. Αν πωληθεί υποζύγιο γαϊδούρι, βόδι, μοσχάρι ή μουλάρι, πωλητής και αγοραστής πληρώνουν από 2 άσπρα, δηλαδή σύνολο 4 άσπρα.
11. Για τα πρόβατα και τα κατσίκια που έρχονται για να πωληθούν στην αγορά εισπράττεται δασμός 1 άσπρο στα 2 κεφάλια. Κατά την πώληση αρνιών, εισπράττεται 1 άσπρο στα 2 κεφάλια. Αν πωληθούν σφαγμένα πρόβατα, ο δασμός είναι 1 άσπρο στα 3 κεφάλια. Δεν απαιτείται όμως καταβολή δασμού στην περίπτωση που πωληθεί στην αγορά κάποιο αρνί ή κατσίκι λιανικώς και όχι με το κοπάδι.  


(Tahrir, μέσα 16ου αιώνα, Δημοτική Βιβλιοθήκη Κωνσταντινούπολης)





Η κρίση της αυτοκρατορίας
                  
            Από τα τέλη του 16ου αιώνα, η Οθωμανική αυτοκρατορία άρχιζε να εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης κρίσης. Τα μεγάλα προβλήματα που προέκυψαν στα δημόσια οικονομικά, θα λέγαμε ότι αποτέλεσαν το έναυσμα για να αναδειχθούν όλες οι παθογένειες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας, όπως η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου που γέμισε τα θησαυροφυλάκια των ηγεμόνων της Ευρώπης με χρυσό, η ανακάλυψη νέων θαλάσσιων δρόμων που ακύρωσαν τον “δρόμο του μεταξιού” και η υστέρηση της αυτοκρατορίας σε πολιτιστικό και τεχνολογικό επίπεδο, προκάλεσαν όχι μόνο την εμπορική διείσδυση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, αλλά και μια μεγάλη υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος, με οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Ενδεικτική της κατάστασης, ήταν η βύθιση της αξίας του akce, το οποίο έχασε 50 % της αξίας του από το 1580 έως το 1680. Σε αυτή την σοβαρή κρίση η κεντρική διοίκηση τήρησε μια παθητική πολιτική στάση που υπαγορευόταν κυρίως από την ανικανότητα των σουλτάνων που έτυχε να ηγηθούν και τις έριδες των αξιωματούχων της που επιχειρούσαν την αναρρίχηση τους.
Τα όλο και μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα απαιτούσαν την συγκέντρωση χρημάτων, τα οποία αναζητήθηκαν στην αύξηση της φορολογίας. Οι συνθήκες όμως δεν ήταν ευνοϊκές για κάτι τέτοιο, αφού την ίδια εποχή, η γεωργική παραγωγή έφθινε λόγω του φαινόμενου της “μικρής εποχής των παγετώνων” [1] που βρισκόταν στην κορύφωση του, σαν επακόλουθο ξέσπασαν επιδημίες που θέριζαν τον πληθυσμό, ενώ μαινόταν και ο μακροχρόνιος πόλεμος με τους Βενετούς. Ως επιστέγασμα της οικονομικής πίεσης που δεχόταν ο πληθυσμός, ήταν οι αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων στην φορολογία, με στόχο τον προσωπικό τους πλουτισμό. Η αποδυνάμωση της κεντρικής διοίκησης, έδινε τις ευκαιρίες όχι μόνο να αναπτυχθεί η διαφθορά και η κλεπτοκρατία, αλλά και να ισχυροποιηθούν οι υπαίτιοι της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διεκδικούν την απόσχιση τους από τον κορμό της αυτοκρατορίας.
            Σε αυτό συνέτειναν και οι μεγάλες αλλαγές που προκάλεσαν η κατάρρευση του τιμαριωτικού συστήματος και του τρόπου συλλογής των φόρων. Την κατάρρευση του τιμαριωτικού συστήματος προκάλεσε κυρίως η απαξίωση των σπαχήδων σε στρατιωτικό επίπεδο. Από την άλλη οι οικονομικές ανάγκες του κράτους ώθησαν στην εφαρμογή του συστήματος iltizam, δηλαδή της ετήσιας ενοικίασης των δικαιωμάτων συλλογής φόρων σε τοπικούς αξιωματούχους, οι οποίοι πλειοδοτούσαν στην προκαταβολή τους. Η βραχύβια διάρκεια αυτής της μίσθωσης όμως, εξωθούσε στην άγρια εκμετάλλευση των υπόχρεων με στόχο την αποκομιδή του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους.
 Ο αγροτικός πληθυσμός που ήδη είχε υποστεί σημαντικές απώλειες στο εισόδημα του, αναγκάστηκε τότε να καταφύγει στην λύση του δανεισμού. Τελικά η ισχυρή αυτή ομάδα ανθρώπων πέτυχε, μέσω της επιβολής ληστρικών επιτοκίων που οι δανειζόμενοι ήταν αδύνατον να πληρώσουν, να συγκεντρώσει στην κατοχή της μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, τα τσιφλίκια. Αν και το οθωμανικό κράτος δεν αναγνώρισε ποτέ επίσημα αυτό το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ουσιαστικά οι τσιφλικάδες ιδιοποιούνταν παράνομα την δημόσια περιουσία, το νέο αυτό σύστημα κατάφερε να παγιωθεί. Η δύναμη της περιφερειακής μουσουλμανικής αριστοκρατίας σύντομα ακύρωσε την ισχύ των παραδοσιακών φορέων εξουσίας, των διοικητών καζάδων και σαντζακίων και εξαγοράζοντας κρατικούς λειτουργούς κράτησε σε απόσταση τον έλεγχο του σουλτάνου. Έτσι διαμορφώθηκε μια νέα οθωμανική τάξη, οι αγιάννηδες [2] που διέθεταν μεγάλη οικονομική, πολιτική και στρατιωτική δύναμη και σε ορισμένες περιπτώσεις κατάφεραν να αναρριχηθούν σε εξέχουσες θέσεις της περιφερειακής διοίκησης.       


Αλή πασάς Τεπελενλής


     
                 Ίσως το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα ενός τέτοιου τοπάρχη στον ελληνικό χώρο, ήταν ο Αλή πασάς Τεπελενλής. Ο Αλή γεννήθηκε το 1744 στο Τεπελένι της σημερινής Αλβανίας. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και ακολούθησε τις συμμορίες Τόσκηδων και Λιάπηδων, οι οποίες επιχειρούσαν ληστρικές επιδρομές σε όλη την Ήπειρο και την Θεσσαλία. Χάρις στην φιλοδοξία και την δολιότητα που τον διέκρινε, κατάφερε να αναρριχηθεί στην οθωμανική ιεραρχία και τελικά το 1785 να διορισθεί από τον σουλτάνο δερβέναγας Ρούμελης [3]. Δυο χρόνια αργότερα ορίστηκε πασάς Τρικάλων, ενώ το 1788 άρπαξε το πασαλίκι των Ιωαννίνων. Μνημειώδεις έμειναν οι ραδιουργίες που εξύφανε, για να καταστήσει φόρου υποτελές του ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής χερσονήσου. Ο Αλή πασάς διάβρωσε σε τέτοιο βαθμό την διοίκηση, ώστε κατάφερνε να αποκομίζει τεράστια οφέλη μέσω υψηλών αξιωματούχων που είχε εξαγοράσει, οδηγώντας ολόκληρα χωριά και περιοχές στην οικονομική υποτέλεια. Ανάμεσα στα 935 χωριά που κατάφερε να ελέγχει στο απόγειο της εξουσίας του, ήταν και η Σουβάλα.  

[1] Μιας περιόδου στην οποία το κλίμα στην Ευρώπη έγινε ψυχρό.
[2] Από το αραβικό Ayan που σημαίνει διοικητής, ηγεμόνας.
[3] Επόπτης των ορεινών περασμάτων



Η Σουβάλα στην μέση οθωμανική και προεπαναστατική περίοδο

            Παρά την γενικότερη υποβάθμιση της ζωής και την τάση εγκατάλειψης της υπαίθρου στα μέσα της οθωμανικής περιόδου, φαίνεται ότι η Σουβάλα παρέμεινε ένας ενεργός οικισμός. Το 1698 ο Μελέτιος, μητροπολίτης Αθηνών και αργότερα Ιωαννίνων, συγγράφει ένα τετράτομο γεωγραφικό έργο, το οποίο βασίζεται σε πληροφορίες διάφορων συγγραφέων, καθώς και σε δικές του τοπογραφικές και αρχαιοδιφικές παρατηρήσεις. Σε αυτό υπάρχει μια σπάνια για την εποχή αναφορά στην Σουβάλα, την οποία μάλιστα καταγράφει ως κώμη [1]. Η “Γεωγραφία παλαιά και νέα”, γράφτηκε στην κοινή διάλεκτο, εκδόθηκε για πρώτη φορά από τον Παναγιώτη Σαράφη το 1728 και υπήρξε το βασικό διδακτικό εγχειρίδιο για το μάθημα της γεωγραφίας στα ελληνόφωνα σχολεία του 18ου αιώνα. 



[1] Η ανώτερη οικιστική βαθμίδα από το χωριό. 

“ … είτα καταβαίνοντες εκ του Παρνασσού,
και αφιστάμενοι των Δελφών σταδίους 180,
εωρίσκομεν τιώ ποτέ πόλην Λίλαιαν, αξιόλογον ούσαν,
η οποία εκλήθη από Λιλαίας της Νύμφης,
όπου σχεδόν έχει τας αρχάς ο Βιάγριος Ποταμός [1].
Πλησίον ταύτης είναι τανιώ Κώμη Σουβάλα λεγομένη. ”

(Μελέτιος, Γεωγραφία παλαιά και νέα, 1728)


[1] Εννοεί τον Κηφισό που εκείνη την εποχή ονομαζόταν Βιάγριος.


            Μια δεύτερη αναφορά στην Σουβάλα, συναντάμε στο εμβληματικό έργο του Φρανσουά Πουκεβίλ “Voyage de la Grèce”, στο οποίο ο συγγραφέας εντάσσει τον οικισμό στην δικαιοδοσία του καζά Τουρκοχωρίου. Σημαντικό εδώ είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά σε ιστορική πηγή, γίνεται λόγος για δύο οικισμούς, με συνολικό πληθυσμό 150 οικογένειες. Στον πίνακα που παραθέτει ο συγγραφέας, με τα χωριά που υπάγονται στον καζά, συμπεριλαμβάνονται και οι οικισμοί, Σουλίμπεη (Παναγίτσα), Δουραχμάνι (Ελάτεια), Μάνεσι (Λευκοχώρι), Καραβανσεράϊ (Βασιλικά).


Πίνακας από το έργο “Voyage de la Grèce” του F. Pouqueville που εκδόθηκε το 1826
           
Το Τουρκοχώρι ήταν ένας από τους τρεις σημαντικούς οικισμούς που άρχισαν από τον 15ο αιώνα, σταδιακά να αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή της σημερινής Ελάτειας. Από το 1642 τα οθωμανικά αρχεία αναφέρουν το Τουρκοχώρι ως έδρα καδή, ενώ το 1668 ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί καταγράφει στο έργο του Seyahatnâme, το “Βιβλίο των ταξιδιών”, ότι ο οικισμός διαθέτει 100 σπίτια, τζαμί, μεντρεσέ [1], σχολείο, πανδοχείο, δύο ξενοδοχεία και πέντε καταστήματα. Η συγκέντρωση αυτών των υπηρεσιών αλλά και η ύπαρξη μεγάλων εκτάσεων εύφορης γης από τις οποίες περιβαλλόταν, κατέταξαν το Τουρκοχώρι σε ένα σημαντικό διοικητικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής, το οποίο τελικά αποτέλεσε την έδρα του καζά Esedabad. Το Τουρκοχώρι τον 17ο αιώνα εξελίχθηκε σε ένα σημαντικό τσιφλίκι της κεντρικής Στερεάς. Γεγονός που πιθανά έδωσε την οικονομική δυνατότητα σε κάποιον ιδιοκτήτη του, να εξαγοράσει τα δικαιώματα της Σουβάλας και να την εντάξει, παρά την διαφορά της απόστασης των δύο εδαφικών χώρων, στην δικαιοδοσία του.    


[1] Μουσουλμανική ιερατική σχολή.

 Φιρμάνι του Αλή Πασά, 1810.
Όλα τα έγγραφα του Αλή διατυπώνονταν στην καθομιλουμένη ελληνική.


            Στα τέλη του 18ου αιώνα ο Αλή πασάς είχε εγκαθιδρύσει την κυριαρχία του στην Θεσσαλία και την Ήπειρο. Αμέσως μετά στράφηκε στην Στερεά Ελλάδα, την οποία επιχείρησε και σε ένα μεγάλο βαθμό τελικά πέτυχε, να θέσει υπό τον οικονομικό έλεγχο και την πολιτική επιρροή του. Ο Αλή πασάς άρχισε να εισέρχεται στα πράγματα της Στερεάς αρχικά μέσω της ιδιότητας του ως δερβέναγας. Στην συνέχεια εκμεταλλευόμενος το δίκτυο ανθρώπων που είχε δημιουργήσει μέσω της δωροδοκίας και το οποίο ήταν ικανό να επηρεάσει τις αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας, φρόντισε να περιορίσει την ισχύ των τιμαριωτών, να εξαλείψει κάθε ομάδα κλεφτών που θα ήταν ικανή να προβάλει στρατιωτική αντίσταση, να πάρει με την πειθώ ή τον εκβιασμό με το μέρος του προεστούς και να αρπάξει τα φορολογικά δικαιώματα που προέβλεπε το σύστημα malikane [1].
            Όλη αυτή η δραστηριότητα καταγράφηκε στην αλληλογραφία που διατηρούσε με τους έμπιστους του, τους προεστούς των διάφορων χωριών και τους αξιωματούχους του οθωμανικού κράτους. Στα 1469 έγγραφα που διασώθηκαν και σήμερα είναι γνωστά ως "Αρχείο Αλή πασά της Συλλογής Χώτζη”, αποτυπώνεται η πιο δραστήρια περίοδος της ηγεμονίας του, από το 1788 έως το 1822. Στο αρχείο που ανέδειξε με την έκδοση του ο Β. Παναγιωτόπουλος, επιστήμονας του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπάρχουν επτά επιστολές που αναφέρονται στην Σουβάλα και παρέχουν πολύτιμα στοιχεία.

[1] Το σύστημα malikane εφαρμόστηκε το 1695, σε αντικατάσταση του iltizam που ίσχυε μέχρι τότε. Η διαφορά τους ήταν ότι το παλαιό σύστημα προέβλεπε την μίσθωση του δικαιώματος της συλλογής φόρων, η οποία κατοχυρωνόταν μετά από δημοπρασία σε Οθωμανούς αξιωματούχους, σε ετήσια βάση, ενώ με το νέο η περίοδος εκμετάλλευσης γινόταν ισόβια. Η πρόθεση αυτής της αλλαγής ήταν η μείωση του φόρου των αγροτών και η προώθηση νέων επενδύσεων για την βελτίωση της παραγωγικότητας. 

Το αρχείο Αλή πασά


Εδικέ μου Σαλή Γκόρο σε χερετω. Εκατάλαβα τα γραφόμενα σου δια το τιμάρι της Σουβάλας όσο έκαμε ζάπτι ο Γεωργάκης Κραβαρίτης. Του έδωκα μπουγιουρδί [1] να το αποκάμει όλο και ύστερα να φέρει κατά το χεσαλι [2] να μας πλερώσει ότι ήτανε το πολιτικόν μιράδι ...                                                                                              1808
Αυγούστου 31

Επιστολή του Αλή πασά στον έμπιστο του Σαλή Γκόρο, σχετικά με την διαχείριση διάφορων τιμαρίων που αποκαλεί “μαχλούλικα” [3]. Ανάμεσα σε αυτά αναφέρεται και η Σουβάλα, της οποίας το “πολιτικό” δικαίωμα συλλογής φόρων έχει υπενοικιάσει ένας χριστιανός κοτζάμπασης, ο Γεώργιος Κραβαρίτης. Ο Αλή  εκμεταλλεύτηκε τον νόμο περί των μαχλούλικων γαιών και χρηματίζοντας τους κατάλληλους αξιωματούχους, αποκτούσε τα δικαιώματα τους σε πολύ χαμηλές τιμές.

Εδικέ μου Χασάν σούμπασι και παπα Γιάννη από την Σουβάλα σας φανερώνω, ότι τα γρόσια 13250 : ήτοι δέκα τρεις χιλιάδες και διακόσια πενήντα γρόσια όπου μου εμείνατε χρεώστες από αλαντζάκι του χωρίου σας έως Ιούλιον 1815. και τα γρόσια : 7865 : 37 ήτοι επτά χιλιάδες και οκτακόσια εξήντα πέντε γρόσια και 37 παράδες από την δεκαετίαν των γενημάτων των 1814 : όπου γίνονται όλα όλα είκοσι μια χιλιάδες και εκατόν δέκα πέντε γρόσια και 37 παράδες. να τα μετρίσετε του εδικού μου Κολιού καπά δια λογαριασμόν των εσναφίων. χωρίς να τα εμποδίσετε ολοτελώς. χωρίς άλλο :
                                                                                                                             1815 : Ιωάν(νινα)
Μαρτίου : 6

Μπουγιουρντί του Αλή πασά προς τους Χασάν σούμπαση και παπα Γιάννη [4] της Σουβάλας με το οποίο τους παραγγέλνει να καταβάλουν στον ταξιλτάρη [5] Κολιό καπά, το ποσό των 21115 γροσίων και 37 παράδων τα οποία του οφείλουν από αλατζάκια [6] και την δεκάτη του χωριού για το έτος 1814. Από το έγγραφο συμπεραίνουμε ότι την ημέρα σύνταξης του, οι αντιπρόσωποι της Σουβάλας βρίσκονται  στα Ιωάννινα, προφανώς για να διαπραγματευτούν την καταβολή του ποσού το οποίο δεν διαθέτουν. Ο Αλή πασάς με πρόφαση τις δικές του οικονομικές συναλλαγές, ουσιαστικά τους οδηγεί να δανειστούν για λογαριασμό του χωριού από τα εσνάφια [7] των Ιωαννίνων, τα οποία δάνειζαν με τόκο 20 %. Η τακτική αυτή, δηλαδή η χρέωση μιας κοινότητας με παράλογα υψηλή φορολόγηση, την οποία φυσικά δεν μπορούσε να αποπληρώσει και ο ακόλουθος δανεισμός με ληστρικά επιτόκια, ήταν μια μεθόδευση που εφαρμόστηκε κατά κόρον, για να κατευθύνει περιοχές στην υποτέλεια του Αλή πασά.


[1] Έγγραφη διαταγή οικονομικού περιεχομένου
[2] Λογαριασμός.
[3] Τα μαχλούλια (mahlul) ήταν γαίες που περιερχόντουσαν στο δημόσιο μετά τον θάνατο των άκληρων ιδιοκτητών τους και έβγαιναν ξανά σε δημοπρασία.
[4] Ιερέας της Σουβάλας.
[5] Φοροεισπράκτορας.
[6] Δικαιώματα.
[7] Οι συντεχνίες (ή σαράφηδες) έλεγχαν όλη τη νομισματική και πιστωτική συναλλαγή της εποχής. Δάνειζαν μικροκτηματίες, τσιφλικάδες και χωριά, πίστωναν εμπόρους, βιοτέχνες και συντεχνίες, άλλαζαν νομίσματα, εξέδιδαν εντολές πληρωμής και διενεργούσαν γενικά όλη τη χρηματική κίνηση που μεταγενέστερα περιήλθε στις τράπεζες των Ιωαννίνων.


Διά του παρόντος γράματος φανερόνο ος ηψηλήν προστα(γήν) του πολυχρονίου βεζήρη εφέντη μας έλαβα από τα ήμορα του αφεντηκού τζεφτηληκηού Σουβάλας από το χέρη του Χασάν Σέλφου Ζουληάτη τα κάτοθεν ήμορα :

182:1/2 : εκατόν ογδόντα δίο 1/2 κηλά κριθάρι πρός οκάδες το κάθε κηλό 16:300
24:1/2 : ηκοσιτέσερα ομήο(ς) πρός οκάδες δεκαπέντε και διακόσια εβδομήντα το κηλό 15:270
67: εξήντα εφτά ομήο(ς) προς οκάδες δεκάξη και εκατόν πενήντα 16:150
274 σητάρη από το ήδιον
50: πενήντα κηλά πρός οκάδες το κηλό ήκοση δύο 22
50 : ομήο(ς) πενήντα κηλά πρός οκάδες το κηλό ήκοσι μία και εκατόν εξίντα 21:160
47:1/2 ομήο(ς) σαράντα εφτά προς οκάδες το κηλό ήκοσι μία και τριακόσια 21:300
134 ομήο(ς) εκατόν τριάντα τέσερα πρός οκάδες ήκοσι μία και τριακόσια 21:300
111:1/2 ομήο(ς) εκατόν έντεκα και μησό προς οκάδες το κηλό ή(κο)σι μία και τριακόσια 21:300
393 αρποσήτη από το ήδηο
285 διακόσια ογδοήντα πέντε κηλά προς οκάδες το κηλό δεκαενηά 19

τα οπία τα επερήλαβα ης το Γαλαξήδη κε τα έβανα ης τα μαγαζηά κε έδοσα το παρόν μου ταχβήλη ης χήρας του Χασάν Σέλφου Ζουλιάτη, ης ένδιξην κε ασφάληαν.

Αντριάς του Νικολή Λουκέρη
έλαβα τα άνοθεν

1816
Φεβρουαρήου : 3
Σάλονα

Ταχβίλι [1] του Αντριά Νικολή Λουκέρη προς τον Χασάν Σέλφο Ζουλιάτη, σούμπαση της Σουβάλας, για την παραλαβή φόρων σε είδος στην αποθήκη του Γαλαξιδίου. Η γνωστή Γαλαξιδιώτικη οικογένεια ως έμπιστοι του Αλή πασά, συγκέντρωναν για λογαριασμό του τα δικαιώματα της περιοχής. Συνολικά οι Σουβαλιώτες έστειλαν 5670 σημερινά κιλά κριθάρι, 10758 κιλά σιτάρι και 6931 κιλά καλαμπόκι.


[1] Απόδειξη παραλαβής

Δηα του παρόντος φανερόνο ότι κατά την ηψηλίν προσταγήν του πολυχρονίου βεζίρη εφέντι μας, έλαβα από τον Ασάναγα Σέλφο ζαπήτι Σουβάλας. βαμπάκι βγαλμένο φορτόματα τρία. οκάδες σπόρκο διακόσιες πενήντα τέσερες. νέτο βαμπάκι οκάδες διακόσιες τριάντα έξη. διά νάν το παραδόσο όθεν λάβο προσταγήν αφεντηκήν. και τους έδοσα το παρόν μου τα(χ)βήλι ης χήρας Ασάναγα.

Ανδρέας Λουκέρης

1816
Μαρτίου 16 Σάλονα


Ταχβίλι του Ανδρέα Λουκέρη προς τον Ασάναγα Σέλφο, ζαμπίτη [1] της Σουβάλας, για την παραλαβή φόρων σε είδος (βαμβάκι).


Σούμπαση και κοτζάμπαση της Σουβάλας. το μιράδη όπου μπένη αφτού στον μουκατάν του χωριού σας από τον εγρημπόζη ο σπαής (κενό) μουτλακ κατα το σενεϊ σαμπικ να του τα πληρώσετε μπιρ ταμάμ και δηατή του κάμνετε μουχαλιφέτι είς το χατήρι του καϊλης δεν γίνομε, εξ αποδείξ(εως).

Μονογραφή Αλή πασά

1816
Μαϊου 28
Ιωάν(νινα)

Μπουγιουρντί του Αλή πασά προς τον σούμπαση και τον κοντζάμπαση της Σουβάλας, να καταβάλουν προς τον δικαιούχο σπαχή ποσοστό δικαιωμάτων, για το τμήμα κάποιου άλλου τιμαρίου του σαντζακίου του Ευρίπου, που εισερχόταν στην περιοχή της Σουβάλας. Προφανώς είναι μια περίπτωση αντιδικίας μεταξύ τιμαριωτών, στην οποία κλήθηκε ο Αλή πασάς να αποφασίσει. Η ύπαρξη τιμαρίων ενός καζά στον εδαφικό χώρο άλλου, ήταν ένα φαινόμενο που από την πρώιμη περίοδο προκαλούσε διενέξεις.

Έλαβα από Σουβαλαν από αλαντζιάκι μου αλίλ χισάπι γρ : 12396 : 30 : ήγουν γρόσια δώδεκα χιλιάδες τρειακόσια ενενήντα έξη και ζολότα και όχι άλλο.

1816
7βρίου 24
Ιωά(ννινα)

Σημείωση της γραμματείας του Αλή πασά, για την είσπραξη 12396 γροσίων και 30 παράδων που έλαβε έναντι δικαιωμάτων του.

[1] Αστυνόμος

Δίνου του ταβήλι μου εγώ Λατίφαγας Γλίπηους απού του σπαϊλίκι μου Σουβάλα που έμηνε του μηράδι μου και τωκαμη ζάπτι ω βεζίρης ιφέτις μας ζάπη χρόνια 4. Το έλαβα του μηράδι μου απού του Χασάνι σούμπασι Ζουλιάτη τω έλαβα ως το ένα ώπου είνε βηκήλις [1] του αφετώς μας.
1818
Ιουλίου 11

Ταχβίλι του Λατίφ αγα Γλίπιου, σπαχή της Σουβάλας, ο οποίος εισέπραξε από τον πληρεξούσιο του Αλή πασά, Χασάν σούμπαση Ζουλιάτη, τα δικαιώματα 4 ετών για την υπενοικίαση τμήματος του τιμαρίου. Προφανώς αυτό ήταν ένα κομμάτι του κάμπου, από το οποίο μπορούσε να αποκομίζει φορολογικά έσοδα.
 
O Αλή πασάς ακολούθησε διάφορες μεθοδεύσεις στη διαχείριση των περιοχών για τις οποίες ενδιαφερόταν. Για παράδειγμα, ενοικίαζε μέρος ή και το σύνολο τιμαριακών δικαιωμάτων που κατείχε ο σπαχής ή αναλάμβανε να του πληρώσει σε μετρητά τους φόρους που συνήθως, όφειλε η κοινότητα. Σκοπός αυτών των συναλλαγών ήταν να αποκλείσει τους τιμαριώτες από την ανάμιξη τους στις τοπικές υποθέσεις, ώστε να επιβάλει χωρίς περιθώριο αντίδρασης την απόλυτη εξουσία του στην περιοχή. Βάση αυτής της λογικής, πολλοί έμπιστοι και απόλυτα εξαρτώμενοι από αυτόν άνθρωποι του, αγόρασαν στο όνομα τους δικαιώματα που ο ίδιος δεν είχε καταφέρει με άμεσο τρόπο να αποκτήσει για τον εαυτό του. Η Σουβάλα ήταν ένα από τα χωριά που όπως φαίνεται στα παραπάνω έγγραφα, υπέστη εκτός από αυτές τις μεθοδεύσεις και την βαριά φορολογική εκμετάλλευση.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι η Σουβάλα στις αρχές του 19ου αιώνα αποτελούσε τιμάριο που υπαγόταν στον καζά Τουρκοχωρίου, ανήκε στον αγά Λατίφ Γλήπιο, ενώ ένα τμήμα της είχε υπενοικιαστεί στον Αλή πασά. Τοπικός διοικητής είχε οριστεί ο Χασάν Σέλφος Ζουλιάτης, έμπιστος του Αλή.    

[1] Ο βεκίλης ήταν πολιτικό αξίωμα που κατείχαν διοικητικοί υπάλληλοι και είχε την έννοια του αναγνωρισμένου πληρεξούσιου. Με αυτή τους την ιδιότητα οι βεκίληδες στέλνονταν στη Κωνσταντινούπολη για την τακτοποίηση διάφορων ζητημάτων, όπου λόγω της συναναστροφής τους με υψηλόβαθμους υπαλλήλους, αποκτούσαν σημαντική επιρροή και ισχύ.

Η αντίσταση των σκλαβωμένων

            Μετά τη νικηφόρα για τα χριστιανικά όπλα, ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, αγωνιστές από το Αίγιο, το Γαλαξίδι, τα Σάλωνα και το Λιδορίκι ορκίστηκαν στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, στο Γαλαξίδι, να επαναστατήσουν κατά των Τούρκων. Οι Ρουμελιώτες έχοντας διαβεβαιώσεις από Φράγκους και Ναυπάκτιους ότι θα τους ενισχύσουν, κινήθηκαν να καταλάβουν τα Σάλωνα. Η βοήθεια που περίμεναν δεν ήρθε ποτέ. Είδαν τότε ότι μόνοι τους δεν είχαν καμία τύχη και έλυσαν την πολιορκία. Ο μπέης των Σαλώνων τους διαμήνυσε να μην ανησυχούν και ότι θα τους συγχωρούσε αν οι προεστοί των χωριών τον προσκυνούσαν. Έκανε μάλιστα όρκο στο σπαθί του να μην πειράξει κανένα. Όμως ο μπέης φαίνεται ότι απαξίωνε τόσο τους ραγιάδες που δεν όφειλε καμία ειλικρίνεια.

" Ακούσατε το τρομερό γέλασμα που τους έκανε ο Μπέης και το μαρτυρικό θάνατο τους. Το βράδυ τους έκανε τραπέζι και μετά διέταξε και τους επιάσασι ένε-ένε και τους εδέσασι με σίδερα και τους εβάλασι σε ένα σκοτεινό μουντρούμι. Και εκεί με τα σπαθίά τους εσφάξασι όλους, ογδοήκοντα χωρίς να λείπει κανένας. Εσκοτωθήκασι οι πρώτοι κεφαλάδες και τα ανδρειωμένα παλικάρια με απιστία μεγάλη, όλοι για την πατρίδα και τη θρησκεία, συμπαθημένοι από όλες τις αμαρτίες."
(Λαϊκή αφήγηση)

            Το 1683 οι Οθωμανοί υποχρεώνονται σε μια βαριά ήττα, στην προσπάθεια τους να κυριεύσουν την Βιέννη. Τότε οι Ενετοί δράττουν την ευκαιρία και οργανώνουν μια μεγάλη πολεμική επιχείρηση με αρχηγό τον Φραντζέσκο Μοροζίνι. Ξεκινούν να προσβάλουν διάφορα σημεία της δυτικής ακτογραμμής της ελληνικής χερσονήσου και παράλληλα υποδαυλίζουν επαναστατικά κινήματα, με σκοπό να διασπάσουν τις οθωμανικές δυνάμεις, σε συνεργασία με κληρικούς και αρματολούς σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Αρχικά καταλαμβάνουν την Πελοπόννησο και το 1688 προσβάλλουν με ισχυρή στρατιωτική δύναμη την Χαλκίδα.. Ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος και ο αρματολός Κούρμας, εκμεταλλεύονται την αναστάτωση και αναλαμβάνουν πολεμική δράση, εκκαθαρίζοντας αρχικά την περιοχή της Παρνασσίδας, ενώ στην συνέχεια προελαύνουν στην ανατολική Στερεά και επιτίθενται στο Ζητούνι (Λαμία) και στο Ταλάντι (Αταλάντη).

"Εις τους μεγάλους και δεινούς περισπασμούς,
οίτινες διετάραξαν την Ελληνικήν φυλήν κατά την μακράν και ζοφώδη νύχτα της δουλείας, ευλόγως καταλογίζεται και ο επί τριάκοντα όλα έτη διαρκέσας προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας, από του 1684 μέχρι του έτους 1715.
    Τότε ως και ύστερον ο ανώτατος της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας κλήρος, πρώτος ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Όθεν ενώ τη αρωγή των ημετέρων εξήλαυνεν ο Μαυροκηνός τους οθωμανούς της Πελοποννήσου, οι επίσκοποι Φιλόθεος ο Σαλόνων, Ιερόθεος ο Θηβών, Μακάριος ο Λαρίσσης, Ιάκωβος ο Αθηνών και Αμβρόσιος ο Ευβοίας, υπεκίνουν και υπεστήριζον εν τη ανατολική Ελλάδι την επανάστασιν. Καταβάς εκ των ορέων της Δωρίδος και ο αρματωλός Κούρμας επέπεσε κατά του Λοδορικίου και κατέστρεψε τους εκείσε επιδημούντας Τούρκους. Ο δε Φιλόθεος επί κεφαλής των επαναστατών τροπαιούχος εξέβαλε τους εν τη Παρνασσίδι.
    Μετ' ου πολύ συνασπισθέντες οι εχθροί επανήλθον μετά πολυαρίθμου στρατού, και οι μεν Βενετοί προδώσαντες την επανάστασιν εγκατέλιπον τους ημετέρους, οι δε αρχηγοί αυτής απαξίωσαν να καταθέσωσιν τα όπλα και οι πλείστοι απέθανον μαχόμενοι υπέρ της φίλης πατρίδος.
    Τοιουτοτρόπως έν τινι συμπλοκή έπεσεν ο Κούρμας, θανατηφόρως δε πληγείς και ο Φιλόθεος παρέδωκε τω Θεώ την ακαταδάμαστον και γενναίαν ψυχήν."

(Βαλαωρίτης Αριστοτέλης, Βίος και έργα, 1907)


            Την δεκαετία του 1750, η Δωρίδα και η Παρνασσίδα αναπτύσσουν για άλλη μια φορά επαναστατική δράση. Οι αρματολοί Χρήστος Μηλιώνης, απ' το Παλιοξάρι, Βέργος Βλαχαρμάτας από το Μαυρολιθάρι, τα αδέλφια Λάμπρος και Μήτρος Τσεκούρας απ' το Γαλαξίδι, ο Γιάννης Βονιχωρίτης και αρκετοί άλλοι, σηκώνουν μπαϊράκι. Όμως οι αρχηγοί της ανταρσίας σκοτώνονται σε μάχες η εξολοθρεύονται με δολοπλοκίες των Τούρκων και ο αγώνας τερματίζεται άδοξα.
            Τον 18ο αιώνα, στην περιοχή του ανατολικού Παρνασσού, δρούσε το αρματολικό ασκέρι του Θεόδωρου Τράκα, πατέρα του μετέπειτα οπλαρχηγού Κομνά Τράκα, από την Αγόριανη. Όπως καταγράφει σε μεταγενέστερο χρόνο στο "Χειρόγραφο της οικογένειας Τράκα" ο γιος του Κομνά Λεωνίδας, με την κήρυξη της επανάστασης του 1770 [1], ο Θεόδωρος Τράκας έβαλε την περιοχή στον χάρτη των εξεγερμένων.
Η επανάσταση στο ξεκίνημα της, κατάφερε να δώσει ένα ισχυρό χτύπημα στις μαλθακές και εφησυχασμένες τοπικές οθωμανικές φρουρές. Όταν όμως ο τακτικός στρατός των Τουρκαλβανών, με διαταγή του σουλτάνου, εξαπολύθηκε από την Ήπειρο, η εξέγερση μετατράπηκε σε μια ανηλεή σφαγή. Η ρωσική στρατιωτική βοήθεια που περίμεναν οι Έλληνες οπλαρχηγοί, βασιζόμενοι στις υποσχέσεις των αδελφών Ορλώφ, δεν ήρθε ποτέ, αφήνοντας τους μόνους και εκτεθειμένους. Έτσι, ένα διπλωματικό παιχνίδι προκάλεσε μια μάταιη θυσία και έγραψε παράλληλα, ίσως την μελανότερη σελίδα στις σχέσεις των δύο ομόδοξων εθνών. Μετά την τραγική αυτή κατάληξη η οικογένεια του οπλαρχηγού φυγαδεύτηκε στα Καλάβρυτα, με τον φόβο των αντιποίνων. Εκεί το 1786 γεννήθηκε ο Κομνάς.


Χάρτης του Robert de Vaugondy, 1752


[1] Γνωστής με τον όρο "Ορλωφικά" λόγω της εμπλοκής των ομώνυμων Ρώσων αδελφών.


Περιηγητές του 18ου αιώνα

Από τα μέσα του 18ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα πολλοί περιηγητές, άλλοι ως κυνηγοί της περιπέτειας και άλλοι σε εντεταλμένες αποστολές, επισκέφθηκαν την περιοχή του Βοιωτικού Κηφισού. Παρά τις βαθύτερες προθέσεις του κάθε περιηγητή, οι περισσότεροι μαγνητίστηκαν από την γοητεία του άγνωστου έως τότε στην Ευρώπη, αρχαιοελληνικού πολιτισμού και παρακινημένοι από τα αρχαία κείμενα του Παυσανία και άλλων συγγραφέων, θέλησαν να ανακαλύψουν τα μυστικά και τις τοποθεσίες του. Τα έργα τους σύντομα κατέκλυσαν τα ευρωπαϊκά σαλόνια συστήνοντας στο κοινό, μέσω μιας ρομαντικής συγγραφικής προσέγγισης, το παρελθόν του ελληνικού πολιτισμού αλλά και το υπέροχο ανατολίζων ψηφιδωτό της ελληνικής υπαίθρου. Έτσι θα διαμορφωνόταν σταδιακά ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ρεύμα, διαποτισμένο με τα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά του κλασικισμού που λίγα χρόνια αργότερα θα μετουσιωνόταν σε πολιτικοστρατιωτικό, τον φιλελληνισμό και θα βοηθούσε τις προσπάθειες των Ελλήνων για την απόκτηση της πολυπόθητης ανεξαρτησίας.
Μέχρι τον 18ο αιώνα στην κεντρική Στερεά Ελλάδα, το βασικό μονοπάτι ακολουθούσε την κατεύθυνση Λιβαδειά, Λεύτα, πέρασμα Φοντάνας, Βουδονίτζα, Ζητούνι. Σύντομα όμως αναπτύχθηκαν και άλλες διαδρομές που περιέλαβαν σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους.  Στην κύρια διαδρομή δημιουργήθηκε μια παράκαμψη, η οποία ακολουθούσε τον ρου του Κηφισού μέχρι το Δαδί (Αμφίκλεια) και στην συνέχεια μέσω της Ντερνίτσας (Τιθρώνιο), έφτανε στην Βοδονίτζα. Μια άλλη διαδρομή ήταν αυτή που ξεκινούσε από το Ζητούνι (Λαμία), διερχόταν από το Χάνι της Γραβιάς, τα Σάλωνα (Άμφισσα), το Καστρί (Δελφοί) και κατέληγε στην Λιβαδειά. Οι αφηγήσεις των περιηγητών μας ταξιδεύουν σε εκείνη την εποχή και παρέχουν χρήσιμα στοιχεία για την περιοχή της κοιλάδας του Κηφισού.

“La vallee de Cephise forme comme le coeur de l' ancienne Phocide, et parait tres fertile. Mais elle est aujourd hui presque nue, et les oliviers qui couvraient autrefois les coteaux de Tithoree au pied du mont Parnasse et ceux d' Elatee au pied du mont Oeta et qui produisaient la meilleure huile de la Grece, ont presque tous disparu. On cultive maintenant dans cette vallee le ble, le sesame, le coton, le tabac, le mais et le riz.”

(Louis Felix Auguste de Beaujour, 1790)

Η κοιλάδα του Κηφισού που σχηματίζεται στην καρδιά της αρχαίας Φωκίδας είναι πολύ εύφορη.
Σήμερα όμως είναι σχεδόν γυμνή και τα ελαιόδεντρα που κάλυπταν κάποτε τις πλαγιές της Τιθορέας στους πρόποδες του Παρνασσού και της Ελάτειας στους πρόποδες της Οίτης (εννοεί τον Καλλίδρομο) και παρήγαγαν το καλύτερο λάδι στην Ελλάδα , έχουν σχεδόν εξαφανιστεί .
Σε αυτήν την κοιλάδα πλέον καλλιεργείται σιτάρι, σουσάμι, βαμβάκι, καπνός, καλαμπόκι και ρύζι.

“On the other side of the Cephisus, and on the same road, are Dadi and Stouvala, anciently called Amphiclea and Lilea. Between Dadi and Doulia, on the left bank of the Cephisus, is a small town of Turkochori, capital of the district, and occupying the place of the ancient Elatea.”

(Frederic Guillaume de Vaudoncourt, 1807)

Στην άλλη όχθη του Κηφισού και στον ίδιο δρόμο, βρίσκονται το Δαδί και η Στουβάλα (Σουβάλα) που στην αρχαιότητα λεγόντουσαν Αμφίκλεια και Λιλαία. Ανάμεσα στο Δαδί και στην Ντούλια (Δαύλεια), στην αριστερή πλευρά του Κηφισού, είναι η μικρή πόλη Τουρκοχώρι, πρωτεύουσα της περιοχής που βρίσκεται στην θέση της αρχαίας Ελάτειας.
 
“Charadra, Amphiclee, Tithronium, Drymee, Lilee, Parapotamie, situees au N. du Parnasse, sont representees par des ruines qui ont pris leur nom de quelque villages modernes. Ainsi Charadra, qu'on trouve sur le chemin de Dadi au khan de Gravia, est connue sous le nom d' ancien chateau de Mariolates, village maintenant habite par des Turks. La ruine situee sur un entablement du Parnasse au milieu d'un groupe de chenes a feuilles de houx, n'offre rien qui serve a caracteriser le nom qu'elle portait.”
(Francois Pouqueville, 1805 - 1815)

Τα ερείπια των αρχαίων πόλεων όπως η Χαράδρα, η Αμφίκλεια, το Τιθρώνιο, η Δρυμαία, η Λίλαια, οι Παραποτάμιοι που είναι στα βόρεια του Παρνασσού, βρίσκονται στην θέση των σημερινών χωριών. Έτσι η Χαράδρα που είναι στο δρόμο από το Χάνι της Γραβιάς προς το Δαδί, είναι γνωστή από παλιά ως το αρχαίο κάστρο της Μαριολάτας, ενός χωριού που τώρα ζουν Τούρκοι. Τα ερείπια της πόλης βρίσκονται σε ένα πλάτωμα του Παρνασσού, στη μέση μιας συστάδας βελανιδιών και πουρναριών που κάνουν δύσκολη την αναγνώριση της.

“We saw, at a distance, situated on the foot of Parnassus, the town of Dadi, a place of some fame, in these parts, for a manufactory of cotton canvass. The country round it appeared to be respectably cultivated. From Turco Cori our ascent had been steep and toilsome. The road from the height gradually devolved into a deep, wild, and rugged pass, winding through a natural wood of trees and shrubbery. In the bottom of this glen there is a fountain, and a large tree of ample shade, with a seat constructed round the trunk. We halted here. From a ruinous blackguard-looking house, situated on the cliff above, an Albanian came down, and demanded money. He belonged to a band of soldiers, appointed to guard the pass, and to extort money from the passengers. We resisted his demand, and in consequence, were nearly immortalized in the pass of Thermopylae. But taking to flight, our Turk ended the war by paying eighteen pence, and joined us again at Molo. This was a very foolish affair ! and though now humorous in the recollection, at the time, a painful conviction on my mind of the defenselessness of the traveler who is obliged to trust wholly to his interpreter.”

(John Galt, 1811)

Είδαμε από μακριά να απλώνεται στους πρόποδες του Παρνασσού η πόλη Δαδί, φημισμένη σε αυτά τα μέρη για την επεξεργασία του βαμβακιού. Η ύπαιθρος εδώ φαίνεται ότι καλλιεργείται εντατικά. Από το Τουρκοχώρι η ανάβαση μας ήταν απότομη και επίπονη. Ο δρόμος σταδιακά βυθίζεται καταλήγοντας σε ένα τραχύ, ελικώδες πέρασμα γεμάτο από πυκνά δέντρα και θάμνους. Στο τέλος αυτής της λαγκαδιάς υπάρχει ένα σιντριβάνι, με ένα μεγάλο δέντρο που προσφέρει άπλετη σκιά. Γύρω από τον κορμό του έχει κατασκευαστεί ένα κάθισμα. Εκεί κάναμε στάση. Από ένα μισοερειπωμένο και  αχρείο κατάλυμα που βρισκόταν στην άκρη της ρεματιάς, εμφανίστηκε ένας Αλβανός ο οποίος μας ζήτησε χρήματα. Ανήκε στην φρουρά που φύλαγε το πέρασμα και αποσπούσε χρήματα από τους ταξιδιώτες για να το διαβούν. Εμείς αρνηθήκαμε στην απαίτηση του, με συνέπεια να ακινητοποιηθούμε στις Θερμοπύλες. Καταφέραμε να λήξουμε την διαμάχη και να αναχωρήσουμε μόνο όταν ο Τούρκος οδηγός μας, πλήρωσε 18 πένες και εξασφάλισε τα νώτα μας μέχρι τον Μόλο. Αυτό ήταν ένα πολύ ανόητο συμβάν και παρά το ότι τώρα είναι μια ευχάριστη ανάμνηση, εκείνη την εποχή, ήταν μια οδυνηρή συνειδητοποίηση για το πόσο απροστάτευτος είναι ένας ταξιδιώτης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να στηρίζεται αποκλειστικά, στην εμπιστοσύνη του διερμηνέα του .

“Until within the last few years the region we were now in was impassable owing to robbers, but Ali Pasha/s tyranny has at any rate the merit of an excellent zabete or police, so that it is now fairly safe.”

(C. R. Cockerell και T. S. Hughes, 1813)

Μέχρι τα τελευταία χρόνια η περιοχή που βρισκόμαστε, ήταν αδιάβατη από τον κίνδυνο των ληστών, όμως το τυραννικό καθεστώς του Αλή πασά είχε και προτερήματα, όπως την εξαιρετική αστυνόμευση που κατέστησε την περιοχή ασφαλή.

“Les luttes de la tempete contre la serenite du ciel durent peu en Grece. C'est le soleil qui regne en maitre, c'est le beau temps qui est l'etat normal. Au moment ou les moutons, places au dessous de moi, s'echappent avec empressement pour aller prendre leur repas parfume dans les herbages rafraîchis par l'orange de la veille, je sortis a leur suite pour respirer aussi l'air embaume du matin. Je tournai en descendant les deux ravins verdoyants que cotoie le sentier et me dirigeai vers Glounista. Devant moi se developpait avec majeste la chaine du Parnasse avec ses sommets couverts de neige et dont les flancs accidentes presentent tantot les villages blancs de Soubala, de Mariolates et de Platanos, tantot les ruines helleniques de Lilea, et tantot le vieux chateaux d'Agoriani aux deux sources du Chephise. Des reservoirs secrets ou s'infiltrent les eaux du Parnasse descend doucement le Cephise, qui traverse cette vaste plaine dans toute sa longueur, de l'ouest a l'est, pour aller ensuite du nord au sud chercher le lac Copais pres des marais situes au pient d'Orchomene.”

(Jean Alexandre Buchon, 1843)

Η καταιγίδα ανταγωνίζεται την ηρεμία του ουρανού τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα. Μα είναι ο ήλιος που βασιλεύει ως κυρίαρχος και ο καλός καιρός επανέρχεται. Παρατηρούσα όλα αυτά, μέχρι τη στιγμή που τα πρόβατα ξεχύθηκαν ανυπόμονα από τα μαντριά τους, για να γευθούν τα μυρωδάτα λιβάδια που στο μεταξύ είχαν ανανεωθεί από την πρωινή αύρα και εγώ τα ακολούθησα, γεμίζοντας τα σωθικά μου με τον φρέσκο αέρα που αναδύονταν στο γαλήνιο πρωινό. Γύρισα για να κατηφορίσω από το μονοπάτι που προχωρούσε παράλληλα με δύο καταπράσινες ρεματιές και οδηγούσε στην Γλούνιστα. Μπροστά μου αναπτυσσόταν σε όλο της το μεγαλείο, η οροσειρά του Παρνασσού με τις χιονισμένες κορυφές και τις απόκρημνες πλαγιές. Ανάμεσα στο λευκό διακρίνονταν τα χωριά της Σουβάλας, της Μαριολάτας και του Πλατάνου, τα ερείπια της αρχαίας Λίλαιας, τα παλιά κάστρα της Αγόριανης και οι δύο πηγές του Κηφισού. Τα υπόγεια ύδατα του Παρνασσού κατέληγαν απαλά στον Κηφισό, ο οποίος διατρέχει την πεδιάδα σε όλο της το μήκος, από τα δυτικά προς τα ανατολικά και στην συνέχεια από τον βορρά προς νότο, καταλήγοντας στην λίμνη της Κωπαΐδας και στους βάλτους που βρίσκονται στο κοίλωμα του Ορχομενού.


Χάρτης των εκδόσεων J & C Walker του 1829




William Martin Leake, C. A. Jensen

Ο Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ (William Martin Leake, 1777 - 1860) ήταν Βρετανός στρατιωτικός, τοπογράφος, αρχαιολόγος, και περιηγητής. Το Δεκέμβριο του 1804, κατόπιν οδηγιών του πρωθυπουργού της Αγγλίας λόρδου Χάρροουμπυ (Harrowby), αναλαμβάνει στρατιωτικός πράκτορας της Αγγλίας στην Ήπειρο και ξεκινά μια σειρά ταξιδιών στην Ελλάδα, με σκοπό να καταγράψει τις γεωγραφικές περιοχές της, διάφορα στοιχεία για τους κατοίκους αυτών των περιοχών και να προτείνει τρόπους οχύρωσης των οθωμανικών κτήσεων. Παράλληλα ο Ληκ προέβει στην συστηματική καταγραφή και τοπογραφική μελέτη πολλών αρχαίων πόλεων ανά την επικράτεια. Τις ταξιδιωτικές του περιηγήσεις από το 1804 μέχρι το Φεβρουάριο του 1810, περιγράφει στο έργο του "Travels in Northern Greece" (Ταξίδια στη βόρεια Ελλάδα) που εκδίδει το 1835. Σε αυτό υπάρχει και μία αναφορά στην Σουβάλα, την οποία επισκέφθηκε τον Νοέμβριο του 1805.






" Η πλαγιά του Παρνασσού, η οποία σχηματίζει το βορειοδυτικό σημείο του περάσματος, συναντά τον Κηφισό περίπου δύο μίλια στα βορειοδυτικά του Δαδιού, όπου ο δρόμος από το Ζητούνι περνάει από μια γέφυρα του ποταμού που βρίσκεται κοντά σε μύλους [1]. Στα δυτικά από εδώ, στους πρόποδες των λόφων, είναι μερικές πηγές που αναβλύζουν άφθονα νερά, τα οποία σχηματίζουν ένα έλος. Αυτές οι πηγές ονομάζονται "Μεγάλες Βρύσες", αλλά παρά το ότι το όνομα τους προέρχεται από τον βάλτο που σχηματίζουν γύρω τους τον χειμώνα,  το καλοκαίρι δεν είναι τόσο αξιόλογες όσο αυτές που βρίσκονται τρία μίλια νοτιοδυτικά, στην ρίζα του Παρνασσού, οι οποίες όπως προδίδει και το όνομα τους "Κεφαλόβρυσες", θεωρούνται οι κυριότερες του Κηφισού. Κοντά στις "Μεγάλες Βρύσες" στα νοτιοδυτικά, ξεκινά μια μεγάλη πλαγιά, παρόμοια με αυτήν στο Δαδί, στην κορυφή της οποίας είναι η Σουβάλα και στην οποία σε προηγούμενη μου εξερεύνηση, παρατήρησα αρχαία ερείπια που μάλλον σηματοδοτούν την τοποθεσία της αρχαίας Χαράδρας [2]. Η βάση του βουνού κατόπιν σχηματίζει για μικρή απόσταση μια στροφή που κατευθύνεται προς τα βόρεια στις "Κεφαλόβρυσες", οι οποίες εξέρχονται κάτω από ένα πλάτωμα που στηρίζεται από έναν αρχαίο τοίχο, κοντά σε μια μεγάλη ερειπωμένη εκκλησία [3]."

(W. M. Leake, Travels in northern Greece, V. II, Ch. XI, 1835)



[1] Το “Απάνω γεφύρι” του Κηφισού που υπάρχει μέχρι σήμερα κοντά στην διασταύρωση της παλαιάς εθνικής οδού. Στην περιοχή υπήρχαν αλευρόμυλοι.
[2] Τα ερείπια του Ερώχου, τα οποία συχνά συγχέονταν από τους περιηγητές της εποχής, με την πόλη Χάραδρο που αναφέρονταν στα αρχαία κείμενα.
[3] Αγία Ελεούσα.


Edward Dodwell, Count d'Orsay

Σε έναν άλλο περιηγητή της εποχής αναφέρεται σε σύγγραμμα του ο Κ. Παπαχρήστος, στις μαρτυρίες του οποίου αναζητά στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της Άνω Σουβάλας, κατά την προεπαναστατική περίοδο. Έτσι παραθέτει την επιβεβαίωση του Ιταλού περιηγητή Simone Pomardi :

“...Λογικό είναι να δεχθούμε ότι σε χρόνο που δεν είναι προσδιορισμένος με ακρίβεια, οπωσδήποτε όμως στους μεσαιωνικούς αιώνες, ο πληθυσμός της Σουβάλας δημιουργεί νέους οικισμούς, στην αρχή στη χαράδρα Μαντάμια και κατόπιν στη θέση της σημερινής Άνω Σουβάλας... Ο οικισμός αυτός με τον καιρό αναπτύσσεται, συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, χωρίς να εγκαταλειφθεί εντελώς και το παλαιό χωριό στον κάμπο, που το αναφέρει ο Pomardi με την ονομασία “Καλύβια”.

Το κείμενο του Pomardi όμως, αποτελούσε τμήμα μιας περιληπτικής επανέκδοσης ενός παλαιότερου έργου. Η αποστολή που επισκέφθηκε την Σουβάλα εκείνη την περίοδο, ήταν οργανωμένη από τον Ιρλανδό Έντουαρντ Ντόντουελ (Edward Dodwell, 1767–1832) ο οποίος περιηγήθηκε στην Ελλάδα δύο φορές, το 1801 και από το 1805 έως το 1806 και κατέγραψε τις εμπειρίες του στο βιβλίο με τίτλο “A classical and topographical tour through Greece” (Μια κλασσική και τοπογραφική περιήγηση στην Ελλάδα) που εκδόθηκε το 1819 στο Λονδίνο. Ελλείψει άλλων καταγραφικών μέσων, την αποστολή ακολουθούσε ως ζωγράφος ο Pomardi, ο οποίος σχεδίαζε τα τοπία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που συναντούσαν, με σκοπό να φιλοτεχνήσει λιθογραφίες. Τα έργα αυτά, θα έδιναν την δυνατότητα στον Ευρωπαίο αναγνώστη, να σχηματίσει μια εικόνα της χώρας και του πολιτισμού που περιέγραφαν τα κείμενα. Παρά όμως το έργο του, τα κίνητρα του Dodwell δεν ήταν αγαθά, διότι η κύρια πηγή εσόδων του προερχόταν από το εμπόριο των ελληνικών αρχαιοτήτων που αποσπούσε κατά την διάρκεια των ταξιδιών του και στην συνέχεια πωλούσε σε μουσεία της Ευρώπης, όπως η Γλυπτοθήκη του Μονάχου.


 Στον β΄ τόμο του έργου του ο Dodwell, περιγράφει ότι κατευθυνόμενος προς τις πηγές του Κηφισού, επισκέφθηκε τα ερείπια της Λίλαιας. Στο κάστρο υπήρχαν ακόμη οι ξύλινες πόρτες και παράθυρα και ανάμεσα σε κομμάτια από χαλάσματα, παρατήρησε ένα θρόνο από λευκό μάρμαρο. Από αυτή του την ανακάλυψη, υπέθεσε την καλλιτεχνική ανωτερότητα των έργων που θα πρέπει να υπήρχαν στην αρχαία πόλη. Προχωρώντας, γράφει για το χωριό “Bala”, που σημειώνει ότι προφέρεται “Vala”, ορατό στους πρόποδες του Παρνασσού. Προφανώς εννοεί την Σουβάλα, την οποία αναφέρει με αυτό το όνομα λόγω κάποιας ακουστικής παράφρασης, αφού στην τοπική διάλεκτο προφέρεται Σ΄βάλα. Στην πορεία του αμέσως μετά τις πηγές, συναντά καλύβια εγκαταλελειμμένα τα οποία, όπως συμπεραίνει από μαρτυρίες ντόπιων, χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους του παρακείμενου ορεινού χωριού (της Σουβάλας), ως χειμαδιά για τα ζώα τους. Επιβεβαιώνει έτσι το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Σουβάλας είχαν δημιουργήσει έναν εποχιακό οικισμό στην περιοχή της σημερινής Πολυδρόσου, ο οποίος εξυπηρετούσε τις κτηνοτροφικές ή αγροτικές εργασίες που ασκούσαν κατά την διάρκεια των ειρηνικών περιόδων. Αυτό τους έδινε την επιλογή να διατηρούν την επαφή με τον κάμπο, αλλά και να εξαφανίζονται στον άγριο ορεινό όγκο σε περίπτωση απειλής. Αυτή την τακτική τήρησαν έναντι όλων των κατακτητών, μέχρι να μετοικίσουν οριστικά στην σημερινή Πολύδροσο.


S. Pomardi, “Ruins of Lilaea”
E. Dodwell, "Classical and topographical tour through Greece", London 1819.


  



Francois C. H. L. Pouqueville, Henriette Lorimier, 1805



Ο Φρανσουά Σαρλ Υγκ Λοράν Πουκεβίλ (Francois Charles Hugues Laurent Pouqueville, 1770 - 1838) ήταν Γάλλος ιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ιστορικός συγγραφέας, ακαδημαϊκός και φιλέλληνας. Κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, την οποία ακολουθούσε ως χειρουργός, αιχμαλωτίστηκε από Αλγερινούς πειρατές και μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος στη Τριπολιτσά, όπου κρατήθηκε για δέκα μήνες. Στην συνέχεια ο πασάς του Μωριά τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλακίστηκε στο Γεντί Κουλέ μέχρι την απελευθέρωση του το 1801, με παρέμβαση του Γάλλου πρέσβη. Μετά την απελευθέρωση του ο Ναπολέων τον διόρισε γενικό πρόξενο παρά τον Αλή πασά στα Ιωάννινα, όπου ο Πουκεβίλ παρέμεινε από το 1805 μέχρι το 1815. Θα λέγαμε ότι ο Πουκεβίλ αποτέλεσε την γαλλική εκδοχή του Λήκ, διαδραματίζοντας έναν ανάλογο ρόλο με τον Άγγλο ομόλογο του, στον διπλωματικό ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Παρόλα αυτά η παραμονή του στην αυλή του ισχυρότερου μονάρχη της ελληνικής χερσονήσου, του έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει την Ελλάδα των αρχών του 19ου αιώνα και με την οριστική επιστροφή του στην Γαλλία να συγγράψει το έργο "Voyage de la Grece" (Ταξίδι στην Ελλάδα), το οποίο εκδόθηκε το 1820.

Οδοιπορικό από το Χάνι της Γραβιάς στο Δαδί


Το χάνι της Γραβιάς απέχει έξι λεύγες (29 χλμ.) από τα Σάλωνα. Ακολουθούμε τον δρόμο με κατεύθυνση προς τους βόρειους πρόποδες του Παρνασσού και την πηγή του Κηφισού, έχοντας την Δρυμαία στα νοτιοανατολικά.
Μεγαλοπρεπή πλατάνια. Διακρίνουμε τις καλύβες της Βάριανης και προχωρώντας συναντάμε μια εκκλησία και ερείπια στα δεξιά.
Διασχίσαμε ένα ποτάμι του Παρνασσού.
Συναντήσαμε το Μετόχι που ανήκει στο μοναστήρι της Παναγίας Παρνασσού.
Το χωριό Παλαιοχώρι.
Η πόλη της Μαριολάτας, μια συστοιχία δέντρων περιβάλλει ένα ερείπιο χτισμένο σε μια πλαγιά του Παρνασσού.
Συναντάμε όμορφα δασωμένα φαράγγια που βυθίζονται στα απόκρημνα βάραθρα του Παρνασσού.
Κοίτη ενός ποταμού που εξέρχεται από την κοιλάδα.
Ίχνη αρχαίων κτιρίων, πηγή Κεφαλόβρυση.
Ερείπια ενός πολύ παλιού τείχους.
Κρήνη, αρχαίο τείχος.
Εκκλησία στα αριστερά.
Συναντήσαμε τα τείχη μιας ελληνικής ακρόπολης που προεκτείνονται μέσα στον κάμπο, παρεκκλήσι που περιβάλλεται από ένα ιερό άλσος, στο οποίο υπήρχε μια στήλη από ντόπια πέτρα, ο περίβολος της ακρόπολης διατηρείται σε καλή κατάσταση. Μπορεί αυτά τα ερείπια να ανήκουν στην αρχαία Λίλαια ;

Σε ένα άνοιγμα που σχηματίζουν τα βουνά, υπάρχει μια εκκλησία και μια πηγή που αναβλύζει από το έδαφος με ένα δυνατό θόρυβο και από την οποία πρέπει ξεκινάει ο Κηφισός [1].
Ποταμάκι [2].
Φτάσαμε στην Σουβάλα, ένα χωριό κοντά στο οποίο υπάρχει μια ελληνική ακρόπολη [3].
Ανάχωμα από πέτρες.
Εκκλησία στα δεξιά και βάλτος στα αριστερά. Πέρα από την Σουβάλα, στα βόρεια προβάλει μια πλαγιά του Παρνασσού. Ρυάκι από ένα βάλτο, ο οποίος πλημμυρίζει μέρος του δρόμου
που ακολουθεί την βάση του βουνού. Η διαδρομή συνεχίζει αριστερά.
Μύλος στον ποταμό Κηφισό.
Γέφυρα στον ποταμό, ο οποίος ενώνει σε αυτόν το σημείο όλα τα νερά του κάμπου. Αφήνουμε τους δρόμους που ξεκινούν από εδώ, ο ένας με βορειοανατολική κατεύθυνση που οδηγεί προς την Ντερνίτσα, τις Θερμοπύλες, και την Βοδονίτσα και ο άλλος βόρεια - βορειοδυτικά προς το Παλαιοχώρι και την Καμάρα, παρατηρούμε ερείπια στην πλευρά της Οίτης που πιθανά ανήκουν στην αρχαία Ελάτεια.
Εγκαταλείπουμε τον Παρνασσό, τερματίζοντας την περιήγηση μας.
Περνάμε τα καλύβια Δαδιού.
Δαδί.



[1] Πηγή Αγ. Ελεούσας.
[2] Πιθανά είναι ο χείμαρρος Ξηριάς.
[3] Έρωχος.



Η περιοχή της Λοκρίδας.- Χάρτης του F. Pouqueville.

Ο φωτογράφος François Frédéric Boissonnas


Πολλοί άλλοι περιηγητές θα επισκεπτόντουσαν την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια και τα επιτυχημένα έργα τους θα διαμόρφωναν μέσα από την συγγραφική και εικαστική τους απόδοση την αντίληψη της δυτικής κοινής γνώμης για την άγνωστη χώρα. Στις αρχές όμως του 20ου αιώνα, έμελλε να συντελεστεί μια πραγματική επανάσταση στην αποτύπωση της ζωής, όταν η υποκειμενικότητα των παραδοσιακών καλλιτεχνικών μεθόδων, αντικαταστάθηκε από τον ρεαλισμό της φωτογραφίας.
 Ένας από τους πρωτοπόρους αυτής της τέχνης υπήρξε ο Γαλλοελβετός François Frédéric Boissonnas (Φρεντερίκ Μπουασονά). Η πρώτη επίσκεψη του στην Ελλάδα το 1903 θα λέγαμε ότι ήταν καθοριστική, αφού τον κέρδισαν η ιστορία και οι άνθρωποι αυτού του τόπου. Το καλλιτεχνικό του αισθητήριο δεν τον περιόρισε στην καταγραφή των αριστουργημάτων του παρελθόντος, αλλά τον οδήγησε σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, την επαφή με τον απλό λαό και τον τρόπο ζωής του. Και ήταν τέτοια η δύναμη των συναισθημάτων που έτρεφε για αυτό τον κόσμο, ώστε μετέφερε τις εμπειρίες του με τρυφερότητα και αγάπη, αποτυπώνοντας στα κομμάτια του φωτογραφικού χαρτιού την ζωή μέχρι το 1930. Ο ίδιος έγραψε το 1910 : 

"Αυτός ο λαός, τόσο στις ακτές όσο και στο εσωτερικό της χώρας, ο ψαράς της Αίγινας, ο γεωργός της Αργολίδας, ο βοσκός του Παρνασσού, όλος αυτός ο λαός έχει τόσο σπινθηροβόλο πνεύμα, τόση καλοσύνη, τόσο πάθος για την ελευθερία, μια τέτοια λατρεία για το παρελθόν του, μια τέτοια προσήλωση στις αρχαίες συνήθειες…."

Ο Μπουασονά τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο της παγκόσμιας έκθεσης Παρισιού, διότι επινόησε μια τεχνική που βελτίωνε το ποιοτικό αποτέλεσμα της φωτογραφίας, ενώ το έργο του που σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης, θεωρήθηκε πρωτοποριακό, αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας.



Φωτογραφίες ποιμένων στον Παρνασσό






Εθνεγερσία


"Ημείς το ελληνικόν έθνος των Χριστιανών βλέποντες ότι μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος και σκοπεύει όλεθρον εναντίον μας πότε μ' ένα, πότε μ' άλλον τρόπον, απεφασίσαμεν σταθερώς ή να αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν και τούτου ένεκα βαστούμεν τα όπλα είς χείρας..."

Η επανάσταση στην Στερεά Ελλάδα ξεκίνησε στις 24 Μαρτίου 1821 στην Μονή Προφήτη Ηλία Χρισσού, όταν ο επίσκοπος Ησαΐας, ο οπλαρχηγός Πανουργιάς και οι προεστοί των Σαλώνων ορκίστηκαν και ύψωσαν το λάβαρο της ελευθερίας. Τρεις ημέρες αργότερα, τα ξημερώματα της 27ης, οι δυνάμεις των Ελλήνων άρχισαν να κυκλώνουν το κάστρο των Σαλώνων. Σύντομα ξέσπασε η μάχη και δεν άργησε να πέσει ο πρώτος Ρουμελιώτης νεκρός. Ήταν ο Σταμάτης Τράκας, γόνος της αρματολικής οικογένειας των Τρακαίων από την Αγόριανη και αδελφός του Κομνά που η σφαίρα ενός Οθωμανού τον πέτυχε στο μέτωπο. Χαρακτηριστική από τότε έμεινε στην ιστορία, η ρήση του γέρου πατέρα του καπετάν Θόδωρου Τράκα, όταν αντίκρισε το νεκρό παιδί του : "Γάμος χωρίς σφαχτά, δεν γίνεται" που έκλεισε μέσα της όλη την δύναμη, την αποφασιστικότητα και την πίστη στον ιερό σκοπό. Δεκατρείς ημέρες αργότερα, στις 10 Απριλίου, οι πόρτες του κάστρου άνοιγαν και οι απελπισμένοι Οθωμανοί άρχισαν να παραδίδονται στους Έλληνες πολεμιστές. Τα Σάλωνα εκείνη την ημέρα θα γιόρταζαν το πρώτο τους ελεύθερο Πάσχα μετά από 4 αιώνες σκλαβιάς. 
Στην Επανάσταση οι σκληροί ορεσίβιοι Σουβαλιώτες, έλαβαν μέρος στον αγώνα του Έθνους, υπηρετώντας στα ασκέρια των τοπικών οπλαρχηγών Ιωάννη Δυοβουνιώτη, του γιου του Γεωργίου και του Κομνά Τράκα, του οποίου η οικογένεια, μετά την αναγκαστική φυγή της λόγω των Ορλωφικών, είχε επανέλθει στην Αγόριανη.

 Ιωάννης Δυοβουνιώτης

Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης γεννήθηκε το 1757 στο χωριό Δυο Βουνά της Φθιώτιδας, από  όπου πήρε και το επώνυμο του. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Ξίκης και το όνομα του πατέρα του Κωνσταντίνος. Υπηρέτησε αρχικά υπό τον Ανδρούτσο και στην συνέχεια σχημάτισε δική του ομάδα. Στις αρχές του 1820, ο Στερεοελλαδίτης πολιτικός Κ. Σακκελίων, τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία.

Κομνάς Τράκας


Ο Κομνάς Τράκας ή Κομνηνός Τράκας (1786 – 1840), ήταν γιος του Θόδωρου Τράκα και απόγονος του Καλπούζου Κομνηνού (γόνου της βυζαντινής οικογένειας των Κομνηνών) που  εικάζεται ότι ίδρυσε το χωριό Αγόριανη (σημερινή Άνω Αγόριανη ή Επτάλοφο). 
Η κήρυξη της επανάστασης στα Σάλωνα και η κατάληψη του κάστρου, έδωσε το έναυσμα του Αγώνα στην Ρούμελη. Οι Έλληνες οπλίστηκαν με 600 όπλα και ανάλογα πολεμοφόδια που απέσπασαν ως λάφυρα από τους έγκλειστους Τούρκους. Μετά την άλωση του κάστρου των Σαλώνων, οι οπλαρχηγοί τράπηκαν προς τον βορά επιχειρώντας να προελάσουν προς το Ζητούνι. Ο Δυοβουνιώτης με τον Κομνά Τράκα προώθησαν αρχικά τις δυνάμεις τους στην Βοδονίτσα, όπου στις 18 Απριλίου 1821 εκπόρθησαν το κάστρο της. Ο Πανουργιάς, μαζί με τον επίσκοπο Ησαΐα, κατευθύνθηκαν προς την Μονή Δαμάστας και από εκεί στην Ηράκλεια.  Όμως κοντά στην περιοχή των Θερμοπυλών, η ιστορία θέλησε να γράψει μια ακόμη σελίδα θυσίας. Οι ελληνικές δυνάμεις καθηλώθηκαν από τον στρατό του Ομέρ Βρυώνη στην θέση Αλαμάνα του ποταμού Σπερχειού, με συνέπεια στις 23 Απριλίου να συλληφθεί και να εκτελεστεί με βάναυσο τρόπο ο Αθανάσιος Διάκος. Οι Έλληνες θα έπαιρναν την εκδίκηση τους για τον ηρωικό θάνατο του Διάκου, στις 8 Μαΐου όταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με 117 παλικάρια ταμπουρώνεται στο περίφημο Χάνι της Γραβιάς και διασύρει τον στρατό του Ομέρ Βρυώνη.
 Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά από την μάχη στην Γραβιά, περιγράφει ο Γεώργιος Π. Κρέμος στο βιβλίο του "Νεωτάτη Γενική Ιστορία ως τέταρτος τόμος συμπληρωματικός της Γενικής Ιστορίας του Α. Πολυζωΐδου, Εν Αθήναις 1890". Η περιγραφή των γεγονότων έχουν ιδιαίτερη αξία, αφού έχουν καταγραφεί από τον Κρέμο το έτος 1877, μετά από προσωπική διήγηση του γέρου -τότε- αγωνιστή Νικολάου Κουνούπη από την Τοπόλια (σημερινός Ελαιώνας) Παρνασσίδας. Δίνουν δε, μια εικόνα, για την συμμετοχή των Σουβαλιωτών τον πρώτο χρόνο του Αγώνα του Έθνους.


Μετά την μάχη της Γραβιάς,

"Οι Τούρκοι καταπτοηθέντες εκ του ηρωϊσμού των Ελλήνων έμειναν επί δύο εβδομάδας εν Γραβιά μη τολμώντες να προχωρήσωσι προς την Άμφισσαν. Και ο μεν Κιοσσέ Μεχμέτ πασσάς στραφείς προς τα οπίσω διηυθύνθη προς την Μενδενίτζαν, ο δε Ομέρ Βρυώνης ως εμπειρότερος και τολμηρότερος μένων εν Γραβιά εποιείτο επιδρομάς εις τα ένθεν αυτής Βλαχοχώρια, ίνα πτοήση τους αφελείς κατοίκους διά της αιχμαλωσίας γυναικών και παίδων και της διαρπαγής της επί των ορέων κεκρυμμένης περιουσίας.
Αλλ’ ο Οδυσσεύς προνοήσας τούτο είχε προαποστείλη τον μεν Κομνάν Τράκαν εις τα ανατολικά του Παρνασού χωρία και τον Γκούραν εις τα δυτικά περί την Γκιώναν, και ούτω αμφότεροι διά της ευτολμίας αυτών απέκρουσαν τους επιδρομείς Τούρκους ματαιώσαντες του Ομέρ τα σχέδια. Τότε πολλαχού εγένοντο αψιμαχίαι και συμπλοκαί περί τον Παρνασόν˙ ούτως ο Τράκας επολέμησε παρά το Κακόρρευμα χείμαρρον μεταξύ της Κάτω Αγόριανης και Μαριολατών του δήμου Δωριέων, περί το Κεφαλόβρυσον πηγήν κειμένην μεταξύ της Κάτω Αγόριανης και Κακορρεύματος, περί το Γούπατον ή Πλαγιαίς και Καρκαβέλια κείμενα επί του Παρνασού προς Ν της Σουβάλας και Α της Άνω Αγόριανης, ένθα τους αναβάντας Τούρκους εκ διαφόρων μερών του Παρνασού προλαβών έσωσε τας γυναίκας και παίδας φονεύσας ουκ ολίγους εκείνων και τέλος αναγκάσας να επανέλθωσιν εις Γραβιάν."

Ο Κρέμος συνεχίζει, με την σημαντική μάχη στο Μάνεση.

"Σπουδαιοτέρα δε των συμπλοκών τούτων ήν εν τω χωρίω Μάνεση γενομένη τη 20 Ιουλίου του 1821 ημέρα της μνήμης του προφήτου Ηλιού. Ο Ομέρ πασσάς ηγούμενος τριών χιλιάδων περίπου πεζών και ιππέων μετά πυροβολικού εισήλαυνε προς Βοιωτίαν. Οι Αγοριανίται, Δαδιώται, Αραχωβίται, Σουβαλιώται και άλλοι υπό τον Βασίλειον Βούσγον, Κομνάν Τράκαν, Χαλμούκην, Μανίκαν και άλλους οπλιτάρχας ήσαν εστρατοπεδευμένοι εν τω χωρίω Μάνεση παρά το Δραχμάνι του δήμου Ελατείας, όπως διακόψωσι την προς τα πρόσω πορείαν των εχθρικών τούτων δυνάμεων. Τινές των Ελλήνων ιδόντες μακράν το προπορευόμενον ιππικόν των Τούρκων και υπολαβόντες αυτό φορτηγά ζώα μεταφέροντα τροφάς, πολεμεφόδια και χρήματα (χαζνέ) εξελθόντες του χωρίου έτρεχον, όπως προλάβωσιν αυτά παρά τας επιμόνους διαταγάς των αρχηγών ασχολουμένων περί την οχύρωσιν, του μεν Κομνά Τράκα οχυρωθέντος μεθ’ εκατόν πεντήκοντα ανδρών αλλαχού και εν τινι ισογείω εκ πλίνθων εκτισμένη οικία εν τη θέσει Αλησάκω της Μάνεσης˙ ο δε Βούσγος, Μανίκας και λοιποί μετά τετρακοσίων όπισθεν αυτού εντός του περιβόλου της εκκλησίας. Αλλ’ επί τέλους γνωσθέντος ότι οι επερχόμενοι ήσαν ιππείς μετά πυροβολικού, ετράπησαν οι πρίν κατ’ αυτών εξελθόντες Έλληνες εις φυγήν παρασύραντες και τους υπό φόβου καταληφθέντας εν τω περιβόλω της εκκλησίας ωχυρωμένους˙ ούτω δ’ άπαντας φεύγοντας κατά το πεδίον της Ελατείας μέχρις Αγίας Μαρίνας κειμένης παρά τους ΒΑ πρόποδας του Παρνασού κατεδίωξαν οι ιππείς Τούρκοι και πολλούς εφόνευσαν. Οι δε περί τον Κομνάν Τράκαν παραμείναντες ου μόνον έσωσαν πολλούς των καταδιωκομένων Ελλήνων ανακόψαντες την ορμήν των ιππέων, αλλά και επολέμησαν ανδρείως καθ’ όλην την ημέραν αποκρούοντες κρατερώς τας κατ’ αυτών εφόδους του Δεμίρ πασσά. Τοσούτον δ’ εγγύς εν τινι των εφόδων εγένοντο οι Τούρκοι τω ελληνικώ οχυρώματι, ώστε θέντες πύρ ανήψαν την στέγην της οικείας, εν ή ήν ο Τράκας. Οι δε πολιορκούμενοι των μεν επικειμένων αυτοίς Τούρκων εφόνευσαν τινας, τα δε ανημμένα εν τω οχυρώματι πίπτοντα ξύλα της στέγης έρριπτον εκτός τούτου κατά των εφορμώντων. Τέλος οι Τούρκοι διά του πυροβολικού κατέστρεψαν μέχρις εδάφους και το οχύρωμα των Ελλήνων. Αλλ’ ουδέν ήττον οι Έλληνες σκάψαντες λάκκους διά των μαχαιρών (γιαταγανίων) επολέμουν.
Ο δε πασσάς ιδών ματαιουμένας απάσας αυτού τας ελπίδας, πολλούς δε Τούρκους και εκ των τα πρώτα φερόντων περί το οχύρωμα κειμένους μετεκόμισε πυροβόλα εις υψηλότερον μέρος εγγύς του οχυρώματος, οπόθεν ηδύναντο να προσβάλλη επιτυχώς τους Έλληνας, και όντως των Ελλήνων τινάς φονεύσας, εν οίς και τον ανδρειότατον ιερέα Γεώργιος εκ Πεσκενίου, διέταξεν έφοδον˙ αλλά φονευθέντος του αρχηγού του πυροβολικού, ο πασσάς απελπισθείς του να εκπορθήση τους πολιορκουμένους υπεχώρησε περί την δείλην εγκαταλιπών τους φονευθέντας Τούρκους μετά του πλουσίου αυτών οπλισμού."
"...Ο δε Μπούσγος, ότε περί την δείλην έπαυσεν ο κανονιοβολισμός,έγραψεν εξ Αγίας Μαρίνας προς τον εν Σουβάλα ευρισκόμενον Οδυσσέα Ανδρούτσον: «... Ο πόλεμος έπαυσε και αγνοούμεν τι απέγειναν οι ιδικοί μας κλεισμένοι, αλλά εάν δεν εκλείετο ο Κομνάς Τράκας εις Αλησάκι της Μάνεσης, ουδείς εξ ημών των φευγόντων θα έμενε ζωντανός από το καταδιώκον ημάς ιππικόν των Τούρκων..."                                                   Α. Γούδας (Βίοι παράλληλοι, τομ. Η)

Στις 26 Αυγούστου του 1821, δίνεται η περίφημη μάχη των Βασιλικών στην Λοκρίδα. Ο Γεώργιος Καρούλας περιγράφει :

"...ο Γκούρας αντιλαμβάνεται την ταραχή των Τούρκων και αρπάζει την ευκαιρία. Τρέχει στον Ρούκη, τον παίρνει μαζί του και κάνει ένα γρήγορο και ακατέργαστο ελιγμό. Βρίσκεται στις πλάτες του εχθρού. Οκτώ χιλιάδες Τούρκοι και δυο χιλιάδες Έλληνες. Οι λίγοι βρίσκονται στην επίθεση. Οι εχθροί χτυπιούνται από παντού.
Στην κρίσιμη αυτή στιγμή της μεγάλης μάχης, χυμάνε τριάντα Σουβαλιώτες και Αγοριανίτες, εμψυχωμένοι ίσως από τη φωνή "έρχεται ο Δυσσέας" και πιάνουν ένα τούρκικο κανόνι. Με το σίγισμα του κανονιού αυτού και καθώς η νίκη σελαγίζει την καρδιά τους, οι δικοί μας λιανίζουν και κυνηγάνε το ασκέρι του Μπεϋράν. Οι Τούρκοι άφησαν πίσω τους 700 κουφάρια και 220 αιχμαλώτους...Έτσι η Σουβαλιώτικη παλληκαριά έκρινε την μάχη των Βασιλικών και η μάχη των Βασιλικών έκρινε την τύχη της Επαναστάσεως..."

Από τα πολεμικά γεγονότα φαίνεται ότι η ιστορία για μια ακόμη φορά, επαλήθευσε την στρατηγική σημασία της περιοχής του ανατολικού Παρνασσού. Το πέρασμα της Γραβιάς, αλλά και οι περιοχές της Αγόριανης και της Σουβάλας, των οποίων τα ορεινά μονοπάτια οδηγούσαν διαμέσου του Παρνασσού στην καρδιά της Ρούμελης, δέχθηκαν σφοδρές επιθέσεις κατά την διάρκεια του Αγώνα. Εκτός από την επίθεση του στρατού του Ομέρ Βρυώνη το 1821, οι Σουβαλιώτες έδωσαν και μια δεύτερη μάχη το 1824.  

Εκείνη την χρονιά, ο Σουλτάνος, όρισε καινούργιο στρατιωτικό διοικητή τον Δερβίς πασά, στον οποίο έδωσε ρητή εντολή να ενωθεί με τους πασσάδες Μπερκόφτζαλη, Ιουσούφ πασά και Αμπάζ πασά Ντίμπρα και να εισβάλει στην Ανατολική Στερεά με δεκαπέντε χιλιάδες στρατό. Ο Δερβίς πήγε στο χωριό Λιανοκλάδι απέναντι από το Ζητούνι (Λαμία) και εκεί στρατοπέδευσε. Τους δε Ισούφ, Μπερκόφτζα και Αμπάζ Ντίπρα με έξι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς τους διέταξε να περάσουν στην Γραβιά και από εκεί να συνεχίσουν για τα Σάλωνα (Άμφισσα). Στόχος τους, να κατακτήσουν την πόλη και εν συνεχεία να προωθηθούν στην Πελοπόννησο.
Ο Πανουργιάς, μαζί με τους Σουλιώτες οπλαρχηγούς Δράκο, Δαγκλή, Διαμάντη Ζέρβα και τους Κίτσο Τζαβέλα και Π. Νοταρά οχυρώθηκαν στην Άμπλιανη. Έτσι συνολικά δύο χιλιάδες άντρες περίμεναν τους εχθρούς, οι οποίοι στις 14 Ιουλίου τους επιτέθηκαν. Οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν με γενναιότητα και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν με μεγάλη φθορά.
Το άλλο κομμάτι της στρατιάς με διοικητές τους Ισούφ. Μπερκόφτζα και Αμπάζ Ντίπρα στρατοπέδευσε στην Γραβιά. Με πρωταγωνιστές τους οπλαρχηγούς Γεώργιο Δυοβουνιώτη και Κομνά Τράκα, οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν πρώτα στην Βάριανη στις 4 Σεπτεμβρίου, και τελικά στην τοποθεσία Καρκαβέλια στις 7 Οκτωβρίου 1824, όπου δόθηκε η μάχη της Σουβάλας. Κατάφεραν να απωθήσουν τους Τούρκους και να διαλύσουν τελικά, το στρατόπεδό τους στη Γραβιά. Αποτέλεσμα αυτών των μαχών ήταν να εμποδίσουν την προέλαση των Τουρκικών στρατευμάτων και την κατάληψη της Άμφισσας.
Όπως αναφέρεται στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" (τόμ. ΙΒ, σελ. 364-5, Εκδοτική, 1977) :


“...Ισχυρή εχθρική δύναμη 4000 ανδρών βάδισαν προς τη Σουβάλα, με σκοπό από τις κορυφές του Παρνασσού να φτάσουν στα Σάλωνα. Ο Δυοβουνιώτης τους περίμενε εκεί με δύναμη 300 ανδρών, αλλά και τη βοήθεια των Σουβαλιωτών, όπου λόγω του κινδύνου που διέτρεχαν οι οικογένειές τους, συμμετείχαν όλοι χωρίς εξαίρεση. Κατάφεραν να σταματήσουν τους Τούρκους και με τους Κομνά Τράκα και Καλμούκη που έφτασαν για να τους ενισχύσουν, τους έτρεψαν σε άτακτη υποχώρηση, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 300 νεκρούς και αιχμαλώτους...

Γεώργιος Δυοβουνιώτης

Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης (1798 - 9 Δεκεμβρίου 1880) ήταν γιος του Ιωάννη και τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του αρματολικιού το 1814. Στην μάχη της Σουβάλας, ουσιαστικά έσωσε τον τοπικό πληθυσμό που απειλούνταν με σφαγή. Πιθανόν και ως αντίποινα, για την ενεργή εμπλοκή του χωριού στα δρώμενα του Αγώνα, αφού ο οπλαρχηγός χρησιμοποιούσε συχνά την Σουβάλα ως καταφύγιο, λόγω της ασφάλειας που παρείχε η ορεινή της θέση. Εκεί άλλωστε, συγκάλεσε, στις 23 Δεκεμβρίου του 1825 το συμβούλιο των προκρίτων της περιοχής Βουδονίτσας, με σκοπό την εκλογή αντιπροσώπων, οι οποίοι θα συμμετείχαν στις εργασίες της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου. Το αρχειακό υλικό αυτής της εκλογής, παρουσιάζεται εκτενώς στο κεφάλαιο “Πολιτειακή οργάνωση”.

Στις παρυφές των ηρωικών αφηγήσεων, βρίσκονται πάντα ιστορίες ανθρώπων που ως "άγνωστοι στρατιώτες" προσέφεραν με ένα άηχο και άδολο τρόπο στην ιστορία. Άνθρωποι που οι πράξεις και οι θυσίες τους ίσως μείνουν για πάντα άγραφες και δίχως μνήμη, παρά την μεγαλοσύνη τους. Για κάποιο λόγο όμως, υπάρχουν στιγμές που η τύχη μας αποκαλύπτει την ύπαρξη τους, δίνοντάς μας, μια διαφορετική οπτική γωνία των γεγονότων και συχνά προκαλώντας μας έκπληξη.
Μια από αυτές της ιστορίες, είναι αυτή της Διολέτας Κούτζεια (Βιολέτας Κότσια), με καταγωγή από την Σουβάλα. Σπάνια και πολύτιμη, λόγω του ότι η Διολέτα Γιάννα Κούτζεια, έδρασε ως χειρούργος στην Επανάσταση και συνέβαλε, με όπλο της τα χειρουργικά εργαλεία, στα πεδία των μαχών. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος και την ιδιαιτερότητα της προσφοράς της, ας αναλογιστούμε όχι μόνο το γεγονός της σπανιότητας της ύπαρξης γυναικών χειρούργων ακόμη και σήμερα, αλλά και το ότι είχε την τόλμη και την δύναμη, να δίνει το παρόν στις πολεμικές επιχειρήσεις, σε περιόδους που οι συνέπειες σε περίπτωση σύλληψής της από τους εχθρούς, ήταν σκλαβιά, ατίμωση και αργός θάνατος. Η ύπαρξη της ατρόμητης αυτής γυναίκας, έγινε γνωστή μέσω της έρευνας του Ιωάννη Βλαχογιάννη, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Μέσα από όγκο εγγράφων, ξεχώρισε με έκπληξη την αίτησή της με αριθμό 1010, στην οποία ζητά να της αναγνωριστεί η υπηρεσία της, ως :

"χειρούργου εις θεραπείαν πληγωμένων και νοσούντων στρατιωτικών
και εξαιτουμένης σύνταξιν."

Η Βουλή των Ελλήνων στην ΡΥΙΓ΄ συνεδρίαση της 30ης Ιουλίου 1845, της απένειμε τον τίτλο. Μετά την επανάσταση του 1843, η Ελλάδα αποκτά Σύνταγμα και δίνει μεταξύ άλλων, την δυνατότητα στην Εθνοσυνέλευση να ψηφίσει νόμο για την αποκατάσταση των Αγωνιστών. Έτσι στις 18 Σεπτεμβρίου 1845 με το Βασιλικό Διάταγμα "Περί των υπέρ πατρίδος αγωνισθέντων και θυσιασθέντων", ζητείται η υποβολή δικαιολογητικών. Χάρη σε αυτή την πράξη, τα ονόματα όσων ανταποκρίθηκαν, έμειναν στην ιστορία. Φυσικά υπήρξαν και πολλοί άλλοι που έμειναν στην τιμημένη ανωνυμία τους. Έτσι έγινε γνωστό το όνομα της Διολέτας Κούτζεια, αλλά και κάποιων Σουβαλιωτών Αγωνιστών που αναφέρονται με τον αριθμό μητρώου τους στον παρακάτω κατάλογο.           
 
Κατάλογος Σουβαλιωτών Αγωνιστών που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821

2855   Αγοριανίτης ή Παπαστάμος Ευστάθιος
2583   Αδαμόπουλος Αθανάσιος
2584   Αδαμόπουλος Λουκάς
1356   Αναστασίου Ιωάννης
5745   Αναστασίου Μήτρος
2587   Αργυρόπουλος Σταμάτιος
2307   Αυγέρης Αθανάσιος
2593   Βελής Παναγιώτης
5732   Βέλλιος Κώστας
2545   Γεωργίου Ανάγνος (ίσως Ανάγνος Γεώργιος)
2550   Γεωργίου Λουκάς
2553   Γεωργίου Νικόλαος
2859   Διαμαντώνης Δημήτριος
2581   Δρίβας ή Ντρίβας Παναγιώτης
2595   Δρούβας ή Δρίβας Θεόδωρος
2597   Καραγιάννης Νικόλαος
2884   Καραγιώργος ή Καραγιωργόπουλος Λουκάς
2588   Καραγιάννης Λουκάς
1208   Κοντακτζής Θεόδωρος Ιωάν.
3373   Κοντογιάννης Ιωάννης
2591   Κοντοξής Ιωάννης
1946   Κορτσέλης Ιωάννης Χρήστου
2582   Κουτρουμπέλης Ιωάννης
           Λιανός Κωστής
2558   Μητροπαναγιώτης ή Μαστροπαναγιώτης Παν.
2552   Νίκος Νικόλαος
2590   Ντόρμας Παναγιώτης
2549   Ντόρμας Χριστόδουλος
2592   Ντρίβας Λουκάς
2598   Οικονόμου Αθανάσιος
1725   Παπαθεοδώρου Αναγνώστης
2481   Παπαθεοδώρου Θεόδωρος
2889   Παπαγεωργίου Γιάννος
2594   Παπαγεωργάκης Αθανάσιος
1717   Παπαναγιωτόπουλος Αναγνώστης
2555   Παπαναγιώτου Χρήστος
2856   Παπαναστασίου ή Μάρος Ιωάννης
2857   Πλατής Δημήτριος
5748   Σκορδάς Ιωάννης
2578   Σκουρογιάννης Ευστάθιος
2556   Σπαθάρος Στάθης
1917   Σταθούλας ή Αϊφαντής Λουκάς [1]
2585   Στύλιας Θεόδωρος
2786   Συλαίος Αναγνώστης
2858   Τζούτζος Παναγιώτης
2557   Τσαντήρας Κωνσταντίνος
1214   Τσαρμακλής Λουκάς Γεωρ.
1945   Τσερμακλής Θεόδωρος
2551   Τράγος Λουκάς
1519   Χαρίτος Γιαννούτσος
2596   Χασναντάρας Ιωάννης

[1] Δηλώθηκε ως κάτοικος Τουρκοχωρίου (οικισμός κοντά στην Ελάτεια) με καταγωγή από την  Σουβάλα

"Α.Μ. 2584
Αδαμόπουλος Λουκάς
Αίτηση υπ' αριθμ. 218, 18 Σεπτ. 1846
προς τον Έπαρχο Παρνασσίδος
για αναγνώριση στρατιωτικής εκδούλευσης

Πιστοποιητικόν Στρατ. Εκδούλευσης

Πιστοποιείται ότι ο Λουκάς Αδαμόπουλος κάτοικος της Σουβάλας Δήμου Δωριέων
από αρχάς του ιερού αγώνος υπηρέτησε στρατιωτικός υπό τας διαταγάς του
Ι. Δυοβουνιώτη παρευρεθείς εις μάχες Μενδενίτζας, Δερβέν Φούρκας και υπό τας
διαταγάς του υποστρατήγου Γ. Δυοβουνιώτη στις μάχες Βασιλικών, Στυλίδας, Αγίας Μαρίνας, Αετού, Άμπλιανης, Νευροπόλεως, Ραχώβης, Διστόμου. Εις όλας έδειξεν ζήλον και ευπείθειαν εις τους ανωτέρους του αξιωματικούς.

Εν Λειβαδία 16 Απριλίου 1846

Γ. Δυοβουνιώτης"


Πιστοποιητικό Στρατιωτικής Εκδούλευσης του Λ. Αδαμόπουλου
με υπογραφή του οπλαρχηγού Γ. Δυοβουνιώτη


Το δημοτικό τραγούδι

Την ζοφερή περίοδο από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 έως την έκρηξη της Επανάστασης το 1821, η ελληνική λαϊκή ψυχή, έκφρασε τον κρυφό πόνο του αλυτρωτισμού, τον πόθο της ελευθερίας, την αντίσταση, τα βάσανα και τέλος την ανδρεία και τον ηρωισμό της, μέσα από το δημοτικό τραγούδι. Αυτό το υπέρλαμπρο λαϊκό λογοτεχνικό δημιούργημα που ο Γκαίτε ονόμασε "ύπατο μνημείο της ανθρώπινης διάνοιας", αποτυπώνει με την ποίηση και την μελωδικότητα του, την ελληνική ψυχοσύνθεση της περιόδου και την ιδιαίτερη πολιτισμική μας ταυτότητα.
Το δημοτικό τραγούδι έχει τις ρίζες του στα Ομηρικά έπη, αφού η προφορική μνημονική ποίηση του, με τον αφηγηματικό χαρακτήρα, είναι δουλεμένη επί γενιές στο λαϊκό αμόνι, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Το τραγούδι παίρνει την μορφή του με τον χρόνο, από την σκέψη και το συναίσθημα πολλών ανθρώπων, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο την πολύτιμη αισθητική πατίνα και την τεχνική αρτιότητά του.



Σουβαλιώτικη παρέα με πίπιζα και νταούλι

Από τον 16ο αιώνα, με την έναρξη της επαναστατικής δράσης των κλεφταρματολών, ανθίζει το κλέφτικο τραγούδι, στα πρότυπα της Ιλιάδας και των βυζαντινών ακριτικών επών. Η δημιουργία του, προϋποθέτει την αφορμή που ξεπερνά τα συνηθισμένα μέτρα, με καταστάσεις που συγκλονίζουν την ανθρώπινη ψυχή, όπως τα ηρωικά κατορθώματα, οι μάχες, ο θάνατος, αλλά και η ελεύθερη κλέφτικη ζωή. Τα δωρικά του ολιγόστιχα, εκφράζουν το αδρό και πολεμικό πνεύμα των ορεσίβιων κατοίκων της Ρούμελης, με το ηρωικό φρόνημα, την ορμή, την λεβεντιά, την ανδροπρέπεια, αλλά και την σεμνότητα, και την ψυχική ευγένεια. Έτσι, στο κλέφτικο τραγούδι, σφυρηλατείται το πρότυπο του παλικαριού που αδικημένο και κατατρεγμένο από τον οθωμανικό ζυγό, παίρνει στους ώμους του την Ελλάδα και μέσα από τον όλεθρο του πολέμου, την βγάζει στο φως της ελευθερίας.   
Ο Παρνασσός αποτέλεσε ένα ξακουστό ορμητήριο κλεφταρματωλών και τραγουδήθηκε όσο λίγα βουνά. Στους στίχους των κλέφτικων τραγουδιών του, μπορεί κανείς να διαβεί την απάτητη Λιάκουρα, να πλημμυρίσει τα σωθικά του με τον γεμάτο έλατο βουνίσιο αέρα, να συναντήσει τα περήφανα παλικάρια της Ρούμελης, να μιλήσει με τους ήρωες της επανάστασης, να ζήσει την άγρια και ελεύθερη ζωή τους…  


"Μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να ‘μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους.
Φέρε μου τ’ αλαφρό σπαθί και το βαρύ ντουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια.
Εγώ ραγιάς δε γίνομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω."


"Να ‘μουν το Μάη πιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης,
και στην καρδιά του χειμωνιού να ‘μουνα κρασοπούλος.
Μα πλιο καλά ‘ταν να ‘μουνα αρματωλός και κλέφτης.
Αρματωλός μεσ’ τα βουνά και κλέφτης μεσ’ τους κάμπους.
Να ‘χα τα βράχια αδέρφια μου, τα δέντρα συγγενάδα,
να με κοιμάν οι πέρδικες, να μ’ εξυπνάν τ’ αηδόνια.
Και στην κορφή της Λιάκουρας να κάνω το σταυρό μου,
να τρώγω Τούρκικα κορμιά , σκλάβο να μη με λένε."
  

"Ανάθεμά τα τα βουνά με το ζακόνι πόχουν,
το καλοκαίρι κίτρινα και το χειμώνα μαύρα,
και την πικρή την άνοιξη πολύ ροδαμισμένα.
Κανένας δεν τα χάρηκε μεσ’ 'ς τον απάνω κόσμο,
η κλεφτουριά τα χαίρεται και τα μικρά κλεφτόπλα.
Πηδάνε, παίζουν και γλεντάν και ρήνουν 'ς το σημάδι,
γυρίζουν και 'ς τη σούγλα τους τα παχουλά τα κριάρια,
ποκεί οι Τούρκοι δεν πατάν, φοβούνται τα κλεφτόπλα."



“Τ’ έχεις καημένη Λιάκουρα και βαριαναστενάζεις;
Να μη σε μάλωσε κανείς, να μη σε παραπήρε;
-Ουδέ κανείς με μάλωσε, ουδέ με παραπήρε,
Η κλεφτουριά μ’ αρνήθηκε κι’ η δόλια η συντροφιά μου
Πού ‘χα το βράδυ συντροφιά και την αυγή κουβέντα.
Χορτάριασαν οι βρύσες μου, κλείσαν τα μονοπάτια
Και τα γιατάκια των κλεφτών βαριά αναστενάζουν…”


Το τραγούδι που ακολουθεί είναι τμήμα ενός μακροσκελούς δημοτικού, στο οποίο περιγράφεται όλη η ζωή του καπετάν Ανδρίτσου (Ανδρέα Βερούση ή Ανδρέα Ανδρούτσου) πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο καπετάνιος που γεννήθηκε στις Λιβανάτες το 1740 ήταν κλέφτης και συνεργάτης του Κατσώνη κατά την περίοδο του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1770-1792). Το 1792 ο Ανδρίτσος συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέθανε το 1797 σε ηλικία 47 ετών, από βασανιστήρια. 

“Τίνος μανούλα θλίβεται; τίνος μανούλα κλαίει;
Τ’ Ανδρούτσ’ η μάνα θλίβεται, τ’ Ανδρούτσ’ η μάνα κλαίει.
Με τα βουνά της Έγριπος και σεις βουνά της Κιόνας
και σεις βουνά της Λιάκουρας οπούστε λυπημένα
και σεις κορίτσια του Δαδιού να λεροφορηθήτε
Ανδρούτσος αποκλείστηκε στο μέγα μοναστήρι.
Δώδεκα μέρες πολεμά, δώδεκα μερονύχτια.
Φέρνουν τόπι απ΄ την Έγριπο, κανόνι απ΄ την Αθήνα.
Να ρίξουν να χαλάσουνε το μέγα μοναστήρι
κι Ανδρούτσος έτρωγ΄ έπινε και στρίφτει το μουστάκι.
Μουστάκι μου καραμπογιά και φρύδια μου γραμμένα
και τον Τσαούση του κραξε, κρυφά τον κουβεντιάζει
Τσαούση μοίρασ' το ψωμί και φτάσε το φαϊ μας
γιουρούσι θε να κάμωμε για να εβγούμε όξω.
Και βρίσκει φίδι δυνατό και χάλασε το κάστρο.
Κ' επάτησαν κ' εχούιξαν, βάνουν μπροστά τους Τούρκους.
Πιάνουν πασάδες ζωντανούς, μπέηδες σκοτωμένους.
Κι Ανδρούτσος εχουχούτισε με το σπαθί στο χέρι
εδώ ν’ Ανδρούτσος ξακουστός, Ανδρούτσος ξακουσμένος.
Μένα με ξερ' ο βασιλιάς, με ξερ' ο κόσμος ούλος.
Με ξέρουν και τα Τρίκερα που τα ‘χω ‘γω καυμένα”

(Δημοτικό, 1786)

Για τον ηρωισμό των παλικαριών του Κομνά Τράκα στην μάχη του Μάνεση, ειπώθηκε το παρακάτω δημοτικό :  

Ο Τράκας πέρα πέρασε, ο Τράκας πέρα πάει,
να καρτερέσ’ έναν πασά με δυό με τρείς χιλιάδες.
Και πήγε κι αποκλείστηκε μέσα εις τ’ Αλησάκι.
Φέρνουνε τόπια από τον Έγριπο, κανόνια απ’ το Ζητούνι
να ρίξουν, να χαλάσουνε το γιο του Θόδωρου του Τράκα.
Και μια φωνή ακούστηκε, και μια φωνή του λέει:
Μην είσαι συ ο Πανουργίας, μην είσαι κι ο Δυσέας ;
Δεν είμαι γω ο Πανουργίας, δεν είμαι κι ο Δυσέας.
Μόν’ είμαι απ’ την Αγόριανη, της Φούρκας το ξεφτέρι.
Είμαι του Μουσταφάμπεη το φοβερό λιοντάρι,
που μες στο Χάνι της Γραβιάς μαζί με τον Δυσέα
τ’ άρματα μας βάψαμε σε τούρκικα κεφάλια
που θέλουν χίλιους στο σπαθί και χίλιους στο ντουφέκι

Ενώ για τον Δυοβουνιώτη :

“Εσείς πουλιά της Λιάκουρας κι αηδόνια του Σαλώνου
Και συ πετρίτη γλήγωρε που πας σταις καταβόθραις
Χαιρέτα μου την κλεφτουριά, το Γιάννη Δυοβουνιώτη
Τούρκους να μην πιστέψουνε κι αγάδες Σαλωνίτες
Γιατί πιστεύτηκα κ' εγώ στο γιο του Μουσταφάγα
και τώρα κείτομαι στη γη , κορμί δίχως κεφάλι,
Δίχως τα παλληκάρια μου και δίχως τ' άρματά μου”
           
            Για τον Παρνασσό :
“Σ' ένα δεντρί στον Παρνασσό”

“Σ' ένα δεντρί στον Παρνασσό
έγειρα ν' αποκοιμηθώ
κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά
μιας περδικούλας κλάμα.
Τι έχεις πέρδικα και κλαίς
και μένανε δεν μου το λες.
Με κυνηγάει ένας αετός
ένας ανθρώπινος εχθρός
θέλει να μου πιάσει τη φωλιά
που έχει μέσα τα πουλιά”

“Συννέφιασε o Παρνασσός”

“Συννέφιασε ο Παρνασσός,
βρέχει στα καμποχώρια
και συ Διαμάντω μ’ άργησες
πού πας αυτήν την ώρα;
Πάω γι’ αθάνατο νερό,
γι’ αθάνατο βοτάνι.
Να δώσω στην αγάπη μου,
ποτέ να μην πεθάνει”

“Παρνασσός”

“Τι έχεις καημένε Παρνασσέ,
Και στέκεις λυπημένος;
Μην ειν΄ τα χιόνια σου βαριά
και τα νερά σου κρύα;
Δεν ειν’ τα χιόνια μου βαριά
και τα νερά μου κρύα.
Σαράντα βρύσες με νερό
κι εξήντα δυο πηγάδια,
δεν μου τον σβήνουν τον καημό
πό ‘χω στα φυλλοκάρδια».


“Εκεί ψηλά στον Παρνασσό”

“Εκεί ψηλά στον Παρνασσό, ψηλά σε μια ραχούλα
Οι βλάχοι κάνουν μια χαρά, παντρεύουν μια βλαχούλα.
Της δίνουν χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια,
της δίνουν προίκα αμέτρητη και ζηλευτά στολίδια.
“Μανούλα μ’ το χεράκι σου δώς΄ μου να σ΄ το φιλήσω
σ’ άλλα βουνά, σ’ άλλα χωριά θα πάω να κατοικήσω.’



“Ποιος έλατος κρατάει νερό”

“Ορ’ ποιος έλατος, μωρέ παιδιά,
ποιος έλατος κρατάει νερό.
Ποιος έλατος κρατάει νερό
εκεί ψηλά στον Παρνασσό.
Ορ’ εκεί ψηλά, γεια σας παιδιά,
εκεί ψηλά στον Παρνασσό.
Εκεί ψηλά στον Παρνασσό
με στείλανε να πάω να πιω.
Ορ’ με στείλανε, μωρέ παιδιά,
με στείλανε να πάω να πιω.
Με στείλανε να πάω να πιω
γιατί έχω χρόνια δεν μπορώ.”



“Ανέβηκα στη Λιάκουρα”

“Ανέβηκα στη Λιάκουρα,
στο τρύπιο το λιθάρι,
να χαιρετήσω τη ζωή,
πριν ο Θεός με πάρει.
Καμάρωσα τα διάσελα,
τα πρώτα μου λημέρια,
θυμήθηκα τα νιάτα μου,
χειμώνες μωρέ καλοκαίρια.
Αγνάντεψα τον Καλλίδρομο,
τη Γκιώνα χιονισμένη.
Πυκνή αντάρα σκέπασε
τ’ Αντρούτσου το λημέρι.
Χαιρέτησα τη θάλασσα
Εκεί μωρ’ Γαλαξίδι
Αχ και μια βαρκούλα πο ΄ρχεται,
για το στερνό ταξίδι.”


Μετά τον Αγώνα

Η προ της ιδρύσεως της Βασιλείας κατάστασις της χώρας ημών ήτο τοιαύτη, ώστε η κυβέρνησις εκείνη ώφειλε τα πάντα ν' ανορθώση και να θεραπεύση. Η γεωργία προ πάντων έχρηζε σπουδαίας μερίμνης, καθ' ότι η επί τουρκικής εξουσίας διέπουσα την ακίνητον ιδιοκτησίαν αυθαιρεσία, η πολλαχού αβεβαιότης της ιδιοκτησίας, ή και η εντελής αυτής απαγόρευσις, αι καταδυναστεύσεις και οι βαρείς φόροι είχον αφαιρέσει από τους κατοίκους τον ζήλον εκείνον προς την εργασίαν όστις κυρίως αναφαίνεται όπου η ιδιοκτησία είναι σεβαστή, και η φιλοπονία δεν θεωρείται ως νέα αφορμή καταπιέσεως και αυθαιρεσίας. Ο δε μακρός αγών ανιδρύων επί των ερειπίων και της καταστροφής την πολιτικήν αυτονομίαν, εκληροδότει εις την εγκαθισταμένην Κυβέρνησιν χώραν έρημον και ανθρώπων και κτηνών, και οικιών, πεδιάδας και αγρούς χέρσους εφ' ων παρέμειναν μόνο ίχνη δηώσεως και ολέθρου.

(Μανσόλα Α., Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος, 1867)



Σουβαλιώτης ζευγάς

Οι Σουβαλιώτες κατά την διάρκεια του Αγώνα, είχαν απομονωθεί στην ασφάλεια που παρείχε ο ορεινός οικισμός τους, εγκαταλείποντας τα πεδινά που υπέφεραν περισσότερο από τις συνέπειες του πολέμου. Οι αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, η ελευθερία που παρείχε το ορεινό περιβάλλον, η αυτάρκεια της μικρής αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, καθώς και ο τρόπος ζωής που είχε άμεση εξάρτηση με τις ασχολίες, την επαναστατική δράση της περιόδου και τις σχέσεις αλληλεξάρτησης και υποστήριξης που αναπτύσσονται σε μια κλειστή κοινωνία, σφυρηλάτησαν τον ελεύθερο και αυτόνομο χαρακτήρα των Σουβαλιωτών. Χαρακτηριστικό αυτής της κουλτούρας υπήρξε το γεγονός ότι μέχρι και πολύ πρόσφατα και παρά την αναγκαστική εγκατάλειψη της Άνω Σουβάλας, την πρόοδο της γεωργίας, κ.α. τα ορεινά χωράφια εξακολουθούσαν να καλλιεργούνται.




Η ακόλουθη ιστορία που λέγεται μέχρι και σήμερα στην Πολύδροσο, περιγράφει τον ψυχισμό των Σουβαλιώτων και αυτή την ιδιαίτερη σχέση τους με το ορεινό περιβάλλον.

“Όταν οι Τούρκοι έφευγαν, ο αγάς της περιοχής προσκάλεσε τους κατοίκους των γύρω χωριών, για να τους μοιράσει τα εύφορα χωράφια του κάμπου.
Οι Σουβαλιώτες εκείνη τη μέρα είχαν γλέντι και σε αντίθεση με τους γείτονες τους,
προτίμησαν να διώξουν τον μαντατοφόρο, παρά να αποδεχθούν την πρόσκληση.
Ο χορός φυσικά συνεχίστηκε,
με τους Σουβαλιώτες να επινοούν για την περίσταση το σκωπτικό δίστιχο :

“Για το φουρό και το χορό μας πήρανε το Πατερό [1],
για την κρεμαστή καρφίτσα μας πήρανε τη Λιαγκουρίτσα [1]”

 Όταν δε ο παρατρεχάμενος μετέφερε στον αγά την αντίδραση τους,
εκείνος εκνευρίστηκε τόσο από την αδιαλλαξία τους
που τους καταράστηκε με την φράση : “στάχτ να γιένεται” …

Η πλατεία της Σουβάλας (Άνω Πολυδρόσου) όπου εξελίχθηκε το επεισόδιο,
από τότε πήρε την ονομασία Χορευταριά.”

Εκτός όμως από την εμπιστοσύνη των Σουβαλιωτών στον τρόπο ζωής τους, υπήρξαν και άλλοι παράγοντες που τους απομάκρυναν από τα πεδινά. Ακόμη και σήμερα θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε στην χωροταξία του κάμπου στον άνω ρου του Κηφισού, ότι την πλειονότητα των εκτάσεων κατέχουν η σημερινή Αμφίκλεια και τα χωριά του Καλλιδρόμου. Μια κατανομή που είναι προφανώς κατάλοιπο του φράγκικου και στην συνέχεια του οθωμανικού καθεστώτος γεωκτημοσύνης στην περιοχή, σύμφωνα με το οποίο, ένα μεγάλο μέρος ανήκε στην Αμφίκλεια και ήταν βακούφικη γη, ενώ το υπόλοιπο, είτε ανήκε στην δικαιοδοσία των τιμαρίων του Καλλιδρόμου, είτε υπενοικιαζόταν (π.χ. στον Αλή Πασά). Συνεπώς ο χώρος γεωργικής εκμετάλλευσης που αντιστοιχούσε στους Σουβαλιώτες, ήταν περιορισμένος στα πρανή του Παρνασσού.
Ένας άλλος παράγοντας ήταν ότι κατά την διάρκεια του πολέμου, ο κάμπος αποτελούσε πέρασμα για τις οθωμανικές δυνάμεις και πεδίο συγκρούσεων, ενώ πολλές φορές είτε κάηκε από τους Οθωμανούς ή τροφοδότησε τους πεινασμένους επαναστάτες. Γεγονότα που συνετέλεσαν στην αποχέρσωση της γης και την καταστροφή των πολυετών καλλιεργειών (π.χ. αμπελιών).

Δημοσίευμα εφημερίδας σχετικό με αγοραπωλησία γης στην Σουβάλα.



Επιστολή του Επιτρόπου Ανατολικής Ελλάδος για παραχώρηση εθνικής γης,
η οποία συντάχθηκε στην Σουβάλα.
Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.


H σουβαλιώτικη διήγηση, εμπεριέχοντας και μια ιστορική αλήθεια, παραθέτει και “το μοίρασμα των εύφορων χωραφιών από τον αγά”, μια πράξη που φυσικά δεν υπονοεί την απλή μεταβίβαση αυτής της γης στους Έλληνες. Αρκετοί Οθωμανοί κατά την αποχώρηση τους πούλησαν ή πιο σωστά ξεπούλησαν την γη που εκμεταλλευόντουσαν, σε όποιον διέθετε χρήματα. Έτσι πολλοί προύχοντες απέκτησαν μεγάλες εκτάσεις σε ευτελή τιμή. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η διανομή της γης, αποτέλεσαν για πολλά χρόνια ένα σοβαρό και δυσεπίλυτο πρόβλημα που ταλάνιζε το ελληνικό κράτος. Οι χειρισμοί που έγιναν πάνω σε αυτό το ζήτημα προκάλεσαν διαχρονικά, σφοδρές αντιδράσεις και διαμάχες, αφού οι αγωνιστές πρόσμεναν μάταια την δικαίωση τους, με την αναδιανομή των εθνικών γαιών, οι προεστοί επιχειρούσαν την ιδιοποίηση τους, ενώ και το ίδιο το κράτος τις εκμεταλλεύτηκε με τον χείριστο τρόπο, όταν τις υποθήκευσε στις ξένες δυνάμεις για την σύναψη δανείων. Η γη κατέληξε στα χέρια των πλούσιων της εποχής που την απέσπασαν από τον λαό με κάθε τρόπο, οδηγώντας στην δημιουργία των περίφημων τσιφλικιών και την άγρια εκμετάλλευση των κολίγων. Ο αποκλεισμός όμως των αγωνιστών από την διανομή της γης, προκάλεσε και την γιγάντωση της ληστείας. Μιας μάστιγας η οποία δημιουργούσε μια επικίνδυνη και ανασφαλή κατάσταση μεταξύ των άλλων και για τους κατοίκους του Παρνασσού.
    

[1] Τοπωνύμια περιοχών του κάμπου.

Πολιτειακή οργάνωση

Από τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, οι φορείς του μέχρι τότε υπόδουλου Έθνους, θέλησαν να ανασυστήσουν την τοπική διοικητική οργάνωση. Αυτή την φορά όμως οι διεργασίες θα εξελίσσονταν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, αφού απουσίαζε η υπερκείμενη οθωμανική εξουσία. Την ευμετάβλητη εκείνη περίοδο που η κάθε συνιστώσα δύναμη προσπαθούσε να βρει μια θέση στο διοικητικό πεδίο του νέου εθνικού χώρου, εισήλθαν σε αυτή την διαδικασία και εξωτερικοί παράγοντες. Ξέχωρα λοιπόν από τους προκρίτους, τον ανώτερο κλήρο και τους αρματολούς που αναμειγνύονταν στην διοίκηση και προεπαναστατικά, έκαναν την εμφάνιση τους οπλαρχηγοί που στην διάρκεια του Αγώνα συσσώρευσαν στρατιωτική ισχύ και απέκτησαν κύρος, Φιλικοί που είχαν αναδειχθεί μέσω της προεπαναστατικής τους δράσης, αλλά και Κωνσταντινοπολίτες, οι οποίοι διέθεταν πολιτική πείρα από την συμμετοχή τους στην ανώτατη οθωμανική διοίκηση.
Μετά την κήρυξη της επανάστασης, συστάθηκαν σε τοπικό επίπεδο συνελεύσεις, οι οποίες αποτέλεσαν τις πρώτες δομές διοίκησης, όπως ο “Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας”, ο “Οργανισμός Προσωρινής Διοικήσεως της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος” και η “Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος”.

Η Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος δημιουργήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1821, όταν στα Σάλωνα συναντήθηκαν πληρεξούσιοι της Στερεάς, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, οι οποίοι υπό την καθοδήγηση του Θεόδωρου Νέγρη συστήθηκαν σε σώμα, συνέταξαν ένα κείμενο Συντάγματος και θεσμοθέτησαν ένα 14μελές όργανο που θα ασκούσε την εκτελεστική εξουσία, με την ονομασία Άρειος Πάγος.

Συνεχίζεται…
Σε κάθε ανανέωση θα παρουσιάζονται δύο κεφάλαια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου