Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Η Σουβαλιώτισσα γυναίκα του χτες στη ζωή και στα γράμματα.


Όπως αναγγείλαμε,με τη δημοσίευση του άρθρου του Δημήτρη Αδρύμη "Η ΒΓΕΝΙΑ", επιθυμία μας είναι η καθιέρωση μιας στήλης αφιερωμένης στη Σουβαλιώτισσα.
Με την άδεια της συγχωριανής μας Παναγιώτας Τζιβάρα, αναδημοσιεύουμε μία ομιλία της στον Σύλλογο Πολυδροσιωτών της Αθήνας, την ημέρα της γιορτής της γυναίκας το 2000, με θέμα
«Η Σουβαλιώτισσα γυναίκα του χτες στη ζωή και στα γράμματα».

Αγαπητές μου συμπατριώτισσες,
Γυναίκες και κόρες της Σουβάλας,
Η χαρά μου είναι ιδιαίτερη απόψε γιατί βρίσκομαι απέναντι σε ένα πολύ αγαπητό ακροατήριο με αφορμή τη γιορτή της γυναίκας, που για μένα είναι καθημερινή και καθόλου επετειακή.
Θέμα της συζήτησής μας  θα είναι «Η Σουβαλιώτισσα γυναίκα του χτες στη ζωή και στα γράμματα».
Θα μπορούσα να μιλήσω για το πρώτο μέρος του θέματος μέσα από τις εικόνες που έχω από τα παιδικά μου χρόνια αλλά θα πρόδιδα την ηλικία μου...
Επέλεξα λοιπόν να μιλήσω για το πρώτο θέμα στηριζόμενη σε τρία βιβλία, που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα και αποτελούν γραπτές πηγές, βασικά εργαλεία για τη μελέτη της τοπικής ιστορίας.

Όλες μας διαβάσαμε, συγκινηθήκαμε και χαρήκαμε με την ψυχή μας τις αφηγήσεις της Σουβαλιώτισσας συμπατριώτισσάς μας, που καταγράφτηκαν χάρη στην άοκνη διάθεση της κυρίας Κικής Μερτζάνη και φιλοξενούνται στο καλαίσθητο βιβλίο που εξέδωσε ο Σύλλογος Πολυδροσιωτών, χάρη στις χορηγίες φιλόμουσων συγχωριανών μας.
Η δεύτερη πηγή είναι το χαριέστατο βιβλίο του συμπατριώτη μας Κώστα Κούσουλα, με τον εύγλωττο τίτλο «Χρώματα της Γης». Στις σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας τοποθέτησε και καταπληκτικές προσωπογραφίες χαρακτηριστικών γυναικείων τύπων, όπως της Σουβαλιώτισσας γιαγιάς του Μαρίγιας ή της θείας Γιαννούλας, γυναικών «με τα χρώματα της Γης».
Τελευταίο, last but not least, είναι το άξιο πολλών επαίνων πόνημα του καθηγητή Αντώνη Αδαμόπουλου «Υδροκίνητες βιοτεχνίες στον Παρνασσό». Μπορεί τα Μαντάμια των Αδαμοπουλαίων, του Καρούζου και των Παπαθανασαίων να έχουν γίνει οι αδιάψευστοι μάρτυρες της επιχειρηματικότητας και της οξύνοιας Σουβαλιωτών αντρών αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε τα Μαντάμια και τη λανάρα χωρίς τις Σουβαλιώτισσες που τα κατέκλυζαν ολοχρονίς.

Στα παραπάνω βιβλία εμείς οι Σουβαλιώτισσες του 2000, με άλλες εμπειρίες και άλλες έγνοιες, παρακολουθούμε τη ζωή των γιαγιάδων μας, των μανάδων μας, των γνωστών μας γυναικών.
Η ζωή της Σουβαλιώτισσας τότε, φυσικά και δεν πρωτοτυπεί στις εκδηλώσεις της από εκείνη άλλων γυναικών που ζούσαν σε άλλο χώρο της ελληνικής υπαίθρου. Οι ίδιες ιστορικοκοινωνικές δομές και συγκυρίες καθόριζαν τη ζωή, πάντα ίδια, όλων φυσικά των γυναικών, που δούλευαν στον κάμπο του Κηφισσού, που έβοσκαν τα πρόβατά τους στον Παρνασσό και στα οροπέδια της Γκιώνας ή της Οίτης, που απίθωναν  τα παιδιά τους κάτω από τον ίσκιο της αγριοαπιδιάς στην Λιαγκορίτσα ή του έλατου στην Αρτοτίνα.
Η ζωή της Σουβαλιώτισσας, ιδιαίτερα δύσκολη, ζωντανεύει μέσα από την αφήγηση των ίδιων των γυναικών. Η σύζυγος του Σουβαλιώτη βαρελά έφτανε έως την Αράχωβα και τη Θήβα περπατώντας, ξυπόλυτη, για να πουλήσει σκάφες και βαρέλες,  μας το αφηγήθηκαν γλαφυρά η θειά Παναγιωτίτσα η Σκουρογιάνναινα και  η θειά Γιργού του Θάνου. Η γυναίκα του τσοπάνη δεν τον περίμενε στην ξώπορτα να φανεί «με την τσαντήλα το τυρί και το αρνί στην πλάτη», αλλά ανέβαινε ως την Αρτοτέντα μαζί του νηστική και αποκαμωμένη από τις δουλειές του σπιτιού, μας το μαρτύρησε η θειά Βαρβάρα του Αυγέρη, πήγαινε να βγάλει το μεροκάματο στον κάμπο της Κωπαΐδας και να συμβάλει στο οικογενειακό εισόδημα, το ζωγράφισε με τον λόγο της η θειά Σταθού του Κότσια.

Άλλες εποχές .... οι γυναίκες με τα ζα μέσα στις στράτες, φορτωμένα εκείνα πεζοπορώντας αυτές. Ο λόγος του άντρα προσταγή και θέσφατο πολλές φορές: «Σαν τότες  που έπεσε κείνο το παλιομούλαρο να ψοφήσει μισοσποριά κι ο Γιώργης ξαναφώναξε, «ζέψου Γιαννούλα, είπα». Στην πρώτη, έκαμα πως δεν άκουσα κι απέ του απαντώ ύστερις πεισμωμένη. «Μαρέ είσαι στα καλά σου, πού να ζεφτώ μέρα- μεσημέρι, καλά - αχαμνά είμαι νύφη, θα μας κοροϊδεύει ο κόσμος, ακόμα δε βδομάδιασα». Μωρέ ζέψου σου λέω και τράβα τη σβάρνα να τελειώσουμε, δε βλέπεις τη Γούρνα που γιόμισε και κρέμασε αντάρες, θα βρέξει κι άμα πνιχτούνε τα χώματα άιντε να ξανασπείρουμε στη μαργωμένη γλίτσα και να δούμε φύτρο και προκοπή από μπαμπάκι! Ζέφτηκα κι εγώ να δεις μπροστά τότες κι είπα κι ένα τραγούδι!.....» (Κ. Κούσουλας, Χρώματα της Γης, Αθήνα 2000,  σ. 192).

Αλλά σας παρακαλώ, ας μην μελαγχολήσουμε αβάσταχτα. Ποτέ η ζωή κανενός και πουθενά δεν είναι μονότονη, μόνο κλάματα και βάσανα.΄Ηξερε η Σουβαλιώτισσα να χαίρεται στις χαρές και στα πανηγύρια. Θυμηθείτε την αφήγηση της κυρα Χαραλαμπούλας του Βαλάσκα, της θειας Θανασίας του Παναγιωτή, της γιαγιάς Χρυσούλας του Βαλάσκα στο βιβλίο «Μια Σουβαλιώτισσα θυμάται».
«Στη χορευταριά του Δημήτρη, χορεύανε όλες οι κοπέλες της παντρειάς. Το τραγούδι το ΄παιρναν μια οι Θανέισες, μια οι Αδαμέισες. Το ΄πιανε ψηλά η Βγενιά του Λουκά και το κεντούσε σαν τ΄αηδόνι. Ξέμενες, λιμπιζόσουνα να την ακούς, έλιωνε η ψυχή σου, σ΄αγκύλωνε η φωνή στην καρδιά και σε μάτωνε! ΄Ετσι τραγουδούσε. Κι απέ όλες οι πανωχωρίσιες από τραγούδι θα μου πεις!» διαβάζουμε στο βιβλίο πάλι του Κούσουλα (Κούσουλας, ό.π., σ. 191).

Και μετά τις δουλειές του σπιτιού η Σουβαλιώτισσα έγραφε ποίηση στον αργαλειό, στα υφαντά και στο κέντημα αφού πρώτα είχε ετοιμάσει τις πρώτες ύλες στα Μαντάμια. Γράφει ο Αντώνης ο Αδαμόπουλος: «Οι λανάρες δούλευαν για να μετατρέψουν το βαμβάκι - όπως έβγαινε από το «τζίνι» χωρίς το σπόρο - σε «ρόκα» κατάλληλη για   νηματοποίηση και για ύφανση στους οικιακούς αργαλειούς» (Αδαμόπουλος, ό.π., σ. 96) και φωτογραφίζει τον πατέρα του Λουκά Αδαμόπουλο «Στο εργοστάσιο πολύ συχνά προσπαθούσε να βάλει τάξη και να δώσει σειρά προτεραιότητας στις γυναίκες που έφερναν το βαμβάκι για να το κάνουν ρόκα. Μερικές φορές που κάποια πελάτισσα προσπαθούσε να κλέψει τη σειρά της άλλης, εκνευριζόταν μαζί τους και αναγκαζόταν να φωνάζει για να επιβάλει την τάξη» (Αδαμόπουλος, ό.π., σ. 100).

Τόπος συνάντησης της  Σουβαλιώτισσας, όπου η μία αντάμωνε την άλλη, αντάλλασσε ειδήσεις, ξαλάφρωνε με μιά κουβέντα παραπάνω την ψυχή της, μετά τα Μαντάμια το «εργοστάσιο» στη Σουβάλα. Εκεί όλα τα μηχανήματα, που το επιχειρηματικό δαιμόνιο των αδερφών Αδαμόπουλου είχε φέρει στο χωριό, δούλευαν για την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών. «Αυτά ήσαν ο αλευρόμυλος, ένας δεύτερος μικρότερος μύλος για «μπουλουγούρι» με το οποίο οι νοικοκυρές έκαναν τραχανά, ένας ακόμη μικρότερος μύλος για κόψιμο καφέ, το «τζίνι» για τον καθαρισμό του βαμβακιού απ΄το σπόρο, οι λανάρες για τη «ρόκα», και το εκκοκκιστήριο με το πιεστήριο για την εκκόκκιση και την δεματοποίηση του βαμβακιού» μας πληροφορεί ο απόγονος των Αδαμοπουλαίων (Αδαμόπουλος, σ. 109).  

Με ενθουσιάζουν και με συγκινούν ιδιαίτερα οι πηγές της Σουβαλιώτικης τοπικής Ιστορίας που ανέφερα παραπάνω. Στη συνέχεια θα σας παρουσιάσω και μια άλλη πηγή που μελετώ τον τελευταίο καιρό και που σκοπεύω, καιρού επιτρέποντος, να δημοσιεύσω σύντομα. Πρόκειται για το Αρχείο του Ελληνικού Σχολείου της Σουβάλας  που μας δίνει πολυτιμότατες ειδήσεις για την Ιστορία της εκπαίδευσης στην περιοχή μας.
Με βάση την παραπάνω αρχειακή πηγή θα ήθελα απόψε να παρουσιάσω τα ονόματα  των κοριτσιών, που πριν βγούν στο μεγάλο σχολειό της ζωής, στις γλυκές χαρές της μητρότητας και της συζυγίας, είχαν την τύχη να καθήσουν στα θρανία του Ελληνικού Σχολείου της Σουβάλας τα χρόνια 1919-1929.

 Η εισήγησή μου θα είναι σύντομη γιατί θέλω να συζητήσουμε, να ανταλλάξουμε απόψεις, να γνωριστούμε, εκμεταλλευόμενες τούτη την ευκαιρία που σπάνια μας χαρίζεται. Θα ζητούσα μάλιστα να κρατήσετε στο μυαλό σας ονόματα γνωστών και συγγενών σας και να προσθέσετε ό,τι γνωρίζετε από ακούσματα, από φωτογραφικό και άλλο υλικό προκειμένου να γραφεί σύντομα μία ολοκληρωμένη ιστορία του Σχολείου του χωριού μας. Η ευκαιριακή έως τώρα ενασχόλησή μου με το υλικό του Σχολείου και η σύνταξη των πινάκων με τα ονόματα όλων των μαθητών, την ηλικία τους, την κοινωνική τους προέλευση, τον τόπο καταγωγής τους, δικαιολογεί τον ενθουσιασμό μου και μου επιτρέπει να σας διαβεβαιώσω ότι η σύνθεση μιας αυτοτελούς εργασίας με θέμα το Σχολαρχείο θα είναι αξιόλογη και σημαντική για την ιστορία της Σουβάλας, που μαζί με «άλλα φώτα», φώτιζε και διαφοροτρόπως τον νεανικό πληθυσμό των χωριών της Γούρνας.

Τα Ελληνικά Σχολεία (Σχολαρχεία) ήταν ένας από τους δύο κύκλους της Μέσης Εκπαίδευσης  που άρχισε να οργανώνεται στα πρώτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου (μετά το 1836), κατά το πρότυπο του γερμανικού σχολείου Lateinische Schule.
Τα βιβλία του Ελληνικού Σχολείου στη Σουβάλα που μελετώ καταγράφουν τη λειτουργία του Σχολείου από το σχολικό έτος  1919-1920. Από το βιβλίο Πιστοποιητικών Σπουδής προκύπτει ότι εκείνη τη χρονιά είχαν εγγραφεί 150 μαθητές. Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός για το καινούργιο σχολειό και δηλωτικός της ζωής που έσφυζε σε ένα χωριό του Παρνασσού, αμέσως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και πριν τα τραγικά γεγονότα στη Μικρά Ασία και την  εθνική καταστροφή. Ανάμεσα στους 150 μαθητές και  τρία μόνο  κορίτσια. Οι δύο είναι Σουβαλιώτισσες, η τρίτη από το Δαδί. Οι Σουβαλιώτισσες είναι η Παγώνα Τσόκα κόρη του Αθανασίου, ο οποίος δηλώνεται με την ιδιότητα του διευθυντή καπνοκοπτηρίου,  και η Αθανασία Σουφλή κόρη του δάσκαλου Αθανασίου Σουφλή. Η Αθανασία, γεννημένη το 1906 παρακολούθησε τα μαθήματα της Β΄τάξης και πήρε ενδεικτικό τον Ιούνιο, ενώ η Παγώνα, γεννημένη το 1908 γράφτηκε το 1919 στην Α΄ τάξη.
Την επόμενη σχολική χρονιά (1920-1921) στο Σχολείο γράφτηκαν οι τρείς προφανώς ξαδέρφες Δρίβα. Πρόκειται για την Σταμούλα, κόρη του γιατρού Γιώργου Δρίβα, την Φιλιππίνα, κόρη του Θεμιστοκλή, δάσκαλου στο Ελληνικό και την επίσης Σταμούλα, κόρη του Θύμιου, ο οποίος δηλώνεται ως έμπορος. Μαζί τους στην Α΄τάξη εγγράφεται η Ασήμω Τζιβάρα του Γιώργου, το επάγγελμα του οποίου αλλού αναφέρεται ως γεωργός και αλλού ως ξυλουργός.
Για όλο το διάστημα 1919 έως και 1929, οπότε το Ελληνικό Σχολείο της Σουβάλας μετατράπηκε σε Ημιγυμνάσιο, στο Μαθητολόγιο του Σχολείου συναντάμε τα ονόματα 36 συνολικά κοριτσιών. Από αυτό το σύνολο των 36 κοριτσιών που γράφτηκαν ή παρακολούθησαν τα μαθήματα και των τριών τάξεων του Ελληνικού  24 είναι Σουβαλιώτισσες. Οι άλλες είναι από τα γύρω χωριά ακόμα και ξένες (από Χαλκίδα και Βυτίνα), οι γονείς των οποίων παρεπιδημούσαν στη Σουβάλα.

Τα επαγγέλματα των πατεράδων των μαθητριών είναι δηλωτικά της στάσης των ίδιων των γονιών απέναντι στη μόρφωση των θηλυκών παιδιών τους και ενδεικτικά της δυνατότητας που είχαν συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες Σουβαλιωτών να πραγματώνουν τα όνειρά τους για μόρφωση και κοινωνική καταξίωση.

Τα κορίτσια του Ελληνικού Σχολείου είναι κόρες των Σουβαλιωτών δασκάλων (Αθανασία Σουφλή, Ευθυμία και Μαρία Στύλια του Θόδωρου, Φιλιππίνα Δρίβα), του γιατρού (Σταμούλα και Μαρία Δρίβα), του ιερέα (Γεωργία και Παναγιώτα Παπαναστασίου), των εμπόρων (Σταμούλα, Παναγιώτα, Γεωργία και Θεοδώρα κόρες του Θύμιου Δρίβα, Ευσταθία Γεωργούση του Αθανασίου, Ιωάννα Τσαρμακλή του Γεωργίου), του εργοστασιάρχη (Χρυσούλα Αδαμοπούλου του Αθανασίου), του διευθυντή του καπνοκοπτηρίου (Παγώνα Τσόκα). Αλλά και οι Σουβαλιώτες γεωργοί αποδεικνύεται ότι δεν αδιαφόρησαν για την πνευματική καλλιέργεια των κοριτσιών τους. Στη στήλη με το επάγγελμα του πατέρα δίπλα στο όνομα δύο μαθητριών διαβάζουμε την ένδειξη κτηματίας (Ευθυμία Βελή του Αθανασίου, Μόρφω Βαλάσκα του Αλεξάνδρου) και για την περίπτωση τεσσάρων μαθητριών την δήλωση γεωργός (Ασήμω Τζιβάρα του Γεωργίου, Διολέτα Παπαργυροπούλου του Κωνσταντίνου, Ασήμω Κούσουλα του Γεωργίου, Δήμητρα Παπαθεοδώρου του Κωνσταντίνου). Για δύο μόνο μαθήτριες δεν έχουμε δήλωση επαγγέλματος του πατέρα, για την Αγγελική Κούσουλα του Ευθυμίου και την Παναγιώτα Παπαθανασίου του Αθανασίου για τις οποίες θα ήθελα τη συμβολή σας.

Θα με ενδιέφερε, για λόγους στατιστικούς, να παρακολουθήσω την πορεία της καθεμιάς μαθήτριας αργότερα στη ζωή. Για όσες κατάφερα να ταυτίσω πρόσωπα με ονόματα γνωρίζω ότι αρκετές ολοκλήρωσαν τον κύκλο του σχολειού αλλά όχι όλες. Η αμέλεια και η έλλειψη ευστροφίας δεν μαρτυρείται από κανέναν Έλεγχο Σπουδών. Αντίθετα, ήταν η γνώμη των γονιών εκείνη που άλλαζε κάποια στιγμή την πορεία του κοριτσιού και καθόριζε την μετέπειτα ζωή του. Ο πατέρας, εκείνος που είχε εγγράψει την κόρη στο σχολειό αποφάσιζε να την «πάρει» από τα γράμματα, αναγκασμένος από την έγνοια για τα χωράφια του, που ήθελαν φροντίδα και χέρια, ή και παρακινημένος από την γυναίκα του, τη μάνα, που έβλεπε την κόρη να μην προχωράει τα εργόχειρα και να ασχολείται με τα «χαρτιά».

Η κυρά Δήμητρα η Ανάγνου, αυτή που στο Μαθητολόγιο του σχολειού έχει εγγραφεί με το δηλωτικό της οικογένειας όνομα Παπαθεοδώρου, σε συνομιλία που είχα μαζί της μου εξήγησε, με την καταπληκτική διαύγεια μυαλού και έκφρασης που την διακρίνει, το γεγονός: «...Μου άρεσαν πάρα πολύ τα γράμματα. Στα Μαθηματικά ήμουν άφταστη. Ο δάσκαλος μου ο Τηλέμαχος ο Καινούριος και οι άλλοι το λέγανε. Αλλά η μάνα μ΄ δεν ήθελε για να μην ξεμπουρδαλιάσω...».

Τι κρίμα να μην έχει καταγράψει στο χαρτί αυτά που μαρτυρεί με το χειμαρρώδες αφηγηματικό της ταλέντο η θεια Μητρού και όλες οι άλλες Σουβαλιώτισσες με παρόμοιες εμπειρίες!
Ο λόγος της και τα γεγονότα δεν διαφέρουν από όσα γράφει για έναν άλλο χώρο, στα Επτάνησα, ο Ανδρέας Λασκαράτος στό έργο του «Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς»: «Εστάθηκε μία εποχή στην Κεφαλονιά κ’ εκείνην την εποχήν ως κ’ εμείς τη θυμόμαστε, εις την οποία τα γράμματα στες γυναίκες εθεωρούντο σαν ένα πράγμα πολύ επικίνδυνο. Οι γονείς νομίζανε πως μία φορά πού η κόρες τους ήθελε μάθουνε γράμματα ήθελε να μεταχειρισθούνε για να γράφουνε γραμματάκια ερωτικά και να διαβάζουνε τες απόκρισες!... Οι παλαιοί μας νομίζανε, ως φαίνεται, πως ο έρωτας δεν γένεται παρά διά του Ταχυδρομείου!... Με τούτην την ιδέα οι παλαιοί μας εμποδίζανε με αυστηρότητα εις τες κόρες τους τη σπουδή. Αν εσίμονε η κόρη τους εκεί που εδιάβαζε το παιδί τους το αρσενικό, την εδιώχνανε, και αν την ευρίσκανε με ένα βιβλίο στο χέρι ένας έξαφνος θυμός του εκυρίεβε, αρπάζανε το βιβλίο, το επετούσανε, και της κάνανε τες μεγαλύτερες φοβέρες, με βρισιές κάποτε και τες πλέον χονδροειδείς».

Σήμερα οι εγγονές της θείας Παναγιωτίτσας έχουν πολλά ζευγάρια παπούτσια, της θείας Βαρβάρας άφθονα τα γλυκίσματα στο σπίτι και της θείας Μητρούς σπουδάζουν με παρότρυνση των γονιών τους,... τα κορίτσια μας, τα κορίτσια όλου του κόσμου μαθαίνουν γράμματα χωρίς κανένας να τα εμποδίζει.

Γι΄ αυτό η Σουβαλιώτισσα γυναίκα, όπως όλες οι γυναίκες στον πολιτισμένο κόσμο, γιορτάζει και πρέπει να γιορτάζει καθημερινά και όχι επετειακά.

Ως γυναίκες γιορτάζουμε κάθε μέρα, κάθε που βλέπουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν και να ομορφαίνουν, αφού μόνο εμείς οι γυναίκες μπορούμε να κυοφορούμε και να τίκτουμε (όχι οι άντρες), όταν πληροφορούμαστε για  την επαγγελματική μας εξέλιξη, αφού μόνο εμείς μπορούμε να συνδυάζουμε αγαστά σπίτι, οικογένεια και καριέρα, μπορούμε να διαισθανόμασθε πράγματα για τον εαυτό μας και τους αγαπημένους μας εκεί που οι άντρες αδυνατούν, να χαιρόμαστε και να κλαίμε χωρίς να μας το απαγορεύουν (επειδή μόνο οι άντρες ακόμα και σήμερα δεν πρέπει να κλαίνε), γιορτάζουμε ως κόρες ή ως εγγονές της Σουβαλιώτισσας μάνας ή γιαγιάς που «ήταν πονηρό μελέτι» (Κούσουλας, σ. 119) γιατί και εμείς συνεχίζουμε την παράδοση!

Αναδημοσίευση (πρώτη δημοσίευση 11/10/2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου