Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ΣΕΝΤΟΥΚΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΥΘΟΣ

1.ΙΣΤΟΡΙΑ.
Δεξιά της πηγής του Φωκικού Κηφισσού και σε απόσταση περίπου 1 χλμ.απ’ αυτή, στη ρίζα του λόφου, έχει αποκαλυφθεί άγνωστο πότε λαξευτός κιβωτιόσχημος αρχαίος τάφος. Πρόκειται για ατομικό ανθρώπινο μνήμα, μήκους 1,80μ.,πλάτους 0,90μ, και βάθους 0,70μ.Βρίσκεται έξω από τον περιτειχισμένο περίβολο της κάτω πόλης της αρχαίας Λιλαίας και σε μικρή απόσταση από την ανατολική πλευρά των τειχών της, παραπλεύρως της κοίτης του χείμαρρου «Αγοργιανίτη»

Στο σημείο αυτό, που  καταλήγει μια από τις Βόρειες  υπώρειες του Παρνασσού, υπήρχε αρχαίο, αλλά και νεώτερο, λατομείο πέτρας.



Αρχαίο αλλά και νεότερο λατομείο πέτρας παραπλεύρως Σεντούκας. Στην κορυφή του διακρίνονται ίχνη από τις παραμίνες εξόρυξης ογκολίθων.

Στο λατομείο αυτό παρατηρείται η εξής ιδιομορφία: Ό,τι απ’ το μέρος του «βλέπει» Βορειοδυτικά, παρήγαγε τεφρόχρωμους ασβεστολιθικούς ογκολίθους, απ’ τους οποίους αποδεδειγμένα έχουν κατασκευασθεί οι κίονες της εκκλησίας της Παλαιοπαναγιάς στις Πηγές, μέρος της τειχοποιίας της, αλλά και πλήθος άλλων λίθινων κατασκευών της αρχαίας Λιλαίας. (βλ.Χαρικλείας Μπάρλα , «Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΣΟΥΒΑΛΑΣ»).
Ότι «βλέπει» Βορειοανατολικά, παρήγαγε, κατά το ήμισυ ανοιχτοτέφρους ασβεστολιθικούς λίθους και κατά το λοιπό ήμισυ ερυθρόχρωμους λίθους αλλά και λιθόπλακες επιστρώσεως δαπέδων ή άλλων παρεμφερών χρήσεων. Το τμήμα αυτό του λατομείου εξόρυξης κόκκινης πέτρας λειτούργησε μέχρι τις μέρες μας με τελευταίους εκμεταλλευτές τους Σουβαλιώτες λιθοξόους Κώστα Κούσουλα και Σπύρο Παπαδήμα.(περ.1970).

Πέτρινη καλύβα διαμονής Σουβαλιωτών λιθοξόων επί του λατομείου πλησίον Σεντούκας.

Το εν λόγω μνημείο ευρίσκεται στο Βορειοανατολικό μέρος του λατομείου, λαξευμένο περίτεχνα, σε ογκώδη σταχτόχρωμο «ριζιμιό» βράχο, 2-3 μέτρα υπεράνω του επιπέδου των χωραφιών που απλώνονται μπροστά του. (αγροκτήματα Λούβρου).
Φέρει καθ’όλο το μήκος της άνω περιμέτρου του, λαξευτό χείλος στήριξης λίθινου σκεπάσματος, μη διασωθέντος. Η ταφική αυτή μέθοδος είναι μέχρι σήμερα μοναδική στην εδαφική επικράτεια της αρχαίας Λιλαίας αλλά και των όμορων σ’ αυτή αρχαίων πόλεων. Στην ευρύτερη περιοχή απαντάται σε ελάχιστο αριθμό, στις πόλεις της Δωρικής Τετράπολης Ερινεός και Πίνδος (περιοχή Καστελλίων), με τις εξής διαφορές: Στον μεν Ερινεό πρόκειται για λίθινη λάρνακα κατασκευασμένη αλλού και θαμμένη εκεί σε τεχνητό γήλοφο. (εγχώρια τοπονομασία «κουρήτα»), στην δε Πίνδο πρόκειται για λαξευμένο σε ασβεστολιθικό βράχο, σπηλαιώδους μορφής ομαδικό τάφο 3 ατόμων. (εγχώρια τοπονομασία «τρούπη»). Η συνήθης κλασσική μέθοδος ταφής, τόσο στην Λίλαια, όσο και στον Έρωχο, ήταν η κατασκευή τάφων τύπου «καλυβίτη». Δηλαδή εκσκαφή στο χώμα σε μεγάλο βάθος. Κατασκευή κιβωτιόσχημου μνημείου με πλάκες ψημένου πηλού. Τοποθέτηση δίρριχτης
κεραμοσκεπής, εν είδη μικρής καλύβας. Εξ ής και η ονομασία. Κάλυψη με χώμα του διανοιχθέντος ορύγματος. (Τέτοιοι τάφοι αποκαλύφτηκαν τυχαία κατά την διάνοιξη δρόμου προς τα Μαντάμια το 1955,κατασκευή βόθρου ουρητηρίων Δημοτικού Σχολείου 1970 κ.λ.π.)

Χρονολόγηση: Δεν υπάρχει επιστημονική έρευνα και ως εκ τούτου, επίσημη χρονολόγηση κατασκευής ή αποκάλυψης του μνημείου. Η μοναδική χρονική τοποθέτηση κατασκευής του, από επιστημονικά χείλη, έχει γίνει σε δημοσίευμα, του εκ μητρός Αγοργιανίτη αρχαιολόγου, Φώτη Ντάσιου, σε τοπική εφημερίδα. Η κατασκευή του πρέπει να ανάγεται στους δύο τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής περιόδου.(2ος-3ος μετά Χριστόν). Εκτίμηση του γράφοντος είναι ότι, ο τάφος ανήκε σε έναν εκ των εκμεταλλευτών του λατομείου, ο οποίος θέλησε να ταφεί επί τόπου και είχε πιθανόν καταγωγή εκτός Λιλαίας.

 Ονοματολογία: Στην ντόπια προφορική παράδοση το μνημείο, αλλά και η πέριξ περιοχή ονομάζεται «ΣΕΝΤΟΥΚΑ».Ο όρος παραπέμπει στην Τουρκική λέξη sedouk που σημαίνει μπαούλο και έχει εξελληνισθεί σε σεντούκι.
Προέρχεται από το ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο σχήμα που έχει ο τάφος, πανομοιότυπο, κατά το μέγεθος και τη μορφή, που έχει και το κιβώτιο μεταφοράς ή φύλαξης χρησίμων αντικειμένων. (οικοσκευής, προίκας, πολύτιμων αντικειμένων κ.ο.κ.). Η μετατροπή του όρου από ουδέτερο σε
θηλυκό προσδίδει στο αντικείμενο μεγαλύτερο μέγεθος και χωρητικότητα από το συνηθισμένο. (π.χ. κασόνι-κασόνα, κουτί-κούτα κ.λ.π.) Ίδια ονομασία σε όμοια κιβωτιόσχημα λαξευτά ταφικά μνημεία, απαντάται και αλλού στην Ελλάδα, όπως στους τρεις τάφους πάνω από τη μονή Αγ. Ευσταθίου στο όρος Καρυές της Σκοπέλου. Θέση «ΣΕΝΤΟΥΚΙΑ».
Άλλη χρήση του χώρου, πλην της ταφικής, δεν έχει εξακριβωθεί ιστορικά  προς το παρόν.


2. ΜΥΘΟΣ.

Η μοναδικότητα του είδους του μνημείου, ως ταφικό στην περιοχή, η αδυναμία εξήγησης της χρήσης του, η ερημική του χωροθέτηση, και οι άγνωστες συνθήκες αποκάλυψής του,, «εξιτάρησαν» τη φαντασία του εγχώριου πληθυσμού ανά τους αιώνες και θέριεψαν σ’ αυτή πλήθος μύθων και θρύλων, στο τι ήταν τελικά και σε τι χρησίμευε η «ΣΕΝΤΟΥΚΑ». Όλοι πάντως οι μύθοι συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα. Ότι η ΣΕΝΤΟΥΚΑ ήταν θησαυροφυλάκιο! Τρεις απ’ τους μύθους αυτούς διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας από την ντόπια προφορική παράδοση και είναι οι εξής:

Μύθος 1ος. Στα παλιά τα χρόνια, τρεις αντρειωμένοι άντρες ξεκίνησαν να πάνε να σηκώσουν το θησαυρό της Αλεγούσας. Ο ένας απ’ αυτούς είχε ονειρευτεί ότι, στο συγκεκριμένο βράχο σε σκαλισμένη σ’ αυτόν σεντούκα, σκεπασμένη και σφραγισμένη με μεγάλο ασήκωτο καπάκι, είναι κρυμμένος μεγάλος θησαυρός. Στο ίδιο όνειρο είδε ότι, το λιθαρένιο καπάκι δεν μετακινείται και η σεντούκα δεν ανοίγει, αν πρώτα ο «ονειροπαρμένος» δεν θυσιάσει πάνω σ’ αυτό ένα ζωντανό που θα έχει όμως έξι(!) ποδάρια. Πήγαν οι τρεις αντρειωμένοι στο σημείο, ξεσκάλισαν το χώμα, βρήκαν τη σεντούκα, αλλά τους ήταν αδύνατον να βρουν ζωντανό με έξι ποδάρια ώστε να το θυσιάσουν και να ανοίξει το καπάκι. Στην αμηχανία τους ο ένας απ’ τους τρεις έξυσε το κεφάλι του μπας και του κατέβει καμιά ιδέα. Τότε μια ψείρα απ’ τα μαλλιά του έπεσε στο καπάκι, την οποία ασυναίσθητα έλιωσε πάνω σ’ αυτό. Αμέσως και ξαφνικά το καπάκι θρυμματίστηκε και η σεντούκα άνοιξε. Ήταν πλήρης χρυσών γροσίων, μπροστά στους εμβρόντητους χρυσοθήρες. Πήραν το θησαυρό κι έφυγαν. Από τότε η σεντούκα είναι άδεια και χωρίς σκέπαστρο. (Σ.Σ. Η ψείρα είναι έντομο με έξι πόδια).


Μύθος 2ος. Πριν πολλά-πολλά χρόνια, ομάδα από ξένους καβαλλαραίους, ήρθε χαράματα στην περιοχή και με χάρτη στα χέρια, άρχισε να σκάβει στη σεντούκα και να σηκώνει τον εντός αυτής θησαυρό. Η πράξη τους έγινε αντιληπτή από έναν παρευρισκόμενο τσοπάνη, που μαζί με τον αδελφό του είχαν στρούγκα εκεί δίπλα. Οι χρυσοθήρες για να εξασφαλίσουν τη σιωπή του αυτόπτη μάρτυρα, του έγνεψαν να πάρει ένα καρδάρι και να πλησιάσει ώστε να του το γεμίσουν και να σιωπήσει. Πράγματι έτσι και έγινε. Ο τσοπάνης απ’ τη χαρά του και πριν οι χρυσοθήρες φύγουν, κρέμασε το γιομάτο γρόσια καρδάρι στον κρεμανταλά έξω απ’ τη στρούγκα και τρεχάτος ανέβηκε προς το βουνό, να βρει τον αδελφό του να του αναγγείλει το χαρούμενο νέο. Ο αδελφός μόλις άκουσε το μαντάτο σκεφτικός και στεναχωρημένος έβρισε φασκελώνοντας τον αγγελιοφόρο, αποκαλώντας
τον βλάκα. Υπονοώντας ότι όταν κατέβουν στη στρούγκα το καρδάρι θα έχει κάνει φτερά από τους επίδοξους δωρητές. Ώπερ και εγένετο.


Μύθος 3ος . Στις αρχές του 20ου αιώνα, δυο πλούσια αδέρφια από την Αθήνα, ήρθαν μεσάνυχτα στη σεντούκα, σέρνοντας 12 μουλάρια πεταλωμένα ανάποδα. Στα δυο επέβαιναν οι ίδιοι. Στα άλλα 4 επέβαιναν εργάτες και στα υπόλοιπα έξι ήταν φορτωμένα σκαφτικά εργαλεία και άδεια σιδερένια μπιτόνια. Χωρίς χρονοτριβή σήκωσαν το θησαυρό της σεντούκας, τον φόρτωσαν και ανενόχλητοι αποχώρησαν. Με το θησαυρό αυτό μετά από χρόνια ναυπήγησαν πολεμικό θωρηκτό πλοίο και το δώρησαν στο πολεμικό ναυτικό, κινούμενοι σαν από κάποιο ιερό τάμα.
                                                                  

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ
ΥΠ/ΓΟΣ  ΕΛΑΣ    ε.α
Ιστορικός ερευνητής


αναδημοσίευση (πρώτη δημοσίευση 7/4/2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου