Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΒΓΕΝΙΑ


Η Εφροσύνη Π. Βελλή (το γένος Αδρύμη) στο χωράφι

Ήταν θυμάμαι Ιούλιος του 1965. Εμείς τότε αμούστακα παιδαρέλια ούτε τηλεοράσεις, ούτε e mail και facebook είχαμε.

Η μοναδική διασκέδαση τους μήνες του καλοκαιριού ήταν να πάμε για μπάνιο στο ποτάμι. Το καταμεσήμερο λοιπόν δίναμε ραντεβού τσέτες-τσέτες για το που θα σμίγαμε. Σμίγαμε συνήθως στη «Δέση» στο «Πλατανάκι» μιας και η θάλασσα έπεφτε λίγο μακριά. Εκεί παραβγαίναμε στις βουτιές. Το ποτάμι τότε ήταν πεντακάθαρο, είχε αρκετό νερό και ο κόσμος έπινε απ΄αυτό, δεν είχε ακόμα μολυνθεί από τα Raundap και τα λιπάσματα.



Εκεί λοιπόν σε ένα κλωθογύρισμα που το νερό ήταν βαθύ ίσα με 3 μέτρα, για μας ήταν παράδεισος. Εκεί κάτω απ΄τα αιωνόβια πλατάνια ανάμεσα στις ιτιές και τα φροξυλάνθια μάθαμε το πρώτο μας μπάνιο.

Χτυπούσαμε δυνατά τα πόδια προσπαθώντας να σταθούμε στην επιφάνεια του νερού και ύστερα όλοι μαζί πηδούσαμε απ΄ τον όχτο ξεβράκωτοι χωρίς να νοιαστούμε για τίποτα. Ανεβαίναμε στα χοντρά κλωνάρια του πλατανιού που ήταν πλάι στο ποτάμι και πηδάγαμε από αρκετό ύψος στο Βούθουλα, σκάζοντας στο νερό με δύναμη. Είχαμε και κριτές τους μεγαλύτερους που μας βαθμολογούσαν και μας διάταζαν.

Θυμάμαι μια μέρα το βραβείο πήρε ο μακαρίτης ο Καραχαλόγιαννος γιατί έκανε κεφαλάτη βουτιά, όταν όμως βγήκε στην επιφάνεια του νερού ανάμεσα στα σκέλια του ήταν μια νεροφίδα και έβαλε τις σκούζες. Ορέ ξάδερφε και γω νόμσα ότ΄ήταν η μαλαπέρδα΄ ς φώναξε ο Κογιόνος . Ο Ντρίβας.

Σιγά –σιγά τ΄απόσκια έπεφταν και μεις ξεθεωμένοι και θεονήστικοι παίρναμε το δρόμο για το χωριό.

Οι γονείς μας έλειπαν και αυτοί απ΄το σπίτι γιατί θέριζαν, σκάλιζαν, αλώνιζαν ή θα λιοράβδιζαν τη φακή και τα ρεβίθια. Που ευκαιρούσαν να νοιαστούν οι κακόμοιροι για μας. Και αν καμιά φορά μας ζόριζαν να πάμε να τους βοηθήσουμε, εμείς βρίσκαμε πρόφαση το διάβασμα και ξεφεύγαμε. Βαρειά η καλογερική. Προσπαθούσαμε να πηγαίνουμε πάντα νωρίτερα απ΄αυτούς στο σπίτι τ΄απόγιομα και έτσι ήταν όλα καλά καμωμένα.

Στο δρόμο της επιστροφής  δεξιά και αριστερά οι Σουβαλιώτες είχανε σπείρει βαμπάκια στολισμένα με ζανιές και μαντζουράνες που σ΄ έπαιρνε η χαρά.

Στη «Λιαγκουρίτσα» σε ένα τέτοιο βαμπάκι σκάλιζε η Βγενιά και δίπλα στο δρόμο ήταν σταματημένο ένα αυτοκίνητο με δύο νεαρούς και μια κοπελιά που κρατούσε ένα μαρκούτσι στο χέρι και τη ρώταγε. (Ήταν την εποχή που έκαναν ανασκαφές στον Έρωχο, είχε βρεθεί ο αρχαίος ναός και είχαν έρθει δημοσιογράφοι στο χωριό.)

Η Βγενιά ακουμπισμένη στο τσαπί που σκάλιζε, με ανασκουμπωμένη τη μαντήλα, πλήμπα στον ιδρώτα, απαντούσε στην αρχή διστακτικά, αλλά σε λίγο πήρε κεφάλι και έπαιζε μονότερμα.

Μαρή τι να σ΄πω;

Τι να κ΄βεντιάσουμε; Τώρα μας θ΄μυθήκατ; Αει παιδάκι μ΄άσε μας στ΄σκασίλες μας.

Και τα ΄λεγε έτσι με στόμφο, νευριασμένη, ιδρωμένη, και με μια δόση ειρωνείας αλλά καλοπροαίρετα.

Σταματήσαμε και μεις τα παιδαρέλια δεκαοχτάρηδες τότε «Ζαροβέτ΄λα» κατά τη Βγενιά θαυμάζοντας το ντεκολτέ της γκόμενας που μοσκοβόλαγε άρωμα.

Και η Βγενιά χείμαρος.

Τι με ρωτάς μαθές πως πάει η σοδειά; Δε βλέπεις το βαμπάκ΄που είναι μ΄σόξερο; Δε γιατρεύετε με τίποτα, κατ΄αρρώστια το βοσκάει. Πάει χαθ΄ καμ΄. Άσε που ΄τοιμάζω και το γάμο τσ΄ κόρης μ΄. Έξοδα δραμούλες κούρασ΄.  Δ΄λειά είναι αυτή;

Δε λέω, όλες οι δ΄λειές είναι δύσκολες, αλλά αυτή η ριμάδα η γεωργότεχνη να είσαι όλη μέρα μεσ΄ στον ήλιο, στο κρύο φ΄σάει, βρέχ, δεν υποφέρετ΄ γυρίζουμι στο σπίτ΄ λυώμα. Πονάν΄τα κόκκαλα. Άμα δε βοηθήσ΄ τον άντρας δε βγαίν΄ς πέρα. Κάμποσες φορές δεν έχω όρεξ΄για τίποτα, άντε να πλίν΄ςτα ρούχα απ΄τ΄ς λ’ασπες, κι αυτή η κοκκινόγια δε βναίν΄με τίποτα. Έχω και το μαγείρεμα. Δε λέω υπαρχ΄νε μέρες που λιγοστεύ΄ η δλειά και ξεκουράζομαι. Άμα πάει καλά η σοδειά στο βαμπάκι φχαριστιέμαι δε ξερς πόσο. Αλλά εμείς βλέπ΄ ς δεν έχουμε μοναχά τον καιρό π΄τα χαλάει.

Τ΄ς περσότερες φορές τ΄ν τελευταία στιγμή οι έμπορ΄συνογιόνται και μας τα παίρ΄νε τζάμπα. Εγώ όμως τ΄αγόρασα πανάκριβα τα σιντόνια τ΄ς κόρης μ΄για το γάμο. Ασ΄τα παιδάκι΄μ μη ρωτάς είναι δύσκολα. Έτσι μερικές μου ΄ρχεται μια πιγκωμάρα.

Βλέπ΄ς τι ώρα είναι και γω είμ΄εδώ απ΄το ξ΄μέρωμα να σκαλίζω βλήτα και πικραλίδες. Κοντεύ΄να νυχτώσ΄.

Ξέρετε ανάσανε διστακτικά η δημοσιογράφος…

Αλλά η Βγενιά χείμαρρος την πρόλαβε. Αν ξέρω λέει!

Μ΄φαίνεται πως μι ζ΄λευς για το μαύρισμα που ΄χω κάνει. Κι τώρα π΄λες θα πάω σπίτ΄, άμα έχει φκιάσει  η πεθερά μ΄ φαΐ θα φάμε, αλλιώς θα φάμε μερεμέτια. Βλέπ΄ς και αυτή η φουκαριάρα ολ΄μέρα με τα μανάρια. Να τ΄αρμέξ΄ και να πήξ΄το γιαούρτ΄, να σαρώσ΄ , εψές τ΄ν πόναγε κι αυτή η μέση τ΄ς. ΄Υστερα άμα μ΄ μέν΄και καμμιά μέρα να ξαποστάσω, πρέπ΄να κόψω το μούστο, να φκιάσω σαπούνι, μ΄τζήθρες, τυρί, να πλύνω και να διατάξω τα παιδιά. Οτ΄ κάνει μια γ΄ναικα δηλαδή. Αλλά αυτά τα ζαλίμια δεν ακούνε. Δε μπορώ να τ΄ς δόσω αυτά π΄πήρα, δε καταλαβαίν΄νε φαίνεται.

Εμένα που με βλέπ΄ς το πρωί είμαι άντρας, το μισ΄μέρι νοικοκυρά, μάννα, και πρέπ΄να είμι γ΄ναίκα το βράδ΄. Για μένα αλλάζνε οι ρόλοι γρήγορα. Εγώ δε μπορώ να πάω στο χωραφ΄ αλλαμέν΄. Θέλω κι εγώ σαν άνθρωπος να ΄χω ένα καλό ρούχο, γιατί πως θα πάω τ΄ Κυριακή στην εκκλησιά;

Έχω και το γυιό μ΄πάει σκολειό και είν΄καλός μαθητής, μ΄παρήγγειλε ο δάσκαλος, ότι πρέπ΄να σπουδάσ΄, ξέρω κι εγώ η καψερή τι να κάνω; Καλά είν΄; Είμαι υποχρεωμένη να τον σπουδάσω, μπας κι΄αυτός ξεφύγ΄ απ΄τ΄ αυλάκια. Έχω και δυο κορίτσια. Αυτά θελ΄νε να φύγνε απ΄το χωριό. Βλέπ΄νε μένα κι τ΄ς καλωσύνες μ΄. Κι παραδειγματίζουντε. Θα μ΄πεις εσύ μετάνιωσες , που μεινες στο χωριό;

Δε ξέρω τι να σ΄πω γιατί δε ξέρω που θα η΄μνα. Μπορεί καλύτερα, μπορεί χειρότερα. Αλλά έχω ένα παράπονο. Εμείς δε θα ξαποστάσουμε ποτέ; Για μας μαρή δε περ΄σεύ κανένα βραβείο;

Αυτή η Ακαδημία π΄λενε όλα τα βραβεία τα διν΄ στ΄ν Ακρόπολη και σε μας τίποτα. Γιατί μαθές δε δίνει κι ένα βραβείο και σε μας που βγάζουμε το λάδ΄, το καλαμπόκι, το στάρ΄, το τυρί, τα μήλα, τα κεράσια, τ΄ς πατάτες και τ΄ς ταΐζουμε; Άμα σταματήσαμε εμείς από δω μαρή τι θα φάνε; τ΄ν Ακρόπολη;

Ξέρ΄ς ότι υπάρχ΄νε κορίτσια εδώ στο χωριό σαν το κρύο νερό, π΄αναγκάζονται να πάνε ν΄μαζευ΄νε βαμπάκια στα καμποχώρια μ΄ούλες τ΄ς συνέπειες; Πολλές απ΄αυτές παντρευτήκανε για να χορτάσ΄νε ψωμί κατ΄χλεμπονιάρ΄δες κ΄υποφέρανε. Γι΄αυτό σ΄λέω και γω δεν ξέρω που θα ήμ΄να.

Να με ΄βλεπες εμένα στα νιάτα μ΄ ήμ΄να γραμμένη, μη τηράς τώρα πως κατάντ΄σα. Όμως είμαι αυτή που είμαι, και δε χρειάζομαι κανέναν να γρψ΄για τ΄ζωή μ΄, ούτε να με γυρίς΄νε ταινία σαν τ΄ν Βουγιουκλάκ. Έγω τα μπούτια μ΄όξω δεν τα βγάζω. Είμαι αγρότ΄σα με Α κεφαλαίο, τίμια.

Γεννήθ΄κα , μεγάλωσα, παντρεύ ΄κα στο χωριό και στο χωριό θα πεθάνω.Έχω τρία παιδιά , δεν έμαθα γράμματα, μόνο λίγες τάξεις στο δημοτικό πήγα. Τι να τα ΄κανα τα γράμματα; Τα χωράφια θελ΄νε γράμματα; Το σκαλιστήρ΄, ο κασμάς κι το χαράκι; Εσύ ξέρ΄ς τι ΄ναι το χαράκι; Εσύ όμως ξέρ΄ς τι ΄ναι οι διακοπές. Εγώ δεν έχω πάει ποτέ. Ακ΄σα ότι υπάρχ΄νε κατ΄ξέρες μεσ΄ στ΄θάλασσα π΄τα λένε νησιά και δεν εχ΄νε ούτε ένα κλαράκι να ισκιώσ΄ το κεφάλι σ΄άνυδρα και μαζεύονται κόσμος γ΄ναικες και άντρες αντάμα και κάν΄νε μπάνιο ξεβράκωτ΄. Γι΄αυτό θα μας χάσ΄ο θεός.

Εσύ βλέπω φοράς καλό μπλουζάκι, θα είναι ακριβό, εμένα με ρωτάς άμα μπορώ να τα΄αγοράσω; Εγώ ξέρω να ζ΄μονω, να φτιάνω πίτες, να φουρνίζω, να μπαλώνω τα σκουτιά μας, να φ΄τευω ντομάτες, πιπέργια, κι κολοκ΄θιες και να φτιάνω πελτέ.

Εσύ ξερς;

Εσύ όμως ξέρ΄ς τ΄ς ηθοποιούς κι τ΄ς καλλιτέχνες. Αμ΄εγώ παιδάκι μ΄ καλλιτέχν΄ς δεν είμαι; Άμα ρθεις σπίτι μ΄ και δεις τ΄ς ορτανσίες, τ΄ς ντάλιες, τ΄ς γαρυφαλιές , τ΄ς μαντζουράνες, κι τα μανουσάκια που ΄χω, άμα φουρνίσω τ΄ν βιταλιά θα μοσκομυρίσ΄ η γειτονιά κι σ΄φκιάσω μι τα΄χεράκια μ΄ ντοματοσαλάτα μι ρίγαν΄ κι κρεμμύδ΄ απ΄ τον Αποδαύλακο, να σ΄φκιάσω ζαπλάρικο στο νταβά, τότε θα δεις ποιος είναι καλιτεχν΄ς.

Ακούς να σ΄πω τι έπαθα. Προψές ήρθε απ΄τ΄ν Αθήνα η Ανθή τ΄ Πευκοκλώναρ΄ που είχε πάει να δει το κορίτσι τ΄ς και καθ΄σε εκεί δέκα μέρες να τ΄βοηθήσει μέχρι να γεννήσ΄. Έρχεται π΄λες και μ΄λέει; Μαρή Βγενιά εμείς ζούμε σαν τα ζα πίσω απ΄ τον κόσμο. Μαρή οι γ΄ναικες σ΄την Αθήνα φοράνε μάσκες το βράδ΄ π΄ κ΄μουνται για ν΄αχνε καλή επιδερμίδα. Με διάταξε π΄λες η Ανθή και κόβω και γω το ξλάγγουρο σε ροδέλλες και απάν΄ που ΄πεσα για ύπνο έβαλα τ΄ς φέτες στα μαγ΄λα μ΄ και στα μάτια μ΄και κάθ΄σα ακούνητ΄. Έλα που η΄μνα αποσταμέν΄ κι αποκ΄μήθκα. Το πρωί που ξύπνησα ηύρα τ΄ς ροδέλλες στο μαξιλάρι μ΄. Μαρή τι έπαθα, πάει η μάσκα, τ΄ς μάζωξα κι τ΄ς πήγα στ΄ς κότες.

Σήμερα μάζωξα εφτά αυγά , το βράδ΄θα τα φκιάσω  τ΄γανητά με ντομάτα, έχω κι βιταλιά να γλύφ΄ς τα δάχτ΄λας. Ταχιά θα φκιάσω πουρδιάρες γιαχνιστές με καούρκο πιπέρ΄. Να  τρώει η μάννα κι τ΄παιδιού να μη δίν΄.

Θα πάρω και δυο ψαράκια απ΄το Μαντά για να πιώ δυο βουλές κρασί να ξαποστάσ΄ το κόκκαλο μ΄.

Να σας ρωτήσω κάτι… ξαναεπιχείρησε η κοπελιά.

Να μη ρωτήσ΄ τίποτα, θα στα πω εγώ ούλα με τα΄σειρά που τά ΄χω στο μυαλό μ΄. Μαρή εμείς μπορεί πολλά γεννήματα να μη βάζουμε στ΄αμπάρ΄, αλλά κρασί θα βάλουμε μπόλικο. Αυτό μας ξαποστένει το βλοϊμένο.

Αυτά κι άλλα έλεγε η Βγενιά και εμείς ακούγαμε και δε χορταίναμε.

Από τότε πέρασαν τόσα και άλλα τόσα χρόνια. Τα χωραφάκια με το στάρι, το βαμπάκι, και το κριθάρι που το θερίζαμε με το δρεπάνι έμειναν χέρσα. Τα αμπέλια ξεριζώθηκαν, οι χορευταριές άδειασαν, και τα κλαρίνα σώπασαν.

Πως έγινε; Ναι έτσι έγιναν. Ρήμαξαν όλα.

Που ΄σαι Βγενιά να δεις που όλοι δεν ξέρουν τι κάνουν αλλά έχουν άποψη.Οι πιο πολλοί τσακίζονται να μη χάσουν τη Χουρέμ, τα γυμνά, τις αθυροστομίες, τις παλαβομάρες.

Το Βασιλιά που πέθανε, τον ασπρόμαυρο το δικό μας που τις μαγείρεψε μια φορά μακαρόνια με κιμά και μας το λέει μια ζωή. Τον άλλονε που την παρακάλαγε να μείνει έγκυος γιατί ήτανε φερέγγυος. Όλα ΙΣΙΟΜΑ

Βρε τον Τσαούση που τραγούδαγε την «Ιτιά» της Παναγίας στην Αγόριανη και αντικούφαγαν τα φαράγγια και ΄λο το Μεγαλοκύρι τον ξέρετε;

Βρε τον Θανασάρα που τραγούδαγε τ΄ Αηλιός το «Σελήμπεη» κι αναστέναζε το Μηλιόρεμα τον ξέρετε;

Βρε το μακαρίτη το Τζιβαρομήτσο που ΄παιζε κλαρίνο το «Λιβανατέϊκο» και το «κοφτό στα τρία» με περίσσια χάρη τον ξέρετε;

Τις Ελληνίδες μανάδες – αγρότισσες που ξεροστάλιαζαν απ΄το πρωί ως το βράδυ στην αυλακιά και τον όργο τις ξέρετε;

Αυτές τις βασανισμένες γυναίκες που έζησαν στη μιζέρια, που βλαστήμησαν για την τύχη και τα βαμπάκια τους. Αυτές που τραγούδησαν τη μαύρη φτώχεια, την ορφάνια και το μισεμό τις ξέρετε;

Αν δεν τις ξέρετε πρέπει φίλοι μου να τις μάθετε! Για να ξέρετε που πάμε!

Και να ζητήσουμε όλοι ένα μεγάλο ΣΥΓΝΩΜΗ που δεν προλάβαμε να τις ξεκουράσουμε. Τυραγνισμένες αγαπημένες ψυχούλες μου!!!

Αφιερωμένο στο γυναικείο σύλλογο του χωριού μου
Με εκτίμηση 
Μήτσος Αδρύμης

 Από την εφημερίδα "ΑΓΟΡΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ"

Επ΄ ευκαιρία της ανάρτησης αυτής δημιουργούμε μια ξεχωριστή κατηγορία αναρτήσεων, αφιερωμένη στις γυναίκες της Σουβάλας με την ετικέτα "Σουβαλιώτισσα"



Σχόλια χρηστών του facebook
Asimina Stamatiou Πραγματικά,,,,,,, Ιστορικό πρόσωπο!!!!!!!!!!!! 
Barbara BeLentza Μπράβο καταπληκτικό κείμενο!!!!!
Vassiliki Kallimani Ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ σε όλες αυτές τις γυναίκες που έδιναν πραγματικό αγώνα επιβίωσης!!! Είναι η ιστορία του τόπου μας, η ιστορία της οικογένειάς μας...παράδειγμα για να σκεφτόμαστε και να πράττουμε...
χρηστος ζουμπουρλης ΜΠΡΑΒΟ ΣΥΝΤΡΟΦΕ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΟΥ .ΟΣΟ ΘΑ ΔΙΑΤΗΡΟΥΜΕ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΜΑΣ .ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΣΑΝ ΛΑΟΣ .ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ ΜΟΥ ΘΥΜΗΣΕΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ .ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΙΘΕΑΣ.






3 σχόλια:

  1. Το συγκεκριμένο κείμενο αποτυπώνει με πολύ ρεαλιστικό τρόπο, την ωμή πραγματικότητα που πολλοί είτε δε θέλουν να δουν είτε δεν καταλαβαίνουν είτε ακόμα και επιδιώκουν να αποκρύψουν. Το ζήτημα λοιπόν στο οποίο αναφέρεται δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ταξικό περιεχόμενο του γυναικείου ζητήματος. Τι εννοούμε μ' αυτό; Δεν μπορεί για παράδειγμα να είναι το ίδιο η γυναίκα που είναι εργάτρια ή αγρότισσα ή αυτοαπασχολούμενη, που μοχθεί καθημερινά για να τα φέρει βόλτα με την γυναίκα που ζει εκμεταλλευόμενη την δουλεία άλλων ανθρώπων και η οποία δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή της. Η εκμετάλλευση της γυναίκας δεν είναι ένα ζήτημα το οποίο έπαψε να ισχύει, καθώς ορισμένοι μας μιλάνε για τον αναβαθμισμένο ρόλο της γυναίκας σήμερα. Σε ποια αναβάθμιση αναφέρονται; Μήπως στο γεγονός ότι σήμερα η μητρότητα είναι απαγορευτικό για να πιάσει μια κοπέλα δουλεία και μπαίνει μέσα στους όρους η απαγόρευση της; Μήπως δεν είναι γνωστά μια σειρά επιδόματα, όπως τοκετού και μητρότητας που κόπηκαν; Αλήθεια που είναι η δωρεάν και δημόσια πρόληψη, η κάλυψη μιας σειράς ιατρικών εξετάσεων; Πόσες φορές επικαλούμενοι την ¨ισότητα¨ μεταξύ των δύο φύλλων οι εκάστοτε κυβερνήσεις προώθησαν μια σειρά μέτρα, όπως η εξίσωση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, προς τα πάνω εννοείται για τις γυναίκες και στην συνέχεια σε γενικευμένη αύξηση τους (γυναίκες και άντρες); Αλήθεια η γυναίκα σήμερα δεν επιφορτίζεται οικογενειακά βάρη τα οποία θα έπρεπε να εντάσσονται στις κοινωνικές παροχές από το ίδιο το κράτος, όπως π.χ. η φροντίδα των ηλικιωμένων κ.λ.π. Μακριά δε από εμάς οι λεγόμενες φεμινιστικές αντιλήψεις. Η εκμετάλλευση της γυναίκας θα επέλθει με την κατάργηση του συστήματος που τη γεννά, κοινός αυτού που ονομάζεται καπιταλισμός και στο οποίο ζούμε σήμερα. Στη νέα κοινωνία που θα έρθει, στην κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, τόσο η γυναίκα όσο και ο άντρας θα είναι κυρίαρχοι του πλούτου που παράγουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σημειώνουμε ότι, στην προτελευταία παράγραφο εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε ότι: Η κατάργηση της εκμετάλλευσης της γυναίκας θα επέλθει με την κατάργηση του συστήματος που την γεννά, ..............
    Επίσης ότι ο δαίμων του Η/Υ παραποίησε τη λέξη δουλειά με τη λέξη δουλεία, αλλάζοντας την σημειολογία της λέξης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΠΟΛΛΑ ΜΠΡΑΒΟ ΣΤΟΝ ΜΗΤΣΟ ΤΟΝ ΑΔΡΥΜΗ

    ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.ΜΕ ΓΥΡΙΣΕ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΙΣΩ.ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ,ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ,ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΙΩΝ ΜΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΖΩΗ.
    ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΜΗΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΣΟΥΒΑΛΙΩΤΙΣΣΕΣ.ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ.
    ΜΠΡΑΒΟ κ ΑΔΡΥΜΗ ΣΥΝΕΧΙΣΕ!!!!!!!!!!!!ΜΠΡΑΒΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΛΟΓΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή