Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Μια συγκλονιστική ιστορία του πολέμου της Μικρασίας με χρώμα Σουβαλιώτικο*



ΜΠΑΡΜΠΑ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΑΝΟΣ (ΚΑΡΑΠΑΣ)

Από τη Μικρασία

          Το τρένο από ώρες φόρτωνε υλικό και στρατιώτες, σε κείνο το σταθμό της Μικρασίας. Κάποια στιγμή το σφύριγμα του έσχισε τον αέρα, ξεσχίζοντας και τα σωθικά των στρατιωτών μας. Ήταν το τελευταίο τρένο που βρισκόταν  σ’ ελεύθερα ακόμα, για λίγε ώρες Ιωνικά χώματα.
            Είχε τελειώσει η επιβίβαση και από στιγμή σε στιγμή θα αναχωρούσε. Ο αντίλαλος που ακούστηκε από τα γύρω βουνά, τους έκανε όλους να μουδιάσουν. Ούτε αντίλαλος δεν μπορούσε να κρατηθεί πλέον στα ποτισμένα με αίμα   μικρασιάτικα υψίπεδα.
            Ο Ελληνικός στρατός αφού έφτασε στα πρόθυρα του θαύματος της Μεγάλης Ιδέας, κατέρρευσε συμπαρασύροντας στο γκρέμισμά του και το όνειρο. Το όνειρο της απελευθέρωσης της Ιωνίας και της Κωνσταντινούπολης. Η μηχανή, ξεφυσώντας από τον αγώνα και την αγωνία των μηχανοδηγών, ξεκόλλησε από τις ράγες και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Ενός γυρισμού πιγκωμένου από τη βουβαμάρα και το πάγωμα του θανάτου.
            Τα κανόνια του Κεμάλ, που οι «σύμμαχοι» μας του είχαν χαρίσει, ακούγονταν όλο και πιο κοντά. Τα βαγόνια ήταν παστωμένα από προδομένους, αλλά όχι νικημένους, Έλληνες στρατιώτες. Η πίκρα και το παράπονο ξεχείλιζε από τα δακρυσμένα μάτια τους. Η ανημποριά ν’ αντιδράσουν στην επαίσχυντη φυγή που τους είχαν επιβάλει, τους έκανε να κλαίνε σαν μικρά παιδιά. Έτσι το θέλησαν οι «μεγάλοι σύμμαχοι» και τα ολέθρια σφάλματα των πολιτικών μας. Να φεύγουμε ταπεινωμένοι μπροστά σ’ αυτούς που πριν λίγους μήνες δεν ήξεραν πού να κρυφτούν από την ελληνική λόγχη. Και ήταν οι πιο τυχεροί αυτοί, γιατί άλλοι συνάδελφοι τους υποστήριζαν με τα πυρά τους τη δική τους οπισθοχώρηση. Στο τελευταίο βαγόνι ήσαν οι άντρες και το υλικό του Μηχανικού που θα κατέστρεφαν γέφυρες και οδικούς κόμβους, για να μη χρησιμοποιηθούν από τα Κεμαλικά στρατεύματα.
            Το τραίνο είχε πια αρκετά απομακρυνθεί. Οι βασανισμένοι και πεινασμένοι στρατιώτες είχαν γαληνέψει κάπως και προσπαθούσαν να ξεγελάσουν την πείνα τους με τρίμμα γαλέττας, που είχε απομείνει στο σακκίδιο. Σ’ ένα απ’ αυτά τα βαγόνια, ίπποι 4, άνδρες 48, βρέθηκε κι ένας Σουβαλιώτης στρατιώτης. Ο Γιάννης ο Θάνος του Κώστα. Ο γνωστός στους μεγαλύτερους Σουβαλιώτες, γιατί δεν ζει πια, σαν Αστραπόγιαννος, Ματσόγιαννος, Καράπας κλπ. Ένας ιδιόρρυθμός  Σουβαλιώτης. Καλοκάγαθος όμως και φιλήσυχος άνθρωπος που δεν πείραζε ούτε κουνούπι, που λέμε. Κοίταζε τη δουλεία του την ημέρα, αλλά το βραδάκι στην ταβέρνα μεταμορφωνόταν. Με δύο ποτηράκια (αμφιβάλλω αν είχε μεθύσει ποτέ) γινόταν άλλος άνθρωπος. Θηρίο ανήμερο. Να φοβερίζει τους πάντες και τα πάντα. Αλίμονο σ’ όποιον δεν τον ήξερε. Το φοβερό τρίξιμο των δοντιών του ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση, έκανε τον ανίδεο από την τρομάρα του. Εκείνα τα θυμωμένα, θεατρινίστικα «είμαι της αστραπής ο γιος», «πίσω και σας έφαγα», «μη μ’ ακουμπάει κανένας, θα ρίξω χειροβομβίδα», «είμαι 12ετής» - υπονοώντας ότι έκανε στο στρατό δώδεκα χρόνια – έκανε τους παριστάμενους να γελούν με συγκατάβαση, γιατί ήξεραν ότι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν από τον μπάρμπα – Γιάννη. Απλά συνέβαλαν κι αυτοί στη γενική ιλαρότητα, κερνώντας τον κάνα  ποτήρι.
Σ’ ένα από τα βαγόνια ήταν στιβαγμένος και ο μπάρμπα-Γιάννης. Οι ταλαίπωροι στρατιώτες μας προσπαθούσαν ν’ αναπαυθούν όσο ήταν μπορετό. Να κλείσουν λίγο τα βλέφαρά τους, πούχαν μερόνυχτα να κοιμηθούν. Προσπαθούσαν να συνθέσουν ένα ανθρώπινο παζλ, να βρουν μια καλύτερη στάση, να ξεμουδιάσουν τα πονεμένα τους κόκαλα. Όπως κάθονταν ο ένας πάνω στον άλλο, λέει το μπάρμπα- Γιάννης σ’ έναν διπλανό του.
- Γύρνα ρε συνάδελφε ν’ ακουμπήσουμε ο ένας στην πλάτη του άλλου, να ξεκουραστούμε λιγάκι.
            Αφού, βολεύτηκαν κάπως, άρχισαν την κουβέντα γύρω από την τραγική κατάσταση που βρίσκονταν και αν θα κατέφερναν να φτάσουν ποτέ στην πατρίδα.
- Πως τα καταφέραμε, ρε συνάδελφε, λέει ο μπάρμπα – Γιάννης, και φτάσαμε στο σημείο να φεύγουμε σαν κυνηγημένοι λαγοί, μπροστά στους Τουρκαλάδες. Από το ’12 πολεμάω και δεν κάναμε ούτε ένα βήμα προς τα πίσω. Αυτό που έγινε τώρα δεν μπορώ να το χωνέψω με τίποτα.
- Ας όψεται η Αγγλία, λέει ο άλλος, που με το πρόσχημα ότι θ’ ανακτήσουμε τη Σμύρνη και τις ελληνικές περιοχές, μας έστειλε στην παγίδα που μας  είχε στήσει. Έτσι ύπουλα και με σατανικό σχέδιο κατάφερε ν’ ανακόψει την προέλασή μας και να στραγγαλίσει την αναγεννώμενη Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Και τα χειρότερα θα τα δούμε σε λίγο. Όταν οι Τσέτες θα πέσουν πάνω στον άμαχο πληθυσμό. Δε θα μείνει ούτε ένας Έλληνας σ’ όλη τη Μικρασία.
- Έχεις δίκιο συνάδελφε, λέει κάποιος τρίτος που άκουγε τη συζήτηση, αλλά δεν είναι μόνο η Αγγλία που μας πούλησε. Είναι και οι άλλοι «σύμμαχοι». Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί. Οι μεν Γάλλοι, αν θυμάστε, υπόγραψαν συμφωνία με τον Κεμάλ, πέρσι το Σεπτέμβρη, με την οποία τερματίστηκε ο μεταξύ τους πόλεμος στην Κιλικία. Και το χειρότερο ήταν ότι έδωσαν στους Κεμαλικούς, χωρίς να είναι στη συμφωνία, μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού και το οποίο χρησιμοποιείται εναντίον μας τώρα. Αλλά και η Ιταλία, που ήθελε να βάλει πόδι στα Δωδεκάνησα και σε περιοχές της Ιωνίας , με περσινή συμφωνία με τον Κεμάλ, αναλάβαινε να βοηθήσει οικονομικά την Τουρκία και να την υποστηρίξει για την επιστροφή της Θράκης και της Σμύρνης σ’ αυτήν. Ένας άλλος όρος της συμφωνίας ήταν να δώσουν οι Ιταλοί στους Τούρκους οκτώ πυροβολαρχίες με τα πυρομαχικά τους καθώς και άλλον ελαφρύ οπλισμό. Να γιατί φτάσαμε να φεύγουμε σα λαγοί, που λέει ο φίλος μου ο Γιάννης.. Οι «σύμμαχοι» έπαιξαν καλά το παιχνίδι τους.
- Αχ, μωρέ παιδιά! Βαριαστενάζει ο μπάρμπα – Γιάννης, αυτά με κάνουν και φοβάμαι ότι οι Τούρκοι θα φτάσουν μέχρι τα σταλάματα του σπιτιού μου.
- Από πού είσαι ρε φίλε; τον ρωτάει ο ακουμπισμένος στην πλάτη του.
Ο μπάρμπα – Γιάννης, όπως τα μολογάει η κόρη του η Παναγιού, φοβήθηκε να συνεχίσει και για να σταματήσει την κουβέντα του λέει:
- Τι να σου πω συνάδελφε, είμαι από πολύ μακριά. Που να τα ξέρεις εσύ εκείνα τα τοπία.
- Δηλαδή τόσο μικρό είναι το χωριό σου; Ούτε ο χάρτης  δεν το έχει; Ξαναρώτησε φιλικά ο άλλος.
- Όχι ρε παιδί, αλλά να.. λέει κομπιάζοντας, να.. από το Χάνι της Γραβιάς είμαι, από κει κοντά δηλαδή. Εκεί που πολέμησε ο Ανδρούτσος, λέει ο μπάρμπα- Γιάννης, μη θέλοντας να δώσει το όνομα του χωριού του.
- Από ποιό χωριό; επιμένει ο άλλος και λάμψανε τα μάτια του, γιατί στην απάντηση του συναδέλφου βρήκε κάποιον πατριώτη. Από κει κοντά ήταν κι αυτός.
- Από τη Σουβάλα της Παρνασσίδας, απάντησε αποκαμωμένος ο μπάρμπα- Γιάννης.
- Και πως λέγεσαι; Ποιανού είσαι; Ρωτάει και ξαναρωτάει με λαχτάρα. Φίλε, όπως μου φαίνεται, θα βγούμε και συγγενείς εκτός από πατριώτες, λέγε που να σε πάρει ο διάολος και μ’ έσκασες.
- Λέγομαι Θάνος Γιάννης και είμαι του Κώστα του Θάνου.
            Δεν απόδωσε τη λέξη και βρέθηκε στην αγκαλιά του συναδέλφου του. Του συναδέλφου που δεν ήταν άλλος από το μικρότερο αδελφό του, το Χρήστο. Το τι έγινε δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Δυό αδέλφια που είχαν χρόνια πολλά να ειδωθούν, συναντήθηκαν κάτω από τις πιο τραγικές συνθήκες της ζωής τους. Είχαν χρόνια να συναντηθούν, γιατί ο Χρήστος είχε φύγει από μικρός για τα ξένα. Η φτώχεια, η ανέχεια και τα πολλά στόματα που είχε να θρέψει ο γέρο – Κώστας, ο πατέρας, τον έκαναν να δώσει τον Χρήστο ψυχοπαίδι το Βόλο. Δυο-τριών χρονών έφυγε από το χωριό και από τότε να ιδωθούν. Οι αποστάσεις εκμηδενίζονται με τα σημερινά μεταφορικά μέσα, αλλά τότε κάθε σκέψη για ταξίδι ήταν απαγορευτική.
            Τα δυο αδέλφια είχαν την τύχη να συναντηθούν μέσα στη μεγάλη συμφορά του Ελληνικού Στρατού. Τότε που έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Το λυγμικό κλάμα που ξέσπασε μετά την αναγνώριση τους, ξαλάφρωσε την καρδιά τους από το βάρος που την πλάκωνε, μήνες τώρα.

            Ένα συμβάν, από τόσα που έγιναν σε κείνο τον πόλεμο, που θα μπορούσε κάποιος να γράψει ολόκληρο σενάριο. Μια ιστορία συγκλονιστική και ανθρώπινη. 


* αναδημοσίευση (πρώτη δημοσίευση 9/3/2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου