Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Η επεξεργασία του μαλλιού. ΤΟ ΓΝΕΣΙΜΟ*

Η Χρυσούλα Θάνου (γέρο - Ξούλα) στο γνέσιμο της ρόκας

Το γνέσιμο γινόταν με τρία κλωστικά εργαλεία: Τη ρόκα, το αδράχτι και το σφοντύλι.

Η ρόκα. Ήταν ένα απλό εργαλείο με το οποίο οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν το νήμα για το ρουχισμό του σπιτιού, που δεν άλλαξε στη μορφή του και δεν εγκαταλείφθηκε για χιλιετίες, παρά μόνο πριν από πενήντα χρόνια.



Πάνω στη ρόκα στερέωναν τις τουλούπες για να τις γνέσουν.

Μια ξύλινη διχάλα με συνολικό μήκος γύρω στους ογδόντα πόντους ήταν στην απλούστερη μορφή της η ρόκα. Οι μερακλήδες όμως έφτιαχναν περίτεχνες ρόκες από ελατάκια, λυγιές και άλλα ξύλα, που γύριζαν εύκολα. Διάλεγαν λοιπόν το ξύλο, ίσαμε δυο-τρία δάχτυλα χοντρό και το έκοβαν σε ένα σταυρό. Τα πραχάλια, τα κλωνάρια δηλαδή που εκφύονταν από το σταυρό, τα γύριζαν με προσοχή σε σχήμα κύκλου και με διάμετρο γύρω στους τριάντα πόντους για να μπαίνει εκεί η «τουλούπα», το ξασμένο μαλλί με άλλα λόγια.

Οι ροκάδες, δηλαδή αυτοί που έφτιαχναν ρόκες, αλλά και μαγκούρες για τους γέρους και ζέβλες και κρικέλια για τα αλέτρια, τα ξύλα τα ζέσταιναν στη φωτιά για να μαλακώσουν. Στη συνέχεια τα γύριζαν προσεκτικά και με υπομονή και τα έδεναν εκεί που έπρεπε με σύρμα για να «κάτσουν». Για κάμποσες μέρες τα ξύλα αυτά, όπως τα είχαν γυρίσει, τα άφηναν δεμένα για να μη φύγουν από τα σκαριά τους και τα σουλούπια τους. Μετά τα έλυναν και τα γυρίσματα έμεναν στη θέση τους. Επάνω στο στέλεχος έφτιαχναν διάφορα σκαλίσματα - κεντίδια. Χάραζαν το όνομά τους, ολόκληρο ή τα αρχικά, τη χρονολογία κ.ά..

Είναι επίσης γνωστό και το δημοτικό τραγούδι που μιλάει για τη ρόκα.

«Πάρε Μαριώ μ` τη ρόκα σου,
Ωχ, κι έλα τη φράχτη-φράχτη
Βάσανα πω` χει η αγάπη!
Πάρε, Μαριώ μ` τη ρόκα σου
Ωχ, κι εγώ τον ταμπουρά μου
Βάσανα πω `χει η καρδιά μου.»



Η Μελπομένη Κιουρτζή στο γνέσιμο της ρόκας και ο μικρός Δημήτρης



Το αδράχτι, ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και έμοιαζε με λαμπάδα. Στο επάνω άκρο είχε ένα λεπτό άγκιστρο, για να αγκιστρώνεται το νήμα και στο κάτω μέρος προσαρμοζόταν το σφοντύλι.

Το σφοντύλι
ήταν ένα στρογγυλό και πλακουδερό ξύλο με διάμετρο γύρω στους έξι πόντους,που με το βάρος του έδινε τη δυνατότητα στο αδράχτι να γυρίζει γρήγορα και να στρίβει το μαλλί.


Το γνέσιμο.
Κύριο στάδιο της υφαντικής προεργασίας, είναι το γνέσιμο.
Το γνέσιμο του μαλλιού ή του λιναριού, ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία και η εργασία αυτή απαιτούσε πολύ υπομονή, προκειμένου να παραχθεί λεπτό νήμα.
Έτσι οι γυναίκες έπρεπε να κλέβουν χρόνο για το γνέσιμο, από άλλες εργασίες, ιδιαίτερα αν αυτές ήταν στην ύπαιθρο. Αναγκαστικά, το γνέσιμο έπρεπε να συνδυάζεται με άλλες οικιακές ή αγροτικές δραστηριότητες. Μπορούσαν να γνέθουν όρθιες ή καθιστές ακόμη και περπατώντας. Η ρόκα δεν τις καθήλωνε στην ίδια θέση, όπως τις καθήλωνε ο αργαλειός. Έπαιρναν τη ρόκα τους και γύριζαν από πόρτα σε πόρτα, από γειτονιά σε γειτονιά και από ρούγα σε ρούγα. Έκαναν τη βόλτα τους, μάθαιναν τα νέα του χωριού και παράλληλα γινόταν και η δουλειά τους.

Οι γνέστρες στερέωναν τη ρόκα στη ζώνη της φουστάνας τους ή κάτω από τη μασχάλη τους. Από το λαναρισμένο μαλλί έπαιρναν μια ποσότητα, την τουλούπα και την περνούσαν στη ρόκα, (ηλακάτη). Με το αριστερό χέρι τραβούσαν απαλά λίγο μαλλί από το κάτω μέρος της τουλούπας, που ήταν στερεωμένη στη ρόκα, το έστρωναν με τα δάχτυλά τους και το έστριβαν, μετά πάλι το έστριβαν με τον αντίχειρα και το δείκτη του δεξιού χεριού κι έδεναν την αρχή του νήματος στο αδράχτι. Στη συνέχεια, γύριζαν δυνατά το αδράχτι όπως γυρίζουμε τη σβούρα και έτσι λίγο- λίγο το μαλλί περιστρέφονταν και γίνονταν κλωστή. Η περιστροφή του αδραχτιού επιτυγχάνονταν με τη βοήθεια του σφοντυλιού, ανάποδος κώνος με τρύπα στη μέση για να μπαίνει το αδράχτι.

Αν το νήμα το ήθελαν χονδρό, έπιαναν περισσότερο μαλλί. Αν το ήθελαν λεπτό, έπιαναν λιγότερο.
Η άριστη και έμπειρη κλώστρια, είχε τη δυνατότητα να παράγει λεπτοκαμωμένη,
καλοστριμμένη και ομοιόμορφη κλωστή.

Οι γνέστρες συνέχιζαν να τραβούν πάλι μαλλί από τη ρόκα, ξαναέστριβαν, τύλιγαν κι έτσι συνεχιζόταν το γνέσιμο. Όταν γέμιζε το αδράχτι έπρεπε να βγάλουν την κλωστή για να μπορέσουν να γνέσουν κι άλλο.

Η Γιωργού Καλλιμάνη στο γνέσιμο της ρόκας

 Γι’ αυτό είχαν το τυλιγάδι. Το "τυλιγάδι", ήταν ένα ξύλο μακρύ, μια πήχη περίπου, πού είχε διχάλες στις δυο του άκρες. Αν δεν είχαν τυλιγάδι μπορούσαν να το κάνουν και με τα χέρια τους χρησιμοποιώντας τη διχάλα που σχηματίζει ο αντίχειρας και ο δείκτης με τον αγκώνα. Έτσι η κλωστή γινόταν μια κουλούρα.


*Αναδημοσίευση με φωτογραφικό υλικό από το αρχείο του ΛΙΣ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου