Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1849. ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΛΗΣΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΩ ΣΟΥΒΑΛΑ.



Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΟΥ " ΜΑΥΡΟΥ ΛΗΣΤΑΡΧΟΥ" ΘΩΜΑ ΓΚΑΝΤΑΡΑ [ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΓΕΝΕΙΑ],ΕΧΟΝΤΑΣ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗ ΠΛΑΤΑΝΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΡΑΒΗΞΕ ΤΟ 1923 ΣΤΑ ΧΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΙΕΡΙΑΣ Ο ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΑΝΘΟΣ.
(Σχόλιο σε παλαιότερη ανάρτηση του ΓΙΑΝΝΗ ΑΘ. ΛΑΓΟΥ)

Η μαρτυρία της ζωής του Γεωργίου Λ. Αδαμόπουλου (1839-1909), που φυλάχτηκε από τους απογόνους του μέχρι σήμερα, σκιαγραφεί στις 22 σελίδες της, την ζωή στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

    " Εγεννήθην εις Άνω Σουβάλα το 1839, Ιανουαρίου 20. Με εξέθρεψε ο πατήρ μου 10 έτη. Εις το 1849, ήλθε η μεγάλη καταστροφή. Σεπτεμβρίου 13.
 
Ήλθαν 15 λησταί οπλισμένοι, ως είδος στρατιώτη, με σέμια βασιλικά, με στέμμα βασιλικόν, με φέσια, και ήτον 3 ώρες έως ότου νυκτώση. Λοιπόν, ήλθον οι λησταί με ντεσκερέδια, να κάμουν κονάκι, καθώς τα συνηθισμένα των στρατιωτών.
 (Λοιπόν) ο πατήρ μου ήτον τεχνίτης, έξω εις το προαύλιον της οικίας του, εργαζότανε, έδενε ένα βάρελον δια κρασί, μεγάλο.
    Ο πατήρ μου, αμέσως εννόησε ότι ήτον λησταί - με τον Αθανάσιον Νικολούλην, ήτον πλησίων η οικία του ως δέκα μέτρα - οι δε λησταί, αμέσως συνέλαβον τον Νικολούλην για να τον εμβάσουν μέσα εις την οικίαν του, δια να τον τιμωρίσουν, να του πάρουν τα χρήματα. 
    Ο πατήρ μου, αμέσως εμβήκεν μέσα εις την οικίαν του έλαβε το όπλον του και πυροβόλησε κατά των ληστών. Επλήγωσε ένα των ληστών, οι δε λησταί εφοβήθησαν και απόλυσαν τον Νικολούλην και έφυγε δρομαίως.
    Ένας ληστής, ονομαζόμενος Σταμελόγιαννος, από την Καστανιά, τον επήρε με το γιαταγάνι κυνηγόντα, δια να τον πιάσει και δεν εμπόρεσε αλλά του ετρύπησε το μπούτι. Τον επήγε έως 200 μέτρα και τον άφησε πλέον και αναχώρησε πάλιν εις τας οικίας που ήτον και οι άλλοι οι σύντροφοι του.
    Ο πατήρ μου ήτο κλεισμένος μέσα, εις την οικίαν του, και πολεμούσε με τους ληστάς, οι δε λησταί έβαλαν πυρ και εις τας δυο οικίας και έκαιγαν. Ο πατήρ μου ήτον απάνω εις το πάτωμα και το πυρ έκαιγε εις το κατώγιον.
    Ο παππούς μου ο Γεραδάμης ήτον έξω της οικίας και έβλεπε τον κίντυνον του παιδιού του. Ήτον ετών 95 και οι λησταί εκείνην την ώρα του είχαν τας χείρας του τρύπιες με το χάρπη, αλλά από τον τρόμο του, επήγε εις την άνω θύραν και εφόναξεν μεγαλοφώνως και λέγει: Παιδί μου Λουκά να με ακούσεις! Να βγεις έξω από τη φωτιά...Καλύτερα να σε φονεύσουν, παρά να καείς μέσα...
    Και αμέσως άνοιξε την θύραν ο Λουκάς και εβγήκεν έξω, κατέβηκε κάτω τις σκάλες. Αμέσως, έφτασε οργισμένος ο Σταμελόγιαννος και έριξε με το πιστόλι του εις το ζωνάρι και τον άφηκε νεκρόν εις τον πάτο εις τη σκάλα του.
    Το σπίτι εκαιγότανε και επέφτανε ξύλα κολλημένα με λαμπρόν. Έπεφταν εις το σώμα του πατρός μου, εκαιγότανε. Ο δε παππούς μου ο Γεραδάμης, επείγε μόνος του και τον έσυρε από τη σκάλα διότι εκαιγότανε το σώμα. Άλλος κανείς δεν ήτον. Μόνος του.
    Εκείνην την ώραν όπου ήτον οι λησταί, εκεί ήτον ο παππούς μου, ο Γεραδάμης. Η μάνα μου και η αδελφή μου η Σταθού – ήτον 8 ετών, ο αδελφός μου ο Ιωάννης, ήτον 6 μηνών, τον οποίον τον είχεν η αδελφή μου η Σταθού εις τας χείρας και εθρηνούσαν και έκλαιγαν και έβλεπαν τους ληστάς και εβαρούσαν την πόρτα, με το τσεκούρι, δια να την χαλάσουν.     Η αδελφή μου η Παγώνα δεν ήτον εκεί, ήτον έξω. Ήταν μεγαλύτερα απ' όλους ημάς, ετών 17. Εγώ δε, ο Γεώργιος, εκείνην την ώραν, είχαμε μιαν αίγα και την επήρα και επήγα παρακάτω, δια να την βοσκήσω, έως 200 μέτρα αλάργα από τας οικίας.
    (Λοιπόν) εκεί όπου βοσκούσα την αίγα, ήτον και δρόμος πλησίον. Βλέπω τους ληστάς και επήγαιναν με τάξιν - όχι τρέχοντας - κατά τας οικίας μας. Φοβήθηκα και δεν ήξευρα τι να κάμω. Εκεί όπου εστέκομαι, ήκουσα απάνω εις τα σπίτια 2 όπλα έπεσαν. Έτρεμα δε, ωσάν το ψάρι. 
    Βλέπω ένα γερο, Δημήτρη Διαμαντώνη, ο οποίος ερχότανε από πάνου, τρέχοντας. Εγώ τον είδα και αμέσως τον ερώτησα : Τι πέφτουν τα ντουφέκια, μπάρμπα Δημήτρη ; και μου απαντά: "Κλέφτες παιδί μου, φεύγα..". Εγώ δε, μόνο μου, έτρεξα από το πλευρό και επήγα εις μιαν οικίαν του Κώστα Χαλβατζή. Εκεί δε, ήτον και άλλες οικογένειες συνηγμένες. 
      Λοιπόν άμα έφτασα κλαίγοντας εκεί, αμέσως άνοιξαν και με έβαλαν μέσα. Εγώ δε, δεν με χωρούσε το σπίτι. Με έβγαλαν έξω και επήγα εις του Σταμάτη Αργύρη το σπίτι, από πάνου ήτον εν κτίριον χαλασμένο.
     Εκεί μέσα ήτον ένας θείος μου, Αδαμάκος, ο οποίος επολεμούσε κατά των ληστών. Όταν επήγα εκεί, ενόμισα ότι είναι ο πατέρας μου και αμέσως έκρινα : Πατέρα... Αυτός αμέσως γύρισε και μου λέγει. Δεν είμαι εγώ παιδί μου ο πατέρας σου ! Αλλά φύγε από δω και να πας απάνου εις τα Θανέϊκα σπίτια να κάθεσαι εκεί. Και αμέσως επήγα και ήμουν αγνάντια και ήβλεπα την καταστροφή της οικίας μας. Εκαγότανε και ελάμπανε τα βράχια. 
      Το βράδυ εκείνο μας εσύναξε ο κόσμος και μας έμασε και μας επήγανε εις τον θείον μου Αθανάσιον Αδάμην η Καραλέτον, αδερφόν του πατρός μου. Το πρωί, ήλθον συγγενείς και φίλοι. Έγινε η κηδεία χωρίς να υπάρχει από την οικίαν μας τίποτα. Έγινε συνεισφορά από τον κόσμο και έγινε η κηδεία".


                                                                               Απόσπασμα από το βιβλίο:
                                            
                                                  ΥΔΡΟΚΙΝΗΤΕΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ.
                                                                                     ΑΝΤΩΝΙΟΣ Λ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΠΚΗΡΥΞΗ ΛΗΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ ΟΘΩΝΑ ΤΟ 1856 (από http://rakopolio.blogspot.gr/2014/07/1271856.html)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου