Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Περί λογοτεχνίας και κριτικής. Συνέντευξη με τον Λουκά Κούσουλα.


Με τα βιβλία, όπως ακριβώς και με τους ανθρώπους, ο καθένας πορεύεται με τις αγάπες και τις φιλίες του. Εξ ου και ο ελάχιστα επαρκής αναγνώστης δεν διαβάζει με γνώμονα τις εφήμερες μόδες του συρμού (π.χ τα εκάστοτε ευπώλητα) ούτε απολύτως σύμφωνα με τις επιταγές του λογοτεχνικού κανόνα. Συνήθως το ένα βιβλίο τον πάει στο άλλο, όπως μέσω μιας φιλίας γεννιέται η επόμενη.
Ο φιλόλογος, ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας και μεταφραστής Λουκάς Κούσουλας ανήκει στην χορεία των σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων μαζί με τον Αρανίτση, τον Παπαδημητρακόπουλο ή τον Παπαγιώργη που με μαγεύουν με τη γραφή τους. Ξέρω ότι διαβάζοντάς τον με περιμένει – ίσως και στην επόμενη πρόταση – η ηδονή του μεγάλου ξαφνιάσματος. Μια πανέμορφη άγνωστη λέξη, η απρόσμενη γειτνίαση δυο άλλων, μια απότομη αλλαγή ύφους σαν κατέβασμα ταχύτητας, ο εξαιρετικός ελιγμός μιας φράσης και κυρίως ο ευθύβολος συλλογισμός που φωτίζει σκέψεις, κείμενα, περιστάσεις, την ίδια τη ζωή. Η αποκάλυψη του νοήματος.

Ο Κούσουλας, γεννημένος το 1929 στη Σουβάλα του Παρνασσού έχει εκδώσει μεταξύ άλλων από ένα βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη και τον Μακρυγιάννη «Ανθρώπους και κτήνη» και «Ο Μακρυγιάννης και το σκάνταλο» (εκδ. Νεφέλη), έναν τόμο λογοτεχνικών κριτικών «Μετά τα φιλολογικά» (εκδ. Νεφέλη), έναν συλλογικό τόμο ποιημάτων «Τα ποιήματα 1962-2002» (εκδ. Δόμος) και προσφάτως δυο βιβλιαράκια στις εκδόσεις Γαβριηλίδη «με κάτι σημειώσεις σαν ημερολογιακές καταγραφές σκέψεων, σχόλια για έργα και για πρόσωπα, παρατηρήσεις για ζητήματα της λογοτεχνίας» υπό τον γενικό τίτλο «Και μόνος και μετά πολλών», περιγράφοντας δηλαδή τη θέση του αναγνώστη και του κριτικού.

«Είχα καταφύγει στο είδος αυτό των καταγραφών από αδυναμία να γράψω ποίημα, αν δεν με επισκέπτεται αυτό. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως αν δεν τις φρόντιζα, αν δεν είχα τη φιλοδοξία να είναι καλό γράψιμο ακυρώνονταν αμέσως». Διαβάζοντάς τες έχεις την αίσθηση ότι κάποιο οικείου σου πρόσωπο σου αφηγείται παραμύθια. Ταυτόχρονα όμως η άνεση π.χ. με την οποία μπαινοβγαίνει μέσα στο παπαδιαμαντικό corpus σαν στο σπίτι του, αντλώντας εικόνες, συμβάντα και πρόσωπα τα οποία στη συνέχεια έρχεται να φωτίσει, προκαλεί κατάπληξη. Στη συζήτηση που έγινε στο σπίτι του ο Κούσουλας μίλησε με νεανικό πάθος και βαθιά κατασταλαγμένη αγάπη για τους λατρεμένους του συγγραφείς , τα κείμενα και τα ποιήματά του, τα «γραμμένα με πολύ κόπο», το (καλό) γράψιμο και την λογοτεχνική κριτική, η οποία στην περίπτωσή προϋποθέτει την ανάληψη της ευθύνης μιας απερίφραστα προσωπικής άποψης σχετικά με το τι αξίζει και γιατί. «Θεωρώ ότι τα δυο μυθιστορήματα του Μπεράτη το «Πλατύ Ποτάμι» και το Οδοιπορικό του ‘43» είναι πολύ ανώτερα από τα δέκα μυθιστορήματα της γενιάς του ‘30», υποστηρίζει με θέρμη.

«Οσο προχωρώ στην ηλικία επιβεβαιώνω τη φράση του Ρίλκε ότι τα 9/10 της κριτικής είναι σκύβαλα, για πέταμα, ο ίδιος προσθέτει ότι και για τη λογοτεχνία το ίδιο ισχύει. Ωστόσο το φαινόμενο που πραγματικά επιβιώνει είναι ότι η κριτική είναι ζωντανή πάντοτε και ωραία. Η κριτική είναι πρωτογενής δημιουργία, όταν είναι όντως κριτική κι όχι για πέταμα. Υπάρχει μια φράση του Ανώνυμου, του Λογγίνου όπως λέγεται, που λέει ότι η κριτική, η αισθητική είναι ‘πολλής επιστήμης τελευταίον επιγέννημα’. Αν δεν υπάρχουν στον αναγνώστη οι προσλαμβάνουσες του καλού κριτικού για έργα και πρόσωπα ακυρώνεται αμέσως το κείμενο. Όπως λέει ο Ελιοτ – ένας κατ’ εξοχήν δάσκαλος του καλού γραψίματος – καταλαβαίνω ένα ποίημα σημαίνει ότι το απολαμβάνω για τους σωστούς λόγους. Αντίθετα αν δεν το καταλαβαίνω για τους σωστούς λόγους, τότε παρεμβαίνω εγώ μέσα σε αυτό και το ποίημα παύει να είναι αυτό που είναι».

Η ερώτηση προκύπτει αυθόρμητα: Τι είναι το καλό γράψιμο; «Καλή ερώτηση αν λογαριάσει κανένας ότι στις λεγόμενες μοντέρνες ή μεταμοντέρνες γραφές και ποιος ξέρει πόσες θα βγουν ακόμα, η στρέβλωση του ύφους έφτασε να θεωρείται ιδεώδες. Η αποφυγή αυτής της ξύλινης γλώσσας που άρχισε από την πολιτική και πέρασε στη λογοτεχνία, η αποφυγή της είναι το καλό γράψιμο. Δηλαδή να μην ντρέπεται κανένας μιλώντας καλά. ‘Το μη καλώς λέγειν ου μόνον εις τούτο πλημμελές, αλλά κακόν τι εμποίει τες ψυχές’, λέει ο Πλάτωνας. Αν δεν εκφράζεται κανένας καλά, που βέβαια εννοείται όχι στρόγγυλα με τον τρόπο που νομίζουν μερικοί, αν δεν λέει αυτό που έχει συλλάβει (εφόσον αξίζει τον κόπο αυτό το κάτι) εμποίει κακόν τες ψυχές, εκτός που είναι από μόνο του πλημμελές».

Η δύναμη της κριτικής του Κούσουλα δεν φαίνεται μόνο στην ικανότητά του να φωτίζει π.χ. τον θάνατο του «Βασίλη του Αρβανίτη» του Μυριβήλη, αλλά στους αναπάντεχους συσχετισμούς συγγραφέων (όπως του Παπαδιαμάντη με τον Μπόρχες ή τον Προυστ) που αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές των κειμένων κι από τις δύο πλευρές. «Αν πεις θα συσχετίσω τον Παπαδιαμάντη με τον Προυστ θα καγχάσει ο άλλος. Το ζήτημα είναι αν τελικώς θα τον πείσεις. Νομίζω ότι οι αναγνώστες μου πείστηκαν ότι είχα δίκιο». Η συζήτηση γλιστράει μόνη της στον Μακρυγιάννη. «Αν πραγματικά χρησιμοποιήσω τον Μακρυγιάννη από τη σκοπιά της ιστορίας και διασταυρώσω πληροφορίες μπορεί πραγματικά να τον ακυρώσω. Ενώ λένε π.χ. ο Δημαράς ότι έγραψε ένα αριστούργημα, το κριτικάρουν ύστερα ως ντοκουμέντο που δεν είναι εξίσου αυθεντικό. Αλλά ο Μακρυγιάννης δεν έγραφε όπως συνέβαιναν τα πράγματα, αλλά όπως ήθελε να έχουν συμβεί. Η καύση όμως του γεγονότος όπως το ζει ο Μακρυγιάννης, αμέσως το μεταμορφώνει. Κι όπως το ζει, είτε είναι έτσι, είτε αλλιώς, βλέπεις έναν άνθρωπο που λογοτεχνικά σε κυριεύει. Το ίδιο θα ‘λεγα και για τον Παπαδιαμάντη, οπωσδήποτε. Αν βγάλεις τα 30 σπουδαία του κομμάτια – γιατί ως συγγραφέας πλήρωσε το βαρύ τίμημα της καθημερινής δουλειάς για τον επιούσιο – πρόκειται για πολύ μεγάλο συγγραφέα».

Στο αφήγημά του το «Βουνό» (Εστία) αναφέρεται στα χρόνια 1940-45 όπως τα έζησε ση Σουβάλα. «Όταν λέω κάπου ότι ο αγωνιστής του ’21 που ήταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι κι έβλεπε μετά από χρόνια τις τελετές της Εξόδου κι εξανίστατο: ‘Δεν ήταν έτσι βρε παιδιά, δεν ήταν έτσι μωρέ!’, εμείς που το ’40-’41 ήμασταν παιδιά λέμε ‘δεν ήταν έτσι’ γιατί για μας ήταν μια άλλη πραγματικότητα. Όταν ο αγαπητός κατά τα άλλα Λορεντζάτος επιμένει ότι ο ελληνικός Εμφύλιος ήταν προϊόν του μαρξισμού, κάμει λάθος. Το 1/10 ανήκει στον μαρξισμό, τα 9/10 ήταν των περιστάσεων που είχαν ξεκινήσει στην Κατοχή. Το κατοχικό παρόν δεν έψαχνε για αναγωγές του τύπου μαρξισμός/καπιταλισμός. Ητανε μια πραγματικότητα που άλλαζε με τις ώρες. Αλλιώς ήταν το πρωινό της μέρας, αλλιώς το μεσημέρι, αλλιώς το βράδυ. Εχοντας, ας πούμε, κρυμμένα στα κεραμίδια παράνομο τύπο της Κατοχής με τον Γερμανό μέσα στο σπίτι…».


Λουκάς Κούσουλας γεννήθηκε στη Σουβάλα (Πολύδροσο) του Παρνασσού το 1929. Είναι συνταξιούχος φιλόλογος και υπηρέτησε στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση, ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος. Παρουσιάστηκε στα γράμματα το 1955 με ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης "Νέα πορεία". Έχει δημοσιεύσει: οχτώ ποιητικές συλλογές (δύο συγκεντρωτικές εκδόσεις, "Σχηματοποίηση", Καστανιώτης 1984 και "Τα ποιήματα", Δόμος 2003)· τα πεζογραφήματα "Το βουνό", Εστία 2003 και "Τα μαύρα μάτια", Νεφέλη 1994· τα δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής "Μετά τα φιλολογικά", Καστανιώτης 1983, "Η άλλη όψη", Λωτός 1990, "Ανθρώπους και κτήνη...", Νεφέλη 1993, "Ιστορίες ποιημάτων κι ένα γράμμα", Γνώση 1996, "Φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον", Δόμος 1992, "Ο Μακρυγιάννης και το σκάνταλο", Νεφέλη 2005· μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων, Πλάτωνος, "Ίων", Καστανιώτης 1993, Πλουτάρχου "Βίοι παράλληλοι", τ. Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Νεφέλη 1994-1996, Πλουτάρχου "Βίοι παράλληλοι", Πατάκης 1999, Πλάτωνος "Αλκιβιάδης" Α΄ και Β΄, Πόλις 2001.
Συνεργάστηκε στις εφημερίδες "Το Βήμα" και "Η Καθημερινή" καθώς και στα περιοδικά "Νέα Εστία", "Η Λέξη", "Το Δέντρο", "Πλανόδιον", κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου